Βαλκανικοί πόλεμοι.


Βαλκανικοί πόλεμοι.
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ήταν δύο πόλεμοι που έγιναν στα Βαλκάνια το 1912-1913 στους οποίους αρχικά η Βαλκανική Συμμαχία (Σερβία, Μαυροβούνιο, Ελλάδα και Βουλγαρία) επιτέθηκε και απέσπασε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία την Μακεδονία και το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης, ενώ στη συνέχεια, μετά τις διαφωνίες μεταξύ των νικητών για τον τελικό διαμοιρασμό των εδαφών, ξέσπασε δεύτερος πόλεμος (αυτή τη φορά με τη συμμετοχή και της Ρουμανίας) από τον οποίο εξήλθε ηττημένη η Βουλγαρία, χάνοντας το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών που είχε αρχικά κατακτήσει.
Η δημιουργία της Βαλκανικής Συμμαχίας
Τον Μάρτιο του 1912 η Σερβία και η Βουλγαρία με την έγκριση της Γερμανίας υπέγραψαν συμμαχία εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Βάσει της συμφωνίας σε περίπτωση νίκης επί των Τούρκων, η Βουλγαρία θα προσαρτούσε τα εδάφη ανατολικά του Στρυμόνα, η Σερβία τα εδάφη βόρεια του όρους Σκάρδος. Οι δύο χώρες δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν για το μοίρασμα των εδαφών της Μακεδονίας. Στην συμμαχία προστέθηκε αργότερα και το Μαυροβούνιο.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος που ήταν τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, θεωρώντας ότι, αν ξεσπάσει ένοπλη σύγκρουση στα Βαλκάνια χωρίς Ελληνική συμμετοχή θα χανόταν για πάντα η δυνατότητα να υλοποιηθούν οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη, υπέγραψε τον Μάιο του 1912 αμυντική συμμαχία με τη Βουλγαρία. Οι δύο χώρες επίσης δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν για το μοίρασμα των εδαφών της Μακεδονίας και συναίνεσαν απλώς στο να κρατήσει κάθε χώρα όσα εδάφη θα κατάφερνε να αποσπάσει από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ένας παράγοντας που ώθησε την Βουλγαρική ηγεσία να δεχθεί τέτοιου είδους συμφωνία ήταν το γεγονός πως η ήττα της Ελλάδας κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 είχε δημιουργήσει στους υπολοίπους Βαλκάνιους την πεποίθηση ότι ο Ελληνικός Στρατός δεν αποτελούσε υπολογίσιμο παράγοντα. Οι Βούλγαροι, οι οποίοι θεωρούσαν ότι είναι «οι Πρώσοι των Βαλκανίων», πίστευαν ότι στην καλύτερη περίπτωση ο Ελληνικός Στρατός θα κολλούσε στα σύνορα ή θα σημείωνε λίγες τοπικές επιτυχίες χωρίς πάντως να μπορέσει να διεκδικήσει με αξιώσεις εδάφη που αποτελούσαν στόχο της Βουλγαρίας. Δέχθηκαν όμως την συμμαχία με την Ελλάδα επειδή πίστευαν στο αξιόμαχο του Ελληνικού στόλου, ο οποίος είχε την δυνατότητα να εμποδίσει την μεταφορά ενισχύσεων από τα λιμάνια της Μικράς Ασίας προς την Ευρωπαϊκή Τουρκία, όπως και πράγματι έκανε.
Με τις τολμηρές του διπλωματικές πρωτοβουλίες ο Βενιζέλος ήρθε σε αντίθεση με την ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο (όπως και ο Ίων Δραγούμης) λόγω και του πρόσφατου Μακεδονικού αγώνα θεωρούσε πιο επικίνδυνο αντίπαλο την Βουλγαρία και εξέταζε την περίπτωση συμμαχίας με την Τουρκία. Με δεδομένη την πρόσφατη περίοδο του Μακεδονικού αγώνα, την αντιπαλότητα με τη Βουλγαρία και γενικότερα με τους φορείς των ιδεών του πανσλαβισμού, στην ελληνική πολιτική ζωή κυριαρχούσε από τα τέλη του 19ου αιώνα η ιδέα του σλαβικού κινδύνου. Η Ελλάδα αντιμετώπιζε το δίλημμα εάν θα ήταν προτιμότερη η συμμαχία με τους Χριστιανούς Σλάβους εναντίον των Τούρκων ή εάν η σλαβική απειλή ήταν τόσο επικίνδυνη ώστε θα έπρεπε να προτιμηθεί η συμμαχία με την καταρρέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία μετεξελισσόμενη θα μπορούσε ίσως και να κυβερνηθεί από Έλληνες.
Ο καταστροφικός πόλεμος του 1897 είχε επηρεάσει πολλούς, ανάμεσα τους και τον Ίωνα Δραγούμη ο οποίος θεώρησε ότι το Ελληνικό κράτος είχε αποτύχει και ότι η πρόοδος του Ελληνισμού θα έπρεπε να αναζητηθεί με μία αυτοκρατορική λογική μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι απόψεις αυτές φτάνουν στο αποκορύφωμά τους λίγο πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους όταν ο Ίων Δραγούμης απογοητευμένος από το Ελληνικό κράτος μιλάει πιο ιδεαλιστικά για «ανατολικό κράτος», απαξιώνοντας «το κρατίδιον», όπως αποκαλούσε την Ελλάδα. Αντίθετα ο Βενιζέλος, τέκνο της Κρήτης η οποία είχε μόλις πρόσφατα αποκτήσει την αυτονομία της, εμφανιζόταν περισσότερο ως οπαδός του κλασσικού αλυτρωτισμού του 19ου αιώνα. Θέτοντας δε ως άμεσο στόχο την απελευθέρωση των Οθωμανικών κτήσεων στην Ευρώπη, χωρίς μάλιστα προηγούμενη συμφωνία για το μοίρασμα τους, άλλαξε άρδην την εξωτερική πολιτική. Η επιλογή του Βενιζέλου για συμμαχία με τη Βουλγαρία αποτελούσε μεγάλη τομή ειδικά για την παλιά γενιά του μακεδονικού αγώνα. Τελικά ο κρητικός πολιτικός κατάφερε να υπερνικήσει τις αντιδράσεις της διπλωματικής γραφειοκρατίας, φροντίζοντας ταυτόχρονα να καταστήσει την χώρα ετοιμοπόλεμη, ώστε να μην επαναληφθεί η τραυματική εμπειρία του 1897.
Η αλήθεια είναι ότι μετά την επανάσταση στο Γουδί ο Ελληνικός στρατός είχε βελτιώσει με πολύ γρήγορους ρυθμούς το επίπεδο εκπαιδεύσεως με την άφιξη ξένων (Γαλλικών) εκπαιδευτικών αποστολών, είχε ανανεώσει και εκσυγχρονίσει τον εξοπλισμό του, και είχε διοικητικά αναδιοργανωθεί με την βελτίωση του συστήματος των προαγωγών των αξιωματικών και την απομάκρυνση των Βασιλοπαίδων από την ηγεσία. Ταυτόχρονα τέθηκε σε εφαρμογή και το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του στόλου με αποκορύφωμα την αγορά του Θωρηκτού «Αβέρωφ».
Γενική Βαλκανική κατάσταση
  • 1903 Αυστροουγγαρία και Ρωσία συνομολογούν το Πρόγραμμα Μυρστέγκ που αφορά μεταρρυθμίσεις για τη Μακεδονία. Αναταραχή στη Σερβία. Δολοφονείται ο Βασιλεύς Αλέξανδρος εκ του Οίκου Ομπρένοβιτς από συνωμότες αξιωματικούς. Η εθνική συνέλευση εκλέγει Βασιλέα τον Πέτρο Καραγιώργιεβιτς που αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στα μετέπειτα δρώμενα. Η Βουλγαρία σε επαναστατικό κίνημα. Οι Τούρκοι συλλαμβάνουν Βούλγαρους κομητατζήδες.
  • 1904 Μεταξύ Σερβίας και Μαυροβουνίου συνομολογείται η Συμφωνία Κεττίγνης που αφορά συμφέροντα επί της Μακεδονίας. Ακολουθεί η (μυστική) Συμφωνία Βελιγραδίου (1904) (συμμαχία Σερβίας - Βουλγαρίας), της οποίας συνέχεια είναι η Συνθήκη Βελιγραδίου (1904). Η Βουλγαρία αποτελεί εξαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι επίβουλες δραστηριότητές της σε βάρος αλλοεθνών πληθυσμών και περισσότερο ελληνογενών πολλαπλασιάζονται. Η Βουλγαρική κυβέρνηση εξαπολύει έντονη προπαγάνδα προς τους λαούς της Ευρώπης παρουσιάζοντας τη Μακεδονία ως Βουλγαρική. Η Κυβέρνηση Θεοτόκη αντιδρά. Δημιουργείται το ελληνικό (μυστικό) κομιτάτο. Ο Βασιλεύς Γεώργιος Α΄ και η κυβέρνηση Θοτόκη το υποστηρίζουν. Έναρξη Μακεδονικού Αγώνα. Θάνατος του Πάυλου Μελά. Μέχρι το τέλος του έτους η Βουλγαρία έχει προσαρτήσει 130 ελληνικές κοινότητες. Παράλληλα η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία συνομολογούν τη Συμφωνία Αμπατσίας για την "Αδριατική ισορροπία". Επίσης μεταξύ Βουλγαρίας και Τουρκίας συνομολογείται η Συνθήκη Σόφιας (1904) που αφορά πολιτική προσέγγιση και αμνηστεία στους Βουλγάρους επαναστάτες.
  • 1906 Ο ελληνικός ένοπλος αγώνας στη Μακεδονία έχει επικρατήσει. Οι Βούλγαροι εξαπολύουν στη συνέχεια συμμορίες κατά Ελλήνων στην Ανατολική Ρωμυλία ενώ τον Ιούνιο επέδραμαν στη Φιλιππούπολη, Αγχίαλο και Βάρνα. Ακολουθούν σφαγές πυρπολήσεις και διωγμός Ελλήνων. Η Ελλάδα ξεκινά επίσημα, (πρώτη βαλκανική Χώρα), προγράμματα στρατιωτικού εξοπλισμού και εκπαίδευσης.
  • 1907 Μεταξύ Ελλήνων και Αλβανών συνομολογείται η Δήλωση Συνεννόησης (1907) που περισσότερο αφορά σύσφιξη σχέσεων. Οι Μονάρχες Ρωσίας και Αυστρίας συνομολογούν τη Συμφωνία του Ίτσλ για διατήρηση του "Status Quo" στη Βαλκανική. εκ της οποίας και ακολουθεί η Διακοίνωση Ρωσίας - Αυστρίας προς κυβερνήσεις Αθηνών, Βελιγραδίου και Σόφιας.
  • 1908 Η Βουλγαρία, με την υποστήριξη της Αυστροουγγαρίας ανακηρύσσεται ανεξάρτητο Βασίλειο. Ο Σουλτάνος, υπό την πίεση των Ρώσων αναγκάζεται να το αναγνωρίσει. Βασιλεύς αναλαμβάνει ο Φερδινάνδος ο οποίος και ξεκινά αμέσως πρόγραμμα στρατιωτικού εξοπλισμού και εκπαίδευσης. Ακολουθεί η Συμφωνία Σόφιας (1908) μεταξύ Βουλγαρίας και Τουρκίας που αφορά μουσουλμανικά προνόμια, όχι όμως και των Ελλήνων. Παρά ταύτα νέες βουλγαρικές συμμορίες εισχωρούν στη Μακεδονία. Οι δολοφονίες πολλαπλασιάζονται, μεταξύ των θυμάτων και ο Μητροπολίτης Κορυτσάς Φώτιος. Στις 11 Ιουνίου του 1908 συστήθηκε το Νεοτουρκικό κομιτάτο που στρέφεται κατά του Σουλτάνου Χαμίτ Β' με κύριο αίτημα τη παραχώρηση συντάγματος. Με την ανακήρυξη Συνταγματικού Πολιτεύματος παύει και επίσημα ο Μακεδονικός Αγώνας.
  • 1909 Από τις αρχές του έτους το Νεοτουρκικό κομιτάτο φέρεται να έχει επικρατήσει. Ένταση μεταξύ Τουρκίας και Βουλγαρίας, συνομολογούνται τα δύο Πρωτόκολλα Πετρούπολης (1909). Αυτών ακολουθεί η (μυστική) Συνθήκη Πετρούπολης (1909) μεταξύ Ρωσίας και Βουλγαρίας. Η σχέση του Νεοτουρκικού κομιτάτου με την Ελλάδα αρχίζει να εκτραχύνεται, στη προσπάθεια των Νεότουρκων για κατάργηση της αυτονομίας της Κρήτης και την επαναφορά της στην Οθωμανική κυριαρχία. Ο Σουλτάνος μη αναγνωρίζοντας επίσημα τους Νεότουρκους εξαναγκάζει και την επίσημη Ελλάδα σε απ΄ ευθείας υποσχετικές δηλώσεις και διπλωματικές υποχωρήσεις στα αιτήματα των Νεοτούρκων. Στάση που θα επηρεάσει έντονα τα εσωτερικά γεγονότα της Ελλάδας, με στρατιωτική επανάσταση.
  • 1910 Το Μαυροβούνιο αναγνωρίζεται Βασίλειο. Βασιλεύς αναλαμβάνει ο ηγεμών Νικήτας με σαφείς βλέψεις προέκτασης της Χώρας του.
  • 1912 Διάβημα Αυστρίας (1912) προς Ιταλία γι΄ αποφυγή εμπλοκής στα Βαλκάνια. Συνομολογείται η Συνθήκη Φιλίας - Συμμαχίας Σόφιας μεταξύ Σερβίας και Βουλγαρίας, αυτής ακολουθεί η Συνθήκη Αμυντικής Συμμαχίας Σόφιας μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Τον Ιούνιο συνέρχεται το Συνέδριο Πάτμου (1912) που εκφράζει τον διακαή πόθο της ένωσης της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα. Ξεκινά η Διάσκεψη του Βουκουρεστίου που θα ολοκληρωθεί τον Αύγουστο του 1913. Τέλος στις 18 Ιουνίου συνομολογείται η περίφημη Συμφωνία των Χριστιανικών Κρατών του Αίμου που αφορά τη συμμαχία μεταξύ Σερβίας, Βουλγαρίας, Ελλάδας και Μαυροβουνίου.
Στρατιωτική προπαρασκευή
Κατ΄ αρχήν κύριος μοχλός της στρατιωτικής προπαρασκευής, ήταν το αποτέλεσμα του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 εκ της μελέτης του οποίου τα συμπεράσματα που εξήχθηκαν οδήγησαν την τότε στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της Ελλάδας στην αναδιοργάνωση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, αλλά και στην επαύξηση της εκπαίδευσης με παράλληλο εκσυγχρονισμό των διατιθέμενων μέσων. Ένας δεύτερος μοχλός υπήρξε ο συνεχιζόμενος Μακεδονικός Αγώνας, τρίτος επίσης μοχλός ήταν το Κρητικό ζήτημα. Πέραν όμως αυτών τα διάφορα παράλληλα γεγονότα που συνέβαιναν τότε στα Βαλκάνια, δεν άφηναν καμία αμφιβολία πως τα σύννεφα ενός γενικευμένου πόλέμου δεν θ΄ αργούσαν να φανούν. Και βεβαίως η Ελλάδα δεν μπορούσε να αγνοήσει και τους ελληνογενείς πληθυσμούς της Μακεδονίας που υπέφεραν κυρίως από τις βουλγαρικές βαρβαρότητες.
Το 1900 επί κυβέρνησης Γ. Θεοτόκη, που ανέλαβε το 1899, συστήθηκε η «Γενική Διοίκηση Στρατού» υπό τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο το 1904 εγκρίνεται και ψηφίζεται ο νέος οργανισμός του στρατού. Σύμφωνα με αυτόν ο ελληνικός στρατός συγκροτείται από τρεις Μεραρχίες. Παράλληλα δημιουργείται το «Ταμείο Εθνικής Αμύνης» από τους πόρους του οποίου παραγγέλθηκαν 60.000 τυφέκια Μάνλιχερ. Η συνολική δύναμη του ελληνικού "εν ενεργεία" στρατού ανέρχονταν μέχρι τότε σε 18.000 άνδρες από τους οποίους οι 8.000 ήταν αποσπασμένοι σε Βασιλική Χωροφυλακή, μεταβατικά αποσπάσματα, φρουρές φυλακών, Τελωνοφυλακή, ακόμη και Αγροφυλακή. Η υπόλοιπη στρατιωτική δύναμη ήταν κατανεμημένη σε διάφορες πόλεις της χώρας, σε τέτοια διασπορά όμως, που ήταν αδύνατη η εκπαίδευση των μονάδων.
Το 1906 και συνέχεια της ίδιας κυβέρνηση, μετά τη βελτίωση των δημοσίων οικονομικών, λήφθηκαν και τα πρώτα σοβαρά μέτρα στρατιωτικής ανασυγκρότησης τα οποία και εξακολούθησαν να επιταχύνονται κατά τη διάρκεια της μακράς θητείας της κυβέρνησης Θεοτόκη. Το Ταμείο Εθνικής Αμύνης με μια σειρά διαταγμάτων προικοδοτήθηκε με νέους πόρους έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η παραγγελία άλλων 40.000 ακόμη τυφεκίων Μάνλιχερ που παραλήφθηκαν το ίδιο έτος, ενώ συνάφθηκε δάνειο 20.000.000 δρχ. που διατέθηκε στο παραπάνω Ταμείο για παραγγελίες υλικού επιστράτευσης και κατασκευή αποθηκών. Το ύψος εκείνων των παραγγελιών καθώς και των ετών 1907, 1908, και 1909 (επί Θεοτόκη) ανήλθε στο συνολικό ποσό των 77.000.000 δρχ. Έτσι το 1909 όταν μετά τη παραίτηση του Γ. Θεοτόκη ανέλαβε ο Δ. Ράλλης ο ελληνικός στρατός είχε παραλάβει συνολικά: 100.000 Τυφέκια Μάνλιχερ, 7.000 Αραβίδες Μάνλιχερ, 10 Πυροβολαρχίες ταχυβόλων, 36.000.000 Φυσίγγια νέου τυφεκίου, όπως και υλικό επιστράτευσης για δύναμη τριών μεραρχιών και κάποια δευτερεύοντα είδη που δεν είχαν ακόμη παραληφθεί.
Ο Ελληνικός Στρατός το 1912
Ο Στρατός Θεσσαλίας στον οποίο συγκεντρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων αποτελούνταν από: τις 1ης εως 7ης Μεραρχίες, 20 συντάγματα πεζικού, 1 συντάγμα Κρητών, 1 τάγμα Ευζώνων, 3 Τάγματα Εθνοφρουράς, 1 ταξιαρχία ιππικού, 4 συντάγματα πεδινού και 2 μοίρες ορειβατικού πυροβολικού. Επίσης το μηχανικό αποτελούνταν από 2 συντάγματα σκαπανεων, 1 τάγμα γεφυροποιών και 2 λόχους τηλεγραφητών. Την δύναμη ενίσχυαν και 4 αεροσκάφη.
Ο Στρατός Ηπείρου, που ο ρόλος του θα ήταν δευτερεύων, αποτελούνταν από την 8η Μεραρχία, 1 συντάγμα πεζικού, 4 τάγματα Ευζώνων, 1 τάγμα Εθνοφρουράς, 1 Ίλη ιππικού, 1 μοίρα πεδινού, 1 ορειβατικού και 1 τοπομαχικού πυροβολικού. Επίσης πλαισιονόταν και από έναν λόχο μηχανικού.
Ο Ελληνικός Στόλος το 1912
Εκτός όμως των παραπάνω προμηθειών και κατασκευών αποθηκών κ.λπ. η κυβέρνηση Θεοτόκη προώθησε τη βελτίωση του ελληνικού στόλου. Δέκα χρόνια πριν ο ελληνικός στόλος απαρτιζόταν από απαρχαιωμένα σκάφη, με εξαίρεση τα θωρηκτά που αποκτήθηκαν το 1890 και τα τοπριλοβόλα που είχε αγοράσει η Κυβέρνηση του Τρικούπη. Έτσι το 1900 ιδρύθηκε και το "Ταμείο Εθνικού Στόλου" το οποίο και ενισχύθηκε με 2.500.000 φράγκα που κληροδότησε ο Γεώργιος Αβέρωφ ενώ κατ΄ έτος αντλούσε επίσης 925.000 δραχμές από κονδύλια του προϋπολογισμού. Τον Νοέμβριο του 1908 ξεκινά η παραγγελία του θωρηκτού καταδρομικού κλάσης "Πίζα", που ονομάσθηκε "Γ. ΑΒΕΡΩΦ" και κατέπλευσε μόλις το 1911. Επίσης τότε, την ίδια περίοδο (1906) και για πρώτη φορά ξεκίνησε η σύντονη εκπαίδευση του στρατού. Ο Θεοτόκης με μια αποφασιστική ενέργεια κατάργησε όλες εκείνες τις αποσπάσεις των αξιωματικών του στρατού σε άλλες υπηρεσίες, αστυνομία, αποσπάσματα, φύλαξη λιμένων κ.λπ. απελευθερώνοντας χρηματικούς πόρους. Έτσι το 1907 ξεκινά η εκπαίδευση του στρατού καθώς και των έφεδρων τεσσάρων προηγουμένων κλάσεων. Το 1908 εκπαιδεύονται όλες οι κλάσεις από 1900 μέχρι και 1908. Το δε 1909 συνεχίσθηκε η συμπληρωματική εκπαίδευση τριών κλάσεων 1902, 1904 και 1906.
  • Στόλος Αιγαίου:
Θωρηκτά: 4 (Αβέρωφ, Σπέτσαι,Ψαρά, Ύδρα)
Αντιτορπιλλικά: 10[1] (Βέλος, Σφενδόνη, Λόγχη, Νίκη, Ναυκρατούσα, Δόκα, Νέα Γενεά, Ασπίς, Θύελλα, Κεραυνός)
Ανιχνευτικά: 4 (Λέων, Πάνθηρ, Αετός, Ιέραξ)
Τορπιλλοβόλα: 5 (11, 12, 14, 15, 16)
Υποβρύχια: 1 (Δελφίν)
Υδροπλάνα: 1
Οπλιταγωγά: 1 (Σφακτηρία)
Ναρκοθετικά: 1 (Άρης)
Ανεφοδιαστικά: 1 (Κανάρης)
  • Μοίρα Ιονίου:
Ατμοβάριδες: 2 (Άκτιον, Αμβρακία)
Ατμομυοδρόμωνες: 4 (Αλφειός, Αχελώος, Πηνειός, Ευρώτας)
Κανονιοφόροι: 3 (Α, Β, Δ)
  • Μοίρα Ευδρόμων:
Επίτακτα εξοπλισμένα:
Εμπορικά: 5 (Εσπερία, Μυκάλη,Μακεδονία, Αθήναι, Αρκαδία)
Βοηθητικά: 3 (Αιγιαλεία, Μονεμβασία, Ναυπλία)
Χωρίς αυτή τη προπαρασκευή όπως σημειώνουν σύγχρονοι στρατιωτικοί αναλυτές[2] η Ελλάδα θα ήταν αδύνατον να βρεθεί έτοιμη στις ραγδαίες εκείνες εξελίξεις παρόλο τον πυρετώδη αγώνα που κατέβαλε στη συνέχεια ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος του 1909 και η κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου μεταξύ των ετών 1909 - 1912 με ακόμη επιτάχυνση της εκπαίδευσης και του εξοπλισμού του ελληνικού στρατού. Σημειώνεται επίσης ότι και η Οθωμανική Αυτοκρατορία βλέποντας μάλλον θορυβημένη την αύξηση της ελληνικής ναυτικής δύναμης παρήγγειλε το 1910 δύο γερμανικά καταδρομικά. Η ναυτική όμως υπεροχή και υπεροπλία της Ελλάδας ήταν ήδη δεδομένη έναντι της χαώδους κατάστασης που επικρατούσε στον τουρκικό στόλο που ήταν αμφίβολος ακόμη και ο απόπλους του λόγω ακριβώς της παντελούς έλλειψης ναυτικής εκπαίδευσης.
Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος
Μετά τη προηγηθείσα συμμαχία των Βαλκανικών κρατών, (Σερβία, Μαυροβούνιο, Ελλάδα, και Βουλγαρία), στις 30 Σεπτεμβρίου του 1912 οι βαλκανικές αυτές χώρες έστειλαν συλλογικά τελεσίγραφο στην Τουρκία με το οποίο ζητούσαν την διασφάλιση της αυτονομίας των εθνικών μειονοτήτων τους, που ζούσαν στο έδαφός της. Η Τουρκία όπως ήταν φυσικό απέρριψε το τελεσίγραφο αυτό, που έμεινε στην ιστορία γνωστό ως Διακοίνωση των Τεσσάρων Χριστιανικών Κρατών με αποτέλεσμα η σύγκρουση να είναι πλέον αναπόφευκτη. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν υπήρξαν ραγδαίες. Ο πόλεμος αυτός κηρύχθηκε επίσημα στις 9 Οκτωβρίου του 1912, ακριβώς ημερομηνία που εξέπνεε το τελεσίγραφο, πλην όμως οι επιστρατεύσεις στις σύμμαχες Χώρες ξεκίνησαν πέντε ημέρες πριν. Αξίζει να αναφερθεί επίσης ότι την τελευταία στιγμή η Οθωμανική αυτοκρατορία πρότεινε στην Ελλάδα να μη συμμετάσχει στον πόλεμο, με αντάλλαγμα την οριστική εκχώρηση της Κρήτης στην Ελλάδα.
Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με την υπογραφή της Συνθήκης Λονδίνου (1913) που συνομολογήθηκε μεταξύ των νικητών συμμάχων, (Ελλάδας-Βουλγαρίας, Μαυροβουνίου και Σερβίας) αφενός και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφετέρου.
Κατάσταση στις παραμονές του πολέμου
Από το καλοκαίρι του 1912 ο κίνδυνος πολεμικής ανάφλεξης στα Βαλκάνια φαίνονταν κάτι παραπάνω από υπαρκτός, ιδιαίτερα από μέρους της Βουλγαρίας και του Μαυροβουνίου, που είχαν συνάψει ήδη συμφωνία κοινής επιθέσεως εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος είχε υπολογίσει την έναρξη του πολέμου την άνοιξη του 1913, έβλεπε όμως το χρόνο να πιέζει ασφυκτικά. Επιχείρησε να ολοκληρώσει το πλέγμα των βαλκανικών συμμαχιών της Ελλάδας, συνάπτοντας συμφωνίες από κοινού επίθεσης με Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο. Η συμφωνίες αυτές υπογράφτηκαν στις 22 Σεπτεμβρίου 1912.
Στρατιωτική προετοιμασία
Η στρατιωτική προετοιμασία της Ελλάδας ήταν από τους κύριους στόχους του κινήματος στο Γουδί το 1909. Ως ακόλουθο αυτών των ετοιμασιών στα μέσα Ιανουαρίου 1912 έφτασε στην Ελλάδα γαλλική αποστολή για την εκπαίδευση του στρατού. Αντίστοιχη βρετανική αποστολή έφτασε στις 11 Απριλίου για την εκπαίδευση του στόλου.
Ένα ακόμη μέλημα του Ελ. Βενιζέλου ήταν να αποκατασταθεί η ενότητα στο στράτευμα. Για αυτό το λόγο, τον Μάρτιο του 1912 επανέφερε τον διάδοχο Κωνσταντίνο, ο οποίος είχε απομακρυνθεί μετά το κίνημα του 1909. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν μεγάλες παραγγελίες σε στρατιωτικό εξοπλισμό, οι οποίες ήταν εφικτό να πραγματοποιηθούν χάρη στην θεαματική ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας. Το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ», αποτέλεσε την πιο σύγχρονη μονάδα και ταυτόχρονα σύμβολο της υπεροπλίας του ελληνικού στόλου.
Ο ελληνικός στρατός τις παραμονές του πολέμου ανέρχονταν σε δύναμη 135.000 ανδρών. Ο Βενιζέλος, επίσης, έσπευσε να ενισχύσει τον στόλο με παραγγελίες νέων πλοίων ακόμη και την τελευταία στιγμή.
Διπλωματική προετοιμασία
Για τον Βενιζέλο ήταν ολοφάνερο ότι η παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία θα οδηγούνταν σε διαμελισμό. Για την ελληνική εξωτερική πολιτική η ιδέα να επαναληφθεί το σφάλμα που οδήγησε στην ήττα του 1897, μιας αντιμετώπισης της Τουρκίας χωρίς συμμάχους ήταν αδιανόητη. Η Ελλάδα για να εξασφαλίσει μια θέση στον Βαλκανικό συνασπισμό έπρεπε να πείσει τους εν δυνάμει συμμάχους ότι:
  • Θα προσέφερε σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα που θα την καθιστούσε απαραίτητη στην συμμαχία.
  • Θα επεδείκνυε διάθεση για συμβιβασμό προκειμένου να ξεπεραστούν δυσεπίλυτα προβλήματα.
Από το φθινόπωρο του 1911, μέχρι τις παραμονές του πολέμου, όλα τα βαλκανικά κράτη: Βουλγαρία, Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο επιδόθηκαν σε μαραθώνιο μυστικών διαπραγματεύσεων, που κατέληξαν σε μία σειρά από διμερείς συνθήκες και στρατιωτικές συμβάσεις. Αυτό το πλέγμα διμερών σχέσεων ονομάστηκε «Βαλκανικός Συνασπισμός».
Οι διαπραγματεύσεις και τα κείμενα των συνθηκών που κατέληξαν χαρακτηρίστηκαν από απόλυτη μυστικότητα. Στην Ελλάδα εκτός από τον Βενιζέλο και τον Βασιλιά Γεώργιο ελάχιστοι γνώριζαν την ύπαρξη και την πορεία των διαπραγματεύσεων. Ο ίδιος ο Βενιζέλος όταν διαπραγματευόταν με τον Βούλγαρο πρωθυπουργό, δεν γνώριζε το κείμενο της σερβοβουλγαρικής συνθήκης. Πολύ περισσότερο, πλήρη άγνοια είχαν οι Μεγάλες Δυνάμεις με την εξαίρεση της Ρωσίας, η οποία υποστήριξε την σερβοβουλγαρική προσέγγιση.
Έναρξη πολέμου
Στις 4 Οκτωβρίου 1912 η Οθωμανική Αυτοκρατορία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Με την Ελλάδα απέφυγε να κηρύξει τον πόλεμο ελπίζοντας ακόμα σε ειρηνικό διακανονισμό. Την αμέσως όμως επόμενη ημέρα, η ελληνική κυβέρνηση κήρυξε εκείνη τον πόλεμο ως μέλος του Βαλκανικού Συνασπισμού.
Σύμφωνα με το σχέδιο επίθεσης, ο στρατός Θεσσαλίας με διοικητή τον διάδοχο Κωνσταντίνο θα αναλάμβανε το κύριο βάρος των επιχειρήσεων. Ο στρατός Ηπείρου με διοικητή τον στρατηγό Κωνσταντίνο Σαπουτζάκη θα αναλάμβανε δευτερεύοντα ρόλο, μέχρι την ολοκλήρωση του έργου του στρατού Θεσσαλίας.
Μέτωπα πολέμου
Μέτωπο Θεσσαλίας
Με την κήρυξη του πολέμου, ο στρατός Θεσσαλίας πέρασε το σύνορα με στόχο την κατάληψη της Μακεδονίας. Στην πορεία του βόρεια αντιμετώπισε αρχικά μικρές τουρκικές δυνάμεις, καθώς ο κύριος στόχος του τουρκικού στρατού επικεντρώθηκε στην αντιμετώπιση των βουλγαρικών δυνάμεων στην Θράκη.
Στις 6 Οκτωβρίου οι ελληνικές δυνάμεις, με επικεφαλής τον διάδοχο Κωνσταντίνο, μπήκαν στην Ελασσόνα και την επόμενη μέρα βρέθηκαν στα στενά του Σαρανταπόρου, που υπερασπίζονταν ισχυρές τουρκικές δυνάμεις. Η ελληνική επίθεση άρχισε το απόγευμα στις 9 Οκτωβρίου και ολοκληρώθηκε την επομένη με την αποχώρηση των Τούρκων, οι οποίοι εγκατέλειψαν στο πεδίο της μάχης ολόκληρο το πυροβολικό τους. Ο ελληνικός στρατός εισήλθε στα Σέρβια και αμέσως μετά προωθήθηκε ως τον ποταμό Αλιάκμονα. Στις 11 Οκτωβρίου μπήκε στην Κοζάνη.
Το Γενικό Στρατηγείο, που επικεφαλής του ήταν ο Κωνσταντίνος, αποφάσισε να κινηθεί ο ελληνικός στρατός βόρεια, με κατεύθυνση προς το Μοναστήρι και να συναντήσει τον σερβικό στρατό. Η κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου, όμως, διαφώνησε και έκρινε ότι είναι επιτακτική η ανάγκη ο στρατός να κινηθεί χωρίς καμία καθυστέρηση προς Θεσσαλονίκη, προς την οποία κατευθύνονταν δυνάμεις του βουλγαρικού στρατού από τα βορειοδυτικά. Είναι χαρακτηριστική η περίφημη φράση του Βενιζέλου στον διάδοχο Κωνσταντίνο «σας απαγορεύω να πάτε στο Μοναστήρι, θα πάτε να απελευθερώσετε τη Θεσσαλονίκη». Ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να κάνει χρήση του αξιώματός του και να στείλει τον βασιλέα Γεώργιο Α' στο μέτωπο για να κάμψει την αντίσταση του Κωνσταντίνου και να κατευθύνει τον ελληνικό στρατό προς τη Θεσσαλονίκη.
Η επόμενη μεγάλη μάχη δόθηκε στις 19-20 Οκτωβρίου στη λίμνη των Γιαννιτσών, όπου οι Τούρκοι είχαν παρατάξει ισχυρές δυνάμεις, ώστε να ανακάψουν την πορεία του ελληνικού στρατού προς την Θεσσαλονίκη. Η ελληνική επίθεση ήταν επιτυχής και στις 20 Οκτωβρίου το πρωί εισήλθε στην πόλη των Γιαννιτσών. Στη συνέχεια, αφού επισκεύασε τις γέφυρες που είχαν καταστρέψει οι Τούρκοι, ο ελληνικός στρατός πέρασε την ανατολική όχθη του Αξιού ποταμού και άρχισε να προετοιμάζει την κατάληψη της Θεσσαλονίκης.
Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης
Στις 18 Οκτωβρίου 1912 το ελληνικό τορπιλοβόλο αρ.11 με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Νικόλαο Βότση μπήκε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης απαρατήρητο κάτω από την μύτη των πυροβολείων του Καρα-μπουρνού ανατίναξε με δύο τορπίλες το γερασμένο Τουρκικό θωρηκτό «Φετχί Μπουλέντ» το οποίο με τις μεγάλου βεληνεκούς πυροβολαρχίες του είχε αναλάβει την προστασία της πόλης από ξηράς και θαλάσσης. Το γεγονός αυτό είχε σημαντική επίδραση στο ηθικό των αμυνομένων Τούρκων και επηρέασε την απόφαση του Ταξίν Πασά να παραδώσει την πόλη στον προελαύνοντα Ελληνικό Στρατό. Την ίδια μέρα, στην Άνω Τζουμαγιά, ο στρατιωτικός ακόλουθος της Ελληνικής πρεσβείας στη Σόφια, Αθανάσιος Σουλιώτης κλήθηκε να συναντήσει εκεί το Βούλγαρο στρατηγό Θεοδωρώφ αλλά αντί αυτού συνάντησε τελικά τον Έλληνα στην καταγωγή, υπίατρο του Βουλγαρικού στρατού, Φίλιππο Νίκογλου (από τη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας), ο οποίος του εκμυστηρεύτηκε ότι οι Βούλγαροι προτίθενται να επιτεθούν πρώτοι στη Θεσσαλονίκη.
Στις 25 Οκτωβρίου οι Ευρωπαίοι πρόξενοι της Θεσσαλονίκης και ο Τούρκος στρατηγός Σαδίλκ παρουσιάστηκαν στις εμπροσθοφυλακές του Ελληνικού στρατού στην περιοχή Τοψίου (νυν Γέφυρα) έξω από την Θεσσαλονίκη και ζήτησαν να παραδώσουν υπό όρους τη Θεσσαλονίκη στον Ελληνικό στρατό. Ο Κωνσταντίνος απέρριψε δύο φορές τους όρους του Τούρκου αρχιστράτηγου Χασάν Ταξίν πασά με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος και να επίκειται η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον βουλγαρικό στρατό. Ο Βενιζέλος διέταξε τον Κωνσταντίνο να καταλάβει άμεσα την Θεσσαλονίκη, καθιστώντας τον προσωπικά υπεύθυνο για ενδεχόμενη απώλειά της. Τελικά ο Ταξίν πασάς αποδέχθηκε τους όρους του Κωνσταντίνου. Την νύχτα της 26 Οκτωβρίου-27 Οκτωβρίου 1912 οι αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού Ιωάννης Μεταξάς και Βίκτωρ Δούσμανης στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης υπέγραψαν το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό. Την επόμενη ημέρα (27 Οκτωβρίου) υπογράφηκε συμπληρωματικό πρωτόκολλο με το οποίο παραδίνονταν στους Έλληνες, όλη η φρουρά της Θεσσαλονίκης η οποία ανέρχονταν σε 25.000 στρατιώτες και 1.000 αξιωματικούς με όλο τον βαρύ και ατομικό οπλισμό τους και το απόγευμα μπήκαν στην πόλη δύο ευζωνικά τάγματα της Ζ' μεραρχίας, ενώ οι Α', Β', Γ', Δ' μεραρχίες με την υπόλοιπη δύναμη της Ζ' έλαβαν θέσεις στα υψώματα γύρω από την πόλη. Βάσει του πρωτοκόλλου παράδοσης όλοι οι Οθωμανοί Αξιωματικοί θα κρατούσαν τον οπλισμό τους. Επίσης οπλισμένη θα παρέμενε η Οθωμανική χωροφυλακή, για την διατήρηση της Τάξης.
Ήδη από τις 26 Οκτωβρίου ο Κωνσταντίνος έστειλε μήνυμα προς το Βούλγαρο στρατηγό Θεοδωρώφ που κατευθύνονταν με μία μεραρχία προς τη Θεσσαλονίκη, ότι η Θεσσαλονίκη είχε ήδη απελευθερωθεί και ότι μπορούσε να διαθέσει τις δυνάμεις του σε άλλες επιχειρήσεις. Παρόλα αυτά ο Θεοδωρώφ έστειλε απεσταλμένο αξιωματικό στον Ταξίν πασά ζητώντας του να υπογράψει πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης, παρόμοιο με εκείνο που μόλις είχε συνάψει με τους Έλληνες, προκειμένου να εμφανιστεί ως συναπελευθερωτής της πόλης. Ο Ταξίν αρνήθηκε και μάλιστα ζήτησε την προστασία του Ελληνικού στρατού επειδή μονάδες του που είχαν ήδη παραδοθεί στον Ελληνικό στρατό δεχόταν επιθέσεις από Βουλγαρικά τμήματα.
Ο Θεοδωρώφ φθάνοντας στις 28 Οκτωβρίου έξω από τη Θεσσαλονίκη ζήτησε να εισέλθει στην πόλη για να στρατοπεδεύσει. Ύστερα από διαπραγματεύσεις, επιτράπηκε να εισέλθουν δύο βουλγαρικά τάγματα στη Θεσσαλονίκη για να ξεκουραστούν, αλλά η βουλγαρική δύναμη που εισήλθε στην πόλη ανήλθε σε ολόκληρο σύνταγμα το οποίο στρατωνίσθηκε κυρίως σε Εβραϊκά και εξαρχικά οικήματα.
Οι υπόλοιπες χερσαίες επιχειρήσεις στην Μακεδονία
Η Χαλκιδική απελευθερώθηκε από σώματα «προσκόπων» (μονάδες ελαφρού πεζικού).Μέχρι τις 10 Νοεμβρίου στο Μακεδονικό μέτωπο η ελληνική ζώνη κατοχής επεκτάθηκε από τη λίμνη Δοϊράνη μέχρι τον ποταμό Στρυμώνα.
Στην δυτική Μακεδονία η V μεραρχία συνάντησε ισχυρή αντίσταση από τις τουρκικές δυνάμεις (40.000 άνδρες) που προάσπιζαν το Μοναστήρι και παρά την ενίσχυση της από τμήματα της III και της VI μεραρχίας δεν πρόλαβε να απελευθερώσει το Μοναστήρι το οποίο καταλήφθηκε τελικά από τους Σέρβους.
Μέτωπο Ηπείρου
Κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, ο ρόλος του στρατού Ηπείρου ήταν αμυντικός. Μόλις στις 12 Οκτωβρίου οι ελληνικές δυνάμεις μπήκαν στην Φιλιππιάδα και στις 21 παραδόθηκε η Πρέβεζα, με υποστήριξη ναυτικών μονάδων. Στην συνέχεια, ακολούθησε ενεργητική δραστηριότητα με κατεύθυνση προς τα Ιωάννινα, τα οποία υπερασπίζονταν ο Τούρκος διοικητής Εσσάτ Πασάς. Ύστερα από μάχη στην τοποθεσία Πέντε πηγάδια (24-30 Οκτωβρίου) οι ελληνικές και τουρκικές δυνάμεις σταθεροποίησαν τις θέσεις τους στην περιοχή.
Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, στις 5 Νοεμβρίου 1912, μικρή δύναμη με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Σπύρο Σπυρομήλιο αποβιβάστηκε στην Χειμάρα και στις 7 Δεκεμβρίου ο στρατός Μακεδονίας εισήλθε στην Κορυτσά.
Στο μέτωπο νότια των Ιωαννίνων, στο Μπιζάνι, οι Τούρκοι είχαν οργανώσει βάσει γερμανικών σχεδίων οχυρωματικά έργα: ισχυρά πυροβολεία, πυροβόλα και τσιμεντένια χαρακώματα, καθιστώντας αδύνατη την προέλαση του ελληνικού στρατού με τις περιορισμένες δυνάμεις που διέθετε στην περιοχή. Όταν τελικά το μέτωπο στην Μακεδονία σταθεροποιήθηκε και μεταφέρθηκαν ενισχύσεις ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε τα Ιωάννινα στις 22 Φεβρουαρίου 1913, αφού υποχρέωσε τις τουρκικές δυνάμεις του Μπιζανίου σε συνθηκολόγηση. Ύστερα από τα Ιωάννινα ο στρατός κινήθηκε βόρεια: στις 27 Φεβρουαρίου εισήλθε στο Αργυρόκαστρο και στις 3 Μαρτίου στους Αγίους Σαράντα, ολοκληρώνοντας την απελευθέρωση της Ηπείρου.
Η δράση του Ελληνικού Στόλου
Από την πρώτη ημέρα του πολέμου, ο Ελληνικός στόλος, που ήταν και η κύρια συνεισφορά της Ελλάδος στην Βαλκανική συμμαχία, ανέλαβε ουσιαστική δράση. Σε μία ενέργεια ανάλογη με αυτή του Βότση στην Θεσσαλονίκη στις 8 Νοεμβρίου το τορπιλοβόλο αρ.14 ανάγκασε τουρκική κανονιοφόρο που προστάτευε τις Κυδωνιές να αυτοβυθιστεί.
Ο Ελληνικός στόλος, υπό τις διαταγές του Παύλου Κουντουριώτη εξασφάλισε τον απόλυτο έλεγχο του Αιγαίου: απέπλευσε αμέσως βορειοανατολικά και άρχισε περιπολίες έξω από τα Δαρδανέλια. Ο τουρκικός στόλος, ο οποίος λόγω της παρουσίας του ιταλικού στο Αιγαίο από τον Απρίλιο του 1912 είχε παραμείνει προφυλαγμένος μέσα στα Στενά, δεν πρόλαβε να αντιδράσει έγκαιρα. Στις 8 Οκτωβρίου καταλήφθηκε η Λήμνος και άρχισε η μετατροπή του φυσικού λιμανιού της, του Μούδρου, σε ναυτική βάση και ορμητήριο του ελληνικού στόλου. Από τις 6 Οκτωβρίου έως τις 20 Δεκεμβρίου του 1912 μικτά αγήματα του στόλου απελευθέρωσαν, όλα σχεδόν τα νησιά του ανατολικού και βόρειου Αιγαίου:
Κατά την διάρκεια των ναυτικών επιχειρήσεων σημειώθηκαν και τα εξής γεγονότα:
  • 19/10/1912: Το τορπιλλοβόλο 11 βυθίζει το Θ/Κ «Φετχ-ι-Μπουλέντ»
  • 12/11/1912: Το τορπιλλοβόλο 14 τορπιλλίζει την Κ/Φ Τραπεζούς.
  • 09/12/1912: Τορπιλλική επίθεση του Υ/Β Δελφίν κατά του Κ/Τ Μετζητιέ και 4 Α/Τ, με την υποστήριξη 4 ελληνικών Α/Τ. Η επίθεση απέτυχε, αλλά η καθυστέριση που προκάλεσε επέτρεψε στο Θ/Κ Αβέρωφ να καταφθάσει και να εκδιώξει τα τουρκικά πολεμικά.
Στις 3 Δεκεμβρίου 1912 μπροστά στα Δαρδανέλλια ο ελληνικός στόλος σημείωσε την πρώτη μεγάλη ναυτική επιτυχία κατά του οθωμανικού, ο οποίος προσπάθησε να βγει από τα Στενά. Τελικά υποχώρησε με σημαντικές απώλειες και υλικές ζημιές.
Στις 5 Δεκεμβρίου ο τουρκικός στόλος βγήκε για δεύτερη φόρα από τα Στενά, σε μια προσπάθεια να ανάκτησει το χαμένο κύρος του και τον έλεγχο του Αιγαίου. Σε μικρή απόσταση από την Λήμνο συνάντησε τον ελληνικό στόλο με επικεφαλής το θωρηκτό «Αβέρωφ». Έπειτα από σύντομη καταδίωξη από το ελληνικό θωρηκτό, τα τουρκικά πλοία υποχώρησαν και πάλι προς τα Στενά.
Μετά την δεύτερη αυτή ναυτική αναμέτρηση, ο τουρκικός στόλος δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία για ανάκτηση της ναυτικής κυριαρχίας στο Αιγαίο και παρέμεινε προφυλαγμένος πίσω από τα Στενά.
Επιχειρήσεις των συμμάχων
Βουλγαρία
Σύμφωνα με τα σχέδια των επιχειρήσεων, με την κήρυξη του πολέμου ο κύριος όγκος του βουλγαρικού στρατού κατευθύνθηκε νότια, προς την Θράκη. Οι Σαράντα Εκκλησιές καταλήφθηκαν χωρίς ουσιαστική αντίσταση, αμέσως μετά τέθηκε σε πολιορκία η Αδριανούπολη. Η βουλγαρική επίθεση ανακόπηκε στη γραμμή Τσατάλτζας στις 4 Νοεμβρίου, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Κωνσταντινούπολη. Η Αδριανούπολη μετά από πολιορκία μηνών τελικά έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων, στις 22 Φεβρουαρίου 1913. Επίσης καταλήφθηκε και η Ραιδεστός στις ακτές της Προποντίδας.
Μέρος του Βουλγαρικού στρατού κατευθύνθηκε νοτιοδυτικά έχοντας ως στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας. Κατόρθωσε να καταλάβει την Καβάλα και τις Σέρρες, αλλά όπως προαναφέρθηκε δεν πρόλαβε να μπει στην Θεσσαλονίκη πριν τον ελληνικό στρατό.
Σερβία
Ο σερβικός στρατός κατευθύνθηκε νότια και νοτιοανατολικά και κατέλαβε διαδοχικά τις πόλεις: Νοβιπαζάρ, Μητροβίτσα, Πρίστινα, Σκόπια, Μοναστήρι και περνώντας τον Αξιό, το Κρίβολακ, το Ιστίπ και τη Γευγελή. Προωθήθηκε και προς τα δυτικά, μέχρι την Αδριατική και κατέλαβε το Δυρράχιο και το βόρειο τμήμα της σημερινής Αλβανίας, σε συνεργασία και με το Μαυροβούνιο.
Μαυροβούνιο
Ο στρατός του Μαυροβουνίου κατέλαβε την πόλη Σκόδρα, στις 13 Απριλίου 1913.
Προστριβές μεταξύ των συμμάχων
Οι προστριβές ανάμεσα στα μέλη του Βαλκανικού Συνασπισμού, σχετικά με την οριστική διανομή των εδαφών της ευρωπαϊκής Τουρκίας, εμφανίστηκαν με την ραγδαία προέλαση των στρατευμάτων του Συνασπισμού προς την Μακεδονία. Η Βουλγαρία, που είχε επικεντρώσει τις δυνάμεις της και προς την Θράκη, διεκδικούσε και στην Μακεδονία εδάφη τα οποία είχε καταλάβει ήδη ο ελληνικός στρατός και, σύμφωνα με βουλγαροσερβική συνθήκη, εδάφη που είχαν περιέλθει στην κατοχή της Σερβίας.
Η Ελλάδα, δεν δεσμευόταν με κάποια συνθήκη διανομής εδαφών. Η Σερβία, διεκδικούσε όχι μόνο τα εδάφη της Μακεδονίας που είχε στην κατοχή της, αλλά και την έξοδό της προς την Αδριατική, η οποία απειλούνταν από την δημιουργία αλβανικού κράτους. Πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι συγκρούσεις του Α' Βαλκανικού Πολέμου, είχε αρχίσει η αντιπαράθεση για την οριστική διανομή των νεοαποκτηθέντων εδαφών.
Διπλωματία και διασκέψεις ειρήνης
Από την έναρξη των συγκρούσεων οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν προσπαθήσει να ελέγξουν την κατάσταση: εν μέρει για να εξασφαλίσουν η καθεμιά τα δικά της ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή και εν μέρει για να αποφύγουν να μετατραπεί η κρίση σε γενικευμένο ευρωπαϊκό πόλεμο. Σε αυτά τα πλαίσια ο υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας Σερ Εδουάρδου Γκρέυ, άρχισε εντατικές διαπραγματεύσεις προς αυτές τις κατευθύνσεις.
Οι Μεγάλες δυνάμεις δέχτηκαν την πρόταση του Γκρέυ να συγκληθεί διάσκεψη των πρεσβευτών τους στο Λονδίνο υπό την προεδρία του. Ταυτόχρονα, κάλεσε και τους εμπόλεμους σε διάσκεψη ειρήνης. Για τα εμπόλεμα κράτη η ειρηνευτική διάσκεψη ήταν ευκαιρία όχι μόνο να υπογράψουν τη συνθήκη ειρήνης που θα διαμόρφωνε το μεταπολεμικό εδαφικό καθεστώς στα Βαλκάνια, αλλά και να λύσουν τις ενδοσυμμαχικές διαφορές και να εξασφαλίσουν την επιρροή των Μεγάλων Δυνάμεων για τα γενικότερα συμφέροντά τους. Παρά τις διαφωνίες τους, στα θέματα διανομής των νεοαπεκτειθέντων εδαφών, οι βαλκανικοί σύμμαχοι παρέταξαν ενιαίο μέτωπο απέναντι στην Υψηλή Πύλη, η οποία αρνιόταν να αποδεχτεί ως τετελεσμένο γεγονός την απώλεια των ευρωπαϊκών της εδαφών και εφάρμοσε τακτική κωλυσιεργίας. Μετά όμως τις διαδοχικές ήττες στα πεδία των μαχών και όταν πια διαφαινόταν το μη αναστρέψιμο των συγκρούσεων (ιδιαίτερα μετά την ναυμαχία της Λήμνου), η τουρκική κυβέρνηση Κιαμήλ Πασά φάνηκε διατεθειμένη να αποδεχτεί το τελεσίγραφο των Μεγάλων Δυνάμεων και να υπογράψει συνθήκη ειρήνης. Αλλά στις 10 Ιανουαρίου εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα υπό τον Εμβέρ Πασά που ανέτρεψε την προηγούμενη μετριοπαθή κυβέρνηση και η νέα εθνικιστική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης απέρριψε το τελεσίγραφο.
Ωστόσο στις 29 Ιανουαρίου, η νέα κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης ζήτησε εκ νέου την μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτές απαίτησαν από τους εμπόλεμους να αποδεχτούν την άνευ όρων μεσολάβησή τους για την σύνταξη του κειμένου της συνθήκης ειρήνης. Η Τουρκία φυσικά δέχτηκε αμέσως, διότι η κατάσταση είχε επιδεινωθεί γι’ αυτήν σε όλα τα μέτωπα.
Συνθήκη του Λονδίνου
Τελικά, ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος τελείωσε επίσημα με τη συνθήκη του Λονδίνου (1913). Η οποία περιλάμβανε τα εξής κύρια σημεία:
  • παραχώρηση στις χώρες του Βαλκανικού Συνασπισμού όλων των εδαφών δυτικά της Γραμμής Αίνους-Μηδείας
  • την ρύθμιση του καθεστώτος της Αλβανίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις, σε επόμενη διάσκεψη
  • την παράχώρηση της Κρήτης στους Συμμάχους
  • την ρύθμιση της τύχης των νησιών του Αιγαίου και της χερσονήσου του Άθω από τις Μεγάλες Δυνάμεις (επίσης σε μελλοντική διάσκεψη)
Η συνθήκη ειρήνης υπογράφτηκε στο Λονδίνο στις 17 (30) Μαϊου 1913. Δύο μέρες αργότερα υπογράφτηκε στην Θεσσαλονίκη η ελληνοσερβική συνθήκη συμμαχίας και συνεργασίας.
Η διάσκεψη ειρήνης τελικά δημιούργησε λόγους για νέες προστριβές μεταξύ των βαλκανικών συμμάχων: η δημιουργία αλβανικού κράτους, που θα στερούσε την έξοδο προς στην Αδριατική στη Σερβία, την ανάγκασε να γίνει πιο αδιάλακτη στις σχέσεις της με την Βουλγαρία και να αθετήσει τις υποσχέσεις για παραχώρηση εδαφών (ως αποζημίωση) που είχε οριστεί εξαρχής με διακρατική συμφωνία. Ένας άλλος παράγοντας προστριβών ήταν και η έλλειψη ελληνοβουλγαρικής συμφωνίας για την διανομή των νέων εδαφών, καθώς και οι «φιλομακεδονικοί» κύκλοι στην Βουλγαρία, που απαιτούσαν άμεση βουλγαρική προσάρτηση της Θεσσαλονίκης.
Η Ελλάδα ήταν πλέον έτοιμη να αντιμετωπίσει από κοινού με την Σερβία την απειλή του πρώην συμμάχου τους, της Βουλγαρίας.
Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος
Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος ήταν ένοπλη σύγκρουση που εξελίχτηκε από 16 Ιουνίου ως 18 Ιουλίου 1913, ξέσπασε σχεδόν αμέσως μετά τη λήξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου. Ο πόλεμος διεξήχθη ανάμεσα στην Βουλγαρία και τις υπόλοιπες χώρες του βαλκανικού συνασπισμού (με τις οποίες είχε συμμαχήσει κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο) τη Σερβία και την Ελλάδα, επίσης κατά της Βουλγαρίας στράφηκαν η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η διαφορά με τον πρώτο πόλεμο ήταν ότι τώρα η Βουλγαρία πολέμησε τους πρώην συμμάχους της, προκειμένου να πετύχει ευνοϊκότερη διανομή των ευρωπαϊκών εδαφών που αποσπάστηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον προηγούμενο πόλεμο. Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος τελείωσε με επικράτηση της Σερβίας και της Ελλάδας, οι οποίες πέτυχαν σημαντικές νίκες στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και των κεντρικών Βαλκανίων. Με την βουλγαρική ήττα αποκρούστηκαν και οι όποιες βλέψεις για τη δημιουργία μιας μεγάλης Βουλγαρίας. Η Ρουμανία απέσπασε την πρώην βουλγαρική Δοβρουτσά, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακατέλαβε την περιοχή της Αδριανούπολης. Λίγους μήνες μετά τη λήξη του Β' Βαλκανικού Πολέμου ακολούθησε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος που θα έβαζε και πάλι τα βαλκανικά κράτη σε πολεμικές περιπέτειες.
Αίτια
Η διάσπαση του βαλκανικού συνασπισμού
Κύριο αίτιο του πολέμου ήταν το θέμα της διανομής των νεοαποκτιθέντων από τον Α΄Βαλκανικό Πόλεμο πρώην οθωμανικών εδαφών. Μεταξύ των μελών του βαλκανικού συνασπισμού, και ιδιαίτερα μεταξύ της Βουλγαρίας από τη μία πλευρά και Σερβίας και Ελλάδας από την άλλη, είχαν ενσκήψει σοβαρές διαφορές. Αν και η Σερβία με τη Βουλγαρία είχαν συνάψει συμφωνία διανομής, η Σερβία έπαψε να την αναγνωρίζει λόγω του ότι τμήμα του προβλεπόμενου μεριδίου της γινόταν ανεξάρτητη Ηγεμονία, (η Αλβανία), μη αποκτώντας διέξοδο στην Αδριατική, περιοριζόμενη έτσι από τα δυτικά. Η Βουλγαρία όμως επέμενε στα συμφωνηθέντα εδάφη. Αντίθετα με την Ελλάδα δεν υπήρξε καμία συμφωνία διανομής, η μεν Σερβία αναγνώριζε τα δικαιώματα κατοχής του ελληνικού στρατού, (Πρωτόκολλο Αθηνών (1913), γνωστό και ως Πρωτόκολλο Κορομηλά - Μπόσκοβιτς, ενώ η Βουλγαρία επεδίωκε την έξωση των Ελλήνων από τα εδάφη αυτά, προκειμένου να ιδρύσει την προβλεπόμενη Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου.
Τα βουλγαρικά στρατεύματα κατά τον χρόνο που είχαν καταλάβει την Ανατολική Μακεδονία διέπραξαν εγκλήματα κατά των (αλλοθρήσκων) Τούρκων κατοίκων. Επίσης τους (ομόθρησκους) Έλληνες και Σέρβους κατοίκους ανάγκαζαν να υπαχθούν εκκλησιαστικά στη Βουλγαρική εξαρχία, να χρησιμοποιούν τη βουλγαρική γλώσσα και να εκβουλγαρίζουν τα ονοματεπώνυμά τους. Μάλιστα στις Σέρρες προχώρησαν και σε αλλαγή των καταλήξεων των ονομάτων στους τάφους στο νεκροταφείο της πόλης. Ειδικότερα στη γραμμή επαφής των στρατευμάτων οι Βούλγαροι συνεχώς χρησιμοποιούσαν μεθόδους συνεχούς διείσδυσης με συνέπεια ν΄ ακολουθούν συγκρούσεις. Βλέποντας τότε η Σερβία και η Ελλάδα τη Βουλγαρία ως κοινό κίνδυνο στις 19 Μαΐου (π.ημ.), ή 1 Ιουνίου (ν.ημ.) του 1913 συνδέθηκαν με αμυντική συμφωνία γνωστή ως Συνθήκη συμμαχίας Θεσσαλονίκης.
Έτσι η Βουλγαρία υπό την πεποίθηση της πολιτικής και στρατιωτικής της ηγεσίας στην υπεροχή του βουλγαρικού στρατού και στις στρατηγικές ικανότητές του πήρε την απόφαση της αιφνιδιαστικής ομόχρονης επίθεσης κατά των τότε θέσεων του Σερβικού και Ελληνικού στρατού. Ορισμένοι ιστορικοί καταλογίζουν ένα μέρος της ευθύνης αυτής στην "υπερβολικά διαλλακτική" στάση της ελληνικής κυβέρνησης έναντι της Βουλγαρίας στη διάρκεια των προστριβών που προηγήθηκαν του πολέμου, που ενδεχομένως δημιούργησε την εντύπωση στο βουλγαρικό στρατηγείο πως μια βίαιη ενέργεια θα δημιουργούσε τετελεσμένα γεγονότα τα οποία οι Μεγάλες Δυνάμεις επεμβαίνοντας κατευναστικά θα αποδέχονταν. Η Αυστρία υποστήριζε τις διεκδικήσεις της Ρουμανίας στη Βουλγαρική Δοβρουτσά με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Θεσσαλονίκης στη Βουλγαρία. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η ανάληψη της εξουσίας από τους Νεότουρκους υπό την ηγεσία του Εμβέρ Πασά και του Ταλαάτ Πασά μετά την παραίτηση των φιλελευθέρων, προοιώνιζαν δυσάρεστες εκπλήξεις για το μέλλον.
Η πολιτική υψηλών τόνων της Βουλγαρίας (κυβέρνηση Ντάνεφ)
Στις 14 Ιουνίου, στην Βουλγαρία σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Στόγιαν Ντάνεφ. Αν και ρωσόφιλος, στις νέες συγκυρίες της εποχής εκείνης υποχώρησε στις πιέσεις φιλοπόλεμων στρατιωτικών κύκλων. Στις 15 Ιουνίου ο υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας κάλεσε τους πρωθυπουργούς των χριστιανικών βαλκανικών κρατών σε διάσκεψη στην Πετρούπολη, υπό την διαιτησία του Τσάρου για την εξομάλυνση των διαφορών. Η βουλγαρική πλευρά έθεσε υπερβολικούς όρους στις συνομιλίες, ταυτόχρονα η ρουμανική πλευρά δήλωνε ότι σε περίπτωση που διασπαστεί οριστικά η βαλκανική συμμαχία θα εισέλθει στον πόλεμο για να εξασφαλίσει τα συμφέροντά της στα διαφιλονικούμενα εδάφη με την Βουλγαρία.
Η βουλγαρική πολιτική στην ουσία καθοριζόταν περισσότερο από το υπουργείο πολέμου και τους στρατιωτικούς κύκλους και όχι τόσο από τον ίδιο τον πρωθυπουργό της. Έτσι, στις 21 Ιουνίου, ο στρατηγός Μιχαήλ Σαβόφ, επικαλούμενος την εξάντληση του στρατού του, επέδωσε τελεσίγραφο στον Βούλγαρο πρωθυπουργό να αποσαφηνίσει άμεσα τη θέση του: πόλεμος ή αποστράτευση. Ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος, τασσόμενος με τις πληροφορίες του Σαβόφ συνηγόρησε υπέρ της στρατιωτικής λύσης. Έτσι ήταν όλα έτοιμα για την επικείμενη σύγκρουση.
Αντίπαλες δυνάμεις
Ελληνικός στρατός
Κατά το Β' Βαλκανικό πόλεμο ο ελληνικός στρατός είχε αυξηθεί κατά πολύ με εκγυμνάσεις και νεότερων κλάσεων και της παρένταξης αυτών σε παλαιότερες μονάδες. Επίσης το Γενικό Επιτελείο είχε οργανώσει ακόμη μια μεραρχία τη 10η, από 8 αρχικά σε 9 περί το τέλος του πολέμου. Έτσι ο ελληνικός στρατός που είχε ταχθεί υπό την αρχιστρατηγία του Βασιλέως Κωνσταντίνου του Α' με επιτελάρχη τον συνταγματάρχη Β. Δούσμανη, συγκροτούνταν από τις εξής μεραρχίες:
Μεραρχία
Διοικητής
Μεραρχία
Διοικητής
Aντιστράτηγος Ε. Μανουσογιαννάκης
Συνταγματάρχης Ν. Δελαγραμμάτικας
Yποστράτηγος Κ. Καλάρης
Συνταγματάρχης Ν. Σωτήλης
Υποστράτηγος Κ. Δαμιανός
Συνταγματάρχης Δ. Ματθαιόπουλος
Υποστράτηγος Κ. Μοσχόπουλος
10η
Συνταγματάρχης Λ. Παρασκευόπουλος
Συνταγματάρχης Σ. Γεννάδης
Ταξιαρχία ιππικού
Συνταγματάρχης Ζαχαρακόπουλος
Η συνολική δύναμη του ελληνικού στρατού ανέρχονταν σε πεζικό: 118.000, ιππικό: 1000 και 176 Πυροβόλα όπλα.
Σερβικός στρατός
Ο Σερβικός στρατός όπως και ο Ελληνικός είχε ενισχυθεί ιδιαίτερα με την είσοδο νεότερων κλάσεων με παρένταξη αυτών σε υπάρχουσες μονάδες, αποφεύγοντας όμως να δημιουργήσει νέες. Ενισχύθηκε επίσης και από μια μεραρχία (12.000 άνδρες) από το Βασίλειο του Μαυροβουνίου. Έτσι ο σερβικός στρατός που είχε ταχθεί υπό την αρχιστρατηγία του Βασιλιά Πέτρου Α' με επιτελάρχη τον Βοεβόδα Ραντομίρ Πούτνικ συγκροτούνταν από τις εξής 11 μεραχίες και μια ταξιαρχία:.
Μεραρχία
Διοικητής
Μεραρχία
Διοικητής
1η Δουνάβεως
Στρατηγός Γιουρίσιτς
1η Τιμόκ
Συνταγματάρχης Κόντιτς
2η Δουνάβεως
Στρατηγός Ράτιτς
2η Τιμόκ
Συνταγματάρχης Μιλουκίνοβιτς
1η Μοράβα
Στρατηγός Γκίκο Ιτς
1η Σουμάδια
Συνταγματάρχης Τέρτσετς
2η Μοράβα
Συνταγματάρχης Νέδιτς
2η Σουμάδια
Συνταγματάρχης Μαρίνοβιτς
1η Δρίνα
Συνταγματάρχης Χάτζιτς
Μεραρχία Μαυροβουνίου
Στρατηγός Βούκοβιτς
2η Δρίνα
Συνταγματάρχης Νταάνοβιτς
Μεραρχία Ιππικού
Πρίγκιπας Αρσένιος Καραγιώργεβιτς
Η συνολική δύναμη του σερβικού στρατού ήταν πεζικό: 260.000, ιππικό: 3000 και 500 Πυροβόλα όπλα.
Βουλγαρικός στρατός
Ομοίως και η δύναμη του βουλγαρικού στρατού είχε αυξηθεί σημαντικά, αφού εκτός της εκγύμνασης πολλών νεότερων κλάσεων κλήθηκαν και πολλές κλάσεις εθνοφρουράς από τις οποίες και δημιουργήθηκαν 4 νέες μεραρχίες: η 12η, η 13η, η 14η και η 15η.
Ο βουλγαρικός στρατός είχε ταχθεί υπό την αρχιστρατηγία του Βασιλέως Φερδινάνδου με βοηθό τον στρατηγό
Μιχαήλ Σαβόφ, μέχρι τις 21 Ιουνίου (π.ημ.), όταν ανέλαβε ο στρατηγός Ράντκο Δημητρίεφ. Αυτοί ήταν και οι πραγματικοί αρχιστράτηγοι με γενικό επιτελάρχη τον στρατηγό Φίτσεφ.
Η συνολική δύναμη του βουλγαρικού στρατού ξεπερνούσε τις 576,878 με 1,116 πυροβόλα. Συνεπώς, ο βουλγαρικός στρατός υπερείχε συντριπτικά της αντίπαλης συμμαχίας Ελλήνων και Σέρβων τόσο σε άνδρες όσο και σε πυροβολικό. Η υπεροχή αυτή σε συνδυασμό με το βουλγαρικό μεγαλοϊδεατισμό που είχε δημιουργήσει η παλαιότερη, κατά 35 χρόνια, συνθήκη του Αγίου Στεφάνου ήταν αυτές που οδήγησαν τη Βουλγαρία στη τυχοδιωκτική απόφαση να στρέψει τα όπλα της κατά των συμμάχων της, σ΄ έναν ακήρυχτο μεν, αλλά και αιφνίδιο πόλεμο.
Πολεμικές επιχειρήσεις
Πρώτες κινήσεις
Η κύρια βουλγαρική επίθεση κατά τον Σέρβων πραγματοποιήθηκε με τις 1η, 3η, 4η και 5η μεραρχίες, ενώ η 2η κατευθύνθηκε κατά ελληνικών θέσεων στην Θεσσαλονίκη. Οι Βούλγαροι ήταν λιγότεροι σε αριθμό όσον αφορά τις επιχειρήσεις κατά του ελληνικού στρατού. Η ασθενής επίθεσή στη Νιγρίτα όχι μόνο απωθήθηκε αλλά μετατράπηκε σε αμυντικό αγώνα σε ολόκληρο το μέτωπο, από τις 19 Ιουνίου. Οι βουλγαρικές δυνάμεις γρήγορα υποχώρησαν βόρεια και οχυρώθηκαν μεταξύ Κιλκίς και Στρυμώνα.
Ο βουλγαρικός στρατός ταυτόχρονα επιτέθηκε και στους Σέρβους, στη Γευγελή. Οι σερβικές δυνάμεις αρχικά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μπροστά στη βουλγαρική επίθεση, η οποία αποσκοπούσε να καταλάβει το Κρίβολακ για να αποκόψει την επαφή Ελλήνων και Σέρβων. Γρήγορα όμως κατόρθωσαν να σταματήσουν τη βουλγαρική προέλαση και να εισέλθουν σε βουλγαρικό έδαφος. Η σερβική αντεπίθεση ήταν ορμητική και πολύ σύντομα ο σερβικός στρατός κατάφερε να καταλάβει βασικούς αντικειμενικούς του στόχους.
Ταυτόχρονα, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, με την βοήθεια της Κρητικής χωροφυλακής αλλά και των κατοίκων της πόλης, αιχμαλωτίστηκαν οι βουλγαρικές μονάδες που είχαν στρατοπεδεύσει πριν την έναρξη των επιχειρήσεων.
Βουλγαρική υποχώρηση
Η 2η βουλγαρική στρατιά υπό τον Ιβανόφ ήταν παρατεταγμένη στη γραμμή Δοϊράνη-Κορώνεια-Βόλβη. Σύμφωνα με τη επίσημη βουλγαρική έκθεση επιχειρήσεων του 1932 η δύναμή της αριθμούσε 108.000 στρατιώτες σύμφωνα με μεταγενέστερη έκδοση (1941) 80.000 και 175 πυροβόλα[1]. Οi Βούλγαροι είχαν οχυρωθεί σε στρατηγικές τοποθεσίες. Ιδιαίτερα, στο Κιλκίς είχαν κατασκεύασει ισχυρές οχυρώσεις.
Στις 3 Ιουλίου η 2η, 4η και 5η ελληνική μεραρχία ξεκίνησε την επίθεση, υποστηριζόμενη από πυροβολικό. Παρόλο που υπήρξαν σημαντικές απώλειες κατάφεραν να προωθηθούν. Εν τω μεταξύ, η 7η μεραρχία κατέλαβε τη Νιγρίτα και η 1η και 6η τον Λαχανά. Το δυτικό άκρο του μετώπου, στους Ευζώνους καταλήφθηκε ύστερα από έφοδο, απειλώντας έτσι όποια ενέργεια για βουλγαρική υποχώρηση. Από φόβο κυκλωτικής ενέργειας το βουλγαρικό επιτελείο διέταξε σύμπτυξη η οποία μετατράπηκε εν μέρει και σε άτακτη υποχώρηση. Οι βουλγαρικές ενισχύσεις καθυστέρησαν να μεταβούν στο μέτωπο. Στις 5 Ιουλίου, οι ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν την Δοϊράνη, όμως δεν κατάφεραν να κυκλώσουν τον βουλγαρικό στρατό. Στη συνέχεια με συνδυασμένες Σερβο-Ελληνικές ενέργειες, από τις 11 Ιουλίου, οι Βούλγαροι απωθήθηκαν προς βορά, κατά μήκος του ποταμού Στρυμώνα.
Κατά την διάρκεια τον επιχειρήσεων απελευθερώθηκαν από τον ελληνικό στρατό, το Σιδηρόκαστρο, οι Σέρρες, μάλιστα ελληνικές δυνάμεις προωθήθηκαν βαθιά στο βουλγαρικό έδαφος, ακόμα και σε εδάφη της "Παλαιάς Βουλγαρίας" (1878-1912), απειλώντας την ίδια την πόλη της Σόφιας από τα νότια.
Οριστική βουλγαρική ήττα και λήξη των συγκρούσεων
Όταν ο Σερβικός στρατός σταμάτησε τις επιχειρήσεις, ο διάδοχος Κωνσταντίνος πιστεύοντας ότι οι Βούλγαροι είχαν ήδη ηττηθεί συνέχισε την προέλαση του Ελληνικού Στρατού βόρεια παρά τις έντονες αντιρρήσεις του Βενιζέλου με σκοπό να συντρίψει και να ταπεινώσει τους Βουλγάρους. Στις 24 Ιουλίου, οι ελληνικές δυνάμεις προωθήθηκαν στα στενά της Κρέσνας. Ταυτόχρονα, οι Βούλγαροι μετέφεραν δυνάμεις από το Σερβικό μέτωπο ενώ οι ελληνικές δυνάμεις προήλασαν κατά μήκος του ποταμού Στρυμώνα διαδοχικά από Κρέσνα σε Σιμιτλή και τελικά έφτασαν στην Τζουμαγιά (Μπλαγκόεβγκραντ). Ο Ελληνικός Στρατός τελικά, λόγω εφοδιαστικών προβλημάτων αλλά και λόγω εξάντλησης από την επίμονη επέλαση, αναγκάστηκε να ανακόψει την πορεία του. Σε αυτό το σημείο και οι δύο πλευρές θεώρησαν ότι περαιτέρω παράταση των συγκρούσεων δεν οδηγούσε πουθενά και συμφώνησαν σε ανακωχή.
Εν τω μεταξύ, η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, επωφελούμενες από τη δύσκολη θέση της Βουλγαρίας, της κήρυξαν τον πόλεμο και προέλασαν χωρίς να συναντήσουν αντίσταση στο βουλγαρικό έδαφος.
Χρονολόγιο πολεμικών επιχειρήσεων
Το χρονολόγιο των πολεμικών επιχειρήσεων του Β' Βαλκανικού Πολέμου κατά το παλαιό ημερολόγιο (1913) έχει ως ακολούθως:
  • 16 Ιουνίου Αιφνίδια έναρξη επιχειρήσεων εκ μέρους Βουλγάρων. Βουλγαρική κατάληψη Ιστίπ
  • 17 Ιουνίου Εκκαθάριση Θεσσαλονίκης.
  • 18 Ιουνίου Βουλγαρική κατάληψη Κρίβολακ.
  • 19 Ιουνίου Μάχη Καλίνοβου (ελληνοβουλγαρική).
  • 20 Ιουνίου Ελληνική κατάληψη Γευγελής και Νιγρίτας.
  • 21 Ιουνίου Μάχη Κιλκίς Λαχανά. Ελληνική κατάληψη Κιλκίς, Λαχανά και ολοκληρωτική του Καλίνοβου. Ο Βασιλεύς Φερδινάνδος ζητεί τη βοήθεια της Αυστρίας. Παραιτείται ο στρατηγός Μ. Σαβόφ και τη θέση του αναλαμβάνει ο στρατηγός Ράντκο Δημητρίεφ.
  • 22 Ιουνίου Σερβική κατάληψη Κοτσάνων
  • 23 Ιουνίου Ελληνική κατάληψη Δοϊράνης
  • 24 Ιουνίου Σερβική ανακατάληψη Κρίβολακ
  • 25 Ιουνίου Ελληνική κατάληψη Κωστουρίνο. Σερβική ανακατάληψη Ιστίπ
  • 26 Ιουνίου Μάχη Βέτρινα (ελληνοβουλγαρική). Ελληνική κατάληψη Στρώμνιτσας. Σερβική κατάληψη Ραδοβίστας.
  • 27 Ιουνίου Ελληνική κατάληψη Δεμίρ, Χισάρ και Καβάλας. Έναρξη μάχης Πιρότ (σερβοβουλγαρική). Η Ρουμανία εισέρχεται στο πόλεμο.
  • 28 Ιουνίου Ελληνική κατάληψη Σερρών. Συνέχιση ελληνικής προέλασης
  • 29 Ιουνίου Τουρκική προέλαση υπό τον Ισμέτ πασά.
  • 1 Ιουλίου Ελληνική κατάληψη Δράμας.
  • 6 Ιουλίου Ελληνική κατάληψη Νευροκοπίου. Συνέχιση προέλασης.
  • 7 Ιουλίου Ελληνική κατάληψη Πέτσοβου.
  • 9 Ιουλίου Ελληνική κατάληψη Μαχομίας. Ρουμανική προέλαση. Τουρκική κατάληψη Αδριανούπολης και περιοχής Κιρκιλισέ.
  • 10 Ιουλίου Ελληνικός αποκλεισμός Στενών Κρέσνας. Η 7η βουλγαρική μεραρχία παραδίδεται αμαχητί στη 1η ρουμανική μεραρχία ιππικού.
  • 12 Ιουλίου Έναρξη Μάχης Σιμιτλί (ελληνοβουλγαρική). Ελληνική κατάληψη Πρέβελ Χαν και Δεδέαγατς. Σερβική κατάληψη Βιδινίου.
  • 13 Ιουλίου Ελληνική κατάληψη Ξάνθης
  • 14 Ιουλίου Ελληνική κατάληψη Σιμιτλί, πέρας μάχης.
  • 15 Ιουλίου Ελληνική υποχώρηση από Πέτσοβο.
  • 16 Ιουλίου Ελληνική κατάληψη Γκιουμουλτζίνας. Έναρξη σερβοβουλγαρικών μαχών στο Τσάρεβο σέλο.
  • 17 Ιουλίου Ελληνοβουλγαρική μάχη Πρέδελ Χαν, ελληνική ανακατάληψη Πετσόβου και Παντζάρεβου.
  • 18 Ιουλίου Γενική ανακωχή
  • 28 Ιουλίου Συνθήκη Ειρήνης Βουκουρεστίου (με το νέο ημερ. 10 Αυγούστου)
Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου
http://bits.wikimedia.org/skins-1.5/common/images/magnify-clip.png
Τα όρια των βαλκανικών κρατών όπως διαμορφώθηκαν επίσημα με την συνθήκη του Βουκουρεστίου (η πράσινη γραμμή δείχνει τα μέχρι του 1912 οθωμανικά σύνορα).
Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με τη συνθήκη Βουκουρεστίου (1913) δημιουργώντας μια νέα κατάσταση στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα προσάρτησε την νότια Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα μέχρι τις εκβολές του Νέστου ποταμού, τη Νότια Ήπειρο και την Κρήτη. Η συμφιλίωση της Ελληνικής με την Γερμανική βασιλική οικογένεια μέσω του γάμου του Κωνσταντίνου με την αδελφή του Κάιζερ εξαργυρώθηκε με την προσάρτηση της Καβάλας, όταν στην συνθήκη του Βουκουρεστίου, παρενέβη ο ίδιος ο Κάιζερ υπέρ της Ελλάδος. Λίγα χρόνια αργότερα, στην αρχή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και πριν η Ελλάδα εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, η Βουλγαρία θα καταλάβει προκλητικά την πόλη της Καβάλας.
Η Σερβία προσάρτησε τη βόρεια Μακεδονία με το Μοναστήρι, τα Σκόπια και τη Στρώμνιτσα. Η Βουλγαρία απέκτησε έξοδο στο Αιγαίο μεταξύ Αλεξανδρούπολης και Πόρτο Λάγος, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία με την επίθεση που έκανε στον B' Βαλκανικό Πόλεμο μπόρεσε και κράτησε την ανατολική Θράκη μέχρι και την Αδριανούπολη.
Η Ρουμανία επίσης τακτοποίησε προς όφελος της τις συνοριακές της διαφορές με την Βουλγαρία στην περιοχή της Δοβρουτσάς.
Η Αλβανία έγινε ανεξάρτητο κράτος, στο οποίο περιλήφθηκε και η Βόρεια Ήπειρος, ύστερα από εντονότατες ιταλικές πιέσεις και απειλές εναντίον της Ελλάδος, ενώ τα νησιά του Αιγαίου αποδόθηκαν στην Ελλάδα ένα χρόνο αργότερα με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (13 Φεβρουαρίου 1914). Τα Δωδεκάνησα παρέμειναν προσωρινά υπό ιταλική κατοχή.
Οι συνέπειες των Βαλκανικών Πολέμων
Ο Α' Βαλκανικός πόλεμος είναι για την Ελλάδα αντιστρόφως ανάλογος, με τις απώλειες. Δηλαδή με μικρές απώλειες η Ελλάδα διπλασιάσθηκε. Αντίστοιχα και η Σερβία εκπλήρωσε όλους τους αντικειμενικούς στόχους της, ενώ η Βουλγαρία ενώ είχε πολύ μεγάλες απώλειες ειδικά στο μέτωπο της Αδριανούπολης μετά τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο τον οποίο η ίδια προκάλεσε, δεν είχε μεγάλα εδαφικά κέρδη.
Το ελληνικό κράτος διπλασιάστηκε και σε έκταση και σε πληθυσμό με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι καλύτερες προϋποθέσεις για κοινωνική, πολιτική και οικονομική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα άλλαξε ριζικά και η δομή του πληθυσμού, τόσο για το νέο Ελληνικό κράτος όσο και στο κομμάτι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που αποσπάστηκε από αυτήν. Δηλαδή, στην θέση ενός ενιαίου οικονομικού χώρου ξαφνικά μπήκαν σύνορα, τα οποία επηρέασαν π.χ. τους νομάδες κτηνοτρόφους οι οποίοι ήταν συνηθισμένοι να μετακινούνται στον ενιαίο χώρο των Βαλκανίων. Ανάλογα επηρεάσθηκαν οι Έλληνες έμποροι, που ήταν η αστική τάξη της εποχής. Μια λύση ήταν η στροφή στη διοίκηση. Δηλαδή οι Έλληνες αστοί από έμποροι άρχισαν να μετατρέπονται σε δημοσίους υπαλλήλους και να τοποθετούνται στον διοικητικό μηχανισμό του νέου Ελληνικού κράτους στην θέση των αποχωρούντων Μουσουλμάνων.
Ταυτόχρονα μεγάλος αριθμός πληθυσμού μετακινήθηκε από όλες και προς όλες τις πλευρές. Υπολογίζονται σε περισσότερες από 400.000 οι Τούρκοι που έφυγαν από την Οθωμανική, Ευρωπαϊκή αυτοκρατορία και πήγαν προς την Τουρκία. Γενικά κυρίως μετά τον Β' Βαλκανικό πόλεμο οι κάτοικοι των εδαφών της τέως Ευρωπαϊκής Τουρκίας αισθάνονται απειλούμενοι από τον αλυτρωτισμό των υπολοίπων εθνοτήτων και σε πολλές περιπτώσεις (κυρίως οι φτωχότεροι) ακολουθούν τα στρατεύματα του έθνους τους. Υπάρχουν φιλμ της εποχής που δείχνουν καραβάνια Σέρβων, Βουλγάρων, Τούρκων ή Ελλήνων προσφύγων να ακολουθούν τα αντίστοιχα στρατεύματα μέχρι να ορισθούν τα τελικά σύνορα.
Η Ελλάδα δέχθηκε και άλλα κύματα προσφύγων λόγω των διωγμών που υπέστησαν οι Έλληνες στη Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία. Το Οθωμανικό κράτος ψάχνοντας υπεύθυνους για την ήττα ξέσπασε σε διωγμούς εναντίων των Ελλήνων. Υπολογίζονται σε περισσότερους από 100.000 οι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και αντίστοιχος αριθμός από τη Μικρά Ασία οι πρόσφυγες που εξαναγκάστηκαν να φύγουν μετά τις βιαιότητες.
Από κοινωνική άποψη με την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης αλλά και της Μακεδονίας γενικότερα το Ελληνικό κράτος, από μονοεθνικό και αγροτικό, γίνεται ξαφνικά πολυεθνικό αλλά και λόγω της ενσωμάτωσης των νέων εδαφών αλλάζει κοινωνική δομή αποκτώντας περισσότερους αστούς και εργάτες. Ενσωματώνονται (μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923) μεγάλες μάζες μουσουλμάνων, Εβραίων και σε πολύ μικρότερο βαθμό Σλάβων.
Η Μακεδονία πλησίαζε πιο πολύ στη Ευρώπη από τις υπόλοιπες περιοχές του Ελληνικού κράτους. Υπήρχαν αστικά κέντρα αμιγώς ελληνικά κέντρα αλλά και βλάχικα, όπως η Κλεισούρα όπου σε αντίθεση με την επαρχία του Ελληνικού κράτους ήταν εξοικειωμένοι με τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, και βέβαια αυτό αντανακλάται και στα ρούχα που φορούσαν. Στις αρχές του 20ου αιώνα οι νέες Ελληνίδες ακόμη και στα χωριά της Μακεδονίας δεν φορούν πλέον τα παραδοσιακά ρούχα και μάλιστα οι εύπορες αστές ντύνονται με την τελευταία λέξη της γαλλικής μόδας.
Δηλαδή το Ελληνικό κράτος αστικοποιείται και ταυτόχρονα «κληρονομεί» μεγάλες ομάδες εργατών λόγω των πόλεων της Μακεδονίας. Η Θεσσαλονίκη ήταν εκείνη την εποχή η πιο ευρωπαϊκή πόλη του Ελληνικού κράτους με μεγάλο εργατικό δυναμικό σημαντικό και αριθμητικά αλλά και από άποψη οργάνωσης (federatión). Η Federatión, η οποία είχε σαν βάση της, το εβραϊκό εργατικό στοιχείο, αλλά και ομοϊδεάτες Έλληνες, Τούρκους ή Σλάβους σε μικρότερα ποσοστά, είναι πλέον η πιο σημαντική εργατική οργάνωση που υπάρχει στο ελληνικό κράτος και θα δώσει τον μεγαλύτερο όγκο στο σοσιαλιστικό εργατικό κόμμα που υπήρξε πρόγονος του ΚΚΕ.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ανησυχία της Ελλάδας για τις εκλογές στην Αλβανία

Το χρονικό του «Σκοπιανού»

Ριζική οικονομική μεταρρύθμιση ή υποταγή στους διεθνείς τραπεζίτες;