Κυκλάδες
Αἱ Κυκλάδες.
(140000 κάτοικοι).
α´. Ὄνομα.
Πλησίον τῆς Σύρου ὑπάρχει μία μικρὰ νῆσος, ἡ Δῆλος. Τὴν νησῖδα αὐτὴν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τὴν ἐθεώρουν ἱεράν, διότι ἐπίστευον, ὅτι εἰς αὐτὴν ἐγεννήθησαν δύο θεοί, ὁ Ἀπόλλων καὶ ἡ Ἄρτεμις. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὅλαι αἱ ἄλλαι νῆσοι ἀποτελοῦν τρόπον τινὰ κύκλον γύρω εἰς τὴν ἱερὰν νῆσον, δι’ αὐτὸ τὰς ὠνόμασαν Κυκλάδας.
Αἱ μεγαλύτεραι ἀπὸ τὰς Κυκλάδας εἶναι: ἡ Κέα, ἡ Κύθνος, ἡ Σέριφος, ἡ Σίφνος, ἡ Μῆλος, ἡ Σῦρος, ἡ Πάρος, ἡ Ἴος, ἡ Θήρα (Σαντορίνη), ἡ Ἄνδρος, ἡ Τῆνος, ἡ Μύκονος, ἡ Νάξος, ἡ Ἀμοργός.
β´. Κλῖμα.
Εἰς τὴν περιοχὴν τῶν Κυκλάδων ὁ χειμὼν εἶναι γλυκύτερος ἀπὸ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸ θέρος δροσερώτερον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸν χειμῶνα φυσοῦν συχνὰ οἱ βόρειοι ἄνεμοι, αἱ Κυκλάδες δὲν ἔχουν πολλὰς βροχάς.
Εἰς μερικὰς μάλιστα νήσους τὸ κλῖμα εἶναι ξηρότερον καὶ ἀπὸ τὰς Ἀθήνας. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχουν πηγαί, δι’ αὐτὸ οἱ κάτοικοι εἰς τὰς περισσοτέρας νήσους μαζεύουν τὸ ὕδωρ τῆς βροχῆς εἰς στέρνας.
Εἰς τὰς Κυκλάδας ἐκτὸς τῆς ἐλαίας, τῆς συκῆς καὶ τῶν ἑσπεριδοειδῶν εὐδοκιμεῖ ἡ σταφιδάμπελος˙ τὴν καλλιεργοῦν κυρίως εἰς τὴν Νάξον, τὴν μεγαλυτέραν ἀπὸ τὰς Κυκλάδας.
γ´. Ἀσχολίαι τῶν κατοίκων.
Αἱ Κυκλάδες εἶναι ὀρειναὶ καὶ πετρώδεις· δι’ αὐτὸ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς κα‑τοίκους των γίνονται ναυτικοὶ καὶ ἁλιεῖς.
Ὅσοι καταγίνονται μὲ τὴν γεωργίαν, καλλιεργοῦν τὴν κριθὴν καὶ τὸν σῖτον, τὰ ὄσπρια, ἰδίως τὰ ρεβίθια, τὴν ἄμπελον, τὸν καπνὸν καὶ τὰ λαχανικά. Τὰ λαχανικὰ μάλιστα τῆς Σύρου γίνονται πρώιμα καὶ τὰ πωλοῦν μὲ καλὴν τιμὴν εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐκλεκτοὶ εἶναι οἱ οἶνοι τῆς Νάξου καὶ τῆς Σαντορίνης, τὰ πορτοκάλια καὶ τὰ μανδαρίνια τῆς Ἄνδρου, ἡ φάβα τῆς Σαντορίνης, τὸ τυρὶ τῆς Νάξου, τῆς Ἀμοργοῦ καὶ τῆς Μυκόνου.Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς κατοίκους εὑρίσκουν ἐργασίαν καὶ εἰς τὰ λατομεῖα καὶ τὰ μεταλλεῖα τῶν νήσων. Διότι πολλαὶ ἀπὸ αὐτὰς ἔχουν ὑπὸ τὸ ἔδαφός των πολλὰ καὶ διάφορα ὀρυκτά. Π.χ. εἰς τὴν Νάξον ἐξάγουν σμύριδα, ἡ ὁποία εἶναι μοναδικὴ εἰς τὸν κόσμον, εἰς τὴν Σέριφον, τὴν Κύθνον καὶ τὴν Σίφνον ἐξάγουν μεταλλεύματα σιδήρου, εἰς τὴν Σίφνον καὶ τὴν Μύκονον μεταλλεύματα μολύβδου, εἰς τὴν Μῆλον θεῖον καὶ μυλόπετρες, εἰς τὴν Πάρον λευκὰ μάρμαρα κ.τ.λ.
Ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ὀρυκτὰ τῶν Κυκλάδων εἶναι ἡ θηραϊκὴ γῆ, τὴν ὁποίαν ἐξάγουν εἰς τὴν Θήραν καὶ τὴν χρησιμοποιοῦν διὰ τὴν κατασκευὴν τσιμέντων, πλίνθων κ.ἄ. Ἡ γῆ αὐτὴ εἶναι πολὺ ἐλαφρὰ καὶ ὁμοιάζει μὲ στάκτην· προῆλθεν ἀπὸ παλαιὰς ἐκρήξεις τοῦ ἡφαιστείου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸ μέσον τοῦ κόλπου τῆς Θήρας.
Ἐκεῖ δηλαδὴ ὑπάρχει ἓν ἄνοιγμα τῆς γῆς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον, ὡς ἀπὸ μίαν καπνοδόχον, βγαίνουν καπνὸς καὶ ἀέρια πνιγηρά· κάποτε καὶ στάκτη καὶ πέτρες καυτὲς ἐκσφενδονίζονται καὶ πίπτουν μακρὰν ὡς βροχή. Τότε λέγομεν ὅτι τὸ ἡφαίστειον ἐνεργεῖ ἢ εὑρίσκεται ἐν ἐκρήξει. Αἱ τελευταῖαι του ἐκρήξεις εἶναι τοῦ 1925, τοῦ 1928 καὶ τοῦ 1939.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου