ΤΟ ΒΑΘΥΠΕΔΟΝ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΦΥΣΙΚΑΙ ΠΕΡΙΟΧΑΙ
ΤΟ ΒΑΘΥΠΕΔΟΝ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Τὸ μεγάλο αὐτὸ βαθύπεδον εἶναι δημιούργημα τῶν ποταμῶν Ἀξιοῦ καὶ Ἁλιάκμονος. Εἰς παλαιοτάτην δηλ. ἐποχήν, ἑκατὸν περίπου ἔτη πρὸ τοὺ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ὁ Θερμαϊκὸς κόλπος ἔφθανε βαθύτερον ἕως τὰ σημερινὰ Γενιτσά. Ἡ ἀρχαία Πὲλλα, τῆς ὁποίας τὰ ἐρείπια σῴζονται ἐκεῖ πλησίον, ἦτο παράλιος πόλις. Ἀλλ’ ὁ Ἀξιὸς καὶ ὁ Ἁλιάκμων μὲ τὰς προσχώσεις των ἐπεξέτειναν τὴν παραλίαν καὶ μόνον μία λίμνη ἐξηκολούθει νὰ σχηματίζεται εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς πεδιάδος, ἡ λίμνη τῶν Γενιτσῶν.
Συχνὰ ἡ λίμνη καὶ οἱ ποταμοὶ ἐπλημμυροῦσαν καὶ ἄφηναν πολλὰ νερὰ εἰς τὴν πεδιάδα. Αὐτὰ ἐλίμναζαν καὶ ἔκαμναν ἀκατοικήτους μεγάλας ἐκτάσεις.
Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὸ Κράτος μας ἔκαμεν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα μεγάλα ὑδραυλικὰ ἔργα.
Οἱ μηχανικοὶ ἐκανόνισαν τὴν κοίτην τῶν ποταμῶν καὶ τὴν ἐβάθυναν, ἤνοιξαν διώρυγας καὶ ἔτσι ἀπεξήραναν τὰς λίμνας καὶ ἐπροφύλαξαν τὴν πεδιάδα ἀπὸ τὰς πλημμύρας.
Τώρα μὲ αὐλάκια ἀπὸ τὰς διώρυγας ὅλη αὐτὴ ἡ ἔκτασις ποτίζεται κανονικῶς. Μὲ τὰ ἔργα αὐτὰ 1250000 στρέμματα ἔγιναν καλλιεργήσιμα.
Ὅπου πρὶν ἐπρασίνιζαν στάσιμα νερά, ἐκεῖ τώρα ἡ γῆ σπείρεται καὶ κυματίζουν σπαρτά.
Ἀγροὶ μὲ σιτάρια καὶ καλαμπόκια καὶ σησάμια, φυτεῖαι ἀπὸ βαμβάκι καὶ καπνόν, κῆποι καὶ λαχανικά καὶ ὀπωροφόρα ἀπλώνονται παντοῦ καὶ μόνον αἱ κόκκιναι στέγαι τῶν χωρίων, ποὺ ἐξεφύτρωσαν μὲ τὴν φροντίδα τοῦ Κράτους μας, διακόπτουν αὐτὴν τὴν πρασινάδα. Ὁ κάμπος πράγματι μετεμορφώθη.
Ὁ Ἀξιὸς δὲν ποτίζει μόνον τὴν πεδιάδα, ἀλλ’ ἀποτελεῖ καὶ δρόμον φυσικὸν πρὸς Βορρᾶν· διότι ἡ κοιλὰς του προχωρεῖ ἕως τὰ βόρεια τῆς Μακεδονίας. Ἔτσι ὁ σιδηρόδρομος, ὁ ὁποῖος ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην, ἀκολουθεῖ τὴν κοιλάδα τοῦ Ἀξιοῦ καὶ φθάνει εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου.
Ἕνα μόνον κακὸν φέρει εἰς τὴν πεδιάδα ἡ μακρὰ κοιλὰς τοῦ Ἀξιοῦ: τὴν ἀφήνει ἀνοικτὴν εἰς τὸν ψυχρὸν βορρᾶν. Ὁ Βαρδάρης, ὅπως λέγε‑ται ἐκεῖ ὁ ὁρμητικὸς βορρᾶς, ξηραίνει τὴν πεδιάδα καὶ βλάπτει τὰς φυτείας τοῦ κάμπου. Δι’ αὐτὸ το βαθύπεδον, ἂν καὶ εἶναι ἐστραμμένον πρὸς τὴν θάλασσαν, ἔχει ψυχρὸν τὸν χειμῶνα καὶ τὸ κλῖμα του πλησιάζει περισσότερον πρὸς τὸ ἠπειρωτικόν· εἶναι ὅμως μαλακώτερον ἀπὸ τὸ κλῖμα τῆς δυτικῆς Μακεδονίας.
Ἐκτὸς τῆς γεωργίας εἶναι ἀνεπτυγμένη εἰς τὴν πεδιάδα καὶ ἡ κτηνοτροφία. Μὲ τὰς ἐκτεταμένας καὶ πλουσίας βοσκάς της ἡ περιοχῆ τῆς Θεσσαλονίκης ἔρχεται πρώτη εἰς τὴν κτηνοτροφίαν
τῶν ἀγελάδων καὶ τῶν βοῶν, καθὼς καὶ εἰς τὴν πτηνοτροφίαν.
Κέντρα γεωργικὰ εἰς μὲν τὸ βόρειον τμῆμα τῆς πεδιάδος εἶναι τὰ Γενιτσὰ (10000), εἰς δὲ τὸ νότιον τμῆμα, τὸ ὁποῖον λέγεται Ρουμλούκι, εἶναι ὁ Γιδᾶς. Αἱ γυναῖκες τοῦ Ρουμλουκιοῦ φοροῦν ὡραίαν μακεδονικὴν ἐνδυμασίαν μὲ ὑψηλὸν κεφαλόδεμα ὡς περικεφαλαίαν.
Πλησίον εἰς τὰ Γενιτσὰ εἶναι τὰ ἐρείπια τῆς ἀρχαίας Πέλλης, ὅπου ἐγεννήθη ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος. Εἰς τὰ ὑψώματα τῶν Γενιτσῶν εἶχον ὀχυρωθῆ τὸ 1912 οἱ Τοῦρκοι ποὺ ὑπερήσπιζον τὴν Θεσσαλονίκην. Ἀλλ’ ὁ στρατός μας μὲ ἀρχιστράτηγον τὸν τὸτε διάδοχον Κωνσταντῖνον κατέλαβε τὰ ὑψώματα αὐτὰ καὶ ἤνοιξε τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου