Η ΗΠΕΙΡΟΣ
Η ΗΠΕΙΡΟΣ
Α´. ΟΡΙΑ
Ἡ Ἤπειρος ἁπλώνεται πρὸς Δυσμὰς τῆς Πίνδου ἀπὸ τὸν Ἀμβρακικὸν ἕως τὸν κὸλπον τῆς Αυλῶνος. Τὸ βόρειον ὅμως τμῆμα της, ἂν καὶ ἔχει ἑλληνικὸν πληθυσμόν, τὸ κατέχει ἡ Ἀλβανία.
Ὡς σύνορον μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας θεωροῦμεν τὴν γραμμήν, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τὸ ἀκρωτήριον Στῦλος καὶ τελειώνει εἰς τὴν λίμνην Πρέσπαν.
Β´. ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ
Ἡ Πίνδος μὲ τὰς ὀροσειρὰς της καταλαμβάνει ὁλόκληρον τὴν ἀνατολικὴν πλευρὰν τῆς Ἠπείρου. Αἱ ὀροσειραί της ἔχουν διεύθυνσιν ἀπὸ Βορρᾶ πρὸς Νότον˙ ὁμοιάζουν μὲ ὑψηλὰ τείχη, τὰ ὁποῖα χωρίζουν τὴν Ἤπειρον ἀπὸ τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν καὶ ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν.
Τὸ μόνον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ διαβῇ ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν εἰς τὴν ἄλλην, εἶναι ἡ ράχις τοῦ Ζυγοῦ.
Ἡ ράχις αὐτὴ εὑρίσκεται πλησίον τοῦ Μετσόβου εἰς ὕψος 1650 μέτρων.
Τὰ ὄρη τῆς Πίνδου εἶναι ὑψηλὰ καὶ ἔχουν διάφορα ὀνόματα: Βόιον ἢ Γράμμος, Σμόλικας, Τύμφη, Λάκμος ἢ Περιστέρι, Ἀθαμανικὰ ἢ Τζουμέρκα. Τὴν ὑψηλοτέραν κορυφὴν ἔχει ὁ Σμόλικας, ὁ ὁποῖος φθάνει εἰς ὕψος 2600 μέτρων.
Τὴν ἰδίαν διεύθυνσιν μὲ τὴν Πίνδον ἔχουν καὶ αἱ ἄλλαι ὀροσειραί, αἱ ὁποῖαι ἐκτείνονται ἡ μία πλησίον τῆς ἄλλης καὶ γεμίζουν ὅλην τὴν Ἤπειρον. Τὰ ὀνόματά των εἶναι: Πάπιγγον, Μιτσικέλι, Τόμαρος, Σουλιώτικα, Νεμέρτζικα, Κεραύνια.
Ὀροπέδιον ὑπάρχει μόνον μεταξὺ Τομάρου καὶ Μιτσικελίου, τὸ ὀροπέδιον τῶν Ἰωαννίνων, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς ὕψος 500 μ. ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης. Εἰς τὸ βαθύτερον αὐτοῦ μέρος τὰ νερὰ σχηματίζουν λίμνην, ἡ ὁποία λέγεται Παμβῶτις. Τὰ νερά της χύνονται ὑπογείως εἰς τὴν κοίτην τοῦ ποταμοῦ Θυάμιδος ἢ Καλαμᾶ. Πεδιάδα ἡ Ἤπειρος ἔχει μόνον εἰς τὰ νότια, τὴν Ἀμβρακικὴν ἢ πεδιάδα τῆς Ἄρτης.
Ἡ Ἤπειρος λοιπὸν κατὰ τὴν μορφὴν τοῦ ἐδὰφους ὁμοιάζει μὲ τὴν δυτικὴν Στερεάν. Ὅπως δὲ ἐκείνη, ἔτσι καὶ ἡ Ἤπειρος δὲν ἔχει ἀνοικτὴν ὁδὸν πρὸς τὴν ἀνατολικὴν Ἑλλάδα˙ δι’ αὐτὸ συγκοινωνεῖ μὲ αὐτὴν μόνον διὰ θαλάσσης καὶ δι’ ἀέρος μὲ τὸ ἀεροπλάνον. Τώρα κατασκευάζεται μία μεγάλη ὁδός, ἡ ὁποία θὰ συνδέσῃ τὰ Ἰωάννινα μὲ τὴν Καλαμπάκαν διὰ τοῦ Μετσόβου. Δυστυχῶς καὶ ἡ ἐσωτερικὴ συγκοινωνία τῆς Ἠπείρου εἶναι δύσκολος, διότι ἔχει μίαν μόνον ἀξιόλογον ὁδόν, ἡ ὁποία συνδέει τὴν Πρέβεζαν μὲ τὰ Ἰωάννινα καὶ μὲ τὴν Κόνιτσαν.
Γ´. Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ
Ἄν ἐξαιρέσωμεν τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον, ἡ παραλία τῆς Ἠπείρου δὲν ἔχει μεγάλους κόλπους. Δι’ αὐτὸ καλοὶ λιμένες ὑπάρχουν μόνον εἰς τὸ στόμιον τοῦ Ἀμβρακικοῦ, ὁ λιμὴν τῆς Πρεβέζης, καὶ βορειότερον εἰς τὴν Γουμένισσαν καὶ εἰς τοὺς Ἁγίους Σαράντα.
Οἱ ποταμοὶ Ἄραχθος καὶ Λοῦρος ἐκφορτώνουν εἰς τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον πολλοὺς ἄμμους καὶ χώματα. Δι’ αὐτὸ ὑπάρχουν ἐκεῖ λιμνοθάλασσαι (Λογαροῦ, Τσουκαλιοῦ), αἱ ὁποῖαι εἶναι μεγάλα ἰχθυοτροφεῖα.
Δ´. ΑΙ ΦΥΣΙΚΑΙ ΠΕΡΙΟΧΑΙ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ
1. Ἡ ὀρεινὴ χώρα καὶ τὸ κεντρικὸν ὀροπέδιον. — Τὰ ὄρη τῆς Ἠπείρου εἶναι, ὅπως καὶ εἰς τὴν δυτικὴν Στερεάν,ἀσβεστολιθικὰ ἢ σχιστολιθικά. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ Ἤπειρος δέχεται, ὅπως καὶ ἡ δυτικὴ Στερεά, πολλὰς βροχὰς (ἅνω τοῦ 1 μέτρου κατ’ ἔτος), τὰ βουνά της ἔχουν πολλὰς πηγὰς καὶ σκεπάζονται μὲ πυκνὰ δάση. Δι’ αὐτὸ οἱ ποταμοὶ τῆς Ἠπείρου εἶναι πολλοὶ καὶ ὁρμητικοί· τὸν περισσότερον μάλιστα καιρὸν εἶναι ἀδιάβατοι.
Οἱ ποταμοί αὐτοὶ ἤνοιξαν εἰς τὰ βουνὰ στενὰς καὶ βαθείας χαράδρας, εἰς τὰς ὁποίας τὰ νερὰ κρημνίζονται μὲ βοήν. Ὁ Ἀχέρων μάλιστα, ὁ ὁποῖος διασχίζει τὰ βραχώδη βουνὰ τοῦ Σουλίου, τρέχει μὲ τόσην βοὴν καὶ θόρυβον εἰς τὰς ἀποτόμους καὶ σκοτεινὰς φάραγγας τῶν βουνῶν, ὥστε οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι ἐπίστευον, ὅτι ἐδῶ ἦτο ἡ εἴσοδος τοῦ Ἅδου.
Ἐπειδὴ τὰ ὄρη τῆς Ἠπείρου εἶναι ὑψηλά, ὁ χειμὼν εἰς τὴν ὀρεινὴν Ἤπειρον εἶναι τραχύς. Δι’ αὐτὸ ἀναπτύσσονται ἐδῶ τὰ δένδρα τῶν ὑψηλῶν ζωνῶν, δηλ. ἡ δρῦς, ἡ ἐλάτη, ἡ ὀξύα καὶ ἡ ὑψηλὴ πεύκη. Δασώδης εἶναι προπάντων ἡ περιοχὴ τῆς Κονίτσης, ὅπου τὰ 35% τοῦ ἐδάφους εἶναι δασωμένα.
Εἰς τοὺς πρόποδας τῆς Πίνδου ὑπάρχουν 46 χωρία, τὰ Ζαγοροχώρια.
Εἶναι χωμένα μέσα εἰς δάση ἀπὸ καστανέας καὶ δρῦς. Οἱ κάτοικοί των, καθὼς καὶ τοῦ Μετσόβου, ζοῦν ἀπὸ τὴν ὑλοτομίαν καὶ ἀπὸ τὴν κτηνοτροφίαν. Ἐπειδὴ δὲ τὰ εἰσοδήματα ἀπὸ τὰς ἀσχολίας αὐτὰς εἶναι ὀλίγα, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς κατοίκους των ἄλλοτε ἐξενιτεύοντο εἰς μακρινοὺς τόπους. Ἐκεῖ προώδευον εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ ἐπλούτιζον, ἀλλὰ δὲν ἐλησμόνουν τὴν Πατρίδα. Πολλοί ἀπὸ αὐτούς, καθὼς ὁ Ἀβέρωφ, ὁ Τοσίτσας, ὁ Στουρνάρας, ἀφῆκαν τὰς περιουσίας των εἰς τὸ ἔθνος. Ἀπὸ δωρεὰς τοῦ Ἀβέρωφ ἐκτίσθη τὸ λευκὸν Στάδιον τῶν Ἀθηνῶν καὶ κατεσκευάσθη τὸ δοξασμένον θωρηκτὸν τοῦ στόλου μας, ὁ «Ἀβέρωφ». Ἀπὸ δωρεὰς τοῦ Τοσίτσα καὶ τοῦ Στουρνάρα ἐκτίσθη τὸ Μετσόβειον Πολυτεχνεῖον κ.τ.λ.
Τὸ κεντρικὸν ὀροπέδιον εἶναι κατάλληλον διὰ τὴν γεωργίαν. Παράγει σιτηρά, οἶνον καὶ ὀπωρικά. Εἰς τὸ ἀνατολικὸν ἄκρον τοῦ ὀροπεδίου, εἰς τὰς ὄχθας τῆς Παμβώτιδος λίμνης, εἶναι κτισμένα τὰ Ἰωάννινα (20000 κάτ.). Εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν διασταυρώνονται ὁδοὶ ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς χώρας. Δι’ αὐτὸ τὰ Ἰωάννινα συγκεντρώνουν τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν ὁλοκλήρου τῆς
Ἠπείρου. Ἔχουν δὲ καὶ μίαν περίφημον σχολήν, τὴν Ζωσιμαίαν Σχολήν, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας ἐδίδαξαν πολλοὶ σοφοὶ διδάσκαλοι. Τὸτε καὶ ἡ τέχνη (κεντητική, ἀργυροχοϊκή, ἀρχιτεκτονικὴ) ἀνεπτύχθη πολὺ εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν. Τέλος εἰς τὰ Ἰωάννινα ἔζησεν ὁ διαβόητος τύραννος τῆς Ἠπείρου Ἀλῆ πασᾶς.
Πρὸς τήν παραλίαν τοῦ Ἰονίου τὰ βουνὰ εἶναι χαμηλά. Ἐπειδὴ δὲ καὶ τὸ κλῖμα εἶναι γλυκὺ (θαλάσσιον), εὐδοκιμεῖ ἐκεῖ ἡ ἐλαία. Εἰς τὰς ἑλώδεις ἐκτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπλώνονται εἰς τὰς ἐκβολὰς τῶν ποταμῶν Καλαμᾶ καὶ Ἀχέροντος, οἱ κάτοικοι καλλιεργοῦν τὸν ἀραβόσιτον καὶ τὴν ὄρυζαν. Σπουδαιότεραι κωμοπόλεις εἶναι ἐδῶ οἱ Φιλιάται καὶ ἡ Παραμυθιὰ πλησίον τοῦ ὅρμου τῆς Γουμενίσσης, ἡ Πάργα καὶ τὸ Μαργαρίτιον νοτιώτερον.
Πρὸς Ἀνατολὰς αὐτῶν ὑψώνονται τὰ ἀπόκρημνα βουνὰ τοῦ Σουνίου. Ἐκεῖ οἱ Σουλιῶται ἔζησαν ἐλεύθεροι ὡς ὀρεινὸς πολεμικὸς λαὸς καὶ ὑπερήσπισαν τὴν ἐλευθερίαν των γενναίως ἐναντίον τῶν ἐπιθέσεων τοῦ Ἀλῆ πασᾶ.
Ἡ κυρία ἀσχολία τῶν κατοίκων τῆς ὀρεινῆς Ἠπείρου εἶναι ἡ κτηνοτροφία. Χιλιάδες προβάτων καὶ αἰγῶν βόσκουν εἰς τὰ πλάγια τῶν βουνῶν. Δι’ αὐτὸ τὰ προϊόντα τῆς στάνης (τυριά, βούτυρον, μαλλιὰ καὶ σφάγια) εἶναι τὰ μόνα ποὺ περισσεύουν εἰς τὸν τόπον καὶ γίνεται ἐξαγωγὴ αὐτῶν ἀπὸ τοὺς λιμένας τῆς Πρεβέζης καὶ τῶν Ἁγίων Σαράντα.
2. Ἡ πεδιὰς τῆς Ἄρτης. — Οἱ ποταμοὶ Ἄραχθος καὶ Λοῦρος μὲ
τὰ χώματα καὶ τὴν ἄμμον, ποὺ μεταφέρουν, ἐσχημάτισαν βορείως τοῦ Ἀμβρακικοῦ εὐφορωτάτην πεδιάδα. Ἡ πεδιὰς αὐτὴ εἶναι ἀνοικτὴ πρὸς τὴν θάλασσαν καὶ ἔχει γλυκὺν χειμῶνα. Δι’ αὐτὸ εἶναι κατάφυτος ἀπὸ ἐλαιῶνας καὶ πορτοκαλεῶνας, παράγει δὲ καὶ σιτηρά, ἰδίως ἀραβόσιτον, καὶ καπνόν. Ἐπειδὴ ὅμως εἰς τὰ χαμηλὰ μέρη σχηματίζονται πολλὰ ἕλη, ἐπικρατεῖ εἰς τὴν πεδιάδα ἡ ἑλονοσία. Τώρα γίνονται ἐκεῖ μεγάλαι ἐργασίαι, διὰ νὰ κανονίσουν τὴν κοίτην τῶν ποταμῶν καὶ νὰ ἀποξηράνουν τὰ ἕλη.Αἱ σπουδαιότεραι πόλεις εὑρίσκονται εἰς τα ἄκρα τῆς πεδιάδος: ἡ Ἄρτα (8000 κάτ.) πλησίον τοῦ Ἀράχθου μὲ τὸ περίφημον γεφύρι καὶ τὰς ὡραίας βυζαντινὰς ἐκκλησίας της, ἡ Φιλιππιὰς πλησίον τοῦ Λούρου καὶ ἡ Πρέβεζα (10000) εἰς τὸ στόμιον τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου. Ἡ πόλις αὐτὴ ἀποτελεῖ καὶ τὸν κυριώτερον ἐμπορικὸν λιμένα τῆς νοτίας Ἠπείρου˙ διότι εἶναι τὸ τέρμα τῆς μεγάλης ὁδοῦ, ἡ ὁποία διασχίζει τὴν χώραν ἀπὸ Βορρᾶ πρὸς Νότον. Πρὸς Βορρᾶν τῆς Φιλιππιάδος εἶναι τὸ Μπιζάνι, ὅπου ὁ στρατός μας μὲ ἀρχιστράτηγον τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον ἐνίκησε τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1913 τοὺς Τούρκους καὶ ἠλευθέρωσε τὰ Γιάννενα.
3. Ἡ Βόρειος Ἤπειρος. ― Τὸ βόρειον τμῆμα τῆς Ἠπείρου δὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν ἄλλην Ἤπειρον οὔτε κατὰ τὴν φύσιν τῆς χώρας οὔτε κατὰ τὸν χαρακτῆρα τῶν κατοίκων. Καὶ τὴν βόρειον Ἤπειρον ὁ στρατός μας τὴν ἠλευθέρωσε τὸ 1912, καθὼς καὶ τὴν νότιον Ἤπειρον. Οἱ Βορειοηπειρῶται μάλιστα ἠγωνίσθησαν καὶ μόνοι των
γενναίως διὰ τὴν ἐλευθερίαν των.
Ἀλλ’ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις τὸ 1921 παρεχώρησαν τὴν βόρειον Ἤπειρον εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ἔτσι αἱ περιφέρειαι Ἀργυροκάστρου, Δελβίνου, Λεσκοβικίου καὶ Χειμάρρας εὑρίσκονται τώρα ἔξω ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ σύνορα.
Ε′. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΙΣ
Ἡ νοτία Ἤπειρος διαιρεῖται εἰς τέσσαρας νομούς: 1) τὸν νομὸν Ἄρτης μὲ πρωτεύουσαν τὴν Ἄρταν· 2) τὸν νομὸν Πρεβέζης μὲ πρωτεύουσαν τὴν Πρέβεζαν· 3) τὸν νομὸν Ἰωαννίνων μὲ πρωτεύουσαν τὰ Ἰωάννινα· καὶ 4) τὸν νομὸν Θεσπρωτίας μὲ πρωτεύουσαν τοὺς Φιλιάτας.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου