Περί αισθήσεως (τέλος). —Περί φαντασίας. Περί Νου.—Περί κινήσεως.— Γενικαί θεωρίαι
ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ
&Περί αισθήσεως (τέλος). —Περί φαντασίας. Περί Νου.—Περί κινήσεως.— Γενικαί θεωρίαι.&
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'
Αδύνατον να υπάρχωσιν άλλαι αισθήσεις παρά τας πέντε.— Αδύνατον να
υπάρχη ειδική αίσθησις των εις πάσας τας αισθήσεις κοινών, κινήσεως,
ηρεμίας, σχήματος, μεγέθους, αριθμού κλπ.— Ή διά πολλών αισθήσεων
αντίληψις των κοινών ποιεί τας αντιλήψεις βεβαιοτέρας και
ακριβεστέρας.&
1. Ότι δεν υπάρχει αίσθησις άλλη παρά τας πέντε ταύτας, την όψιν
λέγω, την ακοήν, την όσφρησιν την γεύσιν και την αφήν, δύναται τις να
πεισθή εκ των επομένων {206}. Εάν δήλα δή πάντα τα πράγματα, των
οποίων οικεία αίσθησις είναι η αφή, τα αισθανώμεθα και εν τη παρούση
καταστάσει (διότι πάσας τας ποιότητας ή τα πάθη των απτών ως απτών
αισθανόμεθα διά της αφής) πρέπει αναγκαίως, εάν μας λείπη αίσθησίς
τις των απτών, να μας λείπη και αισθητήριόν τι όργανον. Και όσα μεν
πράγματα αισθανόμεθα απτόμενοι αυτών αμέσως, τα αισθανόμεθα διά της
αφής, την οποίαν συμβαίνει να έχωμεν. Όσα δε αισθανόμεθα διά των
μεσολαβούντων στοιχείων και χωρίς να εγγίζωμεν αυτά αμέσως, τα
αισθανόμεθα διά των απλών στοιχείων, οία είναι ο αήρ και το ύδωρ.
2. Η κατάστασις είναι τοιαύτη ώστε, εάν δι' ενός μόνου διαμέσου
στοιχείου δυνάμεθα να αισθανώμεθα περισσοτέρας αισθητάς ποιότητας,
διαφέρουσας μεταξύ των κατά το γένος, πρέπει αναγκαίως ο έχων
αισθητήριον ανάλογον προς το τοιούτον διάμεσον στοιχείον αισθήσεως να
δύναται να αισθάνηται και πάσας τας διαφέρουσας αισθητάς ποιότητας.
Εάν λ. χ. το αισθητήριον σύγκειται εξ αέρος και ο αήρ είναι το
διάμεσον τούτο της αισθήσεως ήχου και χρώματος, το αισθητήριον θα
αντελαμβάνετο τον ήχον και το χρώμα {207}. Εάν δε πλείονα στοιχεία
είναι τα διάμεσα της αισθήσεως των αυτών αισθητών, εάν λ. χ. ο αήρ
και το ύδωρ είναι τα διάμεσα του χρώματος (διότι και ο αήρ και το
ύδωρ είναι διαφανή), τότε το όργανον το έχον έν μόνον εκ των
στοιχείων τούτων θα αισθάνηται το αισθητόν, όπερ δύναται να γίνηται
αντιληπτόν διά των δύο.
3. Προσέτι τα αισθητήρια όργανα σύγκεινται μόνον εκ των δύο τούτων
απλών σωμάτων, του αέρος και του ύδατος (διότι η μεν κόρη του
οφθαλμού αποτελείται εξ ύδατος, η δε ακοή εξ αέρος, και η όσφρησις εκ
του ενός ή του άλλου τούτων, το δε πυρ δεν ανήκει εις καμμίαν
αίσθησιν ή είναι κοινόν εις πάσας, διότι ουδέν ον υπάρχει έχον
αίσθησιν χωρίς να έχη θερμότητα {208}. Η δε γη ή δεν ανήκει εις
ουδεμίαν αίσθησιν, ή είναι μεμιγμένη ιδίως με την αφήν. Διά ταύτα δεν
υπολείπεται αισθητικόν μέσον άλλο εκτός του ύδατος και του αέρος.
4. Τοιαύτη δε είναι πράγματι η κατάστασις ζώων τινών{209}. Πάσας τας
αισθήσεις ταύτας έχουσι τα ζώα τα μη όντα ατελή και ανάπηρα. Διότι
φαίνεται ότι και ο ασπάλαξ έχει οφθαλμούς υπό το δέρμα. Ώστε, αν δεν
υπάρχη διάφορον τι σώμα{210} και αν δεν υπάρχη πάθος (ιδιότης), όπερ
εις ουδέν των ενταύθα σωμάτων ανήκει, ουδεμία αίσθησις είναι δυνατόν
να λείπη.
5. Αλλά προσέτι δεν είναι δυνατόν να υπάρχη ιδιαίτερον αισθητήριον
των κοινών, τα οποία διά των επί μέρους αισθήσεων αισθανόμεθα κατά
συμβεβηκός (ουχί αμέσως καθ' εαυτά), ήτοι κινήσεως, στάσεως,
σχήματος, μεγέθους, αριθμού, ενότητος. Διότι πάντα ταύτα αισθανόμεθα
διά της κινήσεως{211} ως λ.χ. αισθανόμεθα το μέγεθος διά της
κινήσεως• επομένως και το σχήμα, διότι το σχήμα είναι μέγεθός τι. Την
ηρεμίαν αισθανόμεθα εκ της ελλείψεως κινήσεως, τον δε αριθμόν διά της
αρνήσεως της συνεχείας και διά των ιδιαιτέρων αισθήσεων, διότι εκάστη
των αισθήσεων αισθάνεται το έν{212}. Ώστε είναι φανερόν, ότι είναι
αδύνατον να υπάρχη ιδιαιτέρα αίσθησις ενός οιουδήποτε εκ τούτων, λ.
χ. της κινήσεως• διότι άλλως θα συνέβαινεν ούτως, όπως τώρα
αισθανόμεθα το γλυκύ διά της όψεως {213}.
6. Τούτο δε, διότι συμβαίνει να έχωμεν την αίσθησιν των δύο τούτων
ιδιοτήτων (του γλυκέος και του χρώματος), διά των οποίων
αναγνωρίζομεν το πράγμα ως γλυκύ, όταν αι δύο συμπίπτωσιν εις τι
αντικείμενον συγχρόνως, άλλως ουδεμίαν του γλυκέος θα είχομεν
αίσθησιν, ή θα ησθανόμεθα κατά συμβεβηκός αισθήματα {214}, ως όταν λ.
χ. τον υιόν του Κλέωνος αναγνωρίζωμεν ουχί διότι είναι υιός του
Κλέωνος, αλλά διότι είναι λευκός, εις το λευκόν δε τούτο ον συνέβη να
είναι υιός του Κλέωνος.
7. Των δε κοινών (κινήσεως κ. λ.) έχομεν αίσθησιν κοινήν {215} και
δεν τα αισθανόμεθα κατά συμβεβηκός, επομένως δεν είναι ιδιαιτέρα
αίσθησις, διότι τότε δεν θα ησθανόμεθα αυτά άλλως ειμή όπως είπομεν
ότι βλέπομεν τον υιόν του Κλέωνος. Τα ιδιάζοντα όμως αισθητά εις
εκάστην αίσθησιν δύνανται να αισθάνωνται αι άλλαι αισθήσεις κατά
συμβεβηκός, ουχί εν τη ιδία φύσει αυτών, αλλά διότι μίαν μόνην
αποτελούσιν αίσθησιν αι ιδιότητες εκείναι, ως όταν συγχρόνως γείνη
αίσθησις δύο ιδιοτήτων ενός και του αυτού αντικειμένου, ως λ. χ. η
χολή είναι πικρά (γεύσις) και ξανθή (χρώμα). Διότι βέβαια δεν είναι
δυνατόν η μία εξ αυτών των αισθήσεων να είπη, ότι και αι δύο
ιδιότητες είναι έν {216}. Διά τούτο και απατάται τις, εάν τινα ουσίαν
ξανθήν υπολαμβάνη ότι είναι χολή.
8. Δύναται τις να ερωτήση, διατί έχομεν περισσοτέρας αισθήσεις και
όχι μίαν μόνην. Βεβαίως όπως ολιγώτερον μας διαφεύγωσι τα
επακολουθούντα {217} και τα κοινά, οία είναι η κίνησις και το μέγεθος
και ο αριθμός. Διότι, αν η όψις ήτο μόνη και αύτη αντελαμβάνετο μόνον
το λευκόν, πάντα τα άλλα θα μας διέφευγον και θα εφανταζόμεθα, ότι
χρώμα και μέγεθος είναι τα αυτά, διότι ακολουθούσιν άλληλα συγχρόνως.
Αλλά πραγματικώς, επειδή αι κοιναί ιδιότητες, υπάρχουσιν εις διάφορα
αισθητά πράγματα, τούτο ποιεί εις ημάς φανερόν, ότι χρώμα και μέγεθος
είναι διάφορα.
***
{206} Τα επιχειρήματα του Αριστ. είναι σκοτεινά. Εν ολίγοις,
ισχυρίζεται ότι τα ζώα έχουσι μόνας τας συνήθεις 5 αισθήσεις, διότι 5
αισθήσεις έχει το τελειότατον ζώον, ο άνθρωπος.
{207} Το ον, όπερ αισθάνεται διά μέσου του αέρος, πρέπει να δύναται
να αισθάνηται και τους ήχους και τα χρώματα, ων αναγκαίον διάμεσον
είναι ο αήρ.
{208} Η θερμότης είναι απαραιτήτως αναγκαία εις την πέψιν και την
θρέψιν.
{209} Δύνανται δήλα δή ταύτα να αισθάνωνται διά δύο διαμέσων σωμάτων,
του αέρος και του ύδατος.
{210} Διάφορον των δύο, αέρος και ύδατος, ή, κατ' άλλους σχολιαστάς,
διάφορον των 5 στοιχείων αέρος, πυρός, ύδατος, γης και αιθέρος.
{211} Η κίνησις αντιληπτή ούσα υπό πασών των αισθήσεων χρησιμεύει ως
μέσον προς αντίληψιν πάντων των κοινών.
{212} Αισθάνεται την μονάδα και επομένως τον αριθμόν, ο οποίος είναι
ένωσις μονάδων. {213} Τα κοινά θα ήσαν αισθητά υπό εκάστης των
αισθήσεων. Ούτως η όψις, ήτις, καίπερ ειδική ούσα, αντιλαμβάνεται
αλλότρια. Βλέποντες σώμα ξανθόν (όπερ διά της αισθήσεως γνωρίζομεν
ότι είναι μέλι) γνωρίζομεν και ότι είναι γλυκύ. Ούτω δε βλέπομεν την
γεύσιν αυτού, όπως το χρώμα του. Αλλά την γεύσιν μόνον κατά
συμβεβηκός γνωρίζομεν. Ούτω, και αν τα κοινά ήσαν αισθητά δι'
ειδικής
αισθήσεως, τότε κατά συμβεβηκός μόνον θα εγνωρίζομεν αυτά διά των
άλλων αισθήσεων.
{214} Ούτω βλέποντές τινα ενδεδυμένον λευκά ενθυμούμεθα, ότι είναι
υιός του Κλέωνος. Η παρούσα αίσθησις γνωρίζει ημίν άνθρωπον
ενδεδυμένον λευκά και αφυπνίζει την μνήμην, ήτις πληροφορεί, ότι
ούτος είναι υιός του Κλέωνος.
{215} Αισθητήν υπό των 5 αισθήσεων, και η ενότης των 5 αισθήσεων
αποτελεί την ενότητα της αντιλήψεως των κοινών.
{216} Ούτε η όψις δύναται να είπη ότι η χολή είναι ξανθή, ουδέ ότι αι
δύο ιδιότητες ανήκουσιν εις το αυτό αντικείμενον.
{217} Τα όντα και αι ιδιότητες, ας αισθανόμεθα δι' εκάστης των άλλων
αισθήσεων.
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'
&Η κοινή αίσθησις αναγγέλλει ημίν τας αντιλήψεις των πέντε αισθήσεων
και γνωρίζει τας διαφοράς των αντικειμένων και τας των αισθήσεων.
{218}&
1. Επειδή αισθανόμεθα ότι ορώμεν και ακούομεν, αναγκαίως ή διά της
όψεως αισθανόμεθα, ότι ορώμεν ή δι' άλλης αισθήσεως. Αλλά τότε η αυτή
αίσθησις αύτη θα ορά την όψιν και το αντικείμενον αυτής, το χρώμα.
Ώστε ή θα υπάρχωσι δύο αισθήσεις του αυτού πράγματος {219} (του
χρώματος) ή αυτή η όψις θα αισθάνηται (θα ορά) εαυτήν.
2. Προσέτι δε, και εάν άλλη τις είναι η αίσθησις της όψεως, ή τούτο
θα προβή επ' άπειρον {220} ή η αίσθησις θα είναι αίσθησις εαυτής•
ώστε τούτο δέον να παραδεχθώμεν ως προς την πρώτην αίσθησιν {221}.
Έχει όμως τούτο την εξής δυσκολίαν : εάν το αισθάνεσθαι διά της όψεως
είναι το οράν, οράται δε χρώμα ή το σώμα το έχον χρώμα, τότε, ίνα τις
ορά το ορών, αναγκαίως το ορών τούτο θα έχη χρώμα πρώτον πάντων.
3. Φανερόν είναι λοιπόν, ότι το αισθάνεσθαι διά της όψεως δεν δηλοί
έν μόνον πράγμα. Διότι, και όταν δεν ορώμεν {222}, διακρίνομεν όμως
διά της όψεως και το σκότος και το φως, αλλά όχι βέβαια κατά τον
αυτόν τρόπον. Προσέτι το ορών υποκείμενον είναι τρόπον τινά
χρωματισμένον, διότι εκάστη αίσθησις δέχεται το αισθητόν άνευ της
ύλης• διά τούτο, και όταν απομακρυνθώσι τα αισθητά, μένουσι τα
αισθήματα και αι φαντασίαι εις τας αισθήσεις (εις την ψυχήν).
4. Η δε ενέργεια του αισθητού αντικειμένου {223} και η ενέργεια της
αισθήσεως είναι μία και η αυτή ενέργεια (έν όλον), διαφέρει δε μόνον
η ουσία εκάστης αυτών {224} π. χ. ο ήχος ο κατ' ενέργειαν και η ακοή
η κατ' ενέργειαν (είναι έν). Διότι είναι βέβαια δυνατόν, καίπερ έχων
τις ακοήν, να μη ακούη, όπως και το δυνάμενον να ηχή δύναται να μη
ηχή πάντοτε{225}. Αλλά, όταν ενεργή το δυνάμενον να ακούη και ηχή το
δυνάμενον να ηχή, τότε η κατ' ενέργειαν ακοή και ο κατ' ενέργειαν
ήχος γίνονται συγχρόνως εντελείς και εκ τούτων δύναται τις να είπη,
ότι το μεν είναι άκουσις, το δε ήχησις (ψόφησις).
5. Εάν λοιπόν η κίνησις και η πράξις και το πάθος είναι εις αυτό το
κινούμενον ή ποιούμενον πράγμα, εξ ανάγκης και ο ήχος και η ακοή η
κατ' ενέργειαν είναι εν τη κατά δύναμιν ακοή {226}, διότι η ενέργεια
εκείνου, όπερ ποιεί και κινείται, συμβαίνει εις το πάσχον (και
κινούμενον) {227}. Διά τούτο δεν είναι αναγκαίον να κινήται αυτό το
κινούν. Διότι καθώς η ποίησις και η πάθησις γίνονται εις το πάσχον
αντικείμενον, αλλ' όχι εις το ποιούν, ούτω και η ενέργεια του
αισθητού αντικειμένου και η του αισθητικού υποκειμένου γίνεται εις το
αισθητικόν ον. Η ενέργεια λοιπόν του ηχητικού είναι ήχος ή ήχησις, η
δε του ακουστικού είναι ακοή ή άκουσις. Διότι και η ακοή είναι διττή
{228} και ο ήχος είναι διττός.
6. Τα αυτά δε λέγομεν και περί των άλλων αισθήσεων και αισθητών. Αλλά
διά τινας αισθήσεις υπάρχουσιν ειδικά ονόματα, ως η ήχησις και η
άκουσις, εις άλλας όμως το έν των αντιθέτων δεν έχει ίδιον όνομα•
ούτως η ενεργοποίησις της όψεως λέγεται όρασις, αλλ' η του χρώματος
δεν έχει όνομα, και η ενέργεια του γευστικού λέγεται γεύσις, αλλ' η
του χυμού είναι ανώνυμος.
7. Επειδή δε μία είναι η ενέργεια του αισθητού και η του αισθητικού,
διαφέρει δε μόνον η ουσία (έννοια) των δύο πραγμάτων, αναγκαίως
φθείρονται και διατηρούνται συγχρόνως η ούτω λεγομένη (κατ'
ενέργειαν) ακοή και ήχος {229} και χυμός και γεύσις και τα άλλα
ομοίως. Τούτο όμως δεν συμβαίνει αναγκαίως εις τα κατά δύναμιν
λεγόμενα {230}.
8. Αλλ' οι αρχαιότεροι {231} φυσικοί δεν ισχυρίζοντο καλώς
νομίζοντες, ότι άνευ όψεως δεν υπάρχει ούτε λευκόν ούτε μέλαν, ουδέ
χυμός άνευ γεύσεως. Εν μέρει έλεγον ορθά, εν μέρει δε όχι• διότι,
επειδή αι αισθήσεις και τα αισθητά λέγονται διττώς, άλλα μεν κατά
δύναμιν, άλλα δε κατ' ενέργειαν, διά τα κατά δύναμιν είναι ορθόν το
υπ' αυτών λεχθέν, αλλά διά τα κατ' ενέργειαν δεν ισχύει. Αλλά εκείνοι
εφήρμοζον τούτο απλώς (απολύτως) εις πράγματα, τα οποία δεν λέγονται
απλώς (απολύτως).
9. Εάν δε η αρμονία είναι φωνή τις και αν η φωνή (ο ήχος) και η ακοή
είναι καθ' ένα τρόπον έν (και κατ' άλλον τρόπον δεν είναι έν) {232},
και αν έτι η συμφωνία είναι μερών αναφορά, κατ' ανάγκην και η ακοή
είναι αναφορά μερών. Διά τούτο δε και μηδενίζει την ακοήν πάσα
υπερβολή του οξέος και του βαρέος, ομοίως δε η των χυμών μηδενίζει
την γεύσιν, και την όψιν μηδενίζουσι τα υπερβολικώς λαμπρά ή σκοτεινά
χρώματα, και την όσφρησιν αι ισχυραί οσμαί, είτε γλυκείαι είτε
αηδείς, διότι η αίσθησις είναι αναφορά τις {233}. Διά τούτο τα
πράγματα είναι ευάρεστα, όταν καθαρά όντα και αμιγή ανάγωνται εις την
προσήκουσαν αυτοίς αναλογίαν, ως λ.χ. το οξύ και το γλυκύ ή το
αλμυρόν και εις την αφήν το θερμόν και το ψυχρόν τότε μόνον ταύτα
είναι ευάρεστα. Εν γένει δε το μίγμα είναι η συμφωνία μάλλον παρά το
οξύ ή το βαρύ μόνα. Η αίσθησις είναι η αναφορά αυτών. Πάσα δε
υπερβολή προξενεί άλγος ή καταστρέφει το όργανον.
10. Εκάστη λοιπόν των αισθήσεων είναι αίσθησις του αισθητού
αντικειμένου αυτής, υπάρχει εις το αισθητήριον αυτής ως τοιούτον και
διακρίνει τας διαφόρους ποιότητας του αισθητού αντικειμένου αυτής. Λ.
χ. Η όψις κρίνει το λευκόν και το μέλαν {234} η δε γεύσις το γλυκύ
και το πικρόν ούτω δε και αι άλλαι. Επειδή δε διακρίνομεν το λευκόν
και το γλυκύ {235} και εκάστην των αισθητών ποιοτήτων διά της σχέσεως
της προς μερικήν αίσθησιν, διά τίνος άρά γε μέσου αισθανόμεθα και ότι
διαφέρουσιν αλλήλων αυταί αι αισθηταί ιδιότητες; Αναγκαίως διά τίνος
αισθήσεως, διότι ταύτα είναι αισθητά {236}.
11. Εκ τούτων γίνεται φανερόν, ότι δεν είναι η σαρξ το έσχατον
όργανον της αισθήσεως. Διότι άλλως το κρίνον υποκείμενον έπρεπεν
αναγκαίως να διακρίνη αντικείμενόν τι θίγον αυτό {237}. Αλλ' ούτε
πάλιν διά κεχωρισμένων αισθήσεων δύναται τις να κρίνη, ότι το γλυκύ
(ο χυμός) είναι διάφορον του λευκού (χρώματος) αλλά πρέπει και αι δύο
αυταί ιδιότητες να είναι φανεραί εις μίαν και την αυτήν αίσθησιν.
Διότι άλλως θα ήτο ως εάν εγώ μεν ησθανόμην το έν πράγμα, συ δε το
άλλο. Και ούτω θα εγίνετο φανερόν ότι ταύτα είναι διάφορα. Άρα πρέπει
μία μόνη δύναμις να λέγη ότι ταύτα είναι διάφορα• διότι το γλυκύ
είναι πράγματι διάφορον από το λευκόν. Λέγει άρα τούτο η αυτή
δύναμις, ώστε όπως το λέγει, ούτω το νοεί και το αισθάνεται.
12. Ότι λοιπόν δεν είναι δυνατόν με χωρισμένας αισθήσεις να κρίνωμεν
χωριστά πράγματα είναι φανερόν, ότι δε ούτε εις κεχωρισμένον χρόνον
δυνάμεθα να κρίνωμεν είναι φανερόν εκ τούτων. Διότι όπως το αυτό
ον{238} εν ημίν λέγει ότι το αγαθόν και το κακόν είναι διάφορα, ούτω
λέγει {239} ότι το έν είναι διάφορον του άλλου καθ' ην στιγμήν (ότε)
λέγει ότι είναι διάφορον. Το δε ότε δεν λαμβάνω εδώ κατά συμβεβηκός,
εννοώ δηλ. ότι το τώρα λ.χ. εν τη φράσει: λέγω τώρα ότι είναι
διάφορον, δεν λέγω, ότι &τώρα& ότε ομιλώ είναι διάφορον, αλλά το αυτό
εφαρμόζεται εις το πράγμα, λέγω δηλ. τώρα και άμα λέγω ότι τώρα είναι
αυτά διάφορα, λέγω άρα ότι συνάμα υπάρχουσι ταύτα. Ώστε τα δύο είναι
αχώριστα και εις αχώριστον χρόνον {240}.
13. Αλλά είναι αδύνατον να λαμβάνη συγχρόνως εναντίας κινήσεις το
αυτό πράγμα {241} καθ' ο ον αδιαίρετον και εις χρόνον αδιαίρετον.
Διότι, εάν το γλυκύ κινή την αίσθησιν ή την νόησιν κατά τούτον τον
τρόπον, το πικρόν τας κινεί κατ' εναντίον {242} και το λευκόν κατ'
άλλον διάφορον τρόπον. Είναι λοιπόν το κρίνον αριθμητικώς αδιαίρετον
άμα και αχώριστον {243}, αλλά κεχωρισμένον κατά τον τρόπον της
υπάρξεως του{244}. Τότε δύναται κατά τινα τρόπον ως διαιρετόν να
αισθάνηται τα διηρημένα {245} και κατ' άλλον ως αδιαίρετον να
αισθάνηται τα αδιαίρετα, διότι κατά μεν την ουσίαν είναι διαιρετόν,
κατά δε τον τόπον και τον αριθμόν είναι αδιαίρετον {246}• ή δεν είναι
δυνατόν τούτο ; Διότι δυνάμει {247} το αυτό και αδιαίρετον πράγμα
δύναται να περιέχη εναντίας ιδιότητας, κατά την ενέργειαν όμως όχι,
αλλά, όταν είναι ενεργεία, γίνεται διαιρετόν (χωρίζεται) και δεν
είναι δυνατόν να είναι λευκόν άμα και μέλαν. Ώστε λοιπόν ούτε τα
αισθητά είδη (του μέλανος και του λευκού) δύνανται να πάσχωσι τα
εναντία ταύτα, αν η αίσθησις και η νόησις είναι τοιαύτα είδη.
/14./
15. Αλλ' ενταύθα συμβαίνει μάλλον ό,τι και εις την στιγμήν (σημείον),
ως καλούσι τίνες αυτήν, ήτις είναι αδιαίρετος καθ' όσον είναι μία και
διαιρετή καθ' όσον είναι δύο {248}. Καθό λοιπόν αδιαίρετος η κρίνουσα
αρχή είναι μία και σύγχρονος με την αίσθησιν, καθό δε διαιρετή δεν
είναι έν, διότι το αυτό σημείον μεταχειρίζεται δις {249} και
συγχρόνως. Καθ' όσον λοιπόν μεταχειρίζεται το άκρον (της συναντήσεως)
ως δύο, διακρίνει δύο πράγματα, και ταύτα είναι κεχωρισμένα προς
αυτήν ως κεχωρισμένην δύναμιν{250}. Αλλά, καθ' όσον θεωρεί το σημείον
ως έν, αύτη κρίνει μεμονωμένως και συγχρόνως με την αίσθησιν. Περί
της αρχής λοιπόν, καθ' ην λέγομεν ότι το ζώον είναι αισθητικόν,
αρκούσιν οι ρηθέντες προσδιορισμοί {251}.
***
{218} Η ενέργεια της αισθητικής αντιλήψεως δεν τελειούται εν τοις
εξωτερικοίς αισθητηρίοις, αλλ' εν τη κοινή αισθήσει. Εκάστη ατομική
αίσθησις αντιλαμβάνεται ίδιον αισθητόν, χρώμα η όρασις, ήχον ή ακοή,
οσμήν η όσφρησις κτλ.• αλλά ταύτα είναι αισθηταί ποιότητες, ουχί
αντιλήψεις. Διά της όψεως λ. χ. έχομεν το αίσθημα του πρασίνου, αλλ'
ουχί την παράστασιν μήλου, ήτις αποτελείται εκ διαφόρων διορισμών
χρώματος, σκληρότητος, γεύσεως, μεγέθους κλπ. Οι διορισμοί όμως ούτοι
ενούνται είτα εις έν και αποτελούσι συγκεκριμένον τι αντικείμενον, το
μήλον. Την λειτουργίαν ταύτην της ενώσεως των διαφόρων ποιοτήτων
εκτελεί η κ ο ι ν ή α ί σ θ η σ ι ς . Επομένως μία των λειτουργιών
ταύτης είναι, ο σχηματισμός αντιλήψεων ή παραστάσεων. Δι' αυτής πάλιν
αναγνωρίζομεν ότι μερικά αισθήματα ανήκουσιν εις ημάς, δι' αυτής
γινώσκομεν ό,τι βλέπομεν, ακούομεν κτλ. Ούτως η συνείδησις είναι άλλη
λειτουργία της κοινής αισθήσεως. Αυτή πάλιν αντιλαμβάνεται τα κοινά
αισθητά αντικείμενα, ήτοι στάσιν, κίνησιν, αριθμόν, σχήμα και
μέγεθος, τα οποία καλούνται κοινά, διότι είναι αντιληπτά αμέσως υπό
της κοινής αισθήσεως και εμμέσως υπό των ατομικών αισθήσεων. Πάλιν αι
ατομικαί αισθήσεις δίδουσιν ημίν χρώμα, ήχον κλπ., αλλά δεν
διακρίνουσι μεταξύ ηδέος λ. χ. και λευκού, ούτε διαστέλλουσι
διαφόρους βαθμούς πικρίας. Τούτο είναι έργον κρίσεως και αποδίδεται
υπό του Αριστοτέλους εις την κοινήν αίσθησιν. Η διάκρισις μεταξύ
αληθούς και ψευδούς, μεταξύ πραγματικού και μη πραγματικού εις τας
αντιλήψεις ημών γίνεται υπό της κοινής αισθήσεως. Το αίσθημα, επειδή
είναι γεγονός μόνον και ως αισθητική κίνησις δεν ποιεί κρίσιν, είναι
πάντοτε αληθές, αλλά όταν η αισθητή ποιότης κατηγορήται κατά τινος
και σχηματίζηται κρίσις, τότε είναι δυνατή η πλάνη.— Της κοινής
αισθήσεως το διάμεσον είναι το αίμα και τα μερικά αισθητήρια, όργανον
δε είναι η καρδία.
{219} Τα χρώμα θα βλέπη 1ον η συνήθης όψις και 2ον η όψις της όψεως.
{220} Υποτιθεμένου ότι η νέα αίσθησις η βλέπουσα την όψιν θα βλέπηται
και αυτή από την άλλην. Άλλως η νέα αίσθησις, εκείνη ήτις ορά την
όψιν, δεν θα οράται υπό άλλης, αλλά θα ορά αύτη εαυτήν.
{221} Ότι δηλ. η συνήθης όψις ορά και εαυτήν και το χρώμα.
{222} Ούτως, η όψις δεν έχει ανάγκην να βλέπη ως συνήθως, διά να ίδη
πράγματά τινα, λ. χ. εαυτήν.
{223} Επειδή η ενέργεια του αισθητικού είναι η αυτή και του αισθητού,
διότι, αν η αίσθησις αντιληφθή το αισθητόν τούτο, δέον να αντιληφθή
και εαυτήν.
{224} Διότι είναι διάφορα αυτά τα πράγματα, εις α αι ενέργειαι
ανήκουσιν• εκατέρα δε είναι όρος της ετέρας.
{225} Λ. χ. ο κώδων δεν ηχεί, ειμή ότε κρούεται.
{226} Εν δυναμική καταστάσει.
{227} Η ενέργεια γίνεται επί όρου τινός εν δυνάμει όντος.
{228} Δυνάμει και ενεργεία.
{229} Η ενέργεια.
{230} Η δύναμις του ενός δεν είναι αναγκαίως συνδεδεμένη με την του
άλλου. Το εν δύναται να διατηρή την δύναμιν του και το άλλο όχι. Αλλ'
η ε ν έ ρ γ ε ι α του ενός είναι αναποσπάστως συνδεδεμένη με την του
άλλου.
{231} Ίσως ο Εμπεδοκλής, ο Δημόκριτος και ο Πρωταγόρας.
{232} Ενεργεία όντα είναι έν, δυνάμει όμως όντα είναι διάφορα.
{233} Και τι άλλο είναι η αίσθησις ειμή αναφορά και σχέσις του
αισθητού και της αισθήσεως, εάν δε ο είς των όρων τούτων πάθη ή
εκλείψη, συμπάσχει ή συνεκλείπει το όλον, η αναφορά.
{234} Κρίνει ομοειδή, ήτοι χρώματα, όπως και η γεύσις πάλιν ομοειδή,
ήτοι χυμούς.
{235} Ταύτα είναι ετεροειδή. Το λευκόν γνωρίζει η όψις, ουχί η
γεύσις, ήτις πάλιν μόνον το γλυκύ γνωρίζει. Απαιτείται λοιπόν άλλο
τι, ίνα συγκρίνη και διακρίνη τας ετεροειδείς αντιλήψεις. Τούτο δε το
κρίνον είναι η κοινή εσωτερική αίσθησις κατ' Αριστοτέλην.
{236} Αι αναφοραί όπως και αι διαφοραί των αισθητών δεν είναι
αισθηταί και μόνον το πνεύμα συλλαμβάνει αυτάς. Αν λ. χ. πολλαί
αντιλήψεις αποτελώσιν ενότητα, αν η μία είναι αίτιον και η άλλη
αποτέλεσμα, η ενότης και η σχέσις της αιτιότητος είναι μόνον προς την
συνείδησιν, η δε αίσθησις είναι όλως ξένη προς αυτάς.
{237} Αλλά πώς να κρίνη η αφή το χρώμα και τον ήχον ; Αλλά ούτε και
τα άλλα όργανα είναι τα έσχατα αισθητήρια. Ταύτα μεσολαβούσιν.
Έσχατον μόνον είναι η εσωτερική αίσθησις.
{238} Η κρίνουσα αίσθησις ή δύναμις.
{239} Λ. χ. περί του λευκού και του γλυκέος.
{240} Η εσωτερική αίσθησις είναι μία και αδιαίρετος σχετικώς προς τας
ειδικάς αισθήσεις και προς τον χρόνον. Εν μια και αδιαιρέτω στιγμή
διακρίνει και κρίνει τας διαφόρους αντιλήψεις.
{241} Η ουσία δέχεται τα εναντία δυνάμει, ουχί όμως συγχρόνως
(ενεργεία).
{242} Διότι το πικρόν είναι εναντίον του γλυκέος, ενώ το λευκόν είναι
απλώς διάφορον.
{243} Είναι δηλ. έν.
{244} Είναι διαιρετόν, καθ' όσον δύναται να γινώσκη συγχρόνως πολλάς
αντιλήψεις, ας συγκρίνει μεταξύ των.
{245} Τας διαφόρους αντιλήψεις.
{246} Καθ' ην στιγμήν τας ενώνει.
{247} Η καθό ύλη.
{248} Το σημείον είναι δύο και άρα διαιρετόν, διότι ον εν τω άκρω
μιας γραμμής δύναται να θεωρηθή και ως αρχή άλλης' ή άλλως το
σημείον, ως κέντρον κύκλου, είναι αρχή και τέλος πασών των ακτίνων,
αίτινες άγονται από του κέντρου εις την περιφέρειαν και τανάπαλιν.
{249} Η κυρία και πρώτη αίσθησις, ενιαίον κέντρον πάντων των
αισθημάτων, δέχεται τας διαφόρους αντιλήψεις διά των 5 αισθητηρίων
και συγκρίνει και διακρίνει αυτάς. Διά ταύτης λοιπόν αισθανόμεθα και
ότι ορώμεν διά της όψεως και ότι ακούομεν διά της ακοής, διότι διά
της δυνάμεως, δι' ης αισθανόμεθα τας διαφοράς των ενεργειών, διά
ταύτης αισθανόμεθα και αυτάς τας ενεργείας.
{250} Καθ' όσον η ψυχή θεωρεί το ενιαίον τούτο πράγμα εκ δυο απόψεων,
ως αρχήν και τέλος, ενεργεί κατά τρόπον διάφορον της αντιλήψεως, αλλά
καθ' όσον το θεωρεί ως έν αντικείμενον, άνευ διαφορών, συμπίπτει με
την ενέργειαν της αντιλήψεως.
{251} Το αίσθημα λοιπόν είναι και αποτελείται καθ' όσον η ενέργεια
του αισθητικού και του αισθητού τίθενται ως έν. Το οράν, ακούειν κλπ.
είναι μ ί α ενέργεια, αλλά κατά την άμεσον ύπαρξιν είναι διαφορά δύο
στοιχείων. Υπάρχει έν σώμα, όπερ λ.χ. ηχεί, και εν υποκείμενον, όπερ
ακούει• η ύπαρξις λοιπόν είναι διπλή, αλλά η ακοή είναι έν και είναι
μία μόνη ενέργεια αμφοτέρων. Ομοίως έχω το αίσθημα του σκληρού, του
ερυθρού τ. έ. το αίσθημα μου είναι σκληρόν ερυθρόν. Ευρίσκω εμαυτόν
ούτω διωρισμένον. Καίτοι η σκέψις λέγει ορθώς ότι εκτός εμού υπάρχει
ερυθρόν σκληρόν πράγμα και ότι τούτο και ο δάκτυλος μου είναι δύο
διάφορα, αλλ' είναι και έν• ο οφθαλμός μου, η όρασίς μου είναι ερυθρά
και το πράγμα. Την διαφοράν και την ταυτότητα ταύτην αποδεικνύει ο
Αριστ. και επιμένει εις αυτήν. Τω όντι η αίσθησις είναι μορφή
ταυτότητος, είναι η κατάλυσις της διακρίσεως, του χωρισμού του
υποκειμενικού και του αντικειμενικού. Το απλούν, η ατομική ψυχή ή το
εγώ αισθανόμενον είναι ενότης διαφορών ή εν ταις διαφοραίς. (Εγέλου
Ιστορία της Φιλοσ. σελ. 382 έκδ. 1833.)
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'
&Περί φαντασίας.— Η αίσθησις και η νόησις διαφέρουσιν αλλήλων.—
Πλάναι αρχαιοτέρων φιλοσόφων. — Διαφοραί φαντασίας από των άλλων
δυνάμεων, αισθήσεως, επιστήμης, νου, δόξης. —Φύσις της φαντασίας.—
Αναφοραί αυτής προς την αίσθησιν.&
1. Επειδή την ψυχήν ορίζουσι κυρίως διά δύο διάφορων χαρακτηριστικών,
ήτοι διά της τοπικής κινήσεως και εξ άλλου διά της νοήσεως, της
κρίσεως και της αισθήσεως, νομίζεται ότι και το νοείν και το φρονείν
είναι είδος τι αισθήσεως, διότι και κατά τας δύο ταύτας ενεργείας η
ψυχή κρίνει και γινώσκει τι εκ των όντων. Και οι αρχαίοι δε έλεγον
ότι είναι τα αυτό η νόησις και η αίσθησις. Ούτως ο Εμπεδοκλής είπεν
ότι,«Όταν είναι παρόν (το πράγμα), αυξάνεται η φρόνησις των ανθρώπων»
και αλλαχού «Εκ τούτου συμβαίνει εις αυτούς πάντοτε να σκέπτωνται
περί πραγμάτων διαφόρων». Το αυτό δηλούσι και τα του Ομήρου «Τοιούτος
είναι ο νους».
2. Πάντες δήλα δή ούτοι υπολαμβάνουσιν, ότι η νόησις είναι σωματικόν
τι καθώς η αίσθησις, και ότι το όμοιον αισθάνεται και νοεί το όμοιον,
ως είπομεν εν αρχή της πραγματείας ταύτης. Και όμως ούτοι έπρεπε
συγχρόνως να είπωσι και πώς απατάται η ψυχή {252}, διότι η απάτη
είναι συνηθεστέρα εις τα ζώα, και η ψυχή αυτών περισσότερον χρόνον
ευρίσκεται εν τη απάτη. Δι' ο κατά την θεωρίαν ταύτην ή πρέπει, καθώς
λέγουσί τινες, πάντα όσα φαίνονται, να είναι αληθή ή πρέπει άλλως η
θίξις του ανομοίου να είναι η απάτη, διότι αύτη είναι η γνώμη η
εναντία προς το ότι το όμοιον γνωρίζει το όμοιον. Φαίνεται δε ότι εν
τη περιπτώσει ταύτη και η απάτη και η γνώσις των εναντίων είναι η
αυτή {253}.
3. Ότι λοιπόν δεν είναι το αυτό πράγμα η αίσθησις και η νόησις, είναι
φανερόν διότι της μεν αισθήσεως μετέχουσι πάντα τα ζώα, της δε
νοήσεως ολίγα {254} μόνον. Αλλ' ούτε κατά τούτο είναι το αυτό με την
αίσθησιν η νόησις, εν η διορίζονται το ορθόν και το μη ορθόν, και η
μεν ορθή νόησις είναι φρόνησις και επιστήμη και αληθής δόξα {255}, η
δε μη ορθή νόησις τα εναντία τούτων. Δήλα δή η μεν αίσθησις, όταν
αισθάνηται των ιδίων αντικειμένων, είναι πάντοτε αληθής και υπάρχει
εις πάντα τα ζώα, αλλά δύναται τις να διανοήται και ψευδώς και η
δύναμις αύτη, η διάνοια, δεν υπάρχει εις κανέν ζώον, εις το οποίον
δεν υπάρχει και ο λόγος.
4. Και η φαντασία δε είναι διάφορος και της αισθήσεως και της
διανοίας, και δεν γίνεται μεν άνευ αισθήσεως, αλλά και άνευ αυτής
(της φαντασίας) δεν υπάρχει σύλληψις.{256} Είναι δε φανερόν ότι η
φαντασία και η σύλληψις διαφέρουσι. Διότι το πάθος τούτο, η φαντασία,
εξαρτάται εξ ημών, και, όταν θέλωμεν, δυνάμεθα να φανταζώμεθα (διότι
δυνάμεθα έμπροσθεν των οφθαλμών ημών ν' ανακαλέσω μεν οιονδήποτε
αντικείμενον, καθώς μεταχειρίζονται εικόνας εις την μνημονικήν
τέχνην). Αλλά να δοξάζωμεν {257} δεν εξαρτάται εξ ημών, διότι
αναγκαίως πάσα δόξα (γνώμη) είναι ή ψευδής ή αληθής {258}. Προσέτι
δε, όταν η δόξα ημών αναφέρηται εις τι δεινόν ή φοβερόν, ευθύς
συμπάσχομεν, ομοίως δε συμπάσχομεν και όταν συλλάβωμεν θαρραλέον τι.
Αλλ' ως προς την φαντασίαν ευρισκόμεθα ούτως, ως εάν βλέπωμεν έν τινι
ζωγραφιά πράγματα φοβερά ή θαρραλέα.
5. Υπάρχουσι δε και αυτής της υπολήψεως διαφοραί η επιστήμη και η
δόξα και η φρόνησις και τα εναντία τούτων . Αλλά περί των διαφόρων
σημασιών αυτών θα ομιλήσωμεν αλλαχού. Περί δε της νοήσεως, επειδή
είναι διάφορος της αισθήσεως, και έν τινι σημασία φαίνεται ότι είναι
φαντασία, κατ' άλλην δε σύλληψις, πρώτον θα ομιλήσωμεν περί φαντασίας
και έπειτα περί της συλλήψεως.
6. Εάν η φαντασία είναι η δύναμις, διά της οποίας λέγομεν ότι
φάντασμα τι (εικών) μας εμφανίζεται, και αν τούτο λέγωμεν ουχί
μεταφορικώς, τότε η φαντασία είναι μία δύναμις ή μία έξις εξ εκείνων,
διά των οποίων κρίνομεν και γινώσκομεν το αληθές ή το ψευδές.
Τοιαύται δε δυνάμεις είναι η αίσθησις, η δόξα, η επιστήμη και ο νους.
Ότι δε η φαντασία δεν είναι αίσθησις, είναι φανερόν εκ των επομένων.
Η αίσθησις δηλ. είναι η δύναμις ή ενέργεια, ως η όψις και η όρασις.
Αλλά και χωρίς να υπάρχη τις εκ τούτων των όρων λειτουργεί η
φαντασία. Τοιαύτα είναι τα φαντάσματα, τα οποία συμβαίνουν κατά τους
ύπνους (όνειρα) {259}. Έπειτα η αίσθησις είναι πάντοτε παρούσα, η
φαντασία όμως ουχί. Εάν δε η φαντασία ήτο το αυτά με την κατ'
ενέργειαν αίσθησιν, τότε θα υπήρχεν εις πάντα τα ζώα, αλλά δεν
φαίνεται αληθές τούτο• π. χ. δεν υπάρχει εις τον μύρμηκα, εις την
μέλισσαν ή εις τον σκώληκα. Προσέτι αι μεν αισθήσεις είναι πάντοτε
αληθείς, τα δε φαντάσματα είναι ως επί το πλείστον ψευδή. Έπειτα,
όταν η κατ' ενέργειαν αίσθησις ημών είναι ακριβής ως προς το αισθητόν
αντικείμενον, δεν λέγομεν ότι φανταζόμεθα, ότι τούτο είναι λ. χ.
άνθρωπος, αλλά ούτω λέγομεν μόνον όταν δεν αισθανώμεθα σαφώς• τότε η
αίσθησις δύναται να είναι αληθής ή ψευδής. Και προσέτι, ως και
πρότερον είπομεν, αι εικόνες μας εμφανίζονται, και όταν κλείωμεν τα
όμματα.
/7./
8. Αλλά προσέτι η φαντασία δεν είναι ούτε εκ των πάντοτε αληθευουσών
δυνάμεων, οίαι είναι η επιστήμη ή ο νους• διότι η φαντασία δύναται να
είναι και ψευδής• λείπεται λοιπόν να ίδωμεν αν είναι δόξα, διότι
γίνεται και δόξα αληθής και δόξα ψευδής. Αλλά την δόξαν (γνώμην)
παρακολουθεί η πίστις, διότι δεν είναι δυνατόν έχων τις μίαν γνώμην
να μη πιστεύη εις την γνώμην του. Αλλά πίστις δεν υπάρχει εις κανέν
των κατωτέρων ζώων, ενώ φαντασία υπάρχει εις πολλά. [Προσέτι, αν εις
πάσαν δόξαν ακόλουθη η πίστις, εις την πίστιν ακολουθεί η πεποίθησις
και εις την πεποίθησιν παρακολουθεί ο λόγος• αλλ' όμως εις τινα των
ζώων υπάρχει η φαντασία, ουχί όμως ο λόγος].
9. Είναι λοιπόν φανερόν ότι η φαντασία δεν είναι ούτε δόξα ηνωμένη
μετ' αισθήσεως ούτε δόξα (ερχομένη) διά της αισθήσεως, ούτε συμπλοκή
δόξης και αισθήσεως {260}. Και διά ταύτα είναι φανερόν, ότι η δόξα
δεν είναι δόξα άλλου πράγματος ειμή εκείνου, το οποίον είναι και της
αισθήσεως αντικείμενον, θέλω να είπω λ.χ. ότι η φαντασία του λευκού
είναι η συμπλοκή δόξης του λευκού και αισθήσεως του λευκού, αλλ' ουχί
συμπλοκή δόξης του αγαθού και αισθήσεως του λευκού. Η φαντασία ούτως
είναι δόξα περί εκείνου, όπερ αισθάνεταί τις ουχί κατά συμβεβηκός
{261}.
10. Αλλά πάλιν έχομεν και εικόνας ψευδείς πραγμάτων, περί των οποίων
συγχρόνως έχομεν αληθή σύλληψιν, π. χ. φαίνεται μεν ο ήλιος έχων ενός
ποδός διάμετρον, αλλ' όμως πιστεύεται ότι είναι μεγαλύτερος της γης.
Δέον λοιπόν ή να βάλη τις κατά μέρος την αληθή γνώμην του ην είχε
περί του πράγματος (χωρίς όμως τούτο να μεταβληθή και χωρίς ούτος να
λησμονήση την γνώμην του ή να μεταβάλη αυτήν) ή αν την έχη ακόμη,
αναγκαίως η αυτή γνώμη είναι αληθής άμα και ψευδής {262). Αλλά ψευδής
θα εγίνετο γνώμη τις, ότε απαρατηρήτως ήθελε μεταβληθή το πράγμα
{263}. Η φαντασία λοιπόν δεν είναι ούτε μία των ειρημένων δυνάμεων,
ούτε εξ αυτών αποτελείται.
11. Αλλ' επειδή δύναται πράγμα τι κινηθέν να κινήση άλλο, η δε
φαντασία φαίνεται ότι είναι κίνησίς τις, ήτις δεν γίνεται άνευ
αισθήσεως, αλλά μόνον εις όντα αισθανόμενα και προς πράγματα των
οποίων δύναται να γίνη αίσθησις, και επειδή είναι δυνατόν να γίνη
κίνησις μόνον υπό της ενεργείας της αισθήσεως, η κίνησις δε αύτη
πρέπει να είναι ίση με την δύναμιν της αισθήσεως, διά τούτο η
φαντασία, δύναται τις ειπείν, είναι κίνησις, ήτις ούτε άνευ αισθήσεως
ούτε εις μη αισθανόμενα όντα δύναται να υπάρχη. Προσέτι πολλά δύναται
να πράξη και να πάθη διά ταύτην το υποκείμενον το έχον αυτήν, και
τέλος αύτη δύναται να είναι και αληθής και ψευδής.
12. Τούτο {264} δε συμβαίνει διά τους εξής λόγους. Το αίσθημα των
πραγμάτων, τα οποία ιδιάζουσιν εις εκάστην των αισθήσεων, είναι
αληθές ή έχει ολίγιστον το ψεύδος. Δεύτερον το αίσθημα δύναται να
αναφέρηται εις το συμβεβηκός, και τότε δύναται να ψεύδηται (να
πλανάται). Ότι π. χ. πράγμα τι είναι λευκόν αληθεύει, αν όμως
προστεθή, ότι το λευκόν αντικείμενον είναι τούτο ή άλλο τι πράγμα,
γεννάται απάτη. Τρίτον πλάνη γεννάται επί των κοινών ιδιοτήτων εις
πάσας τας αισθήσεις και επί εκείνων τα οποία επακολουθούσιν εις τα
συμβεβηκότα, εν οις περιέρχονται ιδιαίτεραι ιδιότητες, εννοώ π. χ.
κίνησιν και μέγεθος, τα οποία είναι συμβεβηκότα των αισθητών
αντικειμένων, και ως προς τα οποία προ πάντων είναι δυνατόν να
απατηθή τις υπό της αισθήσεως.
13. Αλλ' η κίνησις η γινομένη υπό της ενεργείας της αισθήσεως θα
διαφέρη κατά τα τρία ταύτα είδη αισθήσεως (τα εξής). Η μεν πρώτη
κίνησις η προερχομένη εκ της αισθήσεως {265} παρούσης είναι αληθής•
αι δε άλλαι δύο, είτε παρόν είναι το αισθητόν είτε όχι, δύνανται να
είναι ψευδείς, αλλά μάλιστα όταν το αισθητόν είναι μακράν. Εάν λοιπόν
η φαντασία ουδέν άλλο περιέχη παρά τα ειρημένα, και αν είναι αύτη
ό,τι ελέχθη, δύναται να ορισθή, ότι η φαντασία είναι κίνησις γινομένη
(εν τη ψυχή) υπό της ενεργεία αισθήσεως.
14. Επειδή δε η όψις είναι η κατ' εξοχήν αίσθησις, διό η φαντασία
έλαβε το όνομα της εκ του φάους (φωτός), διότι είναι αδύνατον να
ίδωμεν άνευ φωτός.
15. Και επειδή αι εικόνες της φαντασίας εμμένουσιν (εν τη ψυχή) και
είναι όμοιαι με τα αισθήματα, πολλά ένεκεν αυτών πράττουσι τα ζώα,
άλλα μεν διότι δεν έχουσι νουν, π. χ. τα κατώτερα ζώα, άλλα δε, ως οι
άνθρωποι, διότι ενίοτε επισκοτίζεται ο νους αυτών υπό του πάθους, ή
των νόσων ή του ύπνου. Περί της φαντασίας λοιπόν τι είναι και διά τι
είναι αύτη ας αρκέσωσι τα ειρημένα.{266}
***
{252} Ώφειλον να μη είπωσι μόνον πως η ψυχή γινώσκει, θίγουσα το
όμοιον, αλλά και πως εξαπατάται.
{253} Επειδή τα εναντία είναι αχώριστα, ο γινώσκων το έν αυτών
γινώσκει και το άλλο, και ο απατώμενος περί του ενός απατάται και
περί του άλλου.
{254} Οι άνθρωποι μόνοι και εκ τούτων ουχί πάντες έχουσι νόησιν.
{255} Του νοείν είδη είναι α') φρόνησις, όταν έχη αντικείμενον
πρακτικόν σκοπόν• β') επιστήμη, όταν η νόησις είναι θεωρητική και το
συμπέρασμα αποδεικτόν• γ') δόξα αληθής, όταν το συμπέρασμα (η κρίσις)
είναι αληθές, αλλά δεν προκύπτει δι' επιστημονικής πορείας ή δεν
είναι αποδεικτόν.
{256} Υπόληψιν λέγει ο Αριστοτέλης. Είδη της υπολήψεως είναι
επιστήμη, δόξα, φρόνησις και τα εναντία αυτών.
{257} Να φέρωμεν κρίσιν επί αντιλήψεως.
{258} Η φαντασία είναι ελευθέρα εις την μόρφωσιν εικόνων, η κρίσις
όμως δεν είναι αυθαίρετος. Δι' ο η κρίσις είναι αναγκαίως αληθής ή
ψευδής, οφείλει δε να είναι αληθής.
{259} Δεν υπάρχει δύναμις, διότι βλέπομεν υπνώττοντες την εικόνα,
αλλ' ούτε και ενεργεία όψις υπάρχει, διότι κοιμώμεθα.
{260} Αναιρεί την διδασκαλίαν του Πλάτωνος, λέγοντος ότι, όταν
αισθανώμεθα τι και προσέτι έχωμεν την δόξαν ότι τούτο ούτως έχει,
τότε αυτό είναι η φαντασία.
{261} Πρέπει άρα η αίσθησις και η δόξα να συμφωνώσι και να μη
αντιμάχωνται, ίνα ενωθώσι και αποτελέσωσι την φαντασίαν, αλλ' αν η
μία αληθεύη και η άλλη ψεύδηται, ως εν τω παρατιθεμένω παραδείγματι
του ήλιου, αδύνατον να συμπλακώσιν εις μίαν φαντασίαν.
{262} Όπερ αδύνατον.
{263} Ανάγκη ή να αποβάλη τις την αληθινήν δόξαν περί ηλίου, ή
φυλάττων αυτήν να αμελή της αισθήσεως. Αλλά είναι αδύνατον να αποβάλη
την δόξαν, ενώ και το πράγμα δεν μετεβλήθη, αλλά διατηρείται και αυτό
ομοίως, ως και ο δοξάζων• ούτε πάλιν φυλάττων την δόξαν δύναται να
πιστεύη εις την φαντασίαν, ότι είναι ποδιαίος ο ήλιος.
{264} Το να είναι αληθής ή ψευδής ή φαντασία.
{265} Της αντιλήψεως των ιδιαζόντων εις έκαστον, ως λ.χ. το φως είναι
ίδιον της όψεως.
{266} Τα στάδια της γνώσεως είναι τρία: Πρώτον είναι η αίσθησις,
δεύτερον η φαντασία, η δύναμις της χρήσεως εικόνων απόντων
αντικειμένων, και τρίτον ο νους. Η φαντασία προϋποθέτει αναγκαίως την
αίσθησιν και ο νους την φαντασίαν. Η αίσθησις χορηγεί εις την ψυχήν
πληθύν εντυπώσεων και εικόνων του εξωτερικού κόσμου, και αναφέρεται
εις παρόν αντικείμενον. Η φαντασία είναι η δύναμις του φυλάττειν και
αναπλάττειν τας εντυπώσεις και τας εικόνας, όταν τα αντικείμενα δεν
είναι παρόντα. Είναι δε φανερόν, ότι άνευ της φαντασίας ούτε μνήμη
ούτε νόησις δύνανται να λειτουργήσωσιν. Η λέξις φαντασία δηλοί και
την δύναμιν και το φάντασμα, ήτοι την εσωτερικήν εικόνα απόντος
αισθητού αντικειμένου. Προσέτι δηλοί και την εμφάνειαν και το ψευδές
φάσμα. Η πιστή εικών του πραγματικού είναι τόσον αληθής, όσον και το
αίσθημα. Ούτως η φαντασία παρέχει εικόνα και φως εντός της ψυχής.
Είναι δε διττή, φαντασία αισθητική, ήτοι αναπλαστική των εικόνων του
πραγματικού κόσμου, και φαντασία λογιστική, ήτοι πλαστική ή
δημιουργική, ήτις ανήκει μόνον εις τον άνθρωπον, ενώ την πρώτην
έχουσι και τα κτήνη.
{Η φαντασία, ως δύναμις δεχόμενη ή τηρούσα τας εικόνας, είναι η πηγή
της μνήμης και της αναμνήσεως. —Φαντασία και μνήμη διαφέρουσι κατά
δύο τινά• α') η μνήμη θεωρεί το φάντασμα ως εικόνα, ως αντίτυπον
πράγματος τίνος, ενώ η φαντασία θεωρεί αυτό απλώς ως εικόνα, β') η
μνήμη θεωρεί ότι το πράγμα, ου αντίτυπον είναι το φάντασμα, έχομεν
ίδει ή μάθει, αναγνωρίζομεν αυτό ως μέρος παρελθούσης εμπειρίας.—
Ανάμνησις είναι η βεβουλευμένη και συνειδητή αναπόλησις της εικόνος,
εξαρτάται δε εκ του αρχικού συνειρμού των κινήσεων ή των στοιχείων.
Δυνάμει του συνειρμού τούτου μία εικών αναπλάττεται υπ' άλλης
πρότερον συνδεθείσης μετ' αυτής. Οι νόμοι αυτού είναι 1) ο του
ομοίου, 2) ο του εναντίου, 3) ο του σύνεγγυς ή συνεχομένου. Η
δημιουργική φαντασία πλάττει εικόνας, αίτινες δεν αντιστοιχούσι προς
παρελθούσας εμπειρίας ή αισθήσεις, αλλ' έχουσι μόνον ιδανικήν ή
υποκειμενικήν ύπαρξιν. Τοιαύται εικόνες είναι και αι φαντασίαι καθ'
ύπνους και εν παραφροσύνη, αλλά και αι της καλλιτεχνίας κλπ. Η
φαντασία αύτη χορηγεί εις τον νουν γενικάς εικόνας προς σχηματισμόν
γενικών εννοιών.
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'
&Περί του νου. — Αναφοραί νου και αισθήσεως.— O νους είναι προς τα
νοητά ό,τι η αίσθησις προς τα αισθητά = δεκτικός ειδών. Αλλ' ο νους
είναι απαθής και χωριστός των αισθητών. — Διαφοραί νου και
αισθήσεως.— Λίαν σφοδρά αίσθησις δεν είναι αντιληπτή, όσω όμως μάλλον
νοητόν το αντικείμενον, τόσω μάλλον καταληπτόν υπό του νου.— O νους
δυνάμει είναι τα νοητά.— O νους δύναται να νοή εαυτόν. {267}
1. Περί δε του μέρους της ψυχής, διά του οποίου αύτη γινώσκει και
διανοείται, είτε το μέρος τούτο είναι χωριστόν {268} είτε δεν είναι
χωριστόν κατά μέγεθος (πραγματικώς) αλλά κατά λόγον (υπό της
νοήσεως), ανάγκη να εξετάσωμεν τι έχει ως διακριτικόν {269} γνώρισμα
και πώς γίνεται η νόησις.
2. Αν η νόησις είναι καθώς η αίσθησις, ή είναι πάθος τι {270} όπερ
ενεργεί το νοητόν αντικείμενον, ή είναι άλλο τι τοιούτον.
3. Πρέπει λοιπόν να είναι απαθής μεν {271}, ικανή όμως να δέχηται το
είδος (των ιδίων αντικειμένων) και δυνάμει να είναι όμοια (με το
πράγμα) αλλ' ουχί αυτό το πράγμα, και όπως η αίσθησις είναι προς τα
αισθητά, τοιαύτην σχέσιν πρέπει και ο νους να έχη προς τα νοητά.
Αναγκαίως άρα ο νους, επειδή νοεί πάντα τα όντα, είναι αμιγής
(χωριστός από τα όντα), καθώς λέγει ο Αναξαγόρας, ίνα δεσπόζη, τούτ'
έστιν ίνα γνωρίζη αυτά. Διότι ο νους εμποδίζει και αποκλείει παν
στοιχείον, όπερ είναι ξένον και συνεμφανίζεται, ώστε η φύσις αυτού
ουδεμία άλλη είναι ειμή αύτη, ότι δηλ. είναι δύναμις ή δυνατός (να
περιλάβη τας φύσεις και τα είδη πάντων των άλλων). Άρα ο ονομαζόμενος
νους της ψυχής (λέγω δε νουν εκείνο δι' ου η ψυχή διανοείται και
πλάττει συλλήψεις) δεν είναι ενεργεία ουδέν εκ των όντων, πριν να
νοήση αυτό {272}.
4. Διά τούτο δεν είναι εύλογον (να δεχθώμεν) ότι είναι μεμιγμένος με
το σώμα {273}, διότι άλλως θα ελάμβανε ποιότητα τινα, θα εγίνετο
ψυχρός ή θερμός (ως σώμα) ή θα ήτο όργανον τι, όμοιον με αισθητήριον.
Αλλ' ουδέν τοιούτον είναι ο νους. Και ορθώς λέγουσιν {274} ότι η ψυχή
είναι τόπος των ειδών, πλην ούτε ολόκληρος η ψυχή είναι τοιαύτη, αλλά
μόνον η νοητική ψυχή, ούτε είναι εντελέχεια τα είδη (αι ιδέαι), αλλά
δυνάμει {275}.
5. Είναι δε φανερόν και εκ των αισθητηρίων και εκ της αισθήσεως, ότι
δεν είναι όμοιαι η απάθεια του αισθητικού μέρους της ψυχής και η του
νοητικού. Διότι η μεν αίσθησις δεν δύναται να αισθάνηται το αισθητόν,
όταν τούτο ενεργή σφοδρώς, λ. χ. ούτε ήχον ακούει, όταν ηχώσι μεγάλοι
ήχοι, ούτε χρώματα βλέπει, όταν είναι λίαν ζωηρά, ούτε οσμάς
αισθάνεται, όταν είναι λίαν δυναταί. Αλλ' ο νους, όταν νοήση τι
σφοδρά νοητόν (βαθύ νόημα), ουχί ολιγώτερον, αλλά περισσότερον νοεί
τας μικροτέρας λεπτομέρειας. Διότι η μεν αισθητική δύναμις δεν
υπάρχει άνευ του σώματος, ο δε νους είναι χωριστός από του σώματος
{276}.
6. Όταν δε ο νους νοών γείνη έκαστον των νοητών ούτως, όπως λέγεται
επιστήμων ο κατ' ενέργειαν επιστήμων {277}, τούτο δε συμβαίνει, όταν
δύναται ούτος να ενεργή {278} δι' εαυτού μόνου, είναι μεν ο νους και
τότε κατά τινα τρόπον δυνάμει, αλλ' όχι ομοίως, όπως πριν να μάθη ή
εύρη το αντικείμενον {279}, διότι αυτός ούτος τότε δύναται να νοή
εαυτόν {280}.
7. Επειδή δε άλλο είναι αισθητόν τι μέγεθος και άλλο το είδος, η
ουσία του μεγέθους, άλλο ύδωρ τι αισθητόν και άλλο το είδος (η φύσις)
του ύδατος• ομοίως δε και εις πολλά άλλα (αλλ' ουχί εις πάντα, διότι
είς τινα είναι τα αυτά), το είδος της σαρκός και την αισθητήν σάρκα η
ψυχή κρίνει ή δι' άλλου μέρους έκαστον χωριστά ή διά του αυτού, άλλως
όμως έχοντος {281}. Διότι η μεν σαρξ αύτη δεν υπάρχει άνευ της
ύλης{282}, αλλά, όπως η σιμότης (της ρινός) {283}, είναι τούτο το
μερικόν πράγμα εις τούτο το πράγμα. Διά της αισθήσεως λοιπόν η ψυχή
διακρίνει το θερμόν και το ψυχρόν και εκείνας τας ποιότητας, των
οποίων αναφορά και ένωσις είναι η σαρξ. Την έννοιαν (φύσιν) όμως της
σαρκός κρίνει η δι' άλλης δυνάμεως, ήτις είναι διάφορος και χωριστή
{284} ή όπως κεκλασμένη γραμμή {Σημ 29} αναφέρεται προς εαυτήν, όταν
εκταθή.
8. Το ευθύ {285} θεωρούμεν εις τα κατ' αφαίρεσιν όντα (τα
μαθηματικά), όπως το σιμόν, διότι συνδέονται μετά της υλικής
συνεχείας (του σώματος). Αλλ' ως προς την έννοιαν ή το είδός τινος,
εάν είναι διάφορα η έννοια του ευθέος και το ευθύ πράγμα (και είναι
όντως δύο πράγματα), άλλη δύναμις κρίνει αυτήν. Η ψυχή λοιπόν κρίνει
εις τας δύο περιπτώσεις δι' άλλης δυνάμεως ή διά μιας διαφοροτρόπως
διακειμένης. Και εν γένει, όπως υπάρχουσι πράγματα χωριστά
(αφηρημένα) από της ύλης, ούτως είναι και τα του νου.
9. Δύναται τις να ερωτήση : αν ο νους είναι απλούς και απαθής και
ουδέν κοινόν έχη με οιονδήποτε άλλο πράγμα, καθώς λέγει ο Αναξαγόρας,
πώς δύναται να νοή, αν η νόησις (το νοείν) είναι πάθος (πάσχειν) τι;
Διότι μόνον καθ' όσον υπάρχει κοινόν τι μεταξύ δύο τινών φαίνονται,
ότι το μεν ποιεί, το δ' άλλο πάσχει {286}.
10. Προσέτι ερωτάται, αν ο νους είναι και αυτός νοητός (αντικείμενον
νοήσεως). Εάν είναι νοητός, τότε ή θα υπάρχη εις τα άλλα πράγματα
{287}, εκτός εάν είναι νοητός κατά τρόπον διάφορον αυτών και το
νοητόν αντικείμενον είναι έν μόνον πράγμα κατά το είδος,—ή άλλως ο
νους έχει μικτήν τινα σύνθεσιν {288}, η οποία τον καθίστα νοητόν,
όπως τα άλλα πράγματα {289}.
11. Αλλά «το μεν πάσχειν κατ' αναφοράν {290} προς κοινόν στοιχείον»
έχει ανωτέρω διακριθή και ορισθή, ότι ο νους είναι τρόπον τινά
δυνάμει τα νοητά, αλλά πριν να νοήση δεν είναι ουδέν εντελεχώς, και
ούτω πρέπει να συμβαίνη, όπως εις πινάκιον, εις το οποίον τίποτε δεν
υπάρχει πραγματικώς γεγραμμένον. Και τούτο ακριβώς συμβαίνει εις τον
νουν {291}.
12. Και αυτός είναι αντικείμενον νοήσεως (νοητός) καθώς τα άλλα νοητά
πράγματα {292}. Διότι εις τα άυλα ταύτα όντα το νουν ον και το
νοούμενον είναι το αυτό πράγμα. Η θεωρητική επιστήμη {293} και το
ούτως γινωσκόμενον αντικείμενον είναι έν και το αυτό. Ανάγκη όμως να
εξετασθή διά τίνα αιτίαν δεν νοεί πάντοτε {294}. Αλλ' εις τα πράγματα
τα έχοντα ύλην έκαστον αυτών είναι μόνον δυνάμει νοητόν {295}, ώστε
εις ταύτα μεν δεν είναι στοιχείον ο νους {296}, διότι ο νους είναι
δύναμις των πραγμάτων τούτων άνευ της ύλης των, ενώ εις αυτόν τον
νουν υπάρχει το αντικείμενον της νοήσεως {297}.
***
{267} Το παρόν κεφάλαιον είναι το σπουδαιότερον της όλης
συγγραφής.
{268} Κατά τόπον.
{269} Από των άλλων μερών της ψυχής.
{270} Ουχί κυρίως πάθημα, αλλά προαγωγή εκ δυνάμεως εις ενέργειαν και
τελείωσιν.
{271} Ούτε να υφίσταται κυριολεκτικώς πάθος, ούτε να έχη ίδιον είδος,
αλλά να είναι δυνάμει πάντα τα είδη.
{272} Ο νους μόνον αφού νοήση γίνεται ως τα πράγματα α νοεί, όπως και
η αίσθησις γίνεται ως τα αισθητά, όταν αισθανθή αυτά.
{273} Μόνον σώμα μίγνυται με σώμα.
{274} O Πλάτων και η Ακαδημία.
{275} Μεταφορικώς λέγεται η ψυχή τόπος ειδών, ουχί όλη, αλλά μόνον η
αισθητική και η νοητική δύναμις αυτής, και ουχί διότι η ψυχή
περιέχει, αλλά διότι γίνεται τα νοητά και τα αισθητά. Ο νους όμως
είναι δυνάμει τα νοητά (αι ιδέαι), ενεργεία δε νοών ταύτα νοεί
εαυτόν.
{276} Δεν έχει όργανα ειδικά ως η αίσθησις, αλλά λειτουργεί
ανεξάρτητος από του σώματος.
{277} O αμαθής είναι δυνάμει επιστήμων, έχει την δύναμιν να γείνη
επιστήμων. Όταν όμως μάθη την επιστήμην, κατέχει (έξις) αυτήν, και
είναι μεν και τότε δυνάμει, αλλ' όχι όπως πριν να μάθη. Όταν δε
ενεργοποιή την επιστήμην ην έχει (λ. χ. ο ιατρός την ιατρικήν), τότε
είναι ενεργεία ή εντελέχεια επιστήμων.
{278} Τότε δεν έχει ανάγκην διδασκαλίας, αλλ' εξ ιδίας ενεργείας νοεί
τα πράγματα και εαυτόν.
{279} Πρότερον ήτο απλή δύναμις, πριν να νοήση ήτο μηδέν. Πριν να
μάθη= διδαχθή. Πριν να εύρη=ανακαλύψη τι εξ ιδίας ενεργείας. {280} Ο
νους νοήσας ήδη έγεινεν αυτά τα πράγματα, τα οποία νοεί, και τώρα
νοών αυτά νοεί εαυτόν.
{281} Μία δύναμις διαφόρως διατιθεμένη, ήτοι υπό διαφόρους όρους
δρώσα, δύναται να γινώσκη ότε μεν το αισθητόν, λ. χ. τούτο το ύδωρ,
ότε δε το καθόλου, την ουσίαν και το είδος των πραγμάτων, το ύδωρ εν
γένει. Αλλ' εις μεν τα φυσικά πράγματα η ύπαρξις του πράγματος και το
είδος ή η έννοια αυτού είναι χωριστά, ενώ εις τα άυλα, τα νοητά, λ.
χ. εις το άπειρον, τα δύο στοιχεία, είναι αχώριστα.
{282} Η σαρξ αύτη ην βλέπομεν ή εγγίζομεν, είναι αισθητή, καθ' όσον
σύγκειται εξ υλικών στοιχείων.
{283} Η σιμότης δεν είναι άνευ της ρινός, διότι είναι μορφή αυτής.
{284} Λογικώς χωριστή, ο νους.
{285} Λ. χ. η ευθεία γραμμή.
{286} Το κοινόν των δύο όρων είναι η αναφορά η ενούσα αυτούς, των
οποίων ο πρώτος είναι ικανός να δρα επί του δευτέρου, ούτος δε να
δέχηται την ενέργειαν του πρώτου, ων δυνάμει ό,τι είναι ο πρώτος
ενεργεία.
{287} Τα νοητά. Ο νους νοών εαυτόν νοεί ή δι' εαυτού ή δι' άλλου. Εάν
νοή δι' εαυτού, τότε νοών άλλα νοητά ανευρίσκει εαυτόν εις ταύτα,
άτινα τότε γίνονται αυτά νωούντα άμα και νοητά.
{288} Εν η το έν είναι το νοούν και το άλλο είναι τα νοούμενον.
{289} Τα οποία δεν είναι ο νους, αλλά νοούνται μόνον υπ' αυτού.
{290} Καθ' ην ο νους είναι δυνάμει ό,τι τα νοητά είναι ενεργεία.
{291} Αι τοιαύται μεταφοραί υλικών σχέσεων εις τα όλως νοητά δεν
πρέπει να λαμβάνονται κατά γράμμα, άλλως γίνονται παραίτιαι
παρεξηγήσεων. Ο νους είναι δύναμις άμα και ενέργεια, είναι μορφή άμα
και περιεχόμενον.
{292} Αι έννοιαι του νου, τα καθ' όλου, και αι μαθηματικαί
αφαιρέσεις.
{293} Ήτοι η νόησις, ήτις θεωρεί τα όλως νοητά και απηλλαγμένα παντός
υλικού στοιχείου.
{294} Δεν νοεί συνεχώς (πάντοτε) ως ων απλή δύναμις.
{295} Το νοητόν υπάρχει μόνον δυνάμει εις τα υλικά όντα, ενεργεία δε
υπάρχει μόνον εν τω νω.
{296} Δεν είναι υλικός ο νους.
{297} Η διάνοια λοιπόν είναι δυνάμει το περιεχόμενον του νοητού
αντικειμένου, και ενεργούσα ταυτίζεται προς εαυτήν• αλλ' ο
αυτοσυνειδώς νους είναι ουσιωδώς ενεργεία τοιούτος, αφού είναι πάντα
εν εαυτώ. Ούτως ο Αριστοτέλης είναι καθαρός ιδεοκρατικός και ουχί
εμπειρικός. Κακώς δε ενοήθη η παρομοίωσις του νου προς βιβλίον, εις
το οποίον ουδέν ακόμη έχει γραφή. Η παθητικότης του νου σημαίνει
μόνον την δύναμιν προ της ενεργείας. Ο νους δεν είναι βέβαια πράγμα
τι αισθητόν, δεν έχει την παθητικότητα γραμματείου ή χάρτου αγράφου.
Ο νους είναι α υ τ ή η ε ν έ ρ γ ε ι α, ήτις άρα δεν είναι εξωτερική
προς αυτόν, ως συμβαίνει προς τον χάρτην. Η παρομοίωσις λοιπόν
περιορίζεται μόνον εις τούτο : ότι η ψυχή περιεχόμενον έχει μόνον
καθ' όσον πραγματικώς ενεργεί η νόησις. Η ψυχή είναι το άγραφον τούτο
βιβλίον• τ. έ. Η ψυχή είναι δυνάμει πάντα, αλλά δεν είναι εν εαυτή η
ολότης αύτη• είναι ως βιβλίον, όπερ περιέχει δυνάμει πάντα, αλλ'
ουδέν ακόμη ενεργεία πριν ή ενεργηθή γραφή επ' αυτού. Προ της
πραγματικής ενεργείας ουδέν αληθώς υπάρχει• αλλ' αυτός ο νους είναι
νοητός, όπως τα νοητά εν γένει αντικείμενα, διότι εις το μη έχον ύλην
(εις τον νουν) το νοούν (υποκείμενον) και το νοούμενον (αντικείμενον)
είναι το αυτό. Η θεωρητική επιστήμη και το αντικείμενον αυτής, τα
επιστητόν, είναι το αυτό. Αλλ' εις το έχον ύλην η νόησις είναι μόνον
δυνάμει, ούτως ώστε ο νους δεν ανήκει εις αυτό, διότι ο νους είναι
δύναμις άνευ ύλης, αλλά το νοητόν υπάρχει εν αυτώ. Ο νους είναι πάντα
τα νοητά εν εαυτώ• εν ω η φύσις περιέχει μεν την ιδέαν, είναι ν ο υ
ς, αλλά μόνον εν δυνάμει, εν αυτή ο νους δεν γίνεται προς εαυτόν, δεν
γινώσκει εαυτόν. O νους όμως δεν είναι υλικόν, αλλά το καθολικόν, η
καθολική δύναμις άνευ ύλης και είναι ενεργεία μόνον όταν νοή. Εκ
τούτων είναι φανερόν, ότι η παρομοίωση εξηγηθεί όλως αντιθέτως προς
τον νουν του Αριστοτέλους. (Έγελος Ιστορ. Φιλοσοφ. σελ. 387).
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'
&Ο νους είναι διττός, ο μεν ως ύλη, ο δε το αίτιον. — O ποιητικός
νους είναι απαθής και αθάνατος.— O παθητικός είναι φθαρτός, αναγκαίος
όμως προς νόησιν.&
1. Όπως εις άπασαν την φύσιν υπάρχει αφ' ενός μεν η ύλη {298} εις
έκαστον γένος όντων (και τούτο είναι ό,τι είναι δυνάμει πάντα ταύτα
τα όντα), αφ' ετέρου δε το αίτιον και το ποιούν, διότι πάντα ποιεί (η
αιτία), οποίαν σχέσιν η τέχνη έχει προς την ύλην ούτω πρέπει
αναγκαίως να υπάρχωσιν εν τη ψυχή {299} αι δύο αύται διαφοραί. Και
τοιούτος είναι ο νους, διότι αφ' ενός μεν {300} γίνεται πάντα τα
πράγματα, αφ' ετέρου δε ποιεί πάντα ως έξις (ικανότης) τοιαύτη, οποία
είναι το φως. Διότι και το φως τρόπον τινά τα δυνάμει όντα χρώματα
ποιεί ενεργεία χρώματα {301}. Και ούτος ο νους είναι χωριστός {302}
και απαθής και αμιγής (με άλλο) και κατά την ουσίαν του είναι
ενέργεια.
2. Διότι πάντοτε το ποιούν είναι ανώτερον του πάσχοντος και η αρχή
(το αίτιον) είναι ανωτέρα της ύλης. Η εν ενεργεία γνώσις είναι το
αυτό με το αντικείμενον της (το επιστητόν). Αλλ' η κατά δύναμιν
επιστήμη είναι μεν χρονικώς πρότερα εν τω ατόμω {303}. Απολύτως όμως
θεωρουμένη δεν είναι προτέρα χρονικώς. Δεν είναι όμως τοιούτος ο νους
ώστε άλλοτε μεν νοεί, άλλοτε δε δεν νοεί {304}. Μόνον όταν χωρισθή ο
νους, τότε μόνον είναι όντως ό,τι είναι, και ούτος μόνος είναι
αθάνατος και αιώνιος. Δεν ενθυμούμεθα δε αυτόν, διότι ούτος είναι
απαθής {305}. O παθητικός όμως νους είναι φθαρτός {306} και άνευ
τούτου ουδεμία υπάρχει νόησις {307}.
***
{298} Δεν εννοεί την αισθητήν και εξωτερικήν ύλην. Παν ον έχει δύο
στοιχεία, την ύλην (δύναμιν) και το είδος (ενέργεια), όπερ είναι και
το αίτιον (ειδικόν, και ποιητικόν και τελικόν). Και ο νους είναι νους
παθητικός ως ύλη, και νους ποιητικός είναι ως αίτιον.
{299} Τη νοητική ψυχή.
{300} O δυνάμει νου γίνεται ενεργεία πάντα, όσα νοεί.
{301} Βλέπε Βιβλίον Δεύτερον 71./δεν βρίσκω την αντιστοιχηση - ίσως
παράγραφοι 5 και 6/
{302} Ουχί υλικώς. Αλλά νοητώς.
{303} Ο ποιητικός νους είναι υπέρτερος του παθητικού και λόγω
χρονικής προτερότητος. Η ενέργεια είναι προτέρα της δυνάμεως, διότι η
δύναμις δεν γίνεται ενεργεία τι ειμή δι' αιτίου ενεργεία υπάρχοντος,
οίον είναι η τέχνη ή η φύσις (άνθρωπος γεννά άνθρωπον).
{304} Τούτο συμβαίνει μόνον εις τον παθητικόν νουν.
{305} Η μνήμη είναι μνήμη εικόνων ή άλλων παθημάτων προτεροχρόνων.
Αλλ' ο ποιητικός νους είναι απαθής και αΐδιος, δεν έχει λοιπόν
πρότερον και ύστερον χρονικώς.
{306} O παθητικός νους διαλύεται και δεν υφίσταται εν τη νέα ζωή, εις
ην εισέρχεται η νοούσα ψυχή.
{307} Πάσα γνώσις είναι κατά πρώτον γνώσις άμεσος, δεδομένη,
εμπειρική, και ως τοιαύτη είναι ατελεστάτη, ίνα δε μεταβληθή εις
επιστημονικήν γνώσιν, απαιτείται η ενέργεια του ποιητικού νου ή του
λόγου, όστις τας εποπτείας και παραστάσεις του παθητικού νου
μετατρέπει εις καθαρά νοήματα. Ούτω προέρχεται νέος κόσμος, όλως
νοερός. O ποιητικός λοιπόν νους είναι προς τον παθητικόν ως είδος
προς ύλην. Ο νους, ως παθητικός μεν, γίνεται ή δέχεται πάσαν
πραγματικότητα, ως ποιητικός δε δημιουργεί πάσαν πραγματικότητα,
παρέχων αυτή είδος λογικόν, νοητόν (διακοσμών την ύλην). Η νόησις και
η αισθητική αντίληψις δεν είναι το αυτό, αλλά δεν είναι όλως
κεχωρισμέναι. Εν τη νοήσει νοούμεν ό,τι δίδοται δυνάμει εν τη
αντιλήψει, αλλά το αντικείμενον τούτο της νοήσεως πρέπει πρώτον να
γείνη νοητόν διά δημιουργικής ενεργείας του νου. Ο νους δημιουργεί,
τον κόσμον του εις όρους ιδικούς του (τ. έ. νοητόν κόσμον), και
επειδή τα υλικά του είναι νοήματα, νοεί εαυτόν, και ούτως υποκείμενον
και αντικείμενον είναι ταύτα. O Αριστοτέλης ενιαχού φαίνεται δοξάζων,
ότι πάσα η γνώσις ημών είναι εκ των υστέρων. Εν τοις Αναλυτικοίς όμως
θεωρεί τας υψίστας αρχάς της γνώσεως ως αμέσους και ως προϋποθέσεις
της εμμέσου και παραγωγού γνώσεως. Αι έσχατοι αύται αρχαί είναι
προτάσεις, ων τα κατηγορούμενα είναι δεδομένα εν τω υποκειμένω, και
είναι αναγκαίως αληθείς. O αποδεικτικός συλλογισμός ως προκειμένας
έχει τας εσχάτας ταύτας αρχάς του νου. Της επαγωγής υπερτέρα είναι η
εξαγωγή, διότι είναι η ερμηνεία των φαινομένων διά των εσχάτων αρχών
της γνώσεως και της υπάρξεως, ήτοι διά καθολικών νόμων και αιτίων.
Αι αρχαί και τα νοητά είδη είναι και εν τω νω και εν τοις πράγμασιν,
ανακαλύπτονται δε υπό του νου εν τω φαινομενικώ κόσμω. Ούτως ο νους
ανευρίσκει εαυτόν εν τω κόσμω, και νοών το αντικείμενον νοεί εαυτόν.
Όπως δε το φως ποιεί ορατά τα χρώματα, ούτως ο νους ποιεί νοητά τα
καθόλου είδη. Το υλικόν αυτού, όπερ διαπλάσσει ως καλλιτέχνης, είναι
τα περιεχόμενον της παραστατικής συνειδήσεως. Αντίληψις και νόησις
συμπληρούσιν αλλήλας• η μεν νόησις απαιτεί την φαντασίαν, η δε
αντίληψις μένει τυφλή, εάν δεν φωτίζηται και δεν ανυψούται εις
έννοιαν υπό του νου.
Ο ποιητικός νους είναι το θείον εν τω ανθρώπω, είναι χωριστός από της
οργανικής ζωής και τρόπον τινά εισέρχεται εις το σώμα έξωθεν. Μη
ανήκων δε εις τον φυσικόν οργανισμόν, δεν απόλλυται μετ' αυτού και
δεν είναι ατομικός, αλλ' είναι απαθής και αμιγής, αναλλοίωτος και
αθάνατος.
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'
&Η νόησις πρώτον περί τους απλούς όρους, έπειτα δε περί την σύνθεσιν
αυτών.—Εν τη συνθέσει μόνη υπάρχει το αληθές και το ψεύδος. — Αληθής
είναι μόνον η νόησις του είδους και της ουσίας, ουχί η των
συμβεβηκότων&.
1. Η νόησις των αδιαιρέτων (απλών εννοιών) αντικείμενον έχει ταύτα,
εκ των οποίων δεν γεννάται ψεύδος. Διότι εις εκείνα μόνα ευρίσκεται
και το ψεύδος και το αληθές, τα οποία είναι σύνθεσις νοημάτων εις
μίαν ενότητα {308}. Καθώς είπεν ο Εμπεδοκλής «Ούτω πολλών όντων
κεφαλαί εβλάστησαν άνευ αυχένων» και έπειτα ηνώθησαν διά της φιλίας.
Ούτω και τα νοήματα, άπερ είναι κεχωρισμένα ενούνται (υπό της
διανοίας). Λ. χ. η έννοια του ασυμμέτρου και η της διαμέτρου {309}.
2. Αν δε πρόκειται περί πραγμάτων, τα οποία ήσαν ή θα είναι, ο νους
υπονοεί προσέτι τον χρόνον και με τας εννοίας συμπλέκει αυτόν. Το
ψεύδος δε και ενταύθα μόνον εν τη συνθέσει {310} των εννοιών υπάρχει.
Διότι, και ότε τις λέγει, ότι το λευκόν δεν είναι λευκόν, συμπλέκων
(διά συμπλοκής) λέγει, ότι δεν είναι λευκόν το λευκόν. Αλλά δυνατόν
είναι να εφαρμόσωμεν εις πάντα την διαίρεσιν. Δεν είναι όμως δυνατόν
η πρότασις, ο Κλέων (νυν)είναι λευκός, μόνον να ήναι ψεύδος ή αληθές,
αλλά δυνατόν τούτο να εφαρμοσθή εις το παρελθόν ή το μέλλον. Εκείνο
δε όπερ ταύτα κάμνει έν, τούτο είναι ο νους ο συμπλέκων έκαστον
πράγμα.
3. Επειδή δε το αδιαίρετον νοείται διττώς, ως δυνάμει αδιαίρετον και
ενεργεία αδιαίρετον, ουδέν εμποδίζει τον νουν, όταν νοή το μήκος
(έκτασιν) {311}, να το νοή αδιαίρετον, διότι το μήκος είναι
αδιαίρετον ενεργεία {312} και να το νοή εν χρόνου στιγμή αδιαιρέτω
{313}. Διότι ο χρόνος είναι διαιρετός και αδιαίρετος ως η έκτασις.
Δεν δύναται τις λοιπόν να είπη τι εννοεί ο νους εις έκαστον ήμισυ
χρονικής διαιρέσεως. Διότι το ήμισυ, αν μη ενεργεία διαιρεθή το όλον,
δεν υπάρχει ειμή δυνάμει {314}. Νοών όμως χωριστά έκαστον από τα
ημίση διαιρεί συνάμα και τον χρόνον. Τότε δε ο χρόνος αντιστοιχεί εν
τη διαιρέσει του προς δύο διάφορα μήκη {315}. Εάν όμως ο νους νοή το
αντικείμενον ως όλον συγκείμενον εκ δύο μερών, το αυτό ποιεί και προς
τον χρόνον τον αναφερόμενον εις τα δύο μέρη.
4. Ουχί όμως το κατά ποσόν αδιαίρετον {316}, αλλά το κατ' είδος
(νοερώς) αδιαίρετον νοεί ο νους εν αδιαιρέτω στιγμή χρόνου και διά
αδιαιρέτου μέρους {317} της ψυχής. Ποιεί δε τούτο κατά συμβεβηκός και
ουχί καθόσον το δι' ου νοεί και ο χρόνος καθ' ον νοεί είναι διαιρετά,
αλλά μόνον καθ' όσον είναι αδιαίρετα. Διότι και εις ταύτα υπάρχει τι
αδιαίρετον {318}, αλλ' ουχί ίσως ως χωριστόν ον, το οποίον κάμνει ένα
τον χρόνον και έν το μήκος. Και τούτο αληθεύει ομοίως περί αυτός
συνεχούς, είτε εν χρόνω είτε εν μήκει (τόπω).
5. Η δε στιγμή και παν το εκ διαιρέσεως προερχόμενον {319} και παν το
ούτως αδιαίρετον {320}(ως η στιγμή) εκφράζονται ως στέρησίς τινος
{321}. Και όμοια δυνάμεθα να είπωμεν περί των άλλων• π. χ. πώς
γνωρίζομεν το κακόν ή το μέλαν; Τα γνωρίζομεν τρόπον τινά διά των
εναντίων αυτών {322}.
6. Πρέπει δε η γνωρίζουσα ψυχή να είναι δυνάμει τα γνωριζόμενα
πράγματα και ταύτα ν' ανάγωνται εν αύτη εις ενότητα. Εάν όμως αίτιον
τι δεν έχη εναντίον {323}, γινώσκει αυτό εαυτό και είναι εν ενεργεία
και χωριστόν. {324}
7. Απόφανσίς τις λέγει τι κατά τινος άλλου, ως η κατάφασις, και είναι
πάντοτε η αληθής ή ψευδής. Αλλ' ο νους δεν είναι πάντοτε αληθής, αλλά
μόνος ο νοών το τι είναι, την ουσίαν του πράγματος, και ουχί ο νοών
το τι κατηγορείται κατά τίνος {325}. Και καθώς είναι αληθής η δράσις,
όταν βλέπη το ιδιάζον εις αυτήν αντικείμενον, ότι όμως το λευκόν
αντικείμενον είναι άνθρωπός τις ή όχι, τούτο δεν είναι πάντοτε
αληθές, ούτω συμβαίνει και εις τα άνευ ύλης όντα {326}. {Σημ 30}
***
{308} Τοιαύτη είναι η πρότασις, ήτις καίτοι έχει διάφορα στοιχεία
είναι μία ενότης.
{309} Διάμετρος νοείται η διαγώνιος του τετραγώνου ή και η διάμετρος
του κύκλου. Διότι και εκείνη είναι ασύμμετρος προς την πλευράν του
ορθογωνίου τριγώνου και η διάμετρος προς την περιφέρειαν. Ούτως : η
διάμετρος είναι ασύμμετρος είναι πρότασις αληθής. Η διάμετρος δεν
είναι ασύμμετρος : είναι ψεύδος.
{310} Είτε εις το παρελθόν είτε εις το μέλλον αναφέρεται νυν.
{311} Η έκτασις δύναται να διαιρήται, αλλ' εφ' όσον δεν διαιρείται, η
συνέχεια αυτής δύναται να παριστάνηται ως αδιαίρετος και ως ολότης
εις τα όμματα της διανοίας.
{312} Μη διηρημένη.
{313} O νους νοεί το μήκος ως αδιαίρετον υλικώς και χρονικώς.
{314} Το μήκος, καίτοι αδιαίρετον ενεργεία, είναι όμως διαιρετόν
δυνάμει.
{315} Ο νους νοεί το μήκος (την γραμμήν) ως εν και νοεί ουχί τούτο
μεν εις τον ήμισυν χρόνον, τούτο δε εις άλλον ήμισυν χρόνον, διότι
ούτω θα είναι δύο μήκη και ουχί εν μήκος, διαιρών δε το μήκος εις
μήκη θα διήρει και τον χρόνον.
{316} Το υλικόν ον είναι διαιρετόν ποσοτικώς ουχί κατά το είδος του,
όπερ είναι έν και αδιαίρετον.
{317} Ενεργείας ή δυνάμεως.
{318} Το είδος εις το υλικόν ον, και η συνέχεια εις τον χρόνον.
{319} Οία η γραμμή, ην ορίζει : μήκος άνευ πλάτους, και η επιφάνεια,
ην επίσης στερητικώς ορίζει : μήκος και πλάτος άνευ βάθους.
{320} Όπως η στιγμή, ήτις είναι αδιαίρετος δυνάμει και ενεργεία.
{321} Η μεν στιγμή δεν έχει μήκος ούτε πλάτος ούτε βάθος, η γραμμή
δεν έχει μήκος και βάθος, αλλά κλπ.
{322} Το κακόν γινώσκεται διά του εναντίου του, του αγαθού, το μέλαν
διά του λευκού, ούτω δε και τα απλά και αδιαίρετα.
{323} Εις το οποίον δεν λείπει έν των εναντίων, ίνα νοή το έτερον
(επομένως) όπερ νοεί και γινώσκει τα δύο εναντία συνάμα.
{324} Τοιούτος είναι ο νους του ανθρώπου.
{325} Διότι ούτω γίνεται συμπλοκή, εις ην δύναται να συμβή απάτη.
{326} Ομοίως βλέπομεν την αλήθειαν εις πάντα τα άυλα, τα είδη δηλ.
και τα νοητά.
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'
&Έν τω νω η ενέργεια προτέρα της δυνάμεως.— O νους διώκων ή φεύγων τα
πράγματα καταφάσκει ή αποφάσκει.— Αι εικόνες της φαντασίας είναι προς
τον νουν ό,τι τα αισθήματα προς την αίσθησιν. — Το αληθές και το
ψεύδος είναι προς τον νουν ό,τι το αγαθόν και το κακόν.— Περί της
αφαιρετικής δυνάμεως του νου.— Μαθηματικά. {327}
1. Η κατ' ενέργειαν επιστήμη (γνώσις) είναι το αυτό με το
γινωσκόμενον πράγμα, η δε κατά δύναμιν επιστήμη είναι μεν χρονικώς
προτέρα της ενεργεία εις το αυτό άτομον, απολύτως όμως ουδέ κατά
χρόνον είναι προτέρα. Διότι πάντα τα γινόμενα γίνονται από ον, όπερ
υπάρχει ενεργεία, πραγματικώς {328}. Φαίνεται δε ότι το αισθητόν
αντικείμενον κάμνει ενεργόν την αισθητικήν δύναμιν, ήτις είναι ακόμη
εν δυνάμει. Αλλ' ούτε πάσχει ούτε μεταβάλλεται η αίσθησις, και διά
τούτο είναι είδος κινήσεως αύτη διάφορον του συνήθους. Διότι η
κίνησις είναι η ενέργεια του ατελούς, η δε κυρίως ενέργεια είναι άλλο
τι, είναι η ενέργεια του τετελεσμένου {329}.
2. Το αισθάνεσθαι λοιπόν τα πράγματα είναι όμοιον με το ονομάζειν
{330} και με το νοείν αυτά απλώς. Αλλ' όταν το αίσθημα είναι ηδύ
{331} ή λυπηρόν, η ψυχή τρόπον τινά καταφάσκουσα ή αποφάσκουσα
επιδιώκει ή αποφεύγει αυτό. Και το να αισθάνηται ηδονήν ή λύπην {332}
δηλοί ενέργειαν του αισθητικού κέντρου σχετικήν προς το αγαθόν ή το
κακόν καθό τοιαύτα. Και η ενεργεία δε φυγή (του κακού) και η ενεργεία
επιθυμία (του αγαθού) είναι το αυτό με την λύπην και την ηδονήν. Και
το ορεκτικόν και το φευκτικόν (μέρος) δεν είναι διάφορα ούτε μεταξύ
των ούτε από του αισθητικού, διαφέρουσι δε μόνον κατά τον τρόπον του
είναι.
3. Εις δε την διανοητικήν ψυχήν {333} αι εικόνες της φαντασίας είναι
όπως τα αισθήματα είναι εις την αίσθησιν. Όταν δε αποφανθή
καταφατικώς• ή αρνητικώς ότι το πράγμα {334} είναι αγαθόν ή κακόν,
εκείνο μεν επιδιώκει, τούτο δε αποφεύγει. Διά τούτο ουδέποτε νοεί η
ψυχή άνευ εικόνος. Όπως ο αήρ κάμνει τοιούτον ή τοιούτον αποτέλεσμα
επί της κόρης, και αύτη πάλιν κάμνει άλλο αποτέλεσμα, ούτω και η ακοή
{335}, αλλά το έσχατον κέντρον ή μέσον της αισθήσεως είναι μία μόνη
δύναμις {336}, της οποίας το είναι έχει πολλούς τρόπους εκφράσεως (το
αυτό και περί των εικόνων σχετικώς προς την νόησιν).
4. Πώς δε διακρίνει η ψυχή την διαφοράν του γλυκέος και του θερμού,
είπομεν και πρότερον, δέον δε και νυν να είπωμεν τα εξής : είναι
δηλαδή ενωτική τις αρχή, ήτις είναι ως έσχατον όριον {337}. Αι
αποφάνσεις αυτής ανάγονται εις ενότητα διά της αναλογίας και της
αριθμητικής αναφοράς και σχετίζονται προς αλλήλας, όπως τα εξωτερικά
πράγματα (γλυκύ, θερμόν). Ο νους είναι προς τα φαντάσματα ως η κοινή
αίσθησις είναι προς τα διάφορα αισθήματα, τα οποία ενώνει. Ουδόλως δε
διαφέρει το να ερωτώμεν πώς η ψυχή διακρίνει τα όμοια (γλυκύ,
θερμόν), ή πώς τα εναντία• λ. .χ. λευκόν και μέλαν (ομογενή, ήτοι
χρώματα). Έστω ότι το Α το λευκόν είναι προς το Β το μέλαν, όπως η
έννοια Γ προς την Δ και αντιστρόφως• εάν τώρα αι έννοιαι Γ, Δ είναι
εις έν μόνον αντικείμενον, θα είναι ούτω προς αλλήλας (εν τω νω),
καθώς και τα Α, Β προς άλληλα, ήτοι θα είναι έν και το αυτό πράγμα,
αλλ' ο τρόπος του είναι αυτών δεν θα είναι ο αυτός. Και η συμπλοκή Γ
Δ είναι ανάλογος προς την Α Β. Ο αυτός συλλογισμός θα γίνη και αν το
μεν Α είναι το γλυκύ, το δε Β το λευκόν {338}.
5. Η νοητική λοιπόν ψυχή νοεί τα είδη {339} εις τας εικόνας της
φαντασίας, και επειδή εν ταύταις τρόπον τινά ορίζει αύτη τι πρέπει να
επιδιώκη και τι να φεύγη, και όταν έτι δεν είναι παρόν το αίσθημα,
κινείται εις ενέργειαν, όταν κατέχηται υπό των φαντασμάτων. Λ. χ.
αισθανόμενός τις ότι δαυλός είναι ανημμένος {340} και διά της κοινής
αισθήσεως {341} βλέπων ότι ούτος κινείται, καταλαμβάνει {342} ότι
υπάρχει πλησίον εχθρός. {343}
6. Άλλοτε δε διά των εν τη ψυχή φαντασμάτων ή νοημάτων {344} ο νους
ως να έβλεπε τα πράγματα διανοείται και αποφασίζει τα μέλλοντα,
αναφορικώς προς τα παρόντα. Και όταν είπη εκεί (εν τω κόσμω των
εικόνων), ότι το πράγμα είναι ηδύ ή λυπηρόν, ενταύθα (εν τω κόσμω των
πραγμάτων) φεύγει ή επιδιώκει αυτό, και εν γένει πράττει. Και το άνευ
πράξεως, ήτοι το αληθές και το ψεύδος, ανήκουσιν εις το αυτό γένος με
το αγαθόν και το κακόν, διαφέρουσι δε μόνον κατά το ότι εκείνα είναι
απόλυτα, ταύτα δε είναι προς τι άτομον αγαθά ή κακά (σχετικά).
7. Τα δε κατ' αφαίρεσιν λεγόμενα {345} ο νους τα νοεί καθώς όταν νοή
την σιμότητα {346}• καθό σιμότητα δεν την νοεί χωριστά από την ρίνα,
καθό όμως κοιλότητα, εάν την νοή ενεργεία, την νοεί άνευ της σαρκός,
εις την οποίαν είναι η κοιλότης. Ούτω και τα μαθηματικά όντα, όταν ο
νους νοή αυτά, τα νοεί κεχωρισμένα, καίτοι δεν είναι καθ' εαυτά
κεχωρισμένα από των σωμάτων.
8. Εν γένει ο ενεργεία νους, όταν νοή τα πράγματα, είναι αυτά τα
πράγματα. Αλλ' άρά γε δύναται ο νους, μη ων αυτός κεχωρισμένος από
μεγέθους (του σώματος), να νοή τα κεχωρισμένα ή όχι; Περί τούτου θα
εξετάσωμεν ύστερον.
***
{327} Το κεφάλαιον τούτο έχει πολλά τα ασυνάρτητα, φαίνεται δε ότι
συγκρίνει τον θεωρητικόν και τον πρακτικόν νουν.
{328} Ούτως η επιστήμη έρχεται τω μαθητή εκ διδασκάλου κατέχοντος και
διδάσκοντος ή εφαρμόζοντος αυτήν.
{329} Το τετελεσμένον δεν χρήζει πλέον κινήσεως, ίνα φθάση εις τα
τέλος του, εις την τελειότητα του, αλλ' ενεργεί άλλως.
{330} Χωρίς να καταφάσκωμεν ή να αρνώμεθα την ύπαρξιν ή τα προσόντα
αυτών (απλούν αίσθημα).
{331} Δεύτερος βαθμός του αισθητικού (συναίσθημα).
{332} Τρίτος βαθμός του αισθητικού (ορμή προς ενέργειαν), ότε η απλή
έννοια μεταβάλλεται εις κρίσιν, λαμβάνει θεωρητικώς την μορφήν
καταφάσεως ή αρνήσεως, πρακτικώς δε την της διώξεως ή φυγής. Εκεί
έχομεν αλήθειαν ή ψεύδος, εδώ δε αγαθόν ή κακόν.
{333} Εξακολουθεί την σύγκρισιν νου και αισθήσεως.
{334} Ουχί πλέον εξωτερικόν τι, αλλ' εικών την οποίαν η ψυχή έχει εν
εαυτή.
{335} Αι εικόνες είναι προς τον νουν ό,τι αι μεταβολαί της κόρης
είναι προς την όρασιν, και ό,τι αι του ωτός είναι προς την ακοήν. Αι
εικόνες μεσολαβούσιν ως διάμεσα, όπως η κόρη ή το ους.
{336} Είναι η κοινή αίσθησις, η συνενούσα απάσας τας αντιλήψεις και
δρώσα επί των αισθημάτων ως ο νους επί των εικόνων.
{337} Όπως η κοινή αίσθησις είναι ως κέντρον ή όριον, ένθα συγχέονται
αι διάφοροι αισθήσεις, ούτω και ο νους είναι το όριον, ένθα
συνενούνται αι διάφοροι εικόνες ή παραστάσεις.
{338} Διά τούτων ο Αριστοτέλης φαίνεται εξηγών, ότι, όπως αι
ποιότητες συμπλέκονται έν τινι πράγματι και αποτελούσιν ενιαίον τι
αντικείμενον, ούτως υποκειμενικώς αποτελούσι μίαν και την αυτήν
έννοιαν ή σύλληψιν. Κατά την σημασίαν είναι αι αυταί, διαφέρουσι δε
μόνον κατά τον τρόπον της υπάρξεως.
{339} Τα οποία η αίσθησις αμέσως αντιλαμβάνεται.
{340} Πρώτος βαθμός, η όψις.
{341} Δεύτερος βαθμός, η κοινή αίσθησις γνωρίζουσα την κίνησιν.
{342} Τρίτος βαθμός, ο νους.
{343} Τον οποίον δέον ν' αποφύγη, και ο νους αποφασίζει ν' αποφύγη.
{344} Ουχί πλέον διά των εικόνων παρόντων αντικειμένων.
{345} Την γραμμήν, επιφάνειαν κλπ., τα οποία νοούνται άνευ των
φυσικών σωμάτων, των οποίων είναι πέρατα.
{346} Σιμή λέγεται η ανασεσυρμένη και κοίλη ρις, τουναντίον δε
λέγεται γρυπή.
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
&Συγκεφαλαίωσις των περί της αισθητικής και της νοητικής ψυχής
λεχθέντων. — Η ψυχή είναι τρόπον τινά τα όντα.— Φύσις του νοητού και
του αφηρημένου. — Το έργον της αισθήσεως και της φύσεως.— Άνευ
εικόνων ο νους δεν νοεί.&
1. Τώρα δε συγκεφαλαιώσαντες τα λεχθέντα περί ψυχής, λέγομεν πάλιν,
ότι η ψυχή είναι τρόπον τινά πάντα τα όντα. Διότι πάντα τα όντα είναι
ή αισθητά ή νοητά {347} και η μεν επιστήμη είναι τρόπον τινά τα
επιστητά (νοητά), η δε αίσθησις είναι τα αισθητά.
2. Πρέπει δε να εξετάσωμεν πώς τούτο είναι δυνατόν. Η επιστήμη και η
αίσθησις διαιρούνται εκάστη-κατά τα πράγματα (τα αντικείμενα αυτών),
η μεν δυνάμει {348} κατά τα εν δυνάμει όντα πράγματα, η δε ούσα
ενδελεχεία κατά τα εν εντελεχεία όντα πράγματα. Το αισθητικόν δε και
το επιστημονικόν μέρος της ψυχής είναι δυνάμει αυτά τα πραγματικά
αντικείμενα, τούτο μεν το επιστητόν, εκείνο δε το αισθητόν
αντικείμενον. Αναγκαίως άρα η ψυχή είναι ή αυτά τα πράγματα ή τα είδη
αυτών. Αυτά μεν τα πράγματα δεν είναι βεβαίως η ψυχή, διότι ουχί ο
λίθος (η ύλη), αλλά το είδος είναι εν τη ψυχή. Ώστε η ψυχή είναι
καθώς η χειρ. Διότι και η χειρ είναι το όργανον των άλλων οργάνων,
και ο νους είναι το είδος των (νοητών) ειδών {349} και η αίσθησις το
είδος των αισθητών.
3. Επειδή όμως εκτός των αισθητών μεγεθών (των εχόντων έκτασιν) ουδέν
πράγμα υπάρχει κεχωρισμένον, ως υποτίθεται {350} άρα τα νοητά είναι
εις τα αισθητά είδη• λέγω δε νοητά τα κατ' αφαίρεσιν λεγόμενα και όσα
είναι έξεις και πάθη (ιδιότητες και μεταβολαί) των αισθητών
πραγμάτων. Και διά τούτο η ψυχή, εάν δεν ησθάνετο, ουδέν απολύτως
ήθελε μάθει ή εννοήσει• και όταν θεωρή τι, ανάγκη είναι να θεωρή και
εικόνα τινά της φαντασίας. Διότι αι εικόνες είναι είδος αισθημάτων,
αλλ' άνευ ύλης. Είναι δε η φαντασία διάφορος από την κατάφασιν και
την άρνησιν διότι μία συμπλοκή εννοιών εις κρίσιν {351} είναι το
αληθές και το ψεύδος. Αλλά κατά τι διαφέρουσιν αι πρώται έννοιαι
{352}, ώστε να μη συγχέωνται με τας εικόνας της φαντασίας; Βεβαίως αι
έννοιαι αυταί δεν είναι εικόνες, αλλά και δεν είναι άνευ εικόνων.
***
{347} Και επομένως ψυχικά.
{348} Όταν η αίσθησις ή ο νους είναι μόνον δυνάμει, δεν αισθάνονται
ούτε νοούσι πράγματι τα όντα. Ταύτα λοιπόν, καθό αισθητά και νοητά,
δεν είναι τότε, ειμή δυνάμει.
{349} Ο νους είναι προς τα αισθητά είδη, τα οποία δέχεται η αίσθησις,
ό,τι η αίσθησις είναι προς τα αισθητά αντικείμενα, των οποίων δέχεται
το είδος.
{350} Τα είδη δεν είναι χωριστά. O Πλάτων όμως εδίδασκεν ότι αι ιδέαι
έχουσι χωριστήν ύπαρξιν.
{351} Ήτις είναι έργον του νου.
{352} Τα πρώτα νοήματα του νου, τα απλά και αδιαίρετα, χρονικώς είναι
ύστερα των εικόνων, αφού είναι ταύτα αναπόσπαστα από των εικόνων.
Κατ' ουσίαν όμως τα νοήματα είναι υπέρτερα των εικόνων, όσω ο νους
είναι υπέρτερος της φαντασίας και της αισθήσεως. Τα νοήματα είναι
ενέργειαι του νου περί τας υποκειμένας εικόνας. Αι εικόνες καθ'
εαυτάς δεν είναι ούτε αληθείς, ούτε ψευδείς. Αλήθεια και ψεύδος
ανήκει μόνον εις τας κρίσεις ή εις εικόνα, όταν κατηγορήται τι κατ'
αυτής.
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
&Περί της κατά τόπον κινήσεως.—Περί των μερών της ψυχής.—Αιτία της
κινήσεως ο νους και η όρεξις ομού.&
1. Επειδή δε η ψυχή των ζώων ορίζεται διά δύο δυνάμεων, ήτοι διά της
κριτικής (ήτις είναι έργον της διανοίας) και της αισθήσεως {353} και
αφ' ετέρου διά της κατά τόπον κινήσεως {354}, περί μεν της αισθήσεως
και του νου αρκούσι τα ειρημένα, περί δε της κινητικής δυνάμεως θα
εξετάσωμεν : τι αρά γε μέρος της ψυχής δύναται να είναι; είναι μέρος
αυτής χωριστόν υλικώς ή νοερώς, ή ολόκληρος η ψυχή (κινεί) ; και αν
είναι μέρος τι, είναι τούτο ιδιαίτερον και διάφορον από των συνήθως
λεγομένων και τα οποία έχομεν πραγματευθή, ή είναι τι εκ τούτων των
μερών ;
2. Αλλά εγείρεται ευθύς η ερώτησις : κατά ποίαν έννοιαν πρέπει να
λέγωμεν ότι η ψυχή έχει μέρη, και πόσα έχει ; Διότι φαίνεται τρόπον
τινά ότι είναι άπειρα τα μέρη, και ότι δεν είναι μόνον εκείνα τα
οποία τίνες λέγουσι {355} διορίζοντες αυτά, το λογιστικόν, το θυμικόν
και το επιθυμητικόν, κατ' άλλους δε το λογικόν και το άλογον. Διότι
συμφώνως προς τας διαφοράς {356}, κατά τας οποίας κάμνουσι τας
διαιρέσεις ταύτας, θα φανώσι και άλλα μέρη τα οποία έχουσιν έκτασιν
μεγαλυτέραν τούτων, περί ων και τώρα έχομεν είπει• ήτοι το θρεπτικόν,
όπερ υπάρχει και εις τα φυτά και εις όλα τα ζώα, και το αισθητικόν,
όπερ δεν δύναται τις ευκόλως να κατάταξη ούτε ως άλογον, ούτε ως
λογικόν.
3. Προσέτι υπάρχει το φανταστικόν μέρος, όπερ κατά μεν τον τρόπον του
είναι διαφέρει πάντων των άλλων, αλλά με ποίον των μερών τούτων είναι
το αυτό ή διάφορον είναι πολύ δύσκολον να είπη τις, αν υπολαμβάνη ότι
τα μέρη της ψυχής είναι χωρισμένα απ' αλλήλων. {357} Προς τούτοις
υπάρχει το ορεκτικόν, το οποίον και κατά τον λόγον και κατά την
δύναμιν αυτού φαίνεται ότι είναι διάφορον πάντων των άλλων. Αλλ'
είναι άτοπον να το αποσπάσωμεν απ' αυτών. Διότι και η βούλησις
γεννάται εις το λογικόν μέρος, και η επιθυμία και το πάθος υπάρχει
εις το άλογον. Αλλ' εάν η ψυχή είναι τρία μέρη χωριστά, η όρεξις θα
είναι εις έκαστον αυτών.
4. Και τώρα περί ου πρόκειται ο λόγος, ερωτώμεν: τι είναι το κινούν
κατά τόπον το ζώον ; την μεν κίνησιν, ήτις συνίσταται εις αύξησιν και
μείωσιν και ήτις υπάρχει εις πάντα τα ζώα, φαίνεται ότι το κινούν
αυτήν είναι αι δυνάμεις αι υπάρχουσαι εις πάντα, η γεννητική και η
θρεπτική• περί δε της αναπνοής και της εκπνοής και περί ύπνου και
εγρηγόρσεως θα εξετάσωμεν ύστερον, διότι και ταύτα έχουσι πολλάς
δυσκολίας.
5. Αλλά περί της τοπικής κινήσεως πρέπει να εξετάσωμεν ποίον είναι το
αίτιον το δίδον την κίνησιν, καθ' ην το ζώον πορεύεται. Ότι μεν τούτο
δεν είναι η θρεπτική δύναμις, είναι φανερόν διότι η κίνησις αύτη, η
πορεία γίνεται πάντοτε προς σκοπόν τινα και ομού με φαντασίαν τινά ή
όρεξιν. Διότι ουδέν ον κινείται, εάν δεν επιθυμή ή εάν δεν αποφεύγη
τι, εκτός εάν διά βίας εξωτερικής κινήται. Άλλως και αυτά τα φυτά θα
ηδύναντο να κινώνται, και θα είχον όργανόν τι κατάλληλον προς την
κίνησιν ταύτην. {358}
6. Ομοίως δε ούτε η αισθητική δύναμις (κινεί τοπικώς)• διότι
υπάρχουσι πολλά ζώα, τα οποία έχουσι μεν αίσθησιν, αλλά μένουσι
διαρκώς ακίνητα. Αν λοιπόν η φύσις τίποτε δεν κάμνη ματαίως
(ασκόπως), αλλά και ουδέποτε στερεί τι εκ των αναγκαίων, εκτός εις τα
ανάπηρα και ατελή όντα. Αλλά τα ζώα περί ων πρόκειται είναι τα
τέλεια, ουχί δε ανάπηρα. Απόδειξις τελειότητος είναι το ότι δύνανται
να γεννώσιν (όμοια) και να ακμάζωσι και αποθνήσκωσιν, ώστε έπρεπε να
έχωσι και τα όργανα πορείας.
7. Αλλά προσέτι ούτε η συλλογιστική δύναμις ούτε ο ονομαζόμενος νους
{359} είναι ο κινών τοπικώς. Διότι ο μεν θεωρητικός νους δεν νοεί
κανέν εξ εκείνων, τα οποία μέλλουσι να πραχθώσιν, ουδέ λέγει τι περί
εκείνου, όπερ δέον να απαφεύγωμεν ή να επιδιώκωμεν, ενώ η κίνησις
ανήκει εις το ον το φεύγον ή επιδιώκον πράγμα τι. Τουναντίον, όταν
θεωρή τις πράγμα τι, ο νους ουδέ τότε επιτάσσει να διώκωμεν ή να
φεύγωμεν αυτό, λ.χ. πολλάκις διανοείται τι τρομερόν ή ηδύ πράγμα,
αλλά δεν διατάττει να το φοβώμεθα, η καρδία όμως κινείται, αν δε το
πράγμα είναι ευάρεστον, άλλο όργανον κινείται.
8. Προσέτι δε και όταν προστάττη ο νους και λέγη η διάνοια να
αποφεύγη ή να επιζητή τις τι, δεν κινείται, αλλά πράττει κατά την
επιθυμίαν του, ως ο ακρατής. Και γενικώς βλέπομεν ότι εκείνος, όστις
γνωρίζει την ιατρικήν, δεν θεραπεύει (πάντοτε), διότι κάτι άλλο παρά
την ιατρικήν δύναται να ενεργή, σύμφωνα με την επιστήμην. {360}Αλλ'
ακόμη ούτε η όρεξις είναι η αρχή η κυρία {361} της κινήσεως ταύτης•
διότι οι εγκρατείς, αν και ορέγονται και επιθυμούσι, δεν πράττουσιν
όμως εκείνα τα οποία επιθυμούσιν, αλλ' υπακούουσιν εις τον νουν.
***
{353} το κριτικόν λοιπόν, περιλαμβάνει το αισθητικόν, το
φανταστικόν και το διανοητικόν.
{354} Περί του θρεπτικού θα ομιλήση έπειτα.
{355} O Πλάτων.
{356} O Πλάτων ως βάσιν των διαιρέσεων τούτων της ψυχής ελάμβανε τας
χρείας του σώματος.
{357} O Πλάτων θέτει το λογιστικόν εις την κεφαλήν, τον θυμόν εις το
στήθος και την επιθυμίαν εις το υπογάστριον.
{358} Αν η θρέψις ήτο η αιτία της τοπικής κινήσεως, έπρεπε και τα
φυτά να κινώνται, διότι και αυτά τρέφονται.
{359} Όστις μόνον έργον έχει το νοείν.
{360} Ουχί η επιστήμη αλλ' η φύσις θεραπεύει. Η επιστήμη εξηγεί τας
αρχάς και τους νόμους της ενεργείας της φύσεως.
{361} Ούτε η όρεξις ούτε ο λόγος κεχωρισμένοι, αλλά μόνον ηνωμένοι (η
λογική όρεξις) είναι η αρχή της κινήσεως [του πράττειν] εν τοις
ανθρώποις.
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι’.
&Το κινούν το ζώον είναι η όρεξις, ήτις περιλαμβάνει την βούλησιν και
τον νουν. Την όρεξιν κινεί το ορεκτόν αντικείμενον. Τούτο είναι το
πρώτον κινούν, το κινούν, όπερ, ακίνητον αυτό, κινεί το άλλο.&
1. Φαίνεται {362} λοιπόν, ότι δύο είναι τα κινούντα το ζώον, η όρεξις
ή ο νους, εάν υποτεθή ότι και η φαντασία είναι νόησίς τις {363},
διότι πολλά άλλα, εναντία της λογικής γνώσεως {364}, επακολουθούσιν
εις τας εικόνας της φαντασίας, και εις τα άλογα ζώα δεν υπάρχει μεν
νόησις και συλλογισμός, αλλ' όμως υπάρχει η φαντασία. {365} Άρα μόνα
τα δύο ταύτα δύνανται να κινώσι τοπικώς, ο νους και η όρεξις.
2. Νουν δε λέγω εδώ τον συλλογιζόμενον χάριν σκοπού τινος, και
αφορώντα εις την πράξιν νουν, όστις διαφέρει από τον θεωρητικόν,
διότι έχει ηθικόν σκοπόν. {366} και πάσα όρεξις έχει σκοπόν τινα, το
δε πράγμα του οποίου υπάρχει όρεξις γίνεται αρχή της κινήσεως. O
τελικός σκοπός είναι η αρχή της πράξεως {367}. Ώστε ευλόγως αύται αι
δύο δυνάμεις, η όρεξις και ο πρακτικός νους φαίνεται ότι είναι αιτίαι
της κινήσεως. Διότι το αντικείμενον της ορέξεως (το ορεκτόν) κινεί
ημάς, διά τούτου δε και η διάνοια κινεί, διότι το ορεκτόν είναι η
αρχή αυτής.
3. Και η φαντασία δε, όταν κινή το ζώον, δεν το κινεί άνευ ορέξεως.
Ούτω λοιπόν έν είναι το αίτιον της κινήσεως της ορεκτικής δυνάμεως,
το αντικείμενον αυτής. Διότι, αν υπήρχον δύο αίτια κινήσεως, ο νους
και η όρεξις, θα παρήγον κίνησιν κατά κοινήν τινα ιδέαν. Αλλ' όμως ο
μεν νους αληθώς δεν φαίνεται ότι κινεί άνευ της ορέξεως. Διότι και η
βούλησις είναι όρεξις {368} και όταν το έμψυχον κινήται κατά
συλλογισμόν τινα κινείται και κατά βούλησιν. Η όρεξις όμως κινεί εις
πράξεις και εναντίον του λόγου {369}, διότι η επιθυμία είναι {370}
όρεξίς τις.
4. Ο νους λοιπόν πάντοτε είναι ορθός, η όρεξις όμως και η φαντασία
είναι άλλοτε ορθαί, άλλοτε δε ουχί ορθαί. Διά τούτο το ορεκτόν
αντικείμενον πάντοτε κινεί εις πράξεις και είναι ή το (πραγματικόν)
αγαθόν {371} ή το φαινόμενον ως αγαθόν {372} και ουχί παν αγαθόν
{373} αλλά μόνον το αγαθόν το πρακτόν (όπερ δέον να πράττηται), το
πρακτόν δε τούτο αγαθόν είναι το δυνάμενον να είναι άλλως παρ' ό,τι
είναι {374}.
5. Είναι λοιπόν φανερόν, ότι η δύναμις της ψυχής η καλουμένη όρεξις
είναι η αιτία της κινήσεως εις πράξιν {375}, αλλά κατά τους
αναλύοντας τα μέρη της ψυχής, εάν αναλύωσι και χωρίζωσι κατά τας
δυνάμεις αυτής γίνονται πάμπολλα μέρη, το θρεπτικόν, το αισθητικόν,
το νοητικόν, το βουλευτικόν και το ορεκτικόν ταύτα δε διαφέρουσι
μεταξύ των περισσότερον παρά το επιθυμητικόν και το θυμικόν.
6. Καίτοι δε ορέξεις δύνανται να είναι εναντίαι προς αλλήλας, ως
συμβαίνει, όταν είναι εναντία ο λόγος και αι επιθυμίαι {376}, γίνεται
τούτο μόνον εις τα όντα τα οποία έχουσι το αίσθημα του χρόνου. Διότι
ο μεν νους διατάττει να ανθιστάμεθα διά το μέλλον (διά τα
επακόλουθα), η δε επιθυμία αποβλέπει εις το παρόν{377}, διότι εις
ταύτην φαίνεται το παρόν ευάρεστον (η στιγμιαία ηδονή) ως το απολύτως
ευάρεστον και ως το απολύτως αγαθόν, διότι δεν βλέπει το μέλλον{378}.
Διά ταύτα κατ' είδος {379} μεν είναι μία η αρχή η κινούσα, ήτοι το
ορεκτικόν μέρος καθό ορεκτικόν. Αριθμητικώς όμως πολλαί κινητικαί
δυνάμεις δύνανται να είναι εν αυτή. Αλλά πρώτον πάντων των κινούντων
είναι το ορεκτόν αντικείμενον, διότι τούτο, χωρίς να κινήται, κινεί
καθ' όσον νοείται ή συλλαμβάνεται υπό της φαντασίας. Κατ' αριθμόν
όμως τα κινούντα εις πράξιν, ορεκτά και ορεκτικά, είναι περισσότερα
{380}.
7. Επειδή δε τρεις όροι διακρίνονται, πρώτον το κινούν, δεύτερον το
όργανον, δι' ου τούτο κινεί, και τρίτον το κινούμενον πράγμα, εκ
τούτων το μεν κινούν είναι διττόν, αφ' ενός μεν είναι έν στοιχείον
ακίνητον, εξ άλλου δε είναι έν στοιχείον κινούν και κινούμενον. Και
το μεν ακίνητον κινούν είναι το πρακτέον αγαθόν, το δε κινούν και
κινούμενον είναι η ορεκτική δύναμις, διότι το ον το ορεγόμενον
κινείται καθ' όσον ορέγεται, και η όρεξις είναι μία κίνησις καθ' όσον
είναι ενέργεια (του ορεκτικού). Το δε κινούμενον είναι το ζώον• το
όργανον δε, δι' ου κινεί η όρεξις, τούτο είναι όργανον σωματικόν (η
καρδία κλπ.). Αλλά περί τούτου θα εξετάσωμεν όταν και τας κοινάς
σώματος και ψυχής λειτουργίας θα θεωρήσωμεν.
8. Τώρα δε δυνάμεθα να είπωμεν κεφαλαιωδώς, ότι η κίνησις είναι
οργανική εκεί όπου είναι έν η αρχή και το τέλος, ως εις τον
γιγγλυμόν. {381} Διότι εις ένα γιγγλυμόν το κυρτόν και το κοίλον
είναι το έν μεν τέλος, το δε άλλο είναι αρχή. Και διά τούτο το μεν
μένει ακίνητον, το δε κινείται, και ενώ είναι νοητώς ταύτα
διακεκριμένα, πραγματικώς είναι αχώριστα. Διότι πάσαι αι κινήσεις
γίνονται δι' απώσεως και έλξεως. Και πρέπει διά τούτο εν σημείον να
μένη ακίνητον, όπως είναι το κέντρον εν τω κύκλω, και εκ τούτου να
αρχίζη η κίνησις {382}.
9. Εν γένει λοιπόν, ως είπομεν, το ζώον δύναται να κινή εαυτό μόνον
καθ' όσον είναι ορεκτικόν (έχει όρεξιν), αλλά δεν δύναται να έχη
όρεξιν άνευ φαντασίας, πάσα δε φαντασία είναι ή λογική ή αισθητική,
{383} Ταύτης δε μετέχουσι και τα άλλα ζώα και ο άνθρωπος {384}.
***
{362} Το πρώτον αίτιον της κινήσεως είναι το αντικείμενον της
ορέξεως, το ορεκτόν πράγμα.
{363} Ουχί νους, αλλ' ενέργεια του νου.
{364} Διότι, ως είπεν ανωτέρω, ο νους του ανθρώπου ουδέν δύναται να
συλλάβη άνευ εικόνος.
{365} Ήτις αναπληρούσα τον νουν γεννά την κίνησιν.
{366} Ούτος είναι ο επιτακτικός λόγος (φρόνησις επιτακτική. Ηθ.
Νικομ., VI 102.) O θεωρητικός λόγος αντικείμενον έχει την αναγκαίαν
αλήθειαν, ο δε πρακτικός το ενδεχόμενον και αιρετόν.
{367} Το τέλος της πράξεως είναι ελατήριον ή αφετηρία.
{368} Η βούλησις είναι όρεξις διανοητική ή ορθή ή μετά λόγου.
{369} Και διά τούτο όρεξις και λόγος δεν παράγουσι κίνησιν κατά
κοινήν μορφήν.
{370} Ζωηρά όρεξις.
{371} Όπερ κινεί τον νουν.
{372} Όπερ κινεί την επιθυμίαν και τον θυμόν.
{373} Δεν είναι το απόλυτον και το αΐδιον αγαθόν.
{374} Είναι το μερικόν αγαθόν, όπερ δύναται να γίνη και να μη γίνη,
και είναι αγαθόν πρός τινα και ουχί πάντοτε αγαθόν.
{375} Εν τη ψυχή• πρώτη δε αιτία είναι το ορεκτόν.
{376} Και ανωτέρω ερρήθη : Καθ' όσον η όρεξις γεννάται εκ του λόγου,
ή του θυμικού, ή της επιθυμίας, εμφανίζεται υπό τρεις ενεργείας.
{377} Μόνος ο άνθρωπος έχει συνείδησιν του χρόνου κατά τας τρεις
διαστάσεις, τα άλλα δε ζώα κατά συμβεβηκός αισθάνονται τον χρόνον,
αισθανόμενα πρότερα παθήματα.
{378} Πρέπει πρώτον να νοήση τις ή να παραστήση εαυτώ αντικείμενον,
ίνα έπειτα ορεχθή αυτού.
{379} Αντιθέτως προς το κατ' αριθμόν.
{380} Ούτω πηγή της ορέξεως είναι ο νους ή η αίσθησις ή η φαντασία.
{381} Γιγγλυμός λέγεται, ως γνωστόν, η διάρθρωσις των οστών, καθ' ην
το μέλος κινείται κατά μίαν διεύθυνσιν, ως είναι η του αγκώνος και
της κνήμης.
{382} Ούτω και εν τω ζώω ανάγκη να μένη τι εν τω μέσω και από τούτου
να γίνηται η κίνησις των μερών.
{383} Η αισθητική υπάρχει και εις τα άλογα ζώα, η δε λογική μόνον εις
τους ανθρώπους, οίτινες αντεξετάζουσι διαφόρους παραστάσεις και
κρίνουσι ποία είναι η προτιμότερα. Ο νους είναι το ακίνητον, όπερ
κινεί και ωθεί. Το ορεκτόν αντικείμενον έλκει την όρεξιν
{384} O λόγος ή ο νους καθ' όσον ενεργεί εν τω κύκλω της γνώσεως
λέγεται θεωρητικός, ενεργών δ' εν τω κύκλω της ηθικότητας λέγεται
πρακτικός. Έργον του μεν θεωρητικού είναι να κρίνη μεταξύ αληθείας
και ψεύ δους, του δε πρακτικού μεταξύ αγαθών και κακών. Εκείνος
γινώσκει μόνον, ούτος κρίνει, σταθμίζει, εκτιμά, βουλεύεται,
αποφασίζει και προστάττει. Η αρετή τούτου είναι η φ ρ ό ν η σ ι ς,
αντικείμενον δε τα πρακτά αγαθά, τα καθ' έκαστον, αντιθέτως προς τον
θεωρητικόν, όστις αντικείμενον έχει τα καθ' όλου, τας αρχάς και τους
νόμους. O πρακτικός λόγος και τα προστάγματα αυτού είναι αχώριστα από
της βουλήσεως. Ως νομοθετική δύναμις ούτος οδηγεί και φωτίζει την
βούλησιν, ήτοι την προς το αγαθόν προσπάθειαν, ης κατωτάτη μορφή
είναι η ορμή, υψίστη δε η λογική όρεξις. Τα συστατικά στοιχεία της
ηθικής βουλήσεως είναι ο πρακτικός λόγος ή νους και η όρεξις, της
ορέξεως ή επιθυμίας συστατικά στοιχεία είναι: 1) παράστασίς τις ή
γνώσις, «το ορεκτικόν ουκ άνευ φαντασίας»• 2) συναίσθημα ηδονής ή
άλγους• 3) προσπάθεια ή ενέργεια. Η όρεξις περιέχει αίρεσιν ή φυγήν,
το αντικείμενον δ' αυτής είναι το ελατήριον της πράξεως. Αλλ' όπως
μόνος ο λόγος δεν γεννά πράξιν, ούτως η επιθυμία μόνη δεν είναι
λογική και ηθική. Διά τούτο ο Αριστοτέλης ορίζει την προαίρεσιν
όρεξιν διανοητικήν ή νουν ορεκτικόν, ορίζει δηλ. ότι η ηθική βούλησις
είναι σύνθετος εκ λόγου και ορέξεως. Και ο λόγος ενταύθα ενεργεί εν
μορφή πρακτικού συλλογισμού, ου το συμπέρασμα είναι επιτακτικόν• λ.
χ. «πάντες οι πολίται οφείλουσι να υπακούωσι τοις νόμοις». Εγώ είμαι
πολίτης, άρα οφείλω κλπ. Εκ των όρων του συλλογισμού τούτου, ουχί ο
μείζων και γενικός, αλλ' ο ελάσσων, η μερική έννοια είναι η κινούσα
εις πράξιν• ο λόγος, δι' ον υπακούω τοις νόμοις, είναι ότι εγώ ειμι
πολίτης (Όρα το τέλος του επομένου κεφαλαίου).
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'
&Περί ατελών ζώων.— Και αυτά έχουσι φαντασίαν αισθητικήν, αόριστον δε
αιτίαν κινήσεως.— Βούλησις και λόγος.&
1. Πρέπει δε να εξετάσωμεν και περί των ατελών ζώων {385} ποίον είναι
το αίτιον το κινούν τα ζώα, τα οποία μόνην αίσθησιν έχουσι την αφήν.
Είναι δυνατόν να έχωσι ταύτα φαντασίαν και επιθυμίαν ή ουχί ; Διότι
φαίνεται ότι αισθάνονται λύπην και ηδονήν, εάν δε έχωσι ταύτα, τότε
αναγκαίως έχουσι και επιθυμίαν {386}.Αλλά φαντασία πώς δύναται να
υπάρχη εις τα ζώα ; Ή πρέπει να απαντήσωμεν, ότι όπως ταύτα κινούνται
απροσδιορίστως {387} ούτω και η δύναμις αύτη υπάρχει μεν εν αυτοίς,
αλλά κατά τρόπον αόριστον ;
2. Η αισθητική λοιπόν φαντασία υπάρχει, ως είπομεν, και εις τα
κατώτερα ζώα, η βουλευτική όμως μόνον εις τα λογικά ζώα υπάρχει.
Διότι, το αν πρέπει τις να πράξη τούτο ή εκείνο, είναι έργον βεβαίως
συλλογισμού• και πρέπει αναγκαίως να μετρή πάντα με έν μέτρον {388},
διότι επιδιώκει πάντοτε το μεγαλύτερον αγαθόν {389}, και ούτω δύναται
εκ πολλών εικόνων ν' αποτελή μίαν παράστασιν {390}. Αίτιον δε του να
νομίζηται, ότι τα ατελή ζώα δεν έχουσι δόξαν (γνώμην), είναι τούτο,
ότι δεν έχουσι την δύναμιν να συμπεράνωσιν εκ συλλογισμού, εν ω η
δόξα
περιέχει αυτήν {391}.
3. Διά τούτο η όρεξις αυτών δεν έχει την βουλευτικήν δύναμιν
(αποφασίζουσαν βούλησιν). Αλλ' η όρεξις νικά ενίοτε την βούλησιν και
κινεί εις πράξεις• άλλοτε όμως η βούλησις νικά την όρεξιν, και πάλιν
ως (αναρριπτομένη) σφαίρα, η όρεξις νικά όρεξιν άλλην, ως όταν
επικρατή ακρασία. Αλλά πάντοτε η ανωτέρα {392} δύναμις είναι φύσει
αρχικωτέρα και κινητική. Ώστε η κίνησις δύναται να λάβη τρεις
διευθύνσεις {393}.
4. Το επιστημονικόν (γνωστικόν) όμως μέρος της ψυχής δεν κινείται
{394}, αλλά μένει ακίνητον. Αλλ' επειδή η μεν σύλληψις του καθόλου, η
γενική έννοια, διαφέρει της συλλήψεως του καθ' έκαστα (της μερικής
εννοίας), διότι η μεν πρώτη λέγει γενικώς ότι ο τοιούτος οφείλει να
πράττη ταύτην την πράξιν, η δε ότι ούτος ο ατομικός άνθρωπος οφείλει
να ενεργή ούτως (και εγώ είμαι ατομικός άνθρωπος), αύτη η μερική
έννοια κινεί, ουχί η καθολική (η γενική). Η αμφότεραι συνδυαζόμεναι
είναι αίτια κινήσεως, αλλ' η μεν μάλλον ως ηρεμούσα, η δε ουχί
ηρεμούσα {395}.
***
{385} Λ. χ. των ζωοφύτων, των μαλακίων κλπ.
{386} Άρα έχουσι και όρεξιν επομένως και φαντασίαν.
{387} Προδήλως νοεί κίνησιν εν τη ψυχή. Το ζώον αισθάνεται μόνον, ότι
αντικείμενόν τι προξενεί αυτώ ηδονήν ή λύπην, αλλ' ουδέν γινώσκει
περί του αντικειμένου τούτου, δι' ο πάντα είναι αδιόριστα εν τω ζώω.
{388} Οίον είναι η ηδονή, ή το συμφέρον ή το καθήκον.
{389} O Αριστ. ακολουθών την έννοιαν του μέτρου λέγει το
«μεγαλύτερον».
{390} Το λογικόν αντεξετάζει τας παραστάσεις προς το μέτρον, κρίνει
πολλάκις, και ούτως εκ πολλών συμπεραίνεται έν, μία απόφασις.
{391} Η πράξις του αλόγου κινείται υπό απλής φαντασίας, άνευ
συλλογισμού, άνευ κρίσεως (δόξης). Αλλ' η όρεξις του λογικού ζώου
είναι και μετά δόξης και άνευ δόξης, αλλά διά τούτο ουχί πάσα όρεξις
είναι βούλησις (λογική όρεξις).
{392} Η νικώσα.
{393} 1ον ο λόγος κινεί την όρεξιν, 2ον η όρεξις τον λόγον, 3ον
όρεξις την όρεξιν. Ή άλλως. Υπάρχει α') Το παράγγελμα του απαθούς
νου, όπερ ενεργεί επί της ορέξεως κίνησιν ωθιστικήν• β') όταν
αντικείμενον τι διεγείρη την όρεξιν και διά ταύτης εξεγείρεται ο
νους, η κίνησις είναι ανάλογος προς έλξιν• γ') η πλήρης κίνησις
καταλήγει εις πράξιν σωματικής ή φυσικής κινήσεως.
{394} Η μερική έννοια κινεί εις πράξιν. Όρα Ηθ. Νικ. VII, 3. 6.
{395} /Λείπει η υποσημείωσις/
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'
&Το θρεπτικόν είναι κοινόν εις πάντα τα ζώντα• το δε αισθητικόν εις
μόνα τα ζώα.— Το σώμα του ζώον είναι αναγκαίως μικτόν.— Το ζώον δεν
είναι αναγκαίον να έχη πάσας τας αισθήσεις, αλλά η αφή και η γεύσις
είναι αναγκαίαι.&
1. Ανάγκη λοιπόν παν ον, το οποίον έχει ζωήν, να έχη την θρεπτικήν
ψυχήν, και να έχη αυτήν από της γεννήσεως μέχρι του θανάτου αυτού.
Διότι αναγκαίως, παν ό,τι εγεννήθη, έχει αύξησιν και ακμήν και
θάνατον, και ταύτα είναι αδύνατον να υπάρξωσιν άνευ τροφής. Κατ'
ανάγκην λοιπόν εις πάντα τα όντα τα γεννώμενα και θνήσκοντα υπάρχει η
θρεπτική δύναμις.
2. Αλλά δεν είναι αναγκαίον να υπάρχη αίσθησις εις πάντα τα ζώντα.
Διότι ούτε εκείνα, των οποίων το σώμα είναι απλούν{396}, δύνανται να
έχωσιν αφήν (ούτε άνευ της αφής δύναται να υπάρχη κανέν ζώον), ούτε
εκείνα, τα οποία δεν δύνανται να δεχθώσι τα είδη άνευ ύλης, ούτε αυτά
δύνανται να αισθάνωνται {397}.
3. Αλλά το ζώον είναι αναγκαίον να έχη αίσθησιν, εάν η φύσις ουδέν
δημιουργή ματαίως (ασκόπως). Διότι πάντα τα πράγματα τα φυσικά
υπάρχουσι χάριν σκοπού τίνος, ή είναι συμπτώματα (όροι) των
υπαρχόντων ένεκα σκοπού τίνος. Εάν λοιπόν παν σώμα, το οποίον δύναται
να πορεύηται, δεν είχεν αίσθησιν, θα κατεστρέφετο και δεν θα έφθανεν
εις τον τελικόν σκοπόν τον οποίον επιδιώκει η φύσις {398}. Διότι πώς
θα τραφή τούτο ; τα μένοντα ακίνητα (τα φυτά λ.χ.) λαμβάνουσι την
τροφήν των εκ του τόπου, όπου εγεννήθησαν.
4. Δεν είναι όμως δυνατόν σώμα γεννητόν και μη ον ακίνητον να έχη
ψυχήν και νουν κριτικόν, αλλά αίσθησιν να μη έχη. Αλλά προσέτι ουδέν
ον αγέννητον {399} είναι δυνατόν να μη έχη αίσθησιν. Διατί αρά γε να
μη έχη αυτήν ; Διότι βεβαίως η έλλειψις θα ήτο καλύτερα ή διά την
ψυχήν ή διά το σώμα. Αλλά ενταύθα ούτε το έν ούτε το άλλο τούτων
είναι αληθές. Διότι η μεν ψυχή διά τούτο δεν θα νοή περισσότερον, το
δε σώμα δεν θα διαρκή περισσότερον χρόνον. Άρα ουδέν σώμα μη μένον
ακίνητον έχει ψυχήν άνευ αισθήσεως.
5. Αλλά προσέτι, εάν το σώμα έχη αίσθησιν, αναγκαίως είναι ή απλούν ή
μικτόν αλλά απλούν δεν δύναται να είναι, διότι, άλλως δεν θα έχη
αφήν, ενώ αναγκαίως πρέπει να έχη αυτήν. Τούτο δε είναι φανερόν εκ
των εξής :
6. Επειδή το ζώον είναι σώμα έμψυχον, παν δε σώμα είναι απτόν, απτόν
δε λέγεται το διά της αφής αισθητόν πράγμα, ανάγκη και το σώμα του
ζώου να έχη την αίσθησιν της αφής {400}, ίνα δύναται το ζώον να
διατηρήται. Αι μεν άλλαι αισθήσεις, η όσφρησις, η ακοή, η όψις {401}
αισθάνονται δι' άλλων μεσολαβούντων (αέρος, ύδατος)• αλλ' όταν το
ζώον άπτηται (εγγίζη) τινός, εάν δεν έχη αίσθησιν, δεν θα δύναται
άλλα μεν να φεύγη, άλλα δε να λαμβάνη• και, αν συμβαίνη τούτο,
αδύνατον θα είναι να διατηρήται το ζώον.
7. Διά τούτο και η γεύσις είναι είδος αφής, διότι είναι η αίσθησις
της τροφής, η δε τροφή είναι πράγμα απτόν. Ο ήχος όμως και το χρώμα
και η οσμή δεν τρέφουσιν, ούτε φέρουσιν αύξησιν ούτε φθοράν, ώστε εξ
ανάγκης πρέπει η γεύσις να είναι αφή τις, διότι είναι αίσθησις
εκείνου, όπερ δύναται να άπτηται και να τρέφη. Αυταί λοιπόν είναι αι
αισθήσεις {402} αι αναγκαίαι εις το ζώον, και είναι φανερόν ότι δεν
είναι δυνατόν να υπάρχη ζώον άνευ αφής.
8. Αι δε λοιπαί αισθήσεις υπάρχουσι μόνον διά το αγαθόν του ζώου και
ουχί εις πάντα τα ζώα {403}, αλλά εις τινα μόνον, λ. χ. εις το
πορευτικόν (περιπατούν) ζώον είναι ανάγκη να υπάρχωσι. Διότι, εάν
μέλλη να διατηρήται, ου μόνον πρέπει να αισθάνηται, όταν εγγίζη τι,
αλλά και μακρόθεν πρέπει να αισθάνηται. Τούτο δε συμβαίνει, εάν διά
τινος μεσολαβούντος σώματος {404} δύναται να αισθάνηται. Διότι εκείνο
μεν το διάμεσον πάσχει και κινείται υπό του αισθητού αντικειμένου, το
δε αισθητήριον υπό του διαμέσου.
9. Τω όντι, όπως το αίτιον το κινούν τοπικώς τι ενεργεί μέχρι του να
το κάμη να μεταβάλλη (τόπον), και όπως το αίτιον το ωθούν άλλο τι
ενεργεί μέχρι του να το κάμη να ωθήση άλλο τι, και ούτως εξακολουθεί
η κίνησις διά τινος διαμέσου, και όπως το μεν πρώτον κινεί και ωθεί
χωρίς να ωθήται, το δε τελευταίον ωθείται μόνον χωρίς να ωθή, και τα
διάμεσα (πολλά δε δύνανται να είναι τα διάμεσα) ωθούσι και ωθούνται,
ούτω συμβαίνει και εις την πορείαν της αλλοιώσεως (εν τη αισθήσει),
πλην ότι, ενώ η μεταβολή γίνεται, μένει το αντικείμενον εν τω αυτώ
τόπω, π. χ. εάν τις βυθίση αντικείμενον τι εις κηρόν, ο κηρός
κινείται μέχρι τόσου (βάθους), όσον εβυθίσθη το αντικείμενον• ο λίθος
όμως ουδόλως μεταβάλλεται, ενώ το ύδωρ κινείται βαθύτατα, ο δε αήρ
πλείστον πάντων δέχεται και μεταδίδει την κίνησιν, εάν διαμένη είς
και φυλάττη την συνέχειαν αυτού. Διά τούτο εν τη ανακλάσει του φωτός
καλύτερον είναι να υπολαμβάνωμεν ουχί {405} ότι η οπτική εικών
εξερχόμενη εκ του οφθαλμού ανακλάται οπίσω εις αυτόν, αλλά ότι ο αήρ
πάσχει υπό του σχήματος και του χρώματος εφ' όσον διατηρεί την
ενότητα αυτού {406}, είναι δε εις επί λείας επιφανείας. Διά τούτο
πάλιν ο αήρ κινεί την όψιν ως εάν το επί του κηρού χαραττόμενον
σημείον διεδίδετο μέχρι του άκρου του κηρού{407}.
***
{396} Η αφή απαιτεί α') Την αισθανομένην ψυχήν, β') Το αισθητόν
σώμα. Ή άλλως• απλούν είναι το σώμα τα εξ ενός μόνου στοιχείου,
πυρός, αέρος κ.λ. αποτελούμενον.
{397} Ακριβώς διότι η αίσθησις είναι η δύναμις του δέχεσθαι τα είδη
άνευ της ύλης.
{398} Το ζώον, εάν μη είχεν αισθήσεις, ίνα διακρίνη τα ωφέλιμα και τα
επιβλαβή, και ίνα κινήται προς εύρεσιν των μεν και αποφυγήν των
άλλων, δεν θα έφθανεν εις το τέλος του, δηλ. να γεννά όμοια αυτού
όντα.
{399} Και αυτά τα αγέννητα και αΐδια σώματα, τα άστρα, έχουσι την
δύναμιν της αισθήσεως (Αριστοτ. περί Ουρανού 285 α 29, 292 β 2).
{400} Δι' ης κρίνει τα ωφελούντα και τα βλάπτοντα αυτό.
{401} Είναι ωφέλιμοι αι αισθήσεις αυταί, αλλ' ουχί απαραίτητοι όσον η
αφή.
{402} Η αφή και η γεύσις.
{403} Τα ζωόφυτα π.χ. μένοντα ακίνητα δεν έχουσι χρείαν των αισθήσεων
τούτων.
{404} Οίον είναι ο αήρ ή το ύδωρ.
{405} Ως ο Πλάτων και ο Εμπεδοκλής, όστις παρεδέχετο διττήν απορροήν
εκ του όμματος και εκ του αισθήματος.
{406} Εφ' όσον διάστημα είναι μία συνεχής μάζα.
{407} Η οπτική δηλ. εικών διαχωρεί διά της μάζης του αέρος μέχρι του
αντιθέτου άκρου αυτής και ούτω μεταβαίνει εις το οπτικόν όργανον,
καθ' ον τρόπον δύναται τις να συλλάβη την σφραγίδα μετά του σημείου
αυτής διαπερώσαν διά της μάζης του κηρού εις, τι πράγμα ικανόν να
δεχθή αυτήν.
***
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
&Ουδέν ζώον δύναται να είναι εξ ενός στοιχείου. — Η αφή συνιστά το
ζώον ουσιωδώς.— Μόνον των απτικών ποιοτήτων αι υπερβολαί είναι
ολέθριαι εις το ζώον.&
1. Είναι φανερόν, ότι το σώμα του ζώου δεν δύναται να είναι απλούν λ.
χ. μόνον εκ πυρός ή εξ αέρος. Τω όντι άνευ μεν αφής ουδεμία άλλη
αίσθησις δύναται να υπάρξη, διότι παν σώμα έμψυχον έχει, ως είπομεν,
την αίσθησιν της αφής, τα άλλα στοιχεία, πλην της γης, δύνανται να
γίνωνται όργανα αισθήσεως. Αλλά πάντα μεν τα αισθητήρια παράγουσιν
αίσθημα διά των διαμέσων σωμάτων. Η αφή όμως αισθάνεται τα πράγματα
αμέσως απτομένη αυτών και διά τούτο έχει και το όνομα τούτο. Και όμως
και τα άλλα αισθητήρια όργανα διά της αφής αισθάνονται, αλλά δι'
άλλου τινός διαμέσου, μόνη δε αύτη φαίνεται ότι αισθάνεται δι' αμέσου
επαφής. Ώστε το σώμα του ζώου δεν δύναται ν' αποτελήται αποκλειστικώς
από έν εκ των στοιχείων τούτων, ούτε αποκλειστικώς δύναται ν'
αποτελήται εκ γης. Διότι η αφή είναι ως μέσος τις όρος πάντων των
απτών αντικειμένων και το αισθητήριον όργανον αυτής δύναται να δεχθή
ου μόνον τας διαφόρους ιδιότητας ας έχει η γη, αλλά και τας του
θερμού και ψυχρού {408} και πάντων των άλλων απτών. Και διά τούτο δεν
αισθανόμεθα διά των οστών και των τριχών και των τοιούτων μερών,
διότι είναι εκ γης• διά τούτο και τα φυτά ουδεμίαν έχουσιν αίσθησιν,
διότι είναι εκ γης. Άνευ λοιπόν της αφής δεν είναι δυνατόν να υπάρχη
καμμία άλλη αίσθησις, και το όργανον αυτής (η σαρξ) δεν είναι ούτε εκ
γης αποκλειστικώς ούτε εξ ουδενός άλλου στοιχείου.
2. Είναι άρα φανερόν, ότι τα ζώα κατ' ανάγκην αποθνήσκουσιν, εάν
στερώνται μόνης ταύτης της αισθήσεως• διότι ούτε είναι δυνατόν να έχη
αυτήν ον το οποίον δεν είναι ζώον, ούτε ον ζώον είναι ανάγκη να έχη
άλλην αίσθησιν πλην ταύτης. Και διά τούτο αι μεν άλλαι αισθηταί
ποιότητες, το χρώμα, ο ήχος και η οσμή δεν καταστρέφουσι το ζώον διά
της υπερβολής αυτών, αλλά μόνον τα αισθητήρια όργανα αυτού {409},
εκτός εάν το καταστρέφωσι κατά συμβεβηκός• π. χ. εάν μετά του ήχου
γίνη βιαία ώθησις και κτύπημα {410} ή αν υπό οπτικών αισθημάτων και
οσμής κινώνται άλλα αντικείμενα, τα οποία καταστρέφουσι το σώμα διά
της αφής των {411}. Ο χυμός καταστρέφει το ζώον καθ' όσον συμβαίνει
να συνάπτηται με το της αφής όργανον (ο δηλητηριώδης χυμός λ. χ.)
3. Η υπερβολή όμως των απτών, ήτοι των θερμών και ψυχρών και σκληρών
φονεύει το ζώον {412}. Διότι η υπερβολή παντός αισθητού αντικειμένου
καταστρέφει το όργανον της αισθήσεώς του, ώστε και του απτού η
υπερβολή καταστρέφει την αφήν, η αφή δε είναι η αίσθησις, δι' ης
ορίζεται η ζωή, διότι απεδείχθη ότι άνευ αφής είναι αδύνατον να
υπάρξη ζώον. Διά τούτο η υπερβολή των απτικών εντυπώσεων φθείρει ουχί
μόνον το αισθητήριον, αλλά και αυτό το ζώον, διότι ταύτην μόνην την
αίσθησιν πρέπει να έχη αναγκαίως. Τας δε άλλας αισθήσεις έχει το
ζώον, ως είπομεν, ουχί χάριν της υπάρξεως, αλλά χάριν της ευζωίας(του
ευ είναι) αυτού• λ. χ. έχει την όψιν, ίνα δύναται να βλέπη, επειδή
είναι εν τω αέρι και εν τω ύδατι, και εν γένει εντός μέσου διαφανούς,
την δε γεύσιν έχει διά το ευάρεστον και δυσάρεστον, ίνα αισθάνηται
τας ιδιότητας ταύτας εν τη τροφή του και επιθυμή αυτήν και κινήται,
ίνα την αποκτήση, την δε ακοήν έχει, όπως δηλούταί τι εις αυτό, την
δε γλώσσαν, ίνα αυτό φανεροί τι εις άλλο {413}.
ΤΕΛΟΣ
***
{408} Αίτινες δεν είναι πλέον διαφοραί της γης, αλλά του πυρός.
{409} Την ενέργειαν του οργάνου και ενίοτε αυτό το όργανον. Φως λίαν
ζωηρόν δύναται να τυφλώση και ήχος λίαν ισχυρός φέρει κώφωσιν.
{410} Ουχί π. χ. η βροντή δύναται να φονεύση τα ζώον, αλλ' ο αήρ και
ο άνεμος ο συνοδεύων αυτήν.
{411} Αι άλλαι αισθήσεις είναι τροποποιήσεις της αφής.
{412} Υπερβολικόν ψύχος κλπ. φονεύει.
{413} Ουχί δε μόνον προς την γεύσιν.
***
ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
&Προς εξήγησιν θεωριών τινων και χωρίων τον Αριστοτέλους εθεωρήσαμεν
επάναγκες να προσθέσωμεν ενταύθα ολίγας έτι σημειώσεις.&
ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ.
Καίτοι πάντες οι κριτικοί παραδέχονται, ότι το βιβλίον τούτο είναι
έργον του Αριστοτέλους, τινές όμως φρονούσιν, ότι η τάξις των
Κεφαλαίων είναι έργον άλλης χειρός. Αλλά το αυτό δύναταί τις να είπη
και περί των άλλων συγγραφών του φιλοσόφου, αίτινες πάσαι σχεδόν
είναι συρραφαί αποσπασμάτων ή πραγματειών μεμονωμένων. O Αριστοτέλης
συνέτασσε σχέδια πραγματειών ή σημειώσεις προς διδασκαλίαν, αλλά δεν
ηδυνήθη να δώση εις ταύτα και την τελικήν μορφήν, ταλαιπωρηθείς κατά
τα τελευταία έτη του βίου του υπό θρησκευτικού διωγμού και εξορίας.
Την διάταξιν των υλικών, άπερ κατέλιπεν ο Αριστοτέλης, εξετέλεσαν οι
εκδόται αυτών, Ανδρόνικος ο Ρόδιος και άλλοι.
Κεφ. Α, 1. σελ. 13. {Σημ 1}&Διά την ακρίβειαν αυτής&. Άλλοι εξηγούσι
: «Διά την οξύνοιαν την απαιτουμένην προς εύρεσιν της γνώσεως».
Ισχυρίζονται δ' ότι δεν πρόκειται ενταύθα περί αληθείας εξαγομένης εκ
των πρώτων αρχών, διότι ο Αριστοτέλης εθεώρει το υλικόν της
ψυχολογίας ως ανήκον εις τον φυσικοοργανικόν κόσμον, όστις δεν είναι
ο κόσμος της αναγκαίας και ακριβούς πραγματικότητος.
Κεφ. Α, 1. σελ. 14. {Σημ 2} &Η ψυχή αρχή των ζώντων&. Η λέξις αρχή
από του Αριστοτέλους κατέστη σημαντικώτατος φιλοσοφικός όρος. Τας
διαφόρους σημασίας της αρχής (όρα σελ. 14) οι νεώτεροι περιέλαβον εις
την &αρχήν του είναι& (λόγον πραγματικόν ή αιτιώδη) και εις την αρχήν
της γνώσεως (γνωστικόν λόγον) ή κατ' Αριστοτέλην «αρχήν του γνώναι
και της κινήσεως».
Κεφ. Α. 2. σελ. 14. {Σημ 3} &Άλλαι αι αρχαί των αριθμών&. Αι διάφοροι
αρχαί, ων χρήσιν ποιούνται η αριθμητική και η γεωμετρία, είναι η
Μονάς και η Έκτασις.
Κεφ. Α, 3. σελ. 14. {Σημ 4} Αι κατηγορίαι, ήτοι οι διάφοροι τρόποι
του είναι, εισί δέκα: ουσία (υπόστασις), ποσόν, ποιόν, σχέσις, τόπος,
χρόνος, θέσις, έξις (κατοχή), ενέργεια, πάθος. Η ουσία είναι το
υποκείμενον, αι δε λοιπαί εννέα είναι κατηγορούμενα.
Κεφ. Α, 5. σελ. 15. {Σημ 5}&Πρέπει να προσέξωμεν&. Η παράγραφος
απλούστερον μεταφραζομένη ορίζει, ότι ανάγκη να εξετασθή, αν υπάρχει
είς μόνος ορισμός της ψυχής, όπως είς μόνος υπάρχει ορισμός του ζώου,
ή αν απαιτείται διάφορος ορισμός εκάστου είδους ψυχής, όπως διάφορος
είναι ο ορισμός του ίππου κλπ. Εξεταστέον δε και αν η γενική έννοια
&ζώον& ουδέν είναι πραγματικόν ή αν λαμβάνει ύπαρξιν μετά τα καθ'
έκαστα ζώα. Το αυτό δε εξεταστέον και περί πάσης άλλης γενικής
εννοίας.
Κεφ. Α, 8. σελ. 16. {Σημ 6} &Κατά τας εικόνας...των πραγμάτων&. Κατά
λάθος παρεισέφρησαν εις την μετάφρασιν δύο περιτταί λέξεις.
Αναγνωστέον : Κατά τας εικόνας (των πραγμάτων τας σχηματιζομένας υπό
της) φαντασίας. Ο Αριστοτέλης λέγει μόνον : &κατά την φαντασίαν&.
Κεφ. Α. 8 σ. 16. {Σημ 7} &Αντιλογικώς και κενολογικώς&. O Αριστοτ.
λέγει ότι οι ορισμοί, δι' ων δεν είναι εύκολον να συλλάβη τις ούτε
εικασίαν των ιδιοτήτων του οριζομένου πράγματος, είναι ορισμοί
ονοματικοί ή εριστικοί και κενοί εμπεριεχομένου.
Κεφ. Α. 9 σ. 17.{Σημ 8} Σημ. 1. &Η νόησις δεν υπάρχει άνευ τον
σώματος&. O Αριστ. εκφράζεται ασαφώς. Η ψυχή λέγει, ότι είναι η
δίδουσα εις φυσικόν τι σώμα την ατομικότητα και την σημασίαν αυτού
και αποτελείται εκ της θρέψεως, κινήσεως κατά τόπον αισθήσεως,
μνήμης, πάθους, φαντασίας και νου. Εκ των λειτουργιών τούτων της
ψυχής μόνος ο νους είναι ίδιος εις τον άνθρωπον, αλλά και ούτος εν τη
παθητική μορφή αυτού βάσιν έχει την πείραν και είναι συνδεδεμένος με
την ζωήν του σώματος. Ο ποιητικός όμως νους είναι όλως χωριστός από
του σώματος και αθάνατος, γινώσκει δε την αλήθειαν (τας αρχάς)
εποπτικώς, αμέσως, ουχί (ως ο παθητικός εμμέσως. Αλλ' ο τοιούτος νους
δεν φαίνεται έχων θέσιν εν τω ορισμώ της ψυχής, καθ' ον αύτη είναι
εντελέχεια σώματος φυσικού έχοντος την δύναμιν του ζην.
Κεφ. Α. 10. σ. 17. {Σημ 9} &Και επομένως εκφράσεις τοιαύται&. Το
χωρίον μεταφράζεται και ούτως : Επομένως οι ορισμοί είναι τοιούτοι•
λ. χ. το οργίζεσθαι είναι κίνησις του κ.λ.
Κεφ. Α. 11. σ. 18. {Σημ 10} &Έργον του φυσικού&. O φυσικός φιλόσοφος
δέον να μελετήση την ψυχήν όλην ή μέρος αυτής συνδεδεμένον μετά του
σώματος.
Κεφ. Α. 11. σ. 18. {Σημ 11} &Η μορφή της οικίας είναι τοιαύτη&. Κατά
λέξιν : Το είδος είναι εν (τοις υλικοίς) τούτοις και δι' αυτό (το
είδος) είναι ταύτα.
Κεφ. Α. 11. σ. 18. {Σημ 12} &Είς τεχνίτης&. Τεχνίτης εννοείται ουχί ο
εμπειρικός απλώς, αλλ' ο μετά της πείρας κατέχων και την θεωρίαν, ο
επιστήμων τεχνίτης, ο ιατρός λ. χ., ή ο αρχιτέκτων.
Κεφ. Β'. 5. σ. 20 {Σημ 13} &Ομοίως και ο Αναξαγόρας&. Οι ορισμοί της
ψυχής αποτελούσι τρεις τάξεις καθ' όσον θεωρούσι κύριον
χαρακτηριστικόν αυτής α') την κίνησιν, β') την γνωστικήν δύναμιν, γ')
αμφότερα, την τε κίνησιν ή ενέργειαν και την γνώσιν ή θεωρίαν.
Κεφ. Β'. 5. σ. 21. {Σημ 14} &Κατέκειτο αλλοφρονών&. Τοιούτο χωρίον
δεν απαντά εν τη σωζόμενη μορφή των Ομηρικών επών• του αλλοφρονείν
εναντίον είναι το φρονείν=ορθώς σκέπτεσθαι. Ο Έκτωρ κατέκειτο
αναίσθητος εκ πληγής, είχεν άρα διατεταραγμένην και την διάνοιαν.
Αλλ' όμως ο Δημόκριτος διακρίνει τον λόγον από της αισθήσεως. Καίτοι
και ο μεν και η δε πηγάζουσιν έξωθεν, ουχί όμως αι αισθήσεις, αλλ' η
λογική νόησις ευρίσκει την πραγματικήν φύσιν των όντων. Του κόσμου η
αληθής φύσις αποτελείται εκ των &ατόμων& και του &κενού&, ταύτα όμως
είναι στοιχεία &νοητά&. Εν τούτοις τα δεδομένα προς τας λογικάς
ταύτας αληθείας ευρίσκομεν εν ταις αισθητικαίς αντιλήψεσι.
Κεφ. Β. 2. σ. 26. {Σημ 15} &Ας εξετάσωμεν αν η ψυχή κινείται καθ'
εαυτήν ή μόνον μετέχει της κινήσεως&. Αντί των δύο λέξεων της
μεταφράσεως ή &μόνον& κατ' άλλους γραπτέον &και ούτω&, δηλ.
εξεταστέον αν η ψυχή ένεκα της ιδίας αυτής φύσεως• μετέχει κινήσεως.
O Αριστοτ. απορρίπτει την θεωρίαν ταύτην του Πλάτωνος ισχυριζόμενος
ότι α') αν η κίνησις είναι ουσιώδης φύσις της ψυχής, αύτη θα είναι εν
τόπω, τ. έ. θα περιέχηται και θα περιορίζηται υπ' άλλου σώματος,
διότι κατ' Αριστ. τόπος είναι το πέρας του περιέχοντος σώματος, ή το
πληρούμενον υπό του σώματος, β') η ψυχή αναγκαίως πρέπει να κινήται
υπό εξωτερικής δυνάμεως, και γ') και αναγκαίως πρέπει να τηρήται εν
ηρεμία υπό εξωτερικής δυνάμεως• αλλ' αι βεβιασμέναι αυταί καταστάσεις
κινήσεως και ηρεμίας είναι αδιανόητοι, δ') η σύστασις της ψυχής θα
προσδιορίζηται υπό της φύσεως των κινήσεων της, ε') η ψυχή θα εκτελή
τας κινήσεις, ας δίδει και, επειδή δίδει τοπικήν κίνησιν, θα κάμνη
και αύτη τοπικήν κίνησιν, και επομένως δύναται να εισέλθη εις το
σώμα, όταν εξέλθη εξ αυτού, και τα ζώα άρα δύνανται να ανίστανται εκ
νεκρών, ς') αν η κίνησις, ήτις είναι μετάθεσις του κινουμένου, είναι
ουσιώδης φύσις της ψυχής, τότε η κίνησις της ψυχής θα ήτο μετάστασις
εκ της φύσεως αυτής.
Κεφ. Γ. 23. σ. 32. {Σημ 16} &Η τεκτονική εισδύει εις τους αυλούς&. Η
τεκτονική την φυσικήν και υλικήν έκφρασιν αυτής ευρίσκει έν τινι
οικία, ουχί δε εν αυλώ• προσέτι όργανον έχει πέλεκυν και ουχί αυλόν.
Μερική τις οικία είναι η έκφρασις μερικής τέχνης ή ιδέας, ακριβώς
όπως μερικόν τι σώμα είναι η έκφρασις ωρισμένης και ατομικής ψυχής. Η
ψυχή είναι η εντελέχεια και η δύναμις η διαμορφούσα το σώμα, και αυτή
αποτελεί την ατομικότητα και την σημασίαν του ανθρώπου.
Κεφ. Δ. 2, 32. {Σημ 17} &Αλλά καίτοι η αρμονία&. Η περί αρμονίας
θεωρία αύτη φαίνεται μεν πιθανή, λέγει ο Θεμίστιος (1, 4, σ. 44),
ανηρέθη όμως πολλαχώς και υπ' Αριστοτέλους και υπό Πλάτωνος. Διότι η
ψυχή είναι πρότερον του σώματος, η δε αρμονία ύστερον• η ψυχή άρχει
του σώματος και επιστατεί και μάχεται πολλάκις προς αυτό, η αρμονία
όμως δεν μάχεται προς τα ηρμοσμένα πράγματα• η αρμονία δέχεται το
μάλλον και το ήττον, η ψυχή όμως δεν δέχεται τοιαύτην αυξομείωσιν• η
αρμονία δεν ανέχεται αναρμοστίαν, η ψυχή όμως δέχεται κακίαν χωρίς να
καταστρέφηται• προσέτι, αν του σώματος η αναρμοστία είναι νόσος, ή
αίσχος, ή ασθένεια, η αρμονία αυτού θα είναι υγίεια και κάλλος και
δύναμις, ουχί όμως η ψυχή κ.λ.
Κεφ. Ε. 1. σ. 38. {Σημ 18} &Η ψυχή είναι αριθμός&. O Αριστοτέλης την
θεωρίαν του Ξενοκράτους αφομοιών προς την ατομολογίαν του Δημοκρίτου
εφαρμόζει και επ' αυτής την κριτικήν της θεωρίας του Δημοκρίτου.
Κεφ. Ε. 2. σ. 38. {Σημ 19} &O Δημόκριτος εξήγει την κίνησιν&. Δηλ. το
ζώον κινείται υπό ψυχικών μονάδων, όπως κινείται υπό ψυχικών ατόμων
εν τη θεωρία του Δημοκρίτου.
Κεφ. Ε. 4. σ. 39. {Σημ 20} &Τρεις τρόποι καθ' ους ορίζουσι την
ψυχήν&. Αι θεωρίαι αύται είναι 1) η θεωρούσα την ψυχήν ως αριθμόν
κινούντα εαυτόν (Ξενοκράτης), 2) η θεωρούσα αυτήν ως συνισταμένην εκ
των λεπτότατων και ευκινητοτάτων ατόμων (Δημόκριτος) ή εκ των
λεπτοτάτων ουσιών (Αναξαγόρας) ή ίσως ως ούσαν αρμονίαν, (Πλάτων) 3)
η θεωρούσα αυτήν ως αποτελουμένην εκ των στοιχείων.
Κεφ. Ε. 24. σ. 45. {Σημ 21} &Άλλο τι αίτιον της ζωής ;& Η ζωή είναι η
πρώτη, στοιχειωδεστάτη λειτουργία της ψυχής και η αναγκαία
προϋπόθεσις των άλλων λειτουργιών αυτής.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Κεφ. Α. 1. σ. 49. {Σημ 22} &Ουσία&. O παρά τω Αριστοτέλει όρος
&ουσία& αντιστοιχεί προς τον όρον &Υπόστασις& των νεωτέρων. Το άμεσον
και ατομικόν, τόδε το ον είναι η πρώτη ουσία. Το είδος και τα γένη
είναι δεύτεραι ουσίαι, αλλά μάλλον τα είδη, ως εγγύτερα εις το
ατομικόν. Ενίοτε λέγει ουσίαν και την ύλην, διότι εκ ταύτης και του
είδους αποτελείται η πρώτη (στοιχειώδης) ουσία.
Κεφ. Α. 1. σ. 50. {Σημ 23} &Η πρώτη εντελέχεια&. Εν τη προηγουμένη
σημειώσει είδομεν ότι υπάρχει πρώτη και δευτέρα ουσία. Ωσαύτως
υπάρχει ύλη πρώτη, ήτοι άμορφος και πρώτη ψυχή, ήτοι η στοιχειώδης
μορφή ψυχής, η θρεπτική και πρώτη, εντελέχεια, ήτοι η στοιχειώδης ή
αρχική μορφή της ψυχικής ζωής. Είναι πρώτη ως εγγυτάτη εις την απλήν
δύναμιν, κατάταξιν δε αναπτύξεως, κείται αμέσως υπεράνω του σώματος
και είναι θεμελιώδης όρος της αναπτύξεως των άλλων. Λοιπόν η πρώτη
εντελέχεια σώματος είναι η πρώτη φανέρωσις ζωής, ην οργανισμός τις
εκτυλίσσει και είναι απλή δύναμις η έξις ως προς τας υψηλοτέρας
εκδηλώσεις της ζωής.
Κεφ. II 1. 53. {Σημ 24} &Το γνωριμώτερον κατά λόγον&. Κατ' Αριστ. η
μόνη βεβαία και επιστημονική γνώσις είναι η των εννοιών ή των
καθόλου. Και αυτή η αντίληψις των αισθητών δεν είναι παθητικόν
δοχείον εξωτερικών εντυπώσεων. Αυταί μάλλον ως αφορμαί διεγείρουσι
την ψυχήν εις ενέργειαν. Η δε λογική νόησις είναι έτι μάλλον ελευθέρα
ενέργεια της ψυχής.
Κεφ. II 1. 54. {Σημ 25} &Ορισμός του τετραγωνισμού&. Εκ τούτων ο
πρώτος περιγράφει το τετελεσμένον εξαγόμενον, ο δεύτερος το μέσον και
την μέθοδον της επιτελέσεως αυτού. O Αριστ. καίτοι αντέχεται των
γεγονότων, επιμόνως εξαίρει την υπερτέραν σημασίαν των σχέσεων και
αιτίων.
Κεφ. II 8. σελ. 54.{Σημ 26} &Καθώς τινες λέγουσι&. O Πλάτων λέγει ότι
η ψυχή αποτελείται εκ τριών διακεκριμένων μερών, του λογικού, του
θυμοειδούς και του επιθυμητικού, και ότι ο μεν λόγος κείται εν τη
κεφαλή, το θυμοειδές εν τω θώρακι και το επιθυμητικόν εν τω
υπογαστρίω (εν τω ήπατι).
Κεφ. I 29 σ. 89 {Σημ 27}&και να μη γίνηται (εσωτερικώς) υγρόν&. Πάσα
μεταβολή είναι μετάβασις από καταστάσεως εν δυνάμει εις κατάστασιν,
εν η το πράγμα ευρίσκει το τέλος αυτού πεπραγματωμένον, ή εν τη
πορεία της πραγματώσεως. Ούτως η γεύσις είναι μόνον δυνάμει γεύσις,
εφ' όσον δεν ερεθίζεται. Εν τη πορεία όμως της ενεργοποιήσεως το
αισθητήριον αφομοιούται την αντικειμενικήν του πράγματος ποιότητα και
μεταβάλλει αυτήν εις υποκειμενικήν. Ούτω το γευστικόν όργανον έχει
την ικανότητα να υγραίνηται χωρίς να μεταβάλληται εις υγρόν.
Κεφ. I 12. σ. 91./5 σ.90/ {Σημ 28} &Αύται είναι αι διαφοραί των
χυμών&. O Αριστοτέλης διακρίνει επτά χρώματα και επτά χυμούς. Εκ των
δύο θεμελιωδών χρωμάτων, του λευκού και του μέλανος (εις ο
περιλαμβάνεται το φαιόν) γεννώνται διά μίξεως τα λοιπά πέντε, ξανθόν,
φοινικούν, αλουργόν, πράσινον και κυανούν. Ούτω και εκ της μίξεως των
δύο θεμελιωδών χυμών του γλυκέος και του πικρού γεννώνται πέντε
διάμεσοι, αλμυρός, δριμύς, αυστηρός, στρυφνός και οξύς, του λιπαρού
περιλαμβανομένου εις τον γλυκύν. Σημειωτέον ενταύθα, ότι ο
Αριστοτέλης τας αισθήσεις και εν γένει τα ψυχοφυσικά φαινόμενα
εξετάζει και περιγράφει εκτενώς εν ταις θαυμασίαις εκείναις
πραγματείαις του, ας οι σχολιασταί ήνωσαν υπό την επιγραφήν «Μικρά
Φυσικά», και αίτινες συμπληρούσι την όλην ψυχολογίαν του.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ.
Κεφ. IV /Γ’/ σ. σ. {Σημ 29} Η κεκλασμένη γραμμή παριστά τα
συγκεκριμένα αισθητά πράγματα, η δε ευθεία την καθαράν έννοιαν,
αμφότερα δε αντιστοιχούσι προς την διάκρισιν μεταξύ του &σαρκί είναι&
και της &σαρκός&. Τα εν αφαιρέσει όντα είναι αι μαθηματικαί έννοιαι,
αίτινες είναι αφηρημέναι ως προς τα υλικά όντα, αλλά συγκεκριμέναι ως
προς τας καθαράς εννοίας. Αι μαθηματικαί έννοιαι και τα σχήματα, εν
αις και το σιμόν, κατέχουσι μέσην θέσιν.
Κεφ. VI σ. {Σημ 30} /Αντιστοίχισα την σημείωση με το τέλος του
κεφαλαίου ς’, μπορεί όμως και να πρέπει να αντιστοιχιστεί νωρίτερα/
Αναγκαίον κρίνομεν να παραθέσωμεν ενταύθα τα κυριώτερα σημεία της υπό
Θεμιστίου παραφράσεως των περί του νου χωρίων του Αριστοτέλους. Ο
νους, λέγει, τελειούται μεταβαίνων εκ δυνάμεως εις ενέργειαν. Ότι
είναι δύναμις αποδείκνυται εκ τούτων, ότι ούτε πάντοτε νοεί, ούτε τα
αυτά νοεί πάντοτε, αλλά άλλοτε άλλα και, όταν συνεχώς νοή, αποκάμνει.
Ούτως όνους ουσίαν και μορφήν έχει ταύτην, ότι &δύναται& να περιλάβη
πάσας τας άλλας μορφάς. Και αν μη διέμενε τοιαύτη δύναμις, αλλ' είχεν
ιδίαν ωρισμένην μορφήν, έν αποκλειστικόν είδος, δεν θα ηδύνατο να
μεταβαίνη εκ μιας εις άλλην ενέργειαν και να δέχηται πάντα τα είδη,
διότι το ιδιαίτερον εκείνο είδος του θα ημπόδιζε και θα αντέφραττε τα
άλλα ως αλλότρια. Δυνάμει ων ο νους είναι απαθής και αμιγής, διότι
πάσχει και μίγνυται μόνον το ον, όπερ είναι τι εν ενεργεία. Ων δε και
ανεξάρτητος από του σώματος δύναται να νοή, όταν βούληται. Και είναι
μεν δυνάμει πάντα τα όντα, ενεργεία όμως είναι ουδέν πριν να νοήση
αυτά. Αναπτύσσεται δε και τελειούται καθ' όσον από των αισθητικών
αντιλήψεων και παραστάσεων υψούται εις τα καθόλου, τα όλως νοητά
όντα. Και είναι μεν και τότε δυνάμει νους, αλλ' ουχί όπως ήτο πριν να
μάθη, διότι ήδη κατέχει την νοητήν ουσίαν και τας αναφοράς των όντων.
Επειδή δε ο νους ουδέν άλλο είναι ή τα νοήματα, νοών ταύτα νοεί
εαυτόν. Όπως η επιστήμη, λ. χ. η γεωμετρία είναι τα επιστητά
θεωρήματα, ούτως ο νους είναι τα νοήματα και όταν μεν ηρεμή, λέγεται
ότι έχει την έξιν των νοημάτων, όταν δε ενεργή περί έν τούτων, τότε
είναι ο αυτός με το νοούμενον και είναι νους και νοητός.
Ο νους όμως, όστις είναι απηλλαγμένος του δυνάμει και είναι πάντοτε
νους άμα και νοητός, είναι ο ποιητικός νους, όστις ενεργεία και
τέλειος ων συμπλέκεται προς τον δυνάμει και προάγει αυτόν εις
ενέργειαν. Οίαν σχέσιν έχει ο τεχνίτης προς την ύλην, τοιαύτην έχει ο
ποιητικός νους προς τον δυνάμει, τελειοποιών τούτον και ποιών έξιν
την προς το νοείν ευφυίαν της ψυχής και τα δυνάμει νοητά καθιστών
ενεργεία νοητά. O μεν ως είδος πάντα ποιεί, ο δε ως ύλη γίνεται
πάντα• αλλ' εξ αμφοτέρων είς μόνος νους αποτελείται, πάντα γινόμενος
και πάντα ποιών εν τη ψυχή. O ποιητικός όμως, νους μη προβαίνων εκ
δυνάμεως είναι πάντοτε ενεργεία, όταν είναι αυτός καθ' εαυτόν, απαθής
όντως αυτός και αμιγής, ενεργεία άπαυστος και ακάματος και αΐδιος,
νους και νοητός όμοιος τω Θεώ. O μεν δυνάμει νους &διανοείται&, ήτοι
διαιρεί και συνθέτει τα νοήματα και εκ του ενός μεταβαίνει εις το
άλλο, ο ποιητικός όμως νοεί αμέσως έχων αθρόως πάντα τα είδη και
άπαντα συνάμα προβεβλημένος (Θεμιστ. λόγος Ε' και ΣΤ' περί ψυχής).
Και το φιλείν και μισείν και το μνημονεύειν είναι πάθη ουχί του
ποιητικού νου, όστις είναι μόνον είδος ειδών, αλλά του παθητικού,
όστις είναι η ύλη του ποιητικού. O ποιητικός νους εν τω ανθρωπίνω
μικροκόσμω είναι ως ο απόλυτος νους, ο Θεός, εν τω σύμπαντι. Την περί
του νου λοιπόν θεωρίαν ο Αριστ. συμπληροί πραγματευόμενος περί του
απολύτου νου εν τοις μεταφυσικοίς.
Εάν θελήσωμεν να μεταφράσωμεν την διδασκαλίαν ταύτην διά νεωτέρων
επιστημονικών όρων, θα είπωμεν ότι το πνεύμα είναι ον ουσιωδώς
καθολικόν και ελεύθερον, ότι είναι ύλη άμα και είδος, είναι η άπειρος
μορφή, ήτις δημιουργεί παν περιεχόμενον, είναι υποκείμενον άμα και
αντικείμενον και εν γένει είναι η ενότης πάντων των εναντίων. Εν τω
νοητώ κόσμω ο νους είναι η αρχή, προς ην μόνην υπάρχει ο κόσμος
ούτος, και ουδέν δύναται να εμποδίση αυτήν από του να άρχη και να
γινώσκη τον κόσμον της. Μελετών το αντικείμενον του ο νους φαίνεται
κατ' αρχάς ότι ερευνά αλλότριόν τι, πράγματι όμως μελετά, και
εξελίσσει εαυτόν, στοιχεία της συνειδήσεως του. Ώστε η εντελεχής
γνώσις του αντικειμένου είναι τα αυτό και η ανάπτυξις της νοήσεως εις
τελείαν αυτοσυνειδησίαν, εις νόησιν νοήσεως. Ο νους όμως ούτος, ο
συνειδώς εαυτόν, δεν μνημονεύει και είναι όλως απαθής. Τω όντι η
μνήμη αντικείμενον έχει το παρελθόν, ο νους όμως νοεί το αιωνίως
παρόν, το καθολικόν και το αναγκαίον. Ετέρωθι αι ιδέαι, η νοητή λ.χ.
λύπη και ηδονή νοούσι μόνον, αλλά δεν αισθάνονται εαυτάς και ως όντα
νοητά και καθολικά παράγουσι την επί μέρους λύπην και ηδονήν ημών.
Ούτως ο Θεός είναι η πηγή της ζωής και του θανάτου, διότι αυτός είναι
η ζωή και ο θάνατος.
Ως προς την πράξιν ο Αριστοτ. λέγει ότι, επειδή ο νους είναι το θείον
εν τω ανθρώπω, ο βίος ο σύμφωνος προς τον νουν είναι βίος θείος. Και
ο άνθρωπος δεν πρέπει, ώς τινες συμβουλεύουσι, να φρονή ανθρώπινα και
πρόσκαιρα ως άνθρωπος και θνητός, αλλ' εφ' όσον δύναται πρέπει να ζη
ζωήν αθάνατον, καταβάλλων πάσαν προσπάθειαν, ίνα ζη συμφώνως προς το
άριστον και τιμιώτατον μέρος του, τον νουν. O βίος δε ούτος είναι
όντως ευδαίμων και μακάριος. (Ηθ. Νικομ. Κ. 7).
Τοιαύτη διά βραχέων η περί του νου εμβριθής διδασκαλία του
Αριστοτέλους. Την αλήθειαν και την γονιμότητα αυτής απέδειξεν η μετά
ταύτα ιστορία. Η έκτοτε ανάπτυξις της θρησκείας, έτι δε μάλλον της
φιλοσοφίας, είναι συνεχής ανάπτυξις, πραγμάτωσις και συμπλήρωσις των
αρχών, ας εδίδαξεν ο Αριστοτέλης εν τω Γ' βιβλίω της περί ψυχής
πραγματείας και εν τω β' μέρει του ΙΒ' βιβλίου των Μεταφυσικών.
ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΩΝ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ /τις οποίες δεν μπόρεσα να εντοπίσω/
σελ. στ. αντί γραπτέον
72 23 αισθητικότης... παθητικότης
88 10 αναίμων εναίμων
ΠΙΝΑΞ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Προλεγόμενα
Αξία της περί ψυχής πραγματείας.
Ορισμοί.
Διαίρεσις.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ
&Ζητήματα και κριτική εξέτασις των προγενεστέρων ψυχολογικών
θεωριών.&
Κεφ. Α'. — Μέθοδοι ζητήσεως.— το χωριστόν της ψυχής. –
Σχέσεις της ψυχής προς το σώμα. :
{1}-{17}
Κεφ. Β'.— Ιστορία των θεωριών Εμπεδοκλέους, Δημοκρίτου,
Αναξαγόρου:
{18}-{31}
» Γ'.— Η ψυχή και η κίνησις.:
{32}-{52}
» Δ'.— Η ψυχή ως αρμονία. Η ψυχή και το σώμα.
Μοναδολογία.:
{53}-{71}
» Ε'.— Η ψυχή και τα στοιχεία. Η ψυχή και τα μέρη αυτής.
Διαιρετόν της ψυχής. :
{72}-{93}
ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
&Αι δυνάμεις (μόρια) της ψυχής&
Κεφ. Α'.— Έννοια της ουσίας. Ορισμός της ψυχής.:
{94}-{104}
» Β'.— Έμψυχον και άψυχον. Η αρχή της ζωής. Η ψυχή
και το σώμα:{105}-{115}
» Γ'.— Αι διάφοροι εκδηλώσεις της ψυχής.:
{116}-{123}
» Δ'.— Ψυχή και τελική αιτία. Η ψυχή και η θρέψις. Αρχή της
θρέψεως.:
{124}-{137}
Κεφ. Ε'.— Δυνάμει και ενεργεία. Αίσθησις και νόησις :
{138}-{152}
» ς'.— Αισθηταί ποιότητες.:
{153}-{155}
» Ζ'.— Η όρασις και το διάμεσον αυτής.:
{156}-{169}
» Η'.— Ήχος και το διάμεσον αυτού. Φωνή.:
{170}-{185}
» Θ'.— Η αίσθησις της οσφρήσεως.:
{186}-{187}
» Ι'. — Η αίσθησις της γεύσεως.:
{188}-{189}
» ΙΑ'. — Η αίσθησις της αφής .:
{190}-{197}
» ΙΒ'. — Σχέσις αισθητηρίου και αισθητού. Τα μεταξύ :
{198}-{205}
ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ
&Αίσθησις. Φαντασία, Νους (θεωρητικός και πρακτικός).&
Κεφ. Α'.— Τα κοινά αισθητά.:
{206}-{217}
» Β'.— Αντίληψις. Η κοινή αίσθησις.:
{218}-{251}
» Γ' — Η Φαντασία.:
{252}-{266}
» Δ'.— O Νους (λόγος). Η αφηρημένη νόησις.:
{267}-{297}
» Ε'.— Νους ποιητικός και παθητικός.:
{298}-{307}
» ς'.— Νόησις και αλήθεια.:
{308}-{326}
» Ζ'. — Νόησις. Εικόνες. Νοητόν αντικείμενον.:
{327}-{346}
» Η'.— Ιδέαι και εικόνες.:
{347}-{352}
» Θ'.— Δυνάμεις ψυχής. Νους και όρεξις.:
{353}-{361}
» Ι'.— Ορέξεως λειτουργία.:
{362}-{384}
» ΙΑ'.— Το κοινόν αίτιον.:
{385}-{395}
» ΙΒ'. — Αίσθησις. Θρέψις. Ευζωία.:
{396}-{407}
» ΙΓ'.— Η αίσθησις της αφής.:
{408}-{413}
Πρόσθετοι σημειώσεις.
-------
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. O Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
&Περί ψυχής& Εις το περιλάλητον τούτο έργον διετύπωσεν ο Αριστοτέλης τας μεταφυσικάς περί ψυχής θεωρίας του, βασιζόμενος επί των δεδομένων του φυσικού κόσμου και του ορθού λόγου. Υπήρξαν δε αύται αφετηρία πλείστων εκ των νεωτέρων μεταφυσικών συστημάτων.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου