Η ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ


Η ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Α´. ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ
Ὅπως    χάρτης  μᾶς  δεικνύει,    δυτικὴ  Μακεδονία  εἶναι  χώρα ὀρεινή.  Τὰ  ὄρη  της  σχηματίζουν  δύο  σειράς,  αἱ  ὁποῖαι  ἔχουν  τὴν ἰδίαν διεύθυνσιν μὲ τὴν Πίνδον. Εἰς τὴν πρώτην σειρὰν εἶναι τὰ ὄρη Βαρνοῦς (Περιστέρι), Σινιάτσικον καὶ Μπούρινος, εἰς τὴν δευτέραν δὲ σειρὰν τὰ ὄρη Βόρας καὶ Βέρμιον. Εἶναι ὄρη ὑψηλά˙ τὰ περισσότερα ὑπερβαίνουν τὰ 2000 μ.
Μεταξὺ τῶν ὀροσειρῶν αὐτῶν καὶ τῆς Πίνδου ὑπάρχουν ὑψηλὰ λεκανοπέδια.  Καὶ  αὐτὰ  εὑρίσκονται  εἰς  δύο  σειράς,  αἱ  ὁποῖαι ἔχουν τὴν ἰδίαν διεύθυνσιν μὲ τὰ ὄρη.
Εἰς τὴν πρώτην σειράν, ὁποία εὑρίσκεται μεταξὺ Πίνδου καὶ Βαρνοῦντος, εἶναι τὰ ἑξῆς λεκανοπέδια: 1) λεκάνη τῆς Βρυγηΐδος τῆς Πρέσπας, ὁποία εὑρίσκεται εἰς ὕψος 850 μέτρων καὶ ὅλη σχεδὸν ἀποτελεῖ λίμνην· 2) τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ὀρεστιάδος, ὅπου εἶναι λίμνη τῆς Καστορίας (ὕψος 620 μ.) καὶ 3) λεκάνη τοῦ ἄνω Ἁλιάκμονος.
Εἰς τὴν δευτέραν σειράν, ὁποία εὑρίσκεται μεταξὺ Βαρνοῦντος καὶ  Βερμίου,  ὑπάρχουν  εὐρυχωρότερα  λεκανοπέδια,  τὰ  ἑξῆς:  1)  τὸ λεκανοπέδιον τῆς Πελαγονίας τοῦ Μοναστηρίου (ὕψος 600 μ.), τοῦ ὁποίου μικρὸν μόνον μέρος, πλησίον τῆς Φλωρίνης, ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ δὲ μεγαλύτερον μέρος εὑρίσκεται εἰς τὴν Νοτιοσλαβίαν˙ 2) τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἐορδαίας τῆς Πτολεμαΐδος, ὅπου εἶναι
Βεγορῖτις λίμνη τοῦ Ὀστρόβου καὶ λίμνη τοῦ Ἀμυνταίου˙ καὶ 3) τὸ λεκανοπέδιον τῆς Κοζάνης.
Τὰ  λεκανοπέδια  τῆς  δυτικῆς  Μακεδονίας  ὁμοιάζουν  μὲ  τὰ Ἀρκαδικά. Ὅπως εἰς τὴν Ἀρκαδίαν, ἔτσι καὶ ἐδῶ τὰ χαμηλὰ μέρη των  σκεπάζονται  ἀπὸ  νερὰ  καὶ  σχηματίζουν  ὡραιοτάτας  λίμνας, αἱ  ὁποῖαι  ἔχουν  καθαρώτατα  νερὰ  καὶ  πολλὰ  ψάρια.  Ὅπως  ἐκεῖ  Φενεός, ἔτσι καὶ ἑδῶ Πρέσπα καὶ Βεγορῖτις χύνονται εἰς καταβόθρας. Ὅταν τὰ ὑπόγεια αὐτὰ ἀνοίγματα κλείουν, τὸτε ἐπιφάνεια τῶν λιμνῶν ὑψώνεται· ὅταν πάλιν μὲ τὸν καιρὸν ἀνοίγουν, τότε τὰ νερὰ κατέρχονται.
Ἀλλ  ὅπως  εἰς  τὴν  λεκάνην  τῆς  Μεγαλοπόλεως  τὰ  ὕδατα  τοῦ Ἀλφειοῦ  κατώρθωσαν  ν  ἀνοίξουν  δίοδον  ἀνάμεσα  εἰς  τὰ  ὄρη  τῆς Ἀνδριτσαίνης καὶ νὰ χυθοῦν εἰς τὸ Ἰόνιον, ἔτσι συνέβη καὶ εἰς τὴν λεκάνην τοῦ Ἀλιάκμονος. Καὶ ἑδῶ τὰ ὕδατα ἤνοιξαν δίοδον μεταξὺ Βερμίου καὶ Πιερίων καὶ ἐχύθησαν εἰς τὸν Θερμαϊκὸν κόλπον.
Τὰ λεκανοπέδια τῆς δυτικῆς Μακεδονίας εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον κλειστά ἀλλεἰς πολλὰ μέρη ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν βουνῶν στεναὶ διαβάσεις.  Αὐταὶ  διευκολύνουν  τὴν  συγκοινωνίαν  μεταξὺ  τῶν λεκανοπεδίων. Τὴν διεύθυνσιν δὲ, τὴν ὁποίαν ἔχουν αἱ σειραὶ τῶν λεκανοπεδίων,  ἀκολουθοῦν  καὶ  αἱ  γραμμαὶ  τῆς  συγκοινωνίας, δηλαδὴ  διευθύνονται  ἀπὸ  τὰ  ΝΑ  πρὸς  τὰ  ΒΔ  (ὁδὸς  Λαρίσης-Κοζάνης-Ἀμυνταίου, ὁδὸς Γρεβενῶν-Καστορίας-Φλωρίνης).
Ἀπὸ τὴν δίοδον, ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ Βόρα καὶ Βερμίου, διέρχεται σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Θεσσαλονίκης-Φλωρίνης. Μία ἄλλη γραμμὴ  πρόκειται  νὰ  συνδέσῃ  τὴν  Καλαμπάκαν  μὲ  τὴν  Κοζάνην καὶ μὲ τὸ Ἀμύνταιον, καθὼς καὶ μὲ τὴν Βέροιαν.
Β´. ΚΛΙΜΑ ΚΑΙ ΒΛΑΣΤΗΣΙΣ. ΑΣΧΟΛΙΑΙ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ
Ἐπειδὴ    Μακεδονία  εὑρίσκεται  βορειότερον  ἀπὸ  τὰς  ἄλλας ἑλληνικὰς χώρας καὶ ἐπειδὴ τὰ λεκανοπέδιά της πρὸς Δυσμὰς τῶν Πιερίων καὶ τοῦ Βερμίου εἶναι ὑψηλὰ καὶ ἀπομακρυσμένα ἀπὸ τὴν θάλασσαν,  τὸ  κλῖμα  τῆς  δυτικῆς  Μακεδονίας  κατὰ  τὸν  χειμῶνα εἶναι ψυχρόν. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ὀρθπέδιά της εἶναι ἀνοικτὰ πρὸς Βορρᾶν, οἱ βόρειοι ἄνεμοι, οἱ ὁποῖοι τότε ἐπικρατοῦν, εἰσορμοῦν καὶ φέρουν ἀφθόνους χιόνας.
Ἕνεκα τούτου ἡ θερμοκρασία εἰς τὰ ὀροπέδια τῆς Κοζάνης καὶ τῆς Φλωρίνης κατέρχεται 15 καὶ 18 βαθμοὺς ὑπὸ τὸ μηδέν. Τότε αἱ λίμναι παγώνουν, τὸ δὲ χιόνι γίνεται αἰτία νὰ διακόπτωνται συχνὰ αἱ συγκοινωνίαι. Ὥστε ἡ δυτικὴ Μακεδονία ἔχει κλῖμα ἠπειρωτικόν.
Τὸ θέρος ὅμως, ἕνεκα τοῦ ὕψους τῶν ὀρέων καὶ τῶν ὀροπεδίων, δὲν εἶναι  πολὺ  θερμὸν  καὶ  δὲν  μένει  χωρὶς  βροχάς.  Δι’  αὐτὸ    δυτικὴ Μακεδονία ἔχει περισσότερα ὕδατα ἀπὸ τὴν ἀνατολικὴν Ἑλλάδα.
Τὰ  ὄρη  τῆς  δυτικῆς  Μακεδονίας  στολίζονται  μὲ  πυκνὰ  δάση.
Δασώδεις  εἶναι  προπάντων  αἱ  περιοχαὶ  Γρεβενῶν,  Καστορίας  καὶ Σερβίων  καθὼς  καὶ  τὸ  Βέρμιον.  Τὰ  δάση  των  ἀποτελοῦνται  κυρίως  ἀπὸ  δρῦς,  καστανέας,  ὀξύας,  ἔλατα  καὶ  ὑψηλὰ  πεῦκα.  Δι’  αὐτὸ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν ὀρεινῶν μερῶν καταγίνονται μὲ τὴν ὑλοτομίαν καὶ τὴν παρασκευὴν ξυλανθράκων.
Μέσα  εἰς  τὰ  δάση  τῆς  δυτικῆς  Μακεδονίας  ζοῦν  πολλὰ  ἄγρια ζῷα:  ἀλώπεκες,  λύκοι,  ἄρκτοι,  κουνάβια,  ἀγριόχοιροι,  καθὼς  καὶ λαγοί, ἔλαφοι κ.τ.λ.
Τὰ ὄρη τῆς δυτικῆς Μακεδονίας παρέχουν καὶ τροφὴν διὰ μικρὰ ζῷα. Δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνεπτυγμένη ἡ κτηνοτροφία προβάτων καὶ αἰγῶν καὶ ἡ γαλακτοκομία. Περίφημα εἶναι τὰ μανούρια τῆς Βλάστης, τὸ βούτυρον καὶ τὰ κασέρια τοῦ Καταφυγίου, τῆς Σιατίστης καὶ τῶν χωρίων τῶν Γρεβενῶν.
Εἰς  τὰ  ὀροπέδια  καὶ  εἰς  τὰς  κοιλάδας  οἱ  κάτοικοι  ἀσχολοῦνται μὲ τὴν γεωργίαν καὶ μὲ τὴν ἀμπελουργίαν. Σῖτος, ἀραβόσιτος, βρίζα  καὶ  φασόλια  παράγονται  κυρίως  εἰς  τὰς  ὑψηλὰς  πεδιάδας  τῆς Πτολεμαΐδος  (Καϊλαρίων)  καὶ  τῆς  Φλωρίνης,  καπνὸς  δὲ  εἰς  τὴν κοιλάδα  τοῦ  Ἁλιάκμονος.  Περίφημον  εἶναι  τὸ  ἡλιαστὸ  κρασὶ  τῆς Σιατίστης.
Ἀπὸ τὰ ὀπωροφόρα εὐδοκιμοῦν αἱ μηλέαι, αἱ ἀπιδέαι, αἱ καρυδέαι καὶ αἱ καστανέαι. Εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Ἀλιάκμονος εὐδοκιμεῖ καὶ ἡ μορέα καὶ εἶναι ἀνεπτυγμένη ἡ βομβυκοτροφία.
Γ´. ΠΟΛΕΙΣ
Ἐπειδὴ    δυτικὴ  Μακεδονία  εἶναι  χώρα  ὀρεινή,  δι’  αὐτὸ  εἶναι ἀραιὰ  κατοικημένη  καὶ  αἱ  πόλεις,  ποὺ  ἀνεπτύχθησαν  εἰς  αὐτὴν, εἶναι μικραί. Καὶ εἰς μὲν τὴν ἀνατολικὴν σειρὰν τῶν λεκανοπεδίων εἶναι    Κοζάνη  (13000  κάτοικοι),    Πτολεμαῒς  (7000  κάτ.),  τὸ Ἀμύνταιον (Σόροβιτς) καὶ ἡ Φλώρινα (11000), εἰς δὲ τὴν δυτικὴν σειρὰν  τῶν  λεκανοπεδίων  τὰ  Γρεβενά,   Σιάτιστα  (5000)  καὶ  ἡ Καστορία (10000). Τέλος εἰς τὸ κάτω μέρος τοῦ Ἁλιάκμονος εἶναι αἱ κωμοπόλεις Σέρβια καὶ Βελβενδός.
Ἡ Κοζάνη εὑρίσκεται εἰς τὴν διασταύρωσιν δύο σπουδαίων ὁδῶν: τῆς  ὁδοῦ  Λαρίσης-Ἀμυνταίου  καὶ  τῆς  ὁδοῦ  Καστορίας-Βεροίας, ἔχει  δὲ  κλῖμα  ὑγιεινὸν  (ὑψόμετρον  730)·  δι’  αὐτὸ  εἶναι  σπουδαῖον ἐμπορικὸν  κέντρον.  Ὁμοίως    Φλώρινα  εἶναι  κέντρον  πλουσίας γεωργικῆς περιφερείας, ἀνεπτύχθη δὲ ὡς ἐμπορικὴ πόλις, διότι ἔχει σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν μὲ τὴν Θεσσαλονίκην.
Ἡ Καστορία εἶναι κτισμένη ἐπάνω εἰς μίαν μικρὰν χερσόνησον, τὴν  ὁποίαν  βρέχουν  τὰ  νερὰ τῆς    λίμνης.    Εἶναι    πόλις παιλαιὰ μὲ βυζαντινοὺς ναοὺς καὶ παλαιὰ ἀρχοντικὰ σπίτια, προώδευσε  δὲ  μὲ  τὴν  βιομηχανίαν  τῶν  γουναρικῶν.  Τὰ ψάρια τῆς λίμνης εἶναι πολλὰ καὶ νόστιμα καὶ τὰ ψαρεύουν μὲ   πλατιὰ   μονόξυλα   (πέρκες,  αὐγοτάραχον).  Πλησίον τῆς    Καστορίας    εἶναι    τὸ χωρίον   Στάτιστα,   ὅπου   ὁ Παῦλος Μελᾶς ἔπεσε διὰ τὴν ἐλευθερίαν  τῆς  Μακεδονίας. Νοτιώτερον          Σιάτιστα εἶναι  κτισμένη  εἰς  ὕψος  950 μ.,   ἤκμασε   δὲ   ἄλλοτε   μὲ τὴν  ἀμπελουργίαν  καὶ  τὴν γουναρικὴν καὶ μὲ τὸ ἐμπόριον. Καὶ αὐτή, καθὼς καὶ ἡ Κοζάνη, ἔχει παλαιὰ ἀρχοντικὰ μὲ ὡραῖα ξυλόγλυπτα. Τέλος εἰς τὰ βόρεια λεκανοπέδια ἀνεπτύχθησαν ὡς κέντρα ἐμπορικὰ τὸ Μοναστήριον καὶ ἡ Κορυτσά. Ἀλλ’ αἱ πόλεις αὐταὶ ἀνήκουν εἰς τὰ γειτονικὰ κράτη.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Διατλαντικές Σχέσεις: Μια Σύνθετη και Κρίσιμη Δυναμική το 2025

Ανησυχία της Ελλάδας για τις εκλογές στην Αλβανία

Αιγαίο Πέλαγος