Η ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΠΕΔΙΑΣ
Η ΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΠΕΔΙΑΣ
Ἡ Θεσσαλία ὁμοιάζει μὲ μεγάλην λεκάνην· διότι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τὴν περιβάλλουν βουνά. Δι’ αὐτὸ τὰ νερά, τὰ ὁποῖα τώρα μαζεύονται ὅλα εἰς τὴν κοίτην τοῦ Πηνειοῦ, ἄλλοτε παρέμεναν ἐντὸς τοῦ λεκανοπεδίου καὶ ἐσχημάτιζαν λίμνην.
Ἀλλ’ ὅταν τὰ νερὰ ὑψώθησαν ἀρκετὰ καὶ ἔφθασαν ἕως τὸ χαμηλότερον σημεῖον, ποὺ ἦτο μεταξὺ Ὀλύμπου καὶ Κισσάβου, ἤρχισαν νὰ χύνωνται ἀπὸ ἐκεῖ πρὸς τὴν θάλασσαν· μὲ τὴν δύναμιν δὲ ποὺ ἔχουν τὰ νερὰ ὅταν τρέχουν, ἀπέφαγαν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τοὺς βράχους καὶ ἐσχημάτισαν τὴν ὡραίαν κοιλάδα τῶν Τεμπῶν. Ἔτσι ἡ Θεσσαλικὴ λεκάνη ἄδειασεν ἀπὸ τὰ νερά.
Ἡ πεδιὰς λοιπὸν τῆς Θεσσαλίας ἦτο κάποτε λίμνη καὶ φυσικὰ τὰ νερὰ ἔχουν ἀποθέσει εἰς αὐτὴν πολὺ χῶμα. Τὸ χῶμα αὐτὸ εἰς τὸ δυτικὸν λεκανοπέδιον (πεδιὰς Τρικκάλων καὶ Καρδίτσης) εἶναι μαῦρο, ὅπως καὶ εἰς τὴν Κωπαΐδα· διότι τὰ νερὰ μετέφερον ἄφθονον φυτόχωμα ἀπὸ τὰ γύρω δασωμένα βουνά.
Εἰς τὸ ἀνατολικὸν ὅμως λεκανοπέδιον (πεδιὰς Λαρίσης) τὸ ἔδαφος εἶναι ἀπὸ κοκκινόχωμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τόσον εὔφορον.
Δι’ αὐτὸ μία γεωργικὴ οἰκογένεια, διὰ νὰ ζήσῃ ἐκεῖ, χρειάζεται πολὺ περισσότερα στρέμματα ἀπὸ ὅ,τι χρειάζεται μία οἰκογένεια εἰς τὴν πεδιάδα τῶν Τρικκάλων.
Καὶ τώρα ἀκόμη, ἐπειδὴ αἱ ὄχθαι τοῦ Πηνειοῦ δὲν εἶναι ὑψηλαί, ὁ ποταμὸς πολλὰς φορὰς πλημμυρίζει καὶ μεταβάλλει τὴν πεδιάδα εἰς ἀπέραντον λίμνην˙ καὶ λιπαίνει μὲν τὴν γῆν μὲ τὴν ἰλύν, ποὺ ἀφήνει, ἀλλὰ συχνὰ καταστρέφει τὰ σπαρτά.
Καθὼς εἴδομεν, τὰ βουνὰ τῆς παραλίας ἀποκλείουν τὴν Θεσσαλικὴν πεδιάδα ἀπὸ τὴν θάλασσαν. Δι’ αὐτὸ ἡ πεδιὰς ἔχει κλῖμα ἠπειρωτικόν, δηλ. ἔχει χειμῶνα πολὺ ψυχρὸν καὶ θέρος πολὺ θερμόν. Τὸ θερμόμετρον κατὰ τὸ θέρος δεικνύει μερικὰς φορὰς καὶ ἄνω τῶν 40 βαθμῶν.
Τοιοῦτο κλῖμα εἶναι κατάλληλον διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν δημητριακῶν. Πράγματι ὁ σῖτος, ἡ κριθή, ὁ ἀραβόσιτος εὐδοκιμοῦν πολὺ εἰς τὴν Θεσσαλικὴν πεδιάδα, καθὼς καὶ τὰ γεώμηλα καὶ ὁ καπνός. Εἰς τὴν πεδιάδα τῶν Τρικκάλων, ἡ ὁποία ἔχει περισσότερα νερά, ἐπικρατεῖ ἡ καλλιέργεια τοῦ ἀραβοσίτου, τῶν ὀσπρίων καὶ τῶν λαχανικῶν. Εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Λαρίσης ἐπικρατεῖ ὁ σῖτος.
Πολλὴν καταστροφὴν εἰς τὰ σπαρτὰ φέρει συχνὰ ἕνας ἄνεμος τοπικὸς, ὁ λίβας˙ δηλαδὴ ἄνεμος δυνατὸς φυσᾷ ἀπὸ τὰ γύρω βουνά· ὅσον κατέρχεται, τόσον περισσότερον θερμαίνεται καὶ γίνεται καυστικὸς καὶ ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ φυτά. Δι’ αὐτὸ ὅσον πρωιμώτερα ὡριμάζει ὁ σῖτος, τόσον ὀλιγώτερον κινδυνεύει ἀπὸ τὸν ἄνεμον αὐτόν.
Ἄλλοτε ὁ θερισμὸς ἐγίνετο μόνον μὲ τὸ δρέπανον καὶ ἐχρειάζοντο πολλαὶ χιλιάδες ἐργατῶν, διὰ νὰ θερίσουν τὸν ἁπέραντον κάμπον.
Ὅταν ἡ ἐσοδεία ἦτο καλή, δὲν ἐπρόφθαιναν νὰ συνάξουν τὸν καρπὸν καὶ τὰ δεμάτια πολλάκις ἐσάπιζαν εἰς τὰ ἀλώνια.
Σήμερον ὑπάρχουν θεριστικαὶ μηχαναὶ καὶ μὲ αὐτὰς ὁ θερισμὸς γίνεται καὶ γρηγορώτερα καὶ εὐθηνότερα. Ὑπάρχουν καὶ ἁλωνιστικαὶ μηχαναί, μὲ τὰς ὁποίας τὸ σιτάρι χωρίζεται ἀπὸ τὸ ἄχυρον καὶ ἀπὸ τὰ σκύβαλα. Τέλος μὲ ἄλλας μηχανὰς ὀργώνουν καὶ σπείρουν καλύτερα.
Τώρα καὶ τὰ χωράφια οἱ γεωργοὶ δὲν τὰ ἀφήνουν πλέον χέρσα, ἀλλὰ τὰ δυναμώνουν μὲ λιπάσματα. Ἔτσι καὶ αὐξάνουν τὴν παραγωγὴν των καὶ τὴν καλυτερεύουν.
Εἰς τὴν πεδιάδα τοῦ Ἁλμυροῦ εὐδοκιμεῖ πολὺ ὁ καπνός, εἰς δὲ τὰς περιοχὰς τοῦ Τυρνάβου καὶ τῆς Καλαμπάκας ἡ μορέα. Ὥστε τὸ κλῖμα καὶ τὸ ἔδαφος τῆς Θεσσαλίας εἶναι κατάλληλα διὰ τὴν καλλιέργειαν. Δι’ αὐτὸ ἡ γεωργία εἶναι ἡ κυρία ἀσχολία τῶν κατοίκων τῆς πεδιάδος.
Ἄλλοτε ὅλη ἡ πεδιὰς ἦτο κτῆμα ὀλίγων πλουσίων. Οἱ χωρικοὶ ἐκαλλιέργουν τὰ κτήματα ὡς κολλῆγοι. Κατὰ τὰ τελευταῖα ὅμως ἔτη τὸ Κράτος μας ἀπεζημίωσε τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ ἐμοίρασε τοὺς ἀγροὺς εἰς τοὺς χωρικούς.
Ἡ Θεσσαλία εἶναι ἀπὸ τὰς εὐφορωτέρας πεδιάδας μας, ἀλλ’ ἔχει πολλὰ ἕλη. Τώρα τὸ Κράτος ἀγωνίζεται ν’ ἀποξηράνῃ τὰ ἕλη καὶ νὰ προφυλάξῃ τὰ χαμηλὰ μέρη ἀπὸ τὰς πλημμύρας τοῦ Πηνειοῦ.
Ὅταν τελειώσουν αἱ ἐργασίαι αὐταί, καὶ ἡ παραγωγὴ τῶν σιτηρῶν θ’ αὐξήσῃ καὶ ὁ τόπος θ’ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὴν ἑλονοσίαν.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου