Η ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ
Η ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ
Ἀπὸ τὴν παραλίαν τοῦ Φαλήρου, ὅταν ὁ ὁρίζων εἶναι καθαρός, ἠμποροῦμεν νὰ διακρίνωμεν τὰ ἀπέναντι βουνά τῆς Πελοποννήσου.
ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΚΑΙ Ο ΙΣΘΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ
Τὸ ὄνομά της ἡ Πελοπόννησος ἔλαβεν ἀπὸ ἕνα πανάρχαιον βασιλέα της, τὸν Πέλοπα. Μὲ τὴν τομὴν δὲ τοῦ Ἰσθμοῦ ἔγινε πράγματι νῆσος, ἐνῷ πρωτύτερα ἦτο μόνον κατ’ ὄνομα.
Ἡ τομὴ τοῦ Ἰσθμοῦ ἔγινε πρὸ 45 ἐτῶν. Ἔσκαψαν δηλ. εἰς τὸν Ἰσθμὸν μίαν βαθεῖαν αὔλακα (διώρυγα) καὶ ἤνωσαν τὸν Σαρωνικὸν μὲ τὸν Κορινθιακὸν κόλπον. Ἔτσι τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα πρωτύτερα ἔπρεπε νὰ κάμνουν τὸν γῦρον τῆς Πελοποννὴσου, τώρα περνοῦν ἀμέσως ἀπὸ τὴν μίαν θάλασσαν εἰς τὴν ἄλλην.
Τὸ μῆκος της διώρυγος εἶναι 6300 μέτρα, τὸ πλάτος της 25 μ. καὶ τὸ βάθος της 8 μ. (κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης). Ἡ κίνησις εἰς τὴν διώρυγα εἶναι μεγάλη. Ὑπελογίσθη, ὅτι κάθε ἡμέραν περνοῦν ἀπὸ ἐκεῖ περίπου 20 ἀτμόπλοια καὶ 4 ἱστιοφόρα.
ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ
Ὅπως ὁ χάρτης μᾶς δεικνύει, τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς Πελοποννήσου εἶναι ὀρεινόν. Ἄν προσέξωμεν καλύτερον, θὰ διακρίνωμεν, ὅτι αἱ ὀροσειραί της εἰς μὲν τὸ κεντρικὸν καὶ δυτικὸν μέρος διευθύνονται ἀπὸ ΒΔ πρὸς ΝΑ, εἰς δὲ τὸ ἀνατολικὸν μέρος ἀπὸ Δυσμῶν πρὸς Ἀνατολάς.
Εἰς τὰ βόρεια τῆς Πελοποννήσου ὑψώνονται τρία μεγάλα ὄρη, ὁ Ἐρύμανθος, τὰ Ἀροάνια (Χελμός) καὶ ἡ Κυλλήνη. Αἱ κορυφαί των φθάνουν εἰς ὕψη 2200-2300 μέτρων. Ἀπὸ τὰ ὄρη αὐτὰ διακλαδίζονται πρὸς βορρᾶν μὲν τὸ Παναχαϊκὸν (Βοδιάς), πρὸς Νότον δὲ δύο ὀροσειραί: τὸ Ἀρτεμίσιον καὶ τὸ Μαίναλον. Αἱ ὀροσειραί αὑταί περικλείουν μεταξὺ των ἓν ὑψηλὸν ὀροπέδιον. Ὡς συνέχειά των εἶναι νοτιώτερον ὁ Πάρνων, ὁ ὁποῖος ἀπολήγει εἰς τὸ ἀκρωτήριον Μαλέαν.
Πρὸς δυσμὰς τῶν ὀρέων αὐτῶν ἐκτείνεται μία ἄλλη ὀροσειρὰ, ἡ ὁποία ἀρχίζει μὲ τὸ Λύκαιον καὶ τὰ Νόμια ὄρη καὶ τελειώνει μὲ τὸν Ταΰγετον. Τὸ ὄρος αὐτὸ ἔχει τὴν ὑψηλυτέραν κορυφὴν της Πελοποννήσου (2400 μ.) καὶ καταλήγει εἰς τὸ Ταίναρον.
Τέλος χαμηλὰ ὄρη (Ἰθώμη, Μαθίας) ὑψώνονται εἰς τὴν νοτιοδυτικὴν χερσόνησον, τὴν Μεσσηνιακήν. Αὐτὴ καταλήγει εἰς τὸ ἀκρωτήριον Ἀκρίτας.
Τὰ ὄρη τῆς βορειοανατολικῆς Πελοποννήσου (Ἀραχναῖον, Δίδυμον) εἶναι χαμηλὰ καὶ ἔχουν διεύθυνσιν ἀπὸ δυσμῶν πρὸς ἀνατολάς.
Μεταξὺ τῶν ὀροσειρῶν αὐτῶν ὑπάρχουν σειραὶ ἀπὸ ὑψηλὰ ὀροπέδια (τῆς Τριπὸλεως, τῆς Μεγαλοπόλεως).
Χαμηλαὶ πεδιναὶ ἐκτάσεις ὑπάρχουν εἰς τὰ βορειοδυτικά παράλια (Ἠλεία) καὶ εἰς τοὺς μυχοὺς τῶν κόλπων τῆς Πελοποννήσου.
Ἐκεῖ σχηματίζονται μικραί, ἀλλ’ εὔφοροι πεδιάδες: ἡ Ἀργολική, ἡ Λακωνικὴ καὶ ἡ Μεσσηνιακή. Τέλος στενὴ παραλιακὴ λωρὶς ἐκτείνεται κατὰ μῆκος τῆς παραλίας τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου.
ΥΔΑΤΑ
Ὁ μεγαλύτερος ποταμὸς τῆς Πελοποννήσου εἶναι ὁ Ἀλφειός.
Ἄλλοι σχετικῶς μεγάλοι ποταμοὶ τῆς Πελοποννήσου εἶναι ὁ Πηνειὸς καὶ ὁ Πάμισος. Οἱ ποταμοὶ αὐτοὶ ρἑουν εἰς τὸ δυτικὸν μέρος τῆς Πελοποννήσου. Ἀντιθέτως ὁ Ἴναχος ποταμός, ὁ ὁποῖος ρἑει εἰς τὸ ἀνατολικὸν μέρος, ἔχει τόσον ὀλίγα ὕδατα, ὥστε δὲν κατορθώνει νὰ φθάσῃ εἰς τὴν θάλασσαν.
Γενικῶς ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι τὸ ῦδωρ τῆς βροχῆς, τὸ ὁποῖον πίτττει καθ’ ὅλον τὸ ἔτος εἰς τὸ ἀνατολικὸν μέρος τῆς Πελοποννὴσου, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἀνατολικὴν Ἑλλάδα, μόλις φθάνει τὸ ἥμισυ τοῦ ὕδατος, τὸ ὁποῖον πίπτει εἰς τὴν δυτικὴν Ἑλλάδα. Ἄν δηλ. ἀφήσωμεν ἀνοικτὰ εἰς τὸ ὕπαιθρον δύο ἐντελῶς ἴσα καὶ ὅμοια δοχεῖα, ἓν εἰς τὸ Ναύπλιον καὶ ἄλλο εἰς τὴν Κυπαρισσίαν, τὸ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον θὰ μαζευθῇ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, εἰς μὲν τὸ πρῶτον δοχεῖον θὰ ἔχῃ ὕψος 50 ἑκατοστῶν τοῦ μέτρου, εἰς δὲ τὸ δεύτερον 92 ἑκατοστῶν.
Ἀπὸ ποίους λόγους προέρχεται τοῦτο;
Εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸν χειμῶνα φυσοῦν πότε οἱ βόρειοι ἢ βορειοανατολικοὶ ἀνεμοι καὶ πότε οἱ νότιοι ἢ νοτιοδυτικοὶ ἄνεμοι. Οἱ πρῶτοι εἶναι ψυχροὶ καὶ ξηροὶ· οἱ δεύτεροι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἀπὸ τὴν Μεσόγειον θάλασσαν, εἶναι ὑγροὶ καὶ φέρουν βροχάς.
Αἱ ὑψηλαὶ ὅμως ὀροσειραί, αἱ ὁποῖαι ἐκτείνονται καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὰ ΒΔ πρὸς τὰ ΝΑ, ἀναγκάζουν τοὺς νοτιοδυτικοὺς καὶ τοὺς νοτίους ἀνέμους νὰ ἀνέλθουν ὑψηλότερα. Ἐνῷ λοιπὸν ἀνέρχονται, φθάνουν εἰς ψυχρότερα στρώματα ἀέρος καὶ ψύχονται˙ ἐκεῖ οἱ ὑδρατμοί των συμπυκνώνονται, ὑγροποιοῦνται καὶ πίπτουν ὡς βροχή. Δι’ αὐτὸ γενικῶς εἰς τὰ βουνά πίπτουν περισσότεραι βροχαὶ καὶ οἱ ποταμοὶ ἔχουν τὰς πηγάς των εἰς αὐτά. Ἀλλ’ ὅταν τὰ νέφη περάσουν ἐπάνω ἀπὸ τὰς ὀροσειρὰς καὶ φθάσουν εἰς τὴν ἀνατολικὴν Ἑλλάδα, τότε δὲν ἔχουν πλέον ἀρκετὴν ποσότητα ἀπὸ ὑδρατμούς.
Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἡ δυτικὴ Ἑλλὰς ἔχει μεγαλυτέρους ποταμοὺς καὶ πλουσιωτέραν βλάστησιν, ἐνῷ ἡ ἀνατολικὴ εἶναι πτωχοτέρα.
Δι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἐνέργεια τῶν ποταμῶν εἰς τὴν δυτικὴν πλευρὰν τῆς Πελοποννήσου εἶναι πολὺ σπουδαιοτέρα παρὰ εἰς τὴν ἀνατολικήν.
Μᾶς εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ ποταμοὶ τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν ὑλῶν, τὰς ὁποίας συμπαρασύρουν ἀπὸ τὸ ἔδαφος, τὸ ἐκφορτώνουν εἰς τὰς ἐκβολάς των καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπεκτείνουν τὴν παραλίαν. Ἔτσι ὁ Ἀλφειὸς ἐσχημάτισεν εἰς τὴν δυτικὴν ἀκτὴν μεγάλην ἀμμώδη ἔκτασιν, τὴν λιμνοθάλασσαν τῆς Ἀγουλινίτσης. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὰ ἀβαθῆ νερά οἱ ἰχθύες ἀποθέτουν ἡσύχως καὶ ἀσφαλῶς τὰ αὐγά των καὶ ἐν γένει ζοῦν μὲ ἄνεσιν, αἱ λιμνοθάλασσαι εἶναι τὰ καταλληλότερα μέρη διὰ τὴν ἰχθυοπαραγωγήν. Δι’ αὐτὸ εἰς τὴν Ἀγουλινίτσαν ὑπάρχει ἰχθυοτροφεῖον, ὅπου ψαρεύουν κεφάλους, χέλια καὶ ἄλλα ψάρια εἰς μεγάλην ποσότητα. Ἔχουν ὅμως οἱ τόποι αὐτοὶ καὶ ἕνα μεγάλο κακόν, τὴν ἑλονοσίαν.
Ἐκτὸς αὐτοῦ οἱ ποταμοὶ τῆς δυτικῆς Πελοποννήσου μὲ τὰς πλημμύρας των ἐσκέπασαν τὰ χαμηλὰ μέρη, ὅσα ἦσαν πλησίον εἰς τὰς ὄχθας των, μὲ ἄφθονον ἰλύν. Ἔτσι ἐδημιούργησαν ἐκεῖ εὔφορα βαθύπεδα.
ΚΛΙΜΑ
Οἱ νότιοι καὶ νοτιοδυτικοὶ ἄνεμοι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἀπὸ τὴν Μεσόγειον, δὲν φέρουν μόνον βροχὰς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἔχουν ἐπίδρασιν εὐνοϊκὴν καὶ εἰς τὸ κλῖμα τῶν παραλίων μερῶν της.
Ὅταν λουώμεθα εἰς τὴν θάλασσαν, παρατηροῦμεν, ὅτι τὰ νερὰ θερμαίνονται ὑπὸ τοῦ ἡλίου ἀργότερα παρὰ ἡ ξηρά, ἀλλὰ καὶ ἀργότερα ψύχονται. Δι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἄνεμοι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἀπὸ τὴν θὰλασσαν, εἶναι δροσεροὶ μὲν κατὰ τὸ θέρος, θερμοὶ δὲ κατὰ τὸν χειμῶνα˙ ὥστε τὰ παράλια μέρη ἔχουν γενικῶς δροσερὸν θέρος καὶ γλυκὺν χειμῶνα. Τοιοῦτο κλῖμα λέγεται θαλάσσιον.
Τὸ ἐσωτερικὸν ὅμως τῆς Πελοποννήσου δὲν εἶναι ἀνοικτὸν πρὸς τὴν θάλασσαν, διότι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τὸ περιβάλλουν ὑψηλὰ βουνά. Αὐτὰ ἐμποδίζουν τοὺς θαλασσίους ἀνέμους νὰ φθάσουν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς χώρας καὶ νὰ μετριάσουν τὸ ψῦχος τοῦ χειμῶνος καὶ τὴν ζέστην τοῦ θέρους. Δι’ αὐτὸ ὁ χειμὼν ἐκεῖ εἶναι πολὺ ψυχρός· θὰ ἦτο δὲ καὶ τὸ θέρος πάρα πολὺ θερμὸν, ἂν δὲν ἦσαν τὰ ὀροπέδια τοῦ ἐσωτερικοῦ πολὺ ὑψηλὰ (650-700 μέτρα ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης).
Ὅταν ἕνας τόπος ἔχῃ τὸν μὲν χειμῶνα ψυχρόν, τὸ δὲ θέρος θερμόν, λέγομεν, ὅτι ἔχει κλῖμα ἠπειρωτικόν.
Ἀπὸ ὅσα εἴπομεν, συμπεραίνομεν τὰ ἑξῆς:
1) Ὅσον πλησιέστερα πρὸς τὴν θάλασσαν εἶναι ἕνας τόπος, τόσον θερμότερον χειμῶνα καὶ δροσερώτερον θέρος ἔχει˙ καὶ 2) ὅσον ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης κεῖται ἕνας τόπος, τόσον ψυχρότερος εἶναι.
Ἡ Πελοπόννησος λοιπόν, ἂν καὶ βρέχεται ὁλόγυρα ἀπὸ θάλασσαν, δὲν ἔχει εἰς ὅλα τὰ μέρη της τὸ ἴδιον κλῖμα. Τὸ κλῖμα ὅμως, δηλ. ἡ θερμότης, οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ ὑγρασία, ἔχει μεγάλην ἐπίδρασιν εἰς τὴν βλάστησιν τῶν φυτῶν, ἑπομένως καὶ εἰς τὰς ἀσχολίας καὶ εἰς τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων˙ δι’ αὐτὸ θὰ ἐξετάσωμεν χωριστὰ τὴν κεντρικὴν καὶ χωριστὰ τὰς παραλιακὰς ζώνας τῆς Πελοποννήσου.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου