Λουκιανοῦ Ἀλέξανδρος ἢ Ψευδοµάντις

Λουκιανοῦ
Ἀλέξανδρος ἢ Ψευδοµάντις
Μετάφραση Ἰωάννου Κονδυλάκη
ed. A.M. Harmon, 1925
[1] Σὺ µὲν ἴσως͵ ὦ φίλτατε Κέλσε͵
µικρόν τι καὶ φαῦλον οἴει τὸ
πρόσταγµα͵ προστάττειν τὸν
Ἀλεξάνδρου σοι τοῦ Ἀβωνοτειχίτου
γόητος βίον καὶ ἐπινοίας αὐτοῦ καὶ
τολµήµατα καὶ µαγγανείας εἰς
βιβλίον ἐγγράψαντα πέµψαι· τὸ δέ͵
εἴ τις ἐθέλοι πρὸς τὸ ἀκριβὲς
ἕκαστον ἐπεξιέναι͵ οὐ µεῖόν ἐστιν ἢ
τὰς Ἀλεξάνδρου τοῦ Φιλίππου
πράξεις ἀναγράψαι· τοσοῦτος εἰς
κακίαν οὗτος͵ ὅσος εἰς ἀρετὴν
ἐκεῖνος. 
   1. Συ µεν ίσως, ώ φίλτατε Κέλσε1,
νοµίζεις µικρόν και εύκολον εκείνο το
οποίον µου παραγγέλλεις, δηλαδή να σου
γράψω βιβλίον περί του βίου και των
τεχνασµάτων, των τολµηµάτων και των
µαγειών του αγύρτου Αλεξάνδρου του
Αβωνοτειχίτου και σου το πέµψω· αλλ'
εάν θέλη τις να περιγράψη τα καθέκαστα
ακριβώς, δεν θα είνε ευκολώτερον από το
να ιστόρηση τας πράξεις του
Αλεξάνδρου, υιού του Φιλίππου· τόσον
ούτος υπήρξε µέγας κατά την κακίαν,
όσον εκείνος κατά την αρετήν. 
ὅµως δὲ εἰ µετὰ συγγνώµης
ἀναγνώσεσθαι µέλλοις καὶ τὰ
ἐνδέοντα τοῖς ἱστορουµένοις
προσλογιεῖσθαι͵ ὑποστήσοµαί σοι
τὸν ἆθλον͵ καὶ τὴν Αὐγέου
βουστασίαν͵ εἰ καὶ µὴ πᾶσαν͵ ἀλλ΄
εἰς δύναµίν γε τὴν ἐµαυτοῦ
ἀνακαθάρασθαι πειράσοµαι͵
Αλλ' όµως εάν µέλλης να αναγνώσης µε
επιείκειαν όσα θα σου γράψω και να
συµπλήρωσης τας ελλείψεις της ιστορίας,
θα αναλάβω τον άθλον και του Αυγείου
τον σταύλον, αν όχι όλον, αλλ' όσον
δύναµαι θα προσπαθήσω να καθαρίσω,
εξάγων ολίγους κοφίνους, ώστε να
δύνασαι εξ εκείνων να συµπεράνης πόση
και πόσον απερίγραπτος ήτο η όλη


ὀλίγους ὅσους τῶν κοφίνων
ἐκφορήσας͵ ὡς ἀπ΄ ἐκείνων
τεκµαίροιο πόση πᾶσα καὶ ὡς
ἀµύθητος ἦν ἡ κόπρος ἣν τρισχίλιοι
βόες ἐν πολλοῖς ἔτεσιν ποιῆσαι
ἐδύναντο.
κόπρος, την οποίαν τρισχίλιοι βόες επί
πολλά έτη θα ηδύναντο να παραγάγωσι.
[2] Αἰδοῦµαι µὲν οὖν ὑπὲρ ἀµφοῖν͵
ὑπέρ τε σοῦ καὶ ἐµαυτοῦ· σοῦ µέν͵
ἀξιοῦντος µνήµῃ καὶ γραφῇ
παραδοθῆναι ἄνδρα
τρισκατάρατον͵ ἐµαυτοῦ δέ͵
σπουδὴν ποιουµένου ἐπὶ τοιαύτῃ
ἱστορίᾳ καὶ πράξεσιν ἀνθρώπου͵ ὃν
οὐκ ἀναγιγνώσκεσθαι πρὸς τῶν
πεπαιδευµένων ἦν ἄξιον͵ ἀλλ΄ ἐν
πανδήµῳ τινὶ µεγίστῳ θεάτρῳ
ὁρᾶσθαι ὑπὸ πιθήκων ἢ ἀλωπέκων
σπαραττόµενον. 
   2. Εντρέποµαι και διά τους δύο, διά σε
και διά τον εαυτόν µου· διά σε,
απαιτούντα να παραδοθή εις τους
µεταγενεστέρους διά της γραφής η µνήµη
ανθρώπου τρισκαταράτου και διά τον
εαυτόν µου καταγινόµενον εις τοιούτον
έργον και ασχολούµενον διά τας πράξεις
ανθρώπου ο οποίος δεν είνε άξιος να
αναγινώσκουν περί αυτού οι µορφωµένοι
άνθρωποι, αλλά µάλλον να τον βλέπουν
εις µέγιστον θέατρον σπαρασσόµενον
υπό πιθήκων ή αλωπέκων. 
ἀλλ΄ ἤν τις ἡµῖν ταύτην ἐπιφέρῃ
τὴν αἰτίαν͵ ἕξοµεν καὶ αὐτοὶ εἰς
παράδειγµά τι τοιοῦτον ἀνενεγκεῖν.
καὶ Ἀρριανὸς γὰρ ὁ τοῦ Ἐπικτήτου
µαθητής͵ ἀνὴρ Ρωµαίων ἐν τοῖς
πρώτοις καὶ παιδείᾳ παρ΄ ὅλον τὸν
βίον συγγενόµενος͵ ὅµοιόν τι
παθὼν ἀπολογήσαιτ΄ ἂν καὶ ὑπὲρ
ἡµῶν· Τιλλορόβου γοῦν τοῦ λῃστοῦ
Αλλ' εάν τις µας κατηγορήση διά τούτο
θα έχωµεν να αντιτάξωµεν άλλο τι
παραπλήσιον. Και ο Αριανός, ο µαθητής
του Επικτήτου, Ρωµαίος εκ των πρώτων,
όστις καθ' όλον του τον βίον ησχολείτο
µε την παιδείαν, έπαθε τι παρόµοιον και
δύναται ν' απολογηθή υπέρ ηµών. Αυτός
κατεδέχθη να γράψη τον βίον του ληστού
Τιλλιβόρου. Ηµείς δε θα ιστορήσωµεν
τας πράξεις ληστού πολύ ωµότερου,
καθόσον δεν ελήστευεν εις τα δάση και


κἀκεῖνος βίον ἀναγράψαι ἠξίωσεν.
ἡµεῖς δὲ πολὺ ὠµοτέρου λῃστοῦ
µνήµην ποιησόµεθα͵ ὅσῳ µὴ ἐν
ὕλαις καὶ ἐν ὄρεσιν͵ ἀλλ΄ ἐν
πόλεσιν οὗτος ἐλῄστευεν͵ οὐ
Μυσίαν µόνην οὐδὲ τὴν Ἴδην
κατατρέχων οὐδὲ ὀλίγα τῆς Ἀσίας
µέρη τὰ ἐρηµότερα λεηλατῶν͵ ἀλλὰ
πᾶσαν ὡς εἰπεῖν τὴν Ρωµαίων
ἀρχὴν ἐµπλήσας τῆς λῃστείας τῆς
αὑτοῦ.
τα όρη, αλλ' εις τας πόλεις, και δεν
ελεηλάτει µόνον την Μυσίαν και τα περί
την Ίδην µέρη, ούτε ολίγας χώρας της
Ασίας τας ερηµοτέρας, αλλά όλον,
δύναται τις να είπη, το ρωµαϊκόν κράτος
εγέµισεν η ληστεία του.
[3] Πρότερον δέ σοι αὐτὸν
ὑπογράψω τῷ λόγῳ πρὸς τὸ
ὁµοιότατον εἰκάσας͵ ὡς ἂν
δύνωµαι͵ καίτοι µὴ πάνυ γραφικός
τις ὤν. τὸ γὰρ δὴ σῶµα͵ ἵνα σοι καὶ
τοῦτο δείξω͵ µέγας τε ἦν καὶ καλὸς
ἰδεῖν καὶ θεοπρεπὴς ὡς ἀληθῶς͵
λευκὸς τὴν χρόαν͵ τὸ γένειον οὐ
πάνυ λάσιος͵ κόµην τὴν µὲν ἰδίαν͵
τὴν δὲ καὶ πρόσθετον ἐπικείµενος
εὖ µάλα εἰκασµένην καὶ τοὺς
πολλοὺς ὅτι ἦν ἀλλοτρία
λεληθυῖαν· ὀφθαλµοὶ πολὺ τὸ
γοργὸν καὶ ἔνθεον διεµφαίνοντες͵
φώνηµα ἥδιστόν τε ἅµα καὶ
λαµπρότατον· καὶ ὅλως οὐδαµόθεν
   3. Και εν πρώτοις θα προσπαθήσω να
σου τον περιγράψω διά του λόγου, ώστε
να τον παραστήσω όσον το δυνατόν
οµοιότερον, καίτοι δεν είµαι πολύ
δυνατός εις την περιγραφήν. Κατά το
σώµα, διά να σου παραστήσω και τούτο,
ήτο υψηλός, ωραίος και αληθώς
θεοπρεπής, λευκός το χρώµα και µε
γένεια όχι πολύ πυκνά. Κόµη πρόσθετος
ήτο τόσον καλώς προσηρµοσµένη εις την
ιδικήν του ώστε δεν διεκρίνετο ότι ήτο
ξένη. Οι οφθαλµοί του είχον πολλήν
ζωηρότητα και λάµψιν γοητευτικήν, η δε
φωνή του ήτο µελωδική και λίαν
ευάρεστος· εν γένει δε κατά το
εξωτερικόν ήτο τέλειος. 


µεµπτὸς ἦν ταῦτά γε.
[4] Τοιόσδε µὲν τὴν µορφήν· ἡ ψυχὴ
δὲ καὶ ἡ γνώµηἀλεξίκακε Ἡράκλεις
καὶ Ζεῦ ἀποτρόπαιε καὶ Διόσκουροι
σωτῆρες͵ πολεµίοις καὶ ἐχθροῖς
ἐντυχεῖν γένοιτο καὶ συγγενέσθαι
τοιούτῳ τινί. συνέσει µὲν γὰρ καὶ
ἀγχινοίᾳ καὶ δριµύτητι πάµπολυ
τῶν ἄλλων διέφερεν͵ καὶ τό τε
περίεργον καὶ εὐµαθὲς καὶ
µνηµονικὸν καὶ πρὸς τὰ µαθήµατα
εὐφυές͵ πάντα ταῦτα εἰς ὑπερβολὴν
ἑκασταχοῦ ὑπῆρχεν αὐτῷ. 
4. Τοιούτος ήτο κατά την µορφήν· όσον
διά την ψυχήν και τον χαρακτήρα του,
αλεξίκακε Ηρακλή και Ζευ αποτρόπαιε2,
και ∆ιόσκουροι σωτήρες, µη δώσετε εις
φίλους ή εχθρούς να συναντήσουν
τοιούτον άνθρωπον και να εµπέσουν εις
τα δίκτυα του. Κατά την πανουργίαν και
την νοηµοσύνην υπερείχε κατά πολύ των
άλλων ανθρώπων, επί πλέον δε ήτο
υπερβολικά περίεργος και ευκόλως
εµάνθανε και είχε ισχυρόν τον
µνηµονικόν και ζωηράν την αντίληψιν·
αλλά τα προτερήµατα ταύτα
µετεχειρίζετο προς το κακόν. 
ἐχρῆτο δὲ αὐτοῖς εἰς τὸ χείριστον͵
καὶ ὄργανα ταῦτα γενναῖα
ὑποβεβληµένα ἔχων αὐτίκα µάλα
τῶν ἐπὶ κακίᾳ διαβοήτων
ἀκρότατος ἀπετελέσθη͵ ὑπὲρ τοὺς
Κέρκωπας͵ ὑπὲρ τὸν Εὐρύβατον ἢ
Φρυνώνδαν ἢ Ἀριστόδηµον ἢ
Σώστρατον. αὐτὸς µὲν γὰρ τῷ
γαµβρῷ Ρουτιλιανῷ ποτε γράφων
καὶ τὰ µετριώτατα ὑπὲρ αὑτοῦ
λέγων Πυθαγόρᾳ ὅµοιος εἶναι
ἠξίου. ἀλλ΄ ἵλεως µὲν ὁ Πυθαγόρας
εἴη͵ σοφὸς ἀνὴρ καὶ τὴν γνώµην
θεσπέσιος͵ εἰ δὲ κατὰ τοῦτον
Έχων δε τοιαύτην δύναµιν και ικανότητα,
εντός ολίγου υπερέβη τους
περιφηµότερους διά την κακίαν των, τους
Κέρκωπας, τον Ευρύβατον, τον
Φρυνώνδαν, τον Αριστόδηµον και τον
Σώστρατον. Γράφων ποτέ προς τον
γαµβρόν του Ρουτιλλιανόν και οµιλών
περί του εαυτού του µε την µεγαλειτέραν
του µετριοφροσύνην, διετείνετο ότι είνε
όµοιος προς τον Πυθαγόραν. Ζητώ
συγγνώµην από τον Πυθαγόραν, ο οποίος
ήτο σοφός ανήρ και θεσπέσιος κατά τας
ιδέας· αλλ' εάν ήτο σύγχρονος του
ηµετέρου Αλεξάνδρου, είµαι βέβαιος ότι
θα εφαίνετο µικρός απέναντι αυτού.


ἐγεγένητο͵ παῖς ἂν εὖ οἶδ΄ ὅτι πρὸς
αὐτὸν εἶναι ἔδοξε.
καὶ πρὸς Χαρίτων µή µε νοµίσῃς ἐφ΄
ὕβρει ταῦτα τοῦ Πυθαγόρου λέγειν
ἢ συνάπτειν πειρώµενον αὐτοὺς
πρὸς ὁµοιότητα τῶν πράξεων· ἀλλ΄
εἴ τις τὰ χείριστα καὶ
βλασφηµότατα τῶν ἐπὶ διαβολῇ
περὶ τοῦ Πυθαγόρου λεγοµένων͵ οἷς
ἔγωγε οὐκ ἂν πεισθείην ὡς
ἀληθέσιν οὖσιν͵ ὅµως συναγάγοι
εἰς τὸ αὐτό͵ πολλοστὸν ἂν µέρος
ἅπαντα ἐκεῖνα γένοιτο τῆς
Ἀλεξάνδρου δεινότητος.
Αλλά δι' όνοµα των Χαρίτων, µη νοµίσης
ότι λέγω ταύτα διά να υβρίσω τον
Πυθαγόραν ή ότι θέλω να τους φέρω εις
παραλληλισµόν και να συγκρίνω τας
πράξεις των ως οµοίας. Εάν όµως κανείς
συναθροίση όσα κάκιστα και
βλασφηµότατα ελέχθησαν εναντίον του
Πυθαγόρου, τα οποία εγώ δεν πιστεύω,
δεν θα δυνηθούν ταύτα να δώσουν
ελαχίστην και αµυδράν ιδέαν περί της
αχρειότητος του Αλεξάνδρου.
ὅλως γὰρ ἐπινόησόν µοι καὶ τῷ
λογισµῷ διατύπωσον ποικιλωτάτην
τινὰ ψυχῆς κρᾶσιν ἐκ ψεύδους καὶ
δόλων καὶ ἐπιορκιῶν καὶ
κακοτεχνιῶν συγκειµένην͵ ῥᾳδίαν͵
τολµηράν͵ παράβολον͵ φιλόπονον
ἐξεργάσασθαι τὰ νοηθέντα͵ καὶ
πιθανὴν καὶ ἀξιόπιστον καὶ
ὑποκριτικὴν τοῦ βελτίονος καὶ τῷ
ἐναντιωτάτῳ τῆς βουλήσεως
ἐοικυῖαν. οὐδεὶς γοῦν τὸ πρῶτον
ἐντυχὼν οὐκ ἀπῆλθε δόξαν λαβὼν
ὑπὲρ αὐτοῦ ὡς εἴη πάντων
Πρέπει να φαντασθής µίαν ψυχήν χωρίς
ηθικήν συνείδησιν, θρασείαν και µη
γνωρίζουσαν εµπόδιο, ακούραστον εις
την εκτέλεσιν των αποφασισθέντων,
πειστικών και προσελκύουσαν την
εµπιστοσύνην, δεξιώς υποκρινοµένην την
αγαθότητα και κρύπτουσαν τους αληθείς
της σκοπούς υπό εκδηλώσεις αντιθέτους.
Πας όστις τον έβλεπε δια πρώτην φοράν
απήρχετο µε την εντύπωσιν ότι ήτο ο
εντιµότατος των ανθρώπων, ο πραότατος
και συγχρόνως ο µετριοφρονέστατος και
αφελέστατος. Εκτός τούτου έτεινε
πάντοτε προς τα µεγάλα και ουδέν µικρόν
επεχείρει, αλλά µόνον περί µεγάλων


ἀνθρώπων χρηστότατος καὶ
ἐπιεικέστατος καὶ προσέτι
ἁπλοϊκώτατός τε καὶ ἀφελέστατος.
ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὸ µεγαλουργὸν
προσῆν καὶ τὸ µηδὲν µικρὸν
ἐπινοεῖν͵ ἀλλ΄ ἀεὶ τοῖς µεγίστοις
ἐπέχειν τὸν νοῦν.
εσκέπτετο.
[5] Μειράκιον µὲν οὖν ἔτι ὢν πάνυ
ὡραῖον͵ ὡς ἐνῆν ἀπὸ τῆς καλάµης
τεκµαίρεσθαι καὶ ἀκούειν τῶν
διηγουµένων͵ ἀνέδην ἐπόρνευε καὶ
συνῆν ἐπὶ µισθῷ τοῖς δεοµένοις. ἐν
δὲ τοῖς ἄλλοις λαµβάνει τις αὐτὸν
ἐραστὴς γόης τῶν µαγείας καὶ
ἐπῳδὰς θεσπεσίους ὑπισχνουµένων
καὶ χάριτας ἐπὶ τοῖς ἐρωτικοῖς καὶ
ἐπαγωγὰς τοῖς ἐχθροῖς καὶ
θησαυρῶν ἀναποµπὰς καὶ κλήρων
διαδοχάς. οὗτος ἰδὼν εὐφυᾶ παῖδα
καὶ πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν ἑαυτοῦ
πράξεων ἑτοιµότατον͵ οὐ µεῖον
ἐρῶντα τῆς κακίας τῆς αὐτοῦ ἢ
αὐτὸς τῆς ὥρας τῆς ἐκείνου͵
ἐξεπαίδευσέ τε αὐτὸν καὶ διετέλει
ὑπουργῷ καὶ ὑπηρέτῃ καὶ διακόνῳ
χρώµενος.
   5. Όταν ήτο έφηβος, και ήτο πολύ
ευειδής νέος, ως ηδύνατο τις να
συµπεράνη εκ των λειψάνων του κάλλους
του, επορνεύετο αναιδώς και αντί
χρηµάτων προσεφέρετο εις τους
βουλοµένους. Μεταξύ δε των αλλων
εραστών του κάποιος µάγος εξ εκείνων
οίτινες διατείνονται ότι γνωρίζουν
θαυµατουργούς µαγείας και εξορκισµούς
και υπόσχονται να διευκολύνουν έρωτας,
εκδικήσεις κατά των εχθρων και ευρέσεις
θησαυρών και κληρονοµιών επιτυχίας —
ούτος ιδών ότι ο νέος ήτον ευφυής και
καταλληλότατος προς εξυπηρέτησιν των
σκοπών του και ότι δεν ερωτεύετο
ολιγώτερον την κακίαν του παρ' όσον
αυτός το κάλλος του, τον εσπούδασε και
τον µετεχειρίζετο ως βοηθόν και
συνεργάτην. 
ὁ δ΄ αὐτὸς ἐκεῖνος δηµοσίᾳ µὲν
Ο µάγος εκείνος φανερά ήτο δήθεν


ἰατρὸς δῆθεν ἦν͵ ἠπίστατο δὲ κατὰ
τὴν Θῶνος τοῦ Αἰγυπτίου γυναῖκα
φάρµακα πολλὰ µὲν ἐσθλὰ
µεµιγµένα͵ πολλὰ δὲ λυγρά· ὧν
ἁπάντων κληρονόµος καὶ διάδοχος
οὗτος ἐγένετο. ἦν δὲ ὁ διδάσκαλος
ἐκεῖνος καὶ ἐραστὴς τὸ γένος
Τυανεύς͵ τῶν Ἀπολλωνίῳ τῷ πάνυ
συγγενοµένων καὶ τὴν πᾶσαν
αὐτοῦ τραγῳδίαν εἰδότων. ὁρᾷς ἐξ
οἵας σοι διατριβῆς ἄνθρωπον λέγω.
ιατρός, εγνώριζε δε, όπως η γυνή του
Αιγυπτίου Θόωνος, φάρµακα πολλά µεν
εσθλά µεµιγµένα, πολλά δε λυγρά3, των
οποίων όλων κληρονόµος και διάδοχος
έγεινεν ο Αλέξανδρος. Ήτο δε ο
διδάσκαλος εκείνος και εραστής την
καταγωγήν Τυανεύς, εκ των
µαθητευσάντων πλησίον Απολλωνίου
του Τυανέως4 και γνωριζόντων όλας
αυτού τας αγυρτείας. Βλέπεις εκ ποίας
σχολής προήλθεν ο ηµέτερος άνθρωπος.
[6] ῎Ηδη δὲ πώγωνος ὁ Ἀλέξανδρος
πιµπλάµενος καὶ τοῦ Τυανέως
ἐκείνου ἀποθανόντος ἐν ἀπορίᾳ
καθεστώς͵ ἀπηνθηκυίας ἅµα τῆς
ὥρας͵ ἀφ΄ ἧς τρέφεσθαι ἐδύνατο͵
οὐκέτι µικρὸν οὐδὲν ἐπενόει͵ ἀλλὰ
κοινωνήσας Βυζαντίῳ τινὶ
χορογράφῳ τῶν καθιέντων εἰς τοὺς
ἀγῶνας͵ πολὺ καταρατοτέρῳ τὴν
φύσιν Κοκκωνᾶς δέ͵ οἶµαι͵
ἐπεκαλεῖτο περιῄεσαν γοητεύοντες
καὶ µαγγανεύοντες καὶ τοὺς παχεῖς
τῶν ἀνθρώπων οὕτως γὰρ αὐτοὶ τῇ
πατρίῳ τῶν µάγων φωνῇ τοὺς
πολλοὺς ὀνοµάζουσιν
ἀποκείροντες.
   6. Ο Τυαινεύς εκείνος απέθανε, ο δε
Αλέξανδρος, ο οποίος είχε γεµίσει γένεια,
το δε κάλλος, εκ του οποίου ηδύνατο να
ζήση, είχε χάσει την ανθηρότητά του,
περιέπεσεν εις πενίαν· και δεν
περιωρίσθη εις µικράς επιχειρήσεις, αλλά
συνεταιρίσθη µε κάποιον χρονογράφον
εκ Βυζαντίου, από τους λαµβάνοντας
µέρος εις τους δηµοσίους αγώνας, πολύ
φαυλότερον τον χαρακτήρα —
ωνοµάζετο δε, νοµίζω, Κοκκωνάς. — Οι
δύο συνέταιροι περιεφέροντο κάµνοντες
µαγείας και αγυρτείας και
εκµεταλλευόµενοι την ευπιστίαν των
παχέων ανθρώπων, όπως απεκάλουν,
κατά το ιδιαίτερον ιδίωµα των µάγων,
τους απλοϊκούς.


ἐν δὴ τούτοις καὶ Μακέτιν γυναῖκα
πλουσίαν͵ ἔξωρον µέν͵ ἐράσµιον δὲ
ἔτι εἶναι βουλοµένην͵ ἐξευρόντες
ἐπεσιτίσαντό τε τὰ ἀρκοῦντα παρ΄
αὐτῆς καὶ ἠκολούθησαν ἐκ τῆς
Βιθυνίας εἰς τὴν Μακεδονίαν.
Πελλαία δὲ ἦν ἐκείνη͵ πάλαι µὲν
εὐδαίµονος χωρίου κατὰ τοὺς τῶν
Μακεδόνων βασιλέας͵ νῦν δὲ
ταπεινοῦ καὶ [7] ὀλιγίστους
οἰκήτορας ἔχοντος.
Εν τω µεταξύ δε τούτω ανεκάλυψαν και
µίαν γυναίκα πλουσίαν, Μακέτιν
ονοµαζοµένην, η οποία ήτο µεν
περασµένη την ηλικίαν, αλλ' ήτο ακόµη
φιλάρεσκος· και επί τινα καιρόν
ετρέφοντο παρ' αυτής και την
ηκολούθησαν εκ της Βιθυνίας εις την
Μακεδονίαν. Ήτο δε η γυνή εκείνη εκ
της Πέλλης, η οποία άλλοτε επί των
Μακεδόνων βασιλέων ήτο πόλις
ακµάζουσα και ευτυχής, τώρα δε είχεν
ολίγους και απόρους κατοίκους.
ἐνταῦθα ἰδόντες δράκοντας
παµµεγέθεις͵ ἡµέρους πάνυ καὶ
τιθασούς͵ ὡς καὶ ὑπὸ γυναικῶν
τρέφεσθαι καὶ παιδίοις
συγκαθεύδειν καὶ πατουµένους
ἀνέχεσθαι καὶ θλιβοµένους µὴ
ἀγανακτεῖν καὶ γάλα πίνειν ἀπὸ
θηλῆς κατὰ ταὐτὰ τοῖς
βρέφεσιπολλοὶ δὲ γίγνονται παρ΄
αὐτοῖς τοιοῦτοι͵ ὅθεν καὶ τὸν περὶ
τῆς Ὀλυµπιάδος µῦθον διαφοιτῆσαι
πάλαι εἰκός͵ ὁπότε ἐκύει τὸν
Ἀλέξανδρον͵ δράκοντός τινος͵
οἶµαι͵ τοιούτου συγκαθεύδοντος
αὐτῇ ὠνοῦνται [8] τῶν ἑρπετῶν ἓν
κάλλιστον ὀλίγων ὀβολῶν. καὶ
7. Εκεί είδον όφεις υπερµεγέθεις, λίαν
εξηµερωµένους και ακάκους, ώστε
εσιτίζοντο υπό γυναικών και εκοιµώντο
µετά των παιδιών και πατούµενοι δεν
εξηρεθίζοντο και ενοχλούµενοι δεν
ωργίζοντο και γάλα έπινον από του
µαστού, όπως τα βρέφη — υπάρχουν δε
πολλοί εις το µέρος εκείνο, εξ ου και
προήλθε, φαίνεται, ο περί Ολυµπιάδος
µύθος, κατά τον οποίον δράκων τοιούτος
συνεκοιµάτο µε την σύζυγον του
Φιλίππου, όταν αύτη ήτο έγκυος τον
Αλέξανδρον. Oι δύο συνέταιροι
ηγόρασαν εν εκ των ερπετών τούτων το
καλλίτερον αντί ολίγων οβολών. 8. Και
εντεύθεν, κατά τον Θουκυδίδην, ήρχισεν
ο πόλεµος.


κατὰ τὸν Θουκυδίδην ἄρχεται ὁ
πόλεµος ἐνθένδε ἤδη.
Ὡς γὰρ ἂν δύο κάκιστοι καὶ
µεγαλότολµοι καὶ πρὸς τὸ
κακουργεῖν προχειρότατοι εἰς τὸ
αὐτὸ συνελθόντες͵ ῥᾳδίως
κατενόησαν τὸν τῶν ἀνθρώπων
βίον ὑπὸ δυοῖν τούτοιν µεγίστοιν
τυραννούµενον͵ ἐλπίδος καὶ φόβου͵
καὶ ὅτι ὁ τούτων ἑκατέρῳ εἰς δέον
χρήσασθαι δυνάµενος τάχιστα
πλουτήσειεν ἄν· ἀµφοτέροις γάρ͵
τῷ τε δεδιότι καὶ τῷ ἐλπίζοντι͵
ἑώρων τὴν πρόγνωσιν
ἀναγκαιοτάτην τε καὶ
ποθεινοτάτην οὖσαν͵ καὶ Δελφοὺς
οὕτω πάλαι πλουτῆσαι καὶ
ἀοιδίµους γενέσθαι καὶ Δῆλον καὶ
Κλάρον καὶ Βραγχίδας͵ τῶν
ἀνθρώπων ἀεὶ δι΄ οὓς προεῖπον
τυράννους͵ τὴν ἐλπίδα καὶ τὸν
φόβον͵ φοιτώντων εἰς τὰ ἱερὰ καὶ
προµαθεῖν τὰ µέλλοντα δεοµένων͵
καὶ δι΄ αὐτὸ ἑκατόµβας θυόντων καὶ
χρυσᾶς πλίνθους ἀνατιθέντων. 
Οι δύο εκείνοι φαυλότατοι και
θρασύτατοι και προς πάσαν κακουργίαν
προθυµότατοι ευκόλως εννόησαν ότι
τους ανθρώπους διευθύνουν δύο µεγάλοι
τύραννοι, η ελπίς και ο φόβος,και ότι ο
δυνάµενος να επωφεληθή τούτους
καταλλήλως ταχέως θα πλουτήση· διότι
έβλεπον ότι και εις τους δύο, και εις τον
φοβούµενον και εις τον ελπίζοντα, η
πρόγνωσις είνε λίαν αναγκαία και
επιθυµητή· δι' αυτής δε πάλαι
επλούτησαν και έγειναν περίφηµοι οι
∆ελφοί, η ∆ήλος, η Κλάρος και αι
Βραγχίδαι, καθότι οι άνθρωποι
αναγκάζονται πάντοτε από των
προειρηµένων τυράννων, της ελπίδος και
του φόβου, να τρέχουν εις τα µαντεία και
να ζητούν να µάθουν τα µέλλοντα και
προς τούτο να προσφέρουν εκατόµβας
και ν' αφιερώνουν χρυσάς πλίνθους. 
ταῦτα πρὸς ἀλλήλους στρέφοντες
καὶ κυκῶντες µαντεῖον
Ταύτα σκεπτόµενοι και συζητούντες
απεφάσισαν να ιδρύσουν µαντείον και να


συστήσασθαι καὶ χρηστήριον
ἐβουλεύοντο· εἰ γὰρ τοῦτο
προχωρήσειεν αὐτοῖς͵ αὐτίκα
πλούσιοί τε καὶ εὐδαίµονες ἔσεσθαι
ἤλπιζον ὅπερ ἐπὶ µεῖζον ἢ κατὰ τὴν
πρώτην προσδοκίαν ἀπήντησεν
αὐτοῖς καὶ κρεῖττον διεφάνη τῆς
ἐλπίδος.
δίδουν χρησµούς µε την πεποίθησιν ότι,
εάν η επιχείρησις επετύγχανε, θα
εγίνοντο ταχέως πλούσιοι και ευτυχείς.
Τωόντι δε όχι µόνον επέτυχον, αλλά και
τ' αποτελέσµατα υπερέβησαν τας
προσδοκίας και τας ελπίδας των.
[9] Τοὐντεῦθεν τὴν σκέψιν
ἐποιοῦντο͵ πρῶτον µὲν περὶ τοῦ
χωρίου͵ δεύτερον δὲ ἥτις ἡ ἀρχὴ καὶ
ὁ τρόπος ἂν γένοιτο τῆς
ἐπιχειρήσεως. ὁ µὲν οὖν Κοκκωνᾶς
τὴν Καλχηδόνα ἐδοκίµαζεν
ἐπιτήδειον εἶναι καὶ εὔκαιρον
χωρίον͵ τῇ τε Θρᾴκῃ καὶ τῇ Βιθυνίᾳ
πρόσοικον͵ οὐχ ἑκὰς οὐδὲ τῆς Ἀσίας
καὶ Γαλατίας καὶ τῶν ὑπερκειµένων
ἐθνῶν ἁπάντων· ὁ δὲ Ἀλέξανδρος
ἔµπαλιν τὰ οἴκοι προὔκρινεν͵
λέγων ὅπερ ἀληθὲς ἦν͵ πρὸς τὴν
τῶν τοιούτων ἀρχὴν καὶ
ἐπιχείρησιν ἀνθρώπων δεῖν παχέων
καὶ ἠλιθίων τῶν ὑποδεξοµένων͵
οἵους τοὺς Παφλαγόνας εἶναι
ἔφασκεν ὑπεροικοῦντας τὸ τοῦ
Ἀβώνου τεῖχος͵ δεισιδαίµονας τοὺς
   9. Έπειτα ήρχισαν να σκέπτωνται
πρώτον µεν διά την εκλογήν του µέρους,
όπου θα ιδρύετο το µαντείον, έπειτα δε
περί της αρχής και του τρόπου της
επιχειρήσεως. Ο Κοκκωνάς υπεστήριζεν
ως το καταλληλότερον µέρος την
Χαλκηδόνα, ως τόπον εµπορικόν και
γειτονεύοντα προς την Θράκην και την
Βιθυνίαν, µη απέχοντα δε πολύ και της
Ασίας και της Γαλατίας και όλων των
βορειότερον κατοικούντων λαών. Αλλ' ο
Αλέξανδρος επροτίµα την πατρίδα του,
λέγων και δικαίως ότι διά να επιτύχη εις
την αρχήν της τοιαύτη επιχείρησις έχει
ανάγκην ανθρώπων αξέστων και µωρών,
τοιούτοι δ' έλεγεν ότι είνε οι Παφλαγόνες
οι κατοικούντες πέραν της Αβωνοτείχου,
δεισιδαίµονες κατά το πλείστον και
πλούσιοι, οίτινες και µόνον αν φανή τις
αγύρτης, συνοδευόµενος οπό αυλητού ή
τυµπανιστού ή κύµβαλα κρατούντος, και
αν ακόµη, κατά το λεγόµενον, µαντεύη
µε το κόσκινον, χάσκουν ενώπιον του και


πολλοὺς καὶ πλουσίους͵ καὶ µόνον
εἰ φανείη τις αὐλητὴν ἢ
τυµπανιστὴν ἢ κυµβάλοις
κροτοῦντα ἐπαγόµενος͵ κοσκίνῳ τὸ
τοῦ λόγου µαντευόµενος͵ αὐτίκα
µάλα πάντας κεχηνότας πρὸς
αὐτὸν καὶ ὥσπερ τινὰ τῶν
ἐπουρανίων προσβλέποντας.
τον θαυµάζουν ως θεόν.
[10] Οὐκ ὀλίγης δὲ τῆς περὶ τοῦτο
στάσεως αὐτοῖς γενοµένης τέλος
ἐνίκησεν ὁ Ἀλέξανδρος͵ καὶ
ἀφικόµενοι εἰς τὴν
Χαλκηδόναχρήσιµον γάρ τι ὅµως ἡ
πόλις αὐτοῖς ἔχειν ἔδοξεἐν τῷ
Ἀπόλλωνος ἱερῷ͵ ὅπερ ἀρχαιότατόν
ἐστι τοῖς Χαλκηδονίοις͵
κατορύττουσι δέλτους χαλκᾶς͵
λεγούσας ὡς αὐτίκα µάλα ὁ
Ἀσκληπιὸς σὺν τῷ πατρὶ Ἀπόλλωνι
µέτεισιν εἰς τὸν Πόντον καὶ καθέξει
τὸ τοῦ Ἀβώνου τεῖχος. αὗται αἱ
δέλτοι ἐξεπίτηδες εὑρεθεῖσαι
διαφοιτῆσαι ῥᾳδίως τὸν λόγον
τοῦτον εἰς πᾶσαν τὴν Βιθυνίαν καὶ
τὸν Πόντον ἐποίησαν͵ καὶ πολὺ πρὸ
τῶν ἄλλων εἰς τὸ τοῦ Ἀβώνου
τεῖχος· κἀκεῖνοι γὰρ καὶ νεὼν
   10. Μετά µικράν περί τούτου
φιλονεικίαν, υπερίσχυσεν η γνώµη του
Αλεξάνδρου και µεταβάντες εις την
Χαλκηδόνα — διότι: ήτον αναγκαία εις
τον σκοπόν των και η πόλις αύτη —
έθαψαν εις το ιερόν του Απόλλωνος, το
οποίον είναι αρχαιότατον εις την
Χαλκηδόνα, πινακίδας χαλκίνας, επί των
οποίων είχον χαράξει γράµµατα λέγοντα
ότι εντός ολίγου ο Ασκληπιός µετά του
πατρός του Απόλλωνος µεταναστεύει εις
τον Πόντον, όπου θα καταλάβη το τείχος
του Αβώνου. Aι πινακίδες αύται
ανεκαλύφθησαν έπειτα τυχαίως δήθεν
και συνετέλεσαν να διαδοθή καθ' όλην
την Βιθυνίαν και τον Πόντον και προ
πάντων εις το τείχος του Αβώνου η φήµη
αύτη. Οι κάτοικοι δε της τελευταίας
πόλεως εψήφισαν αµέσως να εγερθή ναός
και αµέσως ήρχισαν να σκάπτουν τα
θεµέλια.


αὐτίκα ἐψηφίσαντο ἐγεῖραι καὶ τοὺς
θεµελίους ἤδη ἔσκαπτον. 
κἀνταῦθα ὁ µὲν Κοκκωνᾶς ἐν
Χαλκηδόνι καταλείπεται͵ διττούς
τινας καὶ ἀµφιβόλους καὶ λοξοὺς
χρησµοὺς συγγράφων͵ καὶ µετ΄
ὀλίγον ἐτελεύτησε τὸν βίον͵ ὑπὸ
ἐχίδνης͵ οἶµαι͵ δηχθείς. [11]
προεισπέµπεται δὲ ὁ Ἀλέξανδρος͵
κοµῶν ἤδη καὶ πλοκάµους
καθειµένος καὶ µεσόλευκον χιτῶνα
πορφυροῦν ἐνδεδυκὼς καὶ ἱµάτιον
ὑπὲρ αὐτοῦ λευκὸν ἀναβεβληµένος͵
ἅρπην ἔχων κατὰ τὸν Περσέα͵ ἀφ΄
οὗ ἑαυτὸν ἐγενεαλόγει µητρόθεν·
καὶ οἱ ὄλεθροι ἐκεῖνοι Παφλαγόνες͵
εἰδότες αὐτοῦ ἄµφω τοὺς γονέας
ἀφανεῖς καὶ ταπεινούς͵ ἐπίστευον
τῷ χρησµῷ λέγοντι
   Περσείδης γενεὴν Φοίβῳ φίλος
οὗτος ὁρᾶται͵
   δῖος Ἀλέξανδρος͵ Ποδαλειρίου
αἷµα λελογχώς.
   Τότε ο Κοκωνάς εγκατελείφθη εις την
Χαλκηδόνα, όπου κατεγίνετο να γράφη
χρησµούς επαµφοτερίζοντας, αµφιβόλους
και σκοτεινούς, εκεί δε µετ' ολίγον
απέθανε δηλητηριαστείς υπό εχίδνης,
νοµίζω. 11. Ο δε Αλέξανδρος µετέβη εις
την πατρίδα του, τρέφων ήδη µακράν
κόµην και φορών ένδυµα πορφυρόλευκον
και επ' αυτού άλλο κατάλευκον και
κρατών ξιφοδρέπανον, όπως ο Περσεύς,
από του οποίου έλεγεν ότι κατήγετο εκ
µητρός· και οι χαµένοι οι Παφλαγόνες,
ενώ εγνώριζον ότι αµφότεροι οι γονείς
αυτού ήσαν αφανείς και ταπεινοί,
επίστευον εις χρησµόν, κατασκευασθέντα
υπό του Αλεξάνδρου, ο οποίος έλεγε: 
   Περσείδης γενεὴν Φοίβῳ φίλος
οὗτος ὁρᾶται͵
   δῖος Ἀλέξανδρος͵ Ποδαλειρίου
αἷµα λελογχώς5. 
οὕτως ἄρα ὁ Ποδαλείριος µάχλος
καὶ γυναικοµανὴς τὴν φύσιν͵ ὡς
ἀπὸ Τρίκκης µέχρι Παφλαγονίας
στύεσθαι ἐπὶ τὴν Ἀλεξάνδρου
   Φαίνεται ότι ο Ποδαλείριος ήτο τόσον
ασελγής και γυναικοµανής, ώστε από της
θεσσαλικής Τρίκκης κατώρθωσε να
γονιµοποίηση την µητέρα του
Αλεξάνδρου, ευρισκοµένην εις την


µητέρα.
Παφλαγονίαν. 
Εὕρητο δὲ χρησµὸς ἤδη͵ ὡς
Σιβύλλης προµαντευσαµένης· 
“Εὐξείνου Πόντοιο παρ΄
ᾐόσιν ἄγχι Σινώπης 
ἔσται τις κατὰ Τύρσιν ὑπ΄
Αὐσονίοισι προφήτης͵
ἐκ πρώτης δεικνὺς µονάδος
τρισσῶν δεκάδων τε
πένθ΄ ἑτέρας µονάδας καὶ
εἰκοσάδα τρισάριθµον”͵
ἀνδρὸς ἀλεξητῆρος ὁµωνυµίην
τετράκυκλον.
Υπήρχε δε ήδη και χρησµός, τον οποίον
τάχα εξέφερεν η Σίβυλλα: “Κατά τα
παράλια του Ευξείνου Πόντου, πλησίον
της Σινώπης, θα γεννηθή υπό την
κυριαρχίαν των Αυσωνίων εις τα µέρη
της Τύρσιδος, προφήτης, του οποίου το
όνοµα αρχίζει από µίαν µονάδα, την
οποίαν ακολουθούν τρεις δεκάδες, έπειτα
πέντε άλλαι µονάδες και τρείς
εικοσάδες”. Ούτω σχηµατίζεται το όνοµα
ανδρός προστάτου6. 
[12] Εἰσβαλὼν οὖν ὁ Ἀλέξανδρος
µετὰ τοιαύτης τραγῳδίας διὰ
πολλοῦ εἰς τὴν πατρίδα
περίβλεπτός τε καὶ λαµπρὸς ἦν͵
µεµηνέναι προσποιούµενος ἐνίοτε
καὶ ἀφροῦ ὑποπιµπλάµενος τὸ
στόµα· ῥᾳδίως δὲ τοῦτο ὑπῆρχεν
αὐτῷ͵ στρουθίου τῆς βαφικῆς
βοτάνης τὴν ῥίζαν διαµασησαµένῳ·
τοῖς δὲ θεῖόν τι καὶ φοβερὸν ἐδόκει
καὶ ὁ ἀφρός. 
   12. Εισβαλών λοιπόν ο Αλέξανδρος µε
τοιαύτην θεατρικήν παρασκευήν εις την
πατρίδα του, έγεινε περίβλεπτος και
περίφηµος.. Μη αρκούµενος δε εις την
άλλην αγυρτείαν, υπεκρίνετο και ότι
κατελαµβάνετο υπό ιεράς µανίας και
ενίοτε το στόµα του επληρούτο αφρού.
Τούτο δε είναι εύκολον να γίνεται κατά
βούλησιν, άµα. κανείς µασήση την ρίζαν
του βαφικού χόρτου, το οποίον
ονοµάζεται στρουθίον. Αλλ' εις τους
Παφλαγόνας εφαίνετο και ο αφρός
εκείνος ως θείόν τι. 
ἐπεποίητο δὲ αὐτοῖς πάλαι καὶ
κατεσκεύαστο κεφαλὴ δράκοντος
Ο Αλέξανδρος είχε προς τούτοις προ
πολλού κατασκευάση µίαν κεφαλήν
όφεως από ύφασµα, η οποία είχε τι το


ὀθονίνη ἀνθρωπόµορφόν τι
ἐπιφαίνουσα͵ κατάγραφος͵ πάνυ
εἰκασµένη͵ ὑπὸ θριξὶν ἱππείαις
ἀνοίγουσά τε καὶ αὖθις ἐπικλείουσα
τὸ στόµα͵ καὶ γλῶττα οἵα
δράκοντος διττὴ µέλαινα
προέκυπτεν͵ ὑπὸ τριχῶν καὶ αὐτὴ
ἑλκοµένη. καὶ ὁ Πελλαῖος δὲ
δράκων προϋπῆρχεν καὶ οἴκοι
ἐτρέφετο͵ κατὰ καιρὸν
ἐπιφανησόµενος αὐτοῖς καὶ
συντραγῳδήσων͵ µᾶλλον δὲ
πρωταγωνιστὴς ἐσόµενος.
παρεµφερές προς την ανθρωπίνην
µορφήν και ήτο χρωµατισµένη
φυσικώτατα, τη βοηθεία δε ιππείων
τριχών ήνοιγε και έκλειε το στόµα και
προέβαλλε γλώσσαν µαύρην και
διχασµένην, όπως του δράκοντος, η
οποία οµοίως εσύρετο διά τριχών. Είχον
ακόµη και τον εκ Πέλλης όφιν και τον
έτρεφον, διά να εµφανισθή εις τον
κατάλληλον καιρόν και να λάβη µέρος ή
µάλλον να πρωταγωνιστήση εις την
κωµωδίαν.
[13] ῎Ηδη δὲ ἄρχεσθαι δέον͵
µηχανᾶται τοιόνδε τι· νύκτωρ γὰρ
ἐλθὼν ἐπὶ τοὺς θεµελίους τοῦ νεὼ
τοὺς ἄρτι ὀρυττοµένουςσυνειστήκει
δὲ ἐν αὐτοῖς ὕδωρ ἢ αὐτόθεν ποθὲν
συλλειβόµενον ἢ ἐξ οὐρανοῦ
πεσόνἐνταῦθα κατατίθεται χήνειον
ᾠὸν προκεκενωµένον͵ ἔνδον
φυλάττον ἑρπετόν τι ἀρτιγέννητον͵
καὶ βυθίσας τοῦτο ἐν µυχῷ τοῦ
πηλοῦ ὀπίσω αὖθις ἀπηλλάττετο.
ἕωθεν δὲ γυµνὸς εἰς τὴν ἀγορὰν
προπηδήσας͵ διάζωµα περὶ τὸ
αἰδοῖον ἔχων͵ κατάχρυσον καὶ
   13. Όταν δε έφθασεν ο καιρός διά ν'
αρχίσουν, ο Αλέξανδρος έπραξε το εξής·
µεταβάς την νύκτα εις τα θεµέλια του
ναού, τα οποία προ ολίγου είχον σκαφή
— υπήρχε δε εντός αυτών νερόν το
οποίον ή εκείθεν ανέβρυεν ή εκ της
βροχής προήρχετο· — και εκεί έρριψεν
αυγόν χήνας, εις το οποίον, αφού το
εκένωσεν, είχε θέση ερπετόν
αρτιγέννητον. Αφού το έκρυψεν εντός
του πηλού, απήλθε· το δε πρωί έτρεξεν
εις την αγοράν γυµνός, φορών µόνον
περίζωµα χρυσούν και κρατών το
ξιφοδρέπανον, συγχρόνως δε σείων την
λυτήν του κόµην, όπως οι τελούντες τα
όργια της Ρέας και ενθουσιώντες, ανέβη
εις βωµόν υψηλόν και εκείθεν ηγόρευε


τοῦτο͵ καὶ τὴν ἅρπην ἐκείνην
φέρων͵ σείων ἅµα τὴν κόµην
ἄνετον ὥσπερ οἱ τῇ µητρὶ
ἀγείροντές τε καὶ ἐνθεαζόµενοι͵
ἐδηµηγόρει ἐπὶ βωµόν τινα ὑψηλὸν
ἀναβὰς καὶ τὴν πόλιν ἐµακάριζεν
αὐτίκα µάλα δεξοµένην ἐναργῆ τὸν
θεόν. 
προς τα πλήθη και εµακάριζε την πόλιν,
εις την οποίαν θα ήρχετο εντός ολίγου ο
θεός, ούτως ώστε θα εγίνετο ορατός εις
όλους. 
οἱ παρόντες δέσυνδεδραµήκει γὰρ
σχεδὸν ἅπασα ἡ πόλις ἅµα γυναιξὶ
καὶ γέρουσι καὶ παιδίοιςἐτεθήπεσαν
καὶ εὔχοντο καὶ προσεκύνουν. ὁ δὲ
φωνάς τινας ἀσήµους
φθεγγόµενος͵ οἷαι γένοιντο ἂν
Ἑβραίων ἢ Φοινίκων͵ ἐξέπληττε
τοὺς ἀνθρώπους οὐκ εἰδότας ὅ τι
καὶ λέγοι͵ πλὴν τοῦτο µόνον͵ ὅτι
πᾶσιν ἐγκατεµίγνυ τὸν Ἀπόλλω καὶ
τὸν Ἀσκληπιόν.
Οι παρόντες — είχε δε προστρέξει
σχεδόν όλη η πόλις, µετά των γυναικών,
των παιδιών και των γερόντων —
κατελήφθησαν υπό συγκινήσεως και
ήρχισαν να εύχωνται και να προσκυνούν.
Αυτός δε επρόφερε λέξεις ακαταλήπτους,
ως Εβραϊκάς ή Φοινικικάς, και εξέπληττε
τους ανθρώπους µη εννοούντας τί έλεγε,
πλην των ονοµάτων του Απόλλωνος και
του Ασκληπιού, τα οποία ανεµίγνυεν εις
τα ακατάληπτα εκείνα.
[14] εἶτ΄ ἔθει δρόµῳ ἐπὶ τὸν
ἐσόµενον νεών· καὶ ἐπὶ τὸ ὄρυγµα
ἐλθὼν καὶ τὴν προῳκονοµηµένην
τοῦ χρηστηρίου πηγήν͵ ἐµβὰς εἰς τὸ
ὕδωρ ὕµνους τε ᾖδεν Ἀσκληπιοῦ καὶ
Ἀπόλλωνος µεγάλῃ τῇ φωνῇ καὶ
ἐκάλει τὸν θεὸν ἥκειν τύχῃ τῇ
ἀγαθῇ εἰς τὴν πόλιν. εἶτα φιάλην
   14. Έπειτα διηυθύνθη τρέχων προς τον
ανεγειρόµενον ναόν και καταβάς εις το
όρυγµα των θεµελίων εις το µέρος όπου
θα ήτο η πηγή του µαντείου, εισήλθεν εις
το νερόν ψάλλων ύµνους του Ασκληπιού
και του Απόλλωνος και εκάλει τον θεόν
να ευδοκήση να έλθη εις την πόλιν.
Έπειτα εζήτησε φιάλην· όταν δε του
εδόθη, την εισήγαγεν εις το νερόν και


αἰτήσας͵ ἀναδόντος τινός͵ ῥᾳδίως
ὑποβαλὼν ἀνιµᾶται µετὰ τοῦ
ὕδατος καὶ τοῦ πηλοῦ τὸ ᾠὸν ἐκεῖνο
ἐν ᾧ ὁ θεὸς αὐτῷ κατεκέκλειστο͵
κηρῷ λευκῷ καὶ ψιµυθίῳ τὴν
ἁρµογὴν τοῦ πώµατος
συγκεκολληµένον· καὶ λαβὼν αὐτὸ
εἰς τὰς χεῖρας ἔχειν ἔφασκεν ἤδη
τὸν Ἀσκληπιόν. οἱ δὲ ἀπενὲς
ἀπέβλεπον ὅ τι καὶ γίγνοιτο͵ πολὺ
πρότερον θαυµάσαντες τὸ ᾠὸν ἐν
τῷ ὕδατι εὑρηµένον. 
µετά του νερού και του πηλού ανέσυρε το
αυγόν, εις το οποίον ήτο κλεισµένος ο
θεός του. Ήτο δε η οπή του αυγού
κλεισµένη µε κηρόν λευκόν και ψιµύθιον·
λαβών δε αυτό εις τας χείρας του είπεν
ότι εκράτει τον Ασκληπιόν. Οι
παριστάµενοι παρετήρουν τα γινόµενα
και εθαύµαζον προ πάντων διά την
ανακάλυψιν του αυγού εις το νερόν. 
ἐπεὶ δὲ καὶ κατάξας αὐτὸ εἰς κοίλην
τὴν χεῖρα ὑπεδέξατο τὸ τοῦ ἑρπετοῦ
ἐκείνου ἔµβρυον καὶ οἱ παρόντες
εἶδον κινούµενον καὶ περὶ τοῖς
δακτύλοις εἰλούµενον͵ ἀνέκραγον
εὐθὺς καὶ ἠσπάζοντο τὸν θεὸν καὶ
τὴν πόλιν ἐµακάριζον καὶ χανδὸν
ἕκαστος ἐνεπίµπλατο τῶν εὐχῶν͵
θησαυροὺς καὶ πλούτους καὶ
ὑγιείας καὶ τὰ ἄλλα ἀγαθὰ αἰτῶν
παρ΄ αὐτοῦ. ὁ δὲ δροµαῖος αὖθις ἐπὶ
τὴν οἰκίαν ἵετο φέρων ἅµα καὶ τὸν
ἀρτιγέννητον Ἀσκληπιόν͵ δὶς
τεχθέντα͵ ὅτε ἄλλοι ἅπαξ τίκτοντ΄
ἄνθρωποι͵ οὐκ ἐκ Κορωνίδος µὰ Δί΄
Αφού δε έσπασε το αυγόν και εδέχθη εις
την παλάµην του το έµβρυον του ερπετού
και οι παρόντες το είδον να κινήται και
να περιτυλίσσεται εις τους δακτύλους
του, ήρχισαν να αναφωνούν και να
προσκυνούν τον θεόν και να µακαρίζουν
την πόλιν, έκαστος δε εζήτει παρά του
θεού θησαυρούς και πλούτη και υγείαν
και πάντα τα άλλα αγαθά. Ο δε
Αλέξανδρος τρέχων πάλιν επέστρεψεν εις
την οικίαν του, φέρων και τον
αρτιγέννητον Ασκληπιάν, ο οποίος ούτω
εγεννήθη δύο φοράς, ενώ οι άλλοι
άνθρωποι γεννώται µίαν φοράν, και
εγεννήθη όχι εκ της Κορωνίδος, ούτε
τουλάχιστον εκ κορώνης7, αλλ' εκ χήνας.
Ο δε λαός όλος ηκολούθει και ήσαν όλοι
ενθουσιασµένοι και τρελλοί από


οὐδέ γε κορώνης͵ ἀλλ΄ ἐκ χηνὸς
γεγεννηµένον. ὁ δὲ λεὼς ἅπας
ἠκολούθει͵ πάντες ἔνθεοι καὶ
µεµηνότες ὑπὸ τῶν ἐλπίδων.
υπερβολικάς ελπίδας.
[15] Ἡµέρας µὲν οὖν τινας οἴκοι
ἔµεινεν ἐλπίζων ὅπερ ἦν͵ ὑπὸ τῆς
φήµης αὐτίκα µάλα παµπόλλους
τῶν Παφλαγόνων συνδραµεῖσθαι.
ἐπεὶ δὲ ὑπερεπέπληστο ἀνθρώπων
ἡ πόλις͵ ἁπάντων τοὺς ἐγκεφάλους
καὶ τὰς καρδίας προεξῃρηµένων
οὐδὲν ἐοικότων σιτοφάγοις
ἀνδράσιν͵ ἀλλὰ µόνῃ τῇ µορφῇ µὴ
οὐχὶ πρόβατα εἶναι διαφερόντων͵ ἐν
οἰκίσκῳ τινὶ ἐπὶ κλίνης
καθεζόµενος µάλα θεοπρεπῶς
ἐσταλµένος ἐλάµβανεν εἰς τὸν
κόλπον τὸν Πελλαῖον ἐκεῖνον
Ἀσκληπιόν͵ µέγιστόν τε καὶ
κάλλιστον͵ ὡς ἔφην͵ ὄντα͵ καὶ ὅλον
τῷ αὑτοῦ τραχήλῳ περιειλήσας καὶ
τὴν οὐρὰν ἔξω ἀφείςπολὺς δὲ ἦνἐν
τῷ προκολπίῳ προκεχύσθαι αὐτοῦ
καὶ χαµαὶ τὸ µέρος ἐπισύρεσθαι͵
µόνην τὴν κεφαλὴν ὑπὸ µάλης
ἔχων καὶ ἀποκρύπτων͵ ἀνεχοµένου
πάντα ἐκείνου͵ προὔφαινεν τὴν
   15. Επί ηµέρας έµεινεν εις την
κατοικίαν του, ελπίζων, όπως και έγεινεν,
ότι εντός ολίγου η φήµη θα έφερε
πολλούς εκ των Παφλαγάνων εις το
τείχος του Αβώνου. Όταν δε
υπερεπληρώθη η πόλις από ανθρώπους,
οι οποίοι είχον ήδη χάσει προηγουµένως
νουν και καρδίαν και ουδόλως ωµοίαζαν
προς λογικούς ανθρώπους και µόνον
κατά την µορφήν διέφερον από τα
πρόβατα, ο Αλέξανδρος καθήµενος µε
πολλήν ιεροπρέπειαν επί κλίνης εις µίαν
µικράν οικίαν είχεν εις τον κόλπον του
τον εκ Πέλλης Ασκληπιόν, ο όποιος ήτο
υπερµεγέθης και ευτραφής, και τον άφινε
να περιτυλίσσεται εις τον τράχηλόν του
και να µένη έξω η ουρά του. Ήτο δε
τόσον µεγάλος, ώστε µέρος αυτού
εσύρετο εις την ποδιάν του και έφθανε
µέχρι του εδάφους. Ο Αλέξανδρος
εκράτει εις την µασχάλην του και
έκρυπτε την κεφαλήν του όφεως, ο
οποίος δεν έφερεν αντίστασιιν, διότι, ως
ελέχθη, ήτο πολύ ανεκτικός και ήµερος,
και παρουσίαζε την εξ υφάσµατος
κεφαλήν ως την κεφαλήν τάχα του
πραγµατικού όφεως. 


ὀθονίνην κεφαλὴν κατὰ θάτερον
τοῦ πώγωνος͵ ὡς δῆθεν ἐκείνου τοῦ
φαινοµένου πάντως οὖσαν.
[16] Εἶτά µοι ἐπινόησον οἰκίσκον οὐ
πάνυ φαιδρὸν οὐδὲ εἰς κόρον τοῦ
φωτὸς δεχόµενον καὶ πλῆθος
ἀνθρώπων συγκλύδων͵
τεταραγµένων καὶ
προεκπεπληγµένων καὶ ταῖς
ἐλπίσιν ἐπαιωρουµένων͵ οἷς
εἰσελθοῦσι τεράστιον ὡς εἰκὸς τὸ
πρᾶγµα ἐφαίνετο͵ ἐκ τοῦ τέως
µικροῦ ἑρπετοῦ ἐντὸς ἡµερῶν
ὀλίγων τοσοῦτον δράκοντα
πεφηνέναι͵ ἀνθρωπόµορφον καὶ
ταῦτα καὶ τιθασόν. ἠπείγοντο δὲ
αὐτίκα πρὸς τὴν ἔξοδον͵ καὶ πρὶν
ἀκριβῶς ἰδεῖν͵ ἐξηλαύνοντο ὑπὸ
τῶν ἀεὶ ἐπεισιόντων· ἐτετρύπητο δὲ
κατὰ τὸ ἀντίθυρον ἄλλη ἔξοδος.
οἷόν τι καὶ τοὺς Μακεδόνας ἐν
Βαβυλῶνι ποιῆσαι ἐπ΄ Ἀλεξάνδρῳ
νοσοῦντι λόγος͵ ὅτε ὁ µὲν ἤδη
πονήρως εἶχεν͵ οἱ δὲ περιστάντες τὰ
βασίλεια ἐπόθουν ἰδεῖν αὐτὸν καὶ
προσειπεῖν τὸ ὕστατον. τὴν δὲ
ἐπίδειξιν ταύτην οὐχ ἅπαξ ὁ
16. Να φαντασθής έπειτα ότι αυτά
συνέβαινον εις οικίσκον ανεπαρκώς
φωτιζόµενον και ότι εις αυτόν
συνηθροίζετο πλήθος παντοδαπών
ανθρώπων προκατειληµµένων, εχόντων
την φαντασίαν εξηµµένην και
περιµενόντων να ιδούν θαυµαστά
πράγµατα. Εις τούτους εισερχοµένους
επόµενον είνε ότι εφαίνετο θαυµαστόν
πώς το προ ολίγου µικρόν ερπετόν εντός
ολίγων ηµερών έγεινε τόσον µεγάλος
όφις µε µορφήν ανθρωπίνην και
συγχρόνως τόσον ήµερος. ∆εν έµεναν
άλλως επί πολύ, αλλά πριν να ίδουν
ακριβώς το επιδεικνυόµενον θαύµα,
εξεδιώκοντο υπό των κατόπιν
εισερχοµένων αδιακόπως. Είχε δε
ανοιχθή άλλη έξοδος κατέναντι της
εισόδου, όπως λέγεται ότι έπραξαν και οι
Μακεδόνες εις την Βαβυλώνα κατά την
ασθένειαν του Αλεξάνδρου, ότε ο
Μακεδονικός στρατός περικυκλώσας τα
ανάκτορα, εζήτει να ίδη τον θνήσκοντα
βασιλέα και να του απευθύνη τον
τελευταίον χαιρετισµόν. Την επίδειξιν
ταύτην δεν έκαµε µίαν φοράν µόνον ο
µιαρός ψευδοµάντις, αλλά πολλάκις και
µάλιστα οσακις ήρχοντο προς αυτόν
επισκέπται πλούσιοι διά πρώτην φοράν.


µιαρός͵ ἀλλὰ πολλάκις ποιῆσαι
λέγεται͵ καὶ µάλιστα εἴ τινες τῶν
πλουσίων ἀφίκοιντο νεαλέστεροι.
[17] Ἐνταῦθα͵ ὦ φίλε Κέλσε͵ εἰ δεῖ
τἀληθῆ λέγειν͵ συγγνώµην χρὴ
ἀπονέµειν τοῖς Παφλαγόσι καὶ
Ποντικοῖς ἐκείνοις͵ παχέσι καὶ
ἀπαιδεύτοις ἀνθρώποις͵ εἰ
ἐξηπατήθησαν ἁπτόµενοι τοῦ
δράκοντοςκαὶ γὰρ τοῦτο παρεῖχεν
τοῖς βουλοµένοις ὁ
Ἀλέξανδροςὁρῶντές τε ἐν ἀµυδρῷ
τῷ φωτὶ τὴν κεφαλὴν δῆθεν αὐτοῦ
ἀνοίγουσάν τε καὶ συγκλείουσαν τὸ
στόµα͵ ὥστε πάνυ τὸ µηχάνηµα
ἐδεῖτο Δηµοκρίτου τινὸς ἢ καὶ αὐτοῦ
Ἐπικούρου ἢ Μητροδώρου ἤ τινος
ἄλλου ἀδαµαντίνην πρὸς τὰ
τοιαῦτα τὴν γνώµην ἔχοντος͵ ὡς
ἀπιστῆσαι καὶ ὅπερ ἦν εἰκάσαι͵ καὶ
εἰ µὴ εὑρεῖν τὸν τρόπον ἐδύνατο͵
ἐκεῖνο γοῦν προ πεπεισµένου͵ ὅτι
λέληθεν αὐτὸν ὁ τρόπος τῆς
µαγγανείας͵ τὸ δ΄ οὖν πᾶν ψεῦδός
ἐστι καὶ γενέσθαι ἀδύνατον.
   17. ∆ιά να είπωµεν την αλήθειαν, φίλε
Κέλσε, πρέπει να δικαιολογήσωµεν τους
Παφλαγόνας εκείνους και Ποντικούς,
διότι όντες άνθρωποι χονδροκέφαλοι και
απαίδευτοι εξηπατήθησαν, ως
βεβαιούµενοι και διά της αφής περί της
πραγµατικότητος του όφεως — διότι και
την απόδειξιν ταύτην παρείχεν εις τους
βουλοµένους ο Αλέξανδρος — και εις
αµυδρόν φως βλέποντες την κεφαλήν
αυτού να ανοίγη και να κλείη το στόµα.
Μόνον ένας ∆ηµόκριτος ή και αυτός ο
Επίκουρος ή ο Μητρόδωρος ή και άλλος
τις εξ εκείνων των οποίων η ισχυρά
διάνοια δεν πιστεύει ευκόλως και
αβασανίστως, θα ηδύναντο να
δυσπιστήσουν προς το τέχνασµα και να
µαντεύσουν περί τίνος επρόκειτο· και αν
δεν ηδύναντο να εύρουν την αλήθειαν,
πάλιν θα εσχηµάτιζον την πεποίθησιν ότι
τους διέφευγεν ο τρόπος της απάτης, αλλ'
ότι το πάν ήτο ψεύδος και αδύνατον να
είνε αληθές.
[18] Κατ΄ ὀλίγον οὖν καὶ ἡ Βιθυνία
καὶ ἡ Γαλατία καὶ ἡ Θρᾴκη
   18. Ολίγον κατ' ολίγον όλη η Βιθυνία
και η Γαλατία και η Θράκη προσέτρεξαν,


συνέρρει͵ ἑκάστου τῶν ἀπαγγελλόν
των κατὰ τὸ εἰκὸς λέγοντος ὡς καὶ
γεννώµενον ἴδοι τὸν θεὸν καὶ
ὕστερον ἅψαιτο µετ΄ ὀλίγον
παµµεγέθους αὐτοῦ γεγενηµένου
καὶ τὸ πρόσωπον ἀνθρώπῳ
ἐοικότος. γραφαί τε ἐπὶ τούτῳ καὶ
εἰκόνες καὶ ξόανα͵ τὰ µὲν ἐκ
χαλκοῦ͵ τὰ δὲ ἐξ ἀργύρου
εἰκασµένα͵ καὶ ὄνοµά γε τῷ θεῷ
ἐπιτεθέν· Γλύκων γὰρ ἐκαλεῖτο ἔκ
τινος ἐµµέτρου καὶ θείου
προστάγµατος. ἀνεφώνησε γὰρ ὁ
Ἀλέξανδρος 
Εἰµὶ Γλύκων͵ τρίτον αἷµα
Διός͵ φάος ἀνθρώποισιν.
διότι έκαστος εκ των επιστρεφόντων
έλεγεν ότι είδε γεννώµενον τον θεόν και
τον ήγγισε µε τας χείρας του όταν µετ'
ολίγον έγεινε παµµέγιστος και
παρουσίασε µορφήν ανθρωπίνην.
Έγειναν δε και εικόνες και αγάλµατα και
ξόανα παριστώντα τον ιερόν εκείνον
δράκοντα, άλλα µεν εκ χαλκού, άλλα δε
εξ αργύρου, καιί εδόθη εις τον θεόν το
όνοµα Γλύκων, συνεπεία εµµέτρου και
θείου παραγγέλµατος, το οποίον
εξεφώνησεν ο Αλέξανδρος· 
Είµαι ο Γλύκων, τρίτου
βαθµού απόγονος του Διός,
φως διά τους ανθρώπους.
[19] Καὶ ἐπειδὴ καιρὸς ἦν͵ οὗπερ
ἕνεκα τὰ πάντα ἐµεµηχάνητο͵ καὶ
χρᾶν τοῖς δεοµένοις καὶ θεσπίζειν͵
παρ΄ Ἀµφιλόχου τοῦ ἐν Κιλικίᾳ τὸ
ἐνδόσιµον λαβώνκαὶ γὰρ ἐκεῖνος͵
µετὰ τὴν τοῦ πατρὸς τελευτὴν τοῦ
Ἀµφιάρεω καὶ τὸν ἐν Θήβαις
ἀφανισµὸν αὐτοῦ ἐκπεσὼν τῆς
οἰκείας εἰς τὴν Κιλικίαν
ἀφικόµενος͵ οὐ πονήρως
ἀπήλλαξεν͵ προθεσπίζων καὶ αὐτὸς
   19. Όταν δε ο Αλέξανδρος ενόµισεν ότι
ήτο καιρός να αρχίση η εκµετάλλευσις
των προπαρασκευών του και έλαβε την
έγκρισιν να παρέχη χρησµούς και να δίδη
γνώµας εις τους ζητούντας παρά του εν
Κιλικία Αµφιλόχου — διότι και ούτος
µετά τον θάνατον του πατρός του
Αµφιάρεω και την καταστροφήν του εις
τας Θήβας, κατέφυγεν εις την Κιλικίαν
και έζησεν ευτυχής προφητεύων εις τους
Κίλικας το µέλλον και λαµβάνων δύο
οβολούς δι' έκαστον χρησµόν — ήρχισε
να προλέγη εις όλους τους ερχοµένους


τοῖς Κίλιξι τὰ µέλλοντα καὶ δύ΄
ὀβολοὺς ἐφ΄ ἑκάστῳ χρησµῷ
λαµβάνων ἐκεῖθεν οὖν τὸ
ἐνδόσιµον λαβὼν ὁ Ἀλέξανδρος
προλέγει πᾶσι τοῖς ἀφικοµένοις ὡς
µαντεύσεται ὁ θεός͵ ῥητήν τινα
ἡµέραν προειπών.
ότι ο θεός εις ηµέραν την οποίαν ώριζε
θα παρείχε χρησµούς.
ἐκέλευσεν δὲ ἕκαστον͵ οὗ δέοιτο ἂν
καὶ ὃ µάλιστα µαθεῖν ἐθέλοι͵ εἰς
βιβλίον ἐγγράψαντα καταρράψαι τε
καὶ κατασηµήνασθαι κηρῷ ἢ πηλῷ
ἢ ἄλλῳ τοιούτῳ. αὐτὸς δὲ λαβὼν τὰ
βιβλία καὶ εἰς τὸ ἄδυτον
κατελθὼνἤδη γὰρ ὁ νεὼς ἐγήγερτο
καὶ ἡ σκηνὴ παρεσκεύαστοκαλέσειν
ἔµελλε κατὰ τάξιν τοὺς δεδωκότας
ὑπὸ κήρυκι καὶ θεολόγῳ͵ καὶ παρὰ
τοῦ θεοῦ ἀκούων ἕκαστα τὸ µὲν
βιβλίον ἀποδώσειν σεσηµασµένον
ὡς εἶχε͵ τὴν δὲ πρὸς αὐτὸ ἀπόκρισιν
ὑπογεγραµµένην͵ πρὸς ἔπος
ἀµειβοµένου τοῦ θεοῦ περὶ ὅτου τις
ἔροιτο.
Παρήγγειλε δε εις πάντα βουλόµενον να
γράψη ό,τι εζήτει και ήθελε να µάθη και
να περιγράψη και σφράγιση δια κηρού ή
πηλού ή άλλου τοιούτου το γραφέν·
αυτός δε θα ελάµβανε τας σηµειώσεις
ταύτας και θα κατέβαινεν εις το άδυτον,
διότι ήδη ο ναός είχε κτισθή και η σκηνή
της κωµωδίας είχε συµπληρωθή, και
αφού θα ήκουε τας απαντήσεις του θεού,
θα εκάλει ένα έκαστον δια κήρυκος και
θα του απέδιδε την σηµείωσίν του
σφραγισµένην, όπως την έδωκε, και
συγχρόνως την απόκρισιν
υπογεγραµµένην, όπως ακριβώς
απήντησεν ο θεός εις το ερώτηµα,
εκάστου. 
[20] ῏Ην δὲ τὸ µηχάνηµα τοῦτο
ἀνδρὶ µὲν οἵῳ σοί͵ εἰ δὲ µὴ φορτικὸν
εἰπεῖν͵ καὶ οἵῳ ἐµοί͵ πρόδηλον καὶ
γνῶναι ῥᾴδιον͵ τοῖς δὲ ἰδιώταις καὶ
20. Το τέχνασµα δι' άνθρωπον, όπως συ
και εγώ, δεν ήτο δύσκολον να εννοηθή,
διά τους απλούς όµως και ανοήτους
ανθρώπους εφαίνετο µέγα και
θαυµαστόν. Γνωρίζων διαφόρους


κορύζης µεστοῖς τὴν ῥῖνα τεράστιον
καὶ πάνυ ἀπίστῳ ὅµοιον. ἐπινοήσας
γὰρ ποικίλας τῶν σφραγίδων τὰς
λύσεις ἀνεγίγνωσκέν τε τὰς
ἐρωτήσεις ἑκάστας καὶ τὰ δοκοῦντα
πρὸς αὐτὰς ἀπεκρίνετο͵ εἶτα
κατειλήσας αὖθις καὶ σηµηνάµενος
ἀπεδίδου µετὰ πολλοῦ θαύµατος
τοῖς λαµβάνουσιν. καὶ πολὺ ἦν παρ΄
αὐτοῖς τὸ πόθεν γὰρ οὗτος
ἠπίστατο ἃ ἐγὼ πάνυ ἀσφαλῶς
σηµηνάµενος αὐτῷ ἔδωκα ὑπὸ
σφραγῖσιν δυσµιµήτοις͵ εἰ µὴ θεός
τις ὡς ἀληθῶς ὁ πάντα γιγνώσκων
ἦν;
τρόπους να ανοίγη τας σφραγίδας, ήνοιγε
τας σηµειώσεις, ανεγίνωσκε τας
ερωτήσεις και έδιδε τας δέουσας
απαντήσεις, έπειτα δε κλείσας πάλιν και
σφραγίσας απέδιδε τα σηµειώµατα, προς
µέγαν θαυµασµόν των λαµβανόντων. Και
ήκούοντο όλοι να λέγουν· πως αυτός
εγνώριζεν όσα εγώ του έδωκα ασφαλώς
σφραγισµένα µε σφραγίδας των οποίων η
αποµίµησις είνε δύσκολος, εάν αληθώς
δεν είνε θεός παντογνώστης;
 
Σηµειώσεις
   1. Ο Κέλσος ούτος είνε ο περίφηµος Επικούριος φιλόσοφος όστις έγραψε κατά του
Χριστιανισµού υπό τον τίτλον “Αληθής λόγος ή περί Αληθείας” σύγγραµµα
διηρηµένον εις οκτώ βιβλία, το οποίον ανεσκεύασεν ο Ωριγένης όστις και διετήρησεν
αποσπάσµατά τινα αυτού.
   2. Αλεξίκακος και αποτρόπαιος είνε συνώνυµα, σηµαίνοντα τους αποδιώκοντας τα
δυστυχήµατα από τους ανθρώπους.
   3. Οµήρου Οδύσσεια ∆. σ. 252: Εγνώριζε να παρασκευάζη πολλά φάρµακα, τα µεν
καλά, τα δε ολέθρια.
   4. Περίφηµος µάγος, ούτινος τον βίον έγραψεν ο Φιλόστρατος.
   5. Καταγόµενος εκ του Περσέως και του Ποδαλειρίου συγγενής, αναδεικνύεται
φίλος του Απόλλωνος ο θείος Αλέξανδρος.
   6. Το όνοµα Αλέξανδρος σηµαίνει, ως γνωστόν, τον υπερασπιστήν.


   7. Ο Λουκιανός παίζει µε τας λέξεις Κορωνίς, όνοµα της µητρός του Ασκληπιού,
και κορώνη (κουρούνα).
 
 


[21] Τίνες οὖν αἱ ἐπίνοιαι͵ ἴσως γὰρ
ἐρήσῃ µε. ἄκουε τοίνυν͵ ὡς ἔχοις
ἐλέγχειν τὰ τοιαῦτα. ἡ πρώτη µὲν
ἐκείνη͵ ὦ φίλτατε Κέλσε· βελόνην
πυρώσας τὸ ὑπὸ τὴν σφραγῖδα
µέρος τοῦ κηροῦ διατήκων ἐξῄρει
καὶ µετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῇ βελόνῃ
αὖθις ἐπιχλιάνας τὸν κηρόν͵ τόν τε
κάτω ὑπὸ τῷ λίνῳ καὶ τὸν αὐτὴν
τὴν σφραγῖδα ἔχοντα͵ ῥᾳδίως
συνεκόλλα. 
   21. Ίσως θα µ' ερώτησης ποίους
τρόπους είχε διά ν' ανοίγη τας σφραγίδας.
Θα σου τους αναφέρω, διά να δύνασαι να
ελέγχης τας τοιαύτας απάτας. Και ιδού ο
πρώτος, φίλτατε Κέλσε. Επυράκτωνε
βελόνην και αφού δι' αυτής ανέλυε το
υπό την σφραγίδα µέρος του κηρού,
αφήρει ευκόλως την σφραγίδα, χωρίς να
την καταστρέψη· αφού δε ανεγίνωσκε τα
σφραγισµένα ερωτήµατα, εθέρµαινε
πάλιν διά της βελόνης τον κηρόν και
ούτω ευκόλως εκόλλα εκ νέου την
σφραγίδα εις την προτέραν της θέσιν. 
ἕτερος δὲ τρόπος ὁ διὰ τοῦ
λεγοµένου κολλυρίου· σκευαστὸν
δὲ τοῦτό ἐστιν ἐκ πίττης Βρεττίας
καὶ ἀσφάλτου καὶ λίθου τοῦ
διαφανοῦς τετριµµένου καὶ κηροῦ
καὶ µαστίχης. ἐκ γὰρ τούτων
ἁπάντων ἀναπλάσας τὸ κολλύριον
καὶ θερµήνας πυρί͵ σιάλῳ τὴν
σφραγῖδα προχρίσας ἐπετίθει καὶ
ἀπέµαττε τὸν τύπον. εἶτα αὐτίκα
ξηροῦ ἐκείνου γενοµένου͵ λύσας
Άλλος τρόπος ήτο ο διά του λεγοµένου
κολλυρίου· κατασκευάζεται δε τούτο εκ
πίσσης Βρυττίας και ασφάλτου και
διαφανούς λίθου τριµµένου και κηρού
και µαστίχης· εξ όλων τούτων έπλαττε το
κολλύριον και το εθέρµαινεν εις την
φωτιάν, το επέθετεν εις την σφραγίδα,
αφού προηγουµένως την επέχριε µε
σίελον, και ελάµβανε τον τύπον αυτής.
Μετ' ολίγον το κολλύριον εξηραίνετο και
τότε ήνοιγε το σφραγισµένον γράµµα και
αφού το ανεγίνωσκε, το εσφράγιζεν εκ
νέου µε την επί του κολλυρίου σφραγίδα,


ῥᾳδίως καὶ ἀναγνούς͵ ἐπιθεὶς τὸν
κηρὸν ἀπετύπου ὥσπερ ἐκ λίθου
τὴν σφραγῖδα εὖ µάλα τῷ
ἀρχετύπῳ ἐοικυῖαν.
η οποία ήτο απαράλλακτος µε την
αρχέτυπον σφραγίδα.
τρίτον ἄλλο πρὸς τούτοις ἄκουσον·
τιτάνου γὰρ εἰς κόλλαν ἐµβαλὼν ᾗ
κολλῶσι τὰ βιβλία͵ καὶ κηρὸν ἐκ
τούτου ποιήσας͵ ἔτι ὑγρὸν ὄντα
ἐπετίθει τῇ σφραγῖδι καὶ
ἀφελώναὐτίκα δὲ ξηρὸν γίγνεται
καὶ κέρατος͵ µᾶλλον δὲ σιδήρου
παγιώτεροντούτῳ ἐχρῆτο πρὸς τὸν
τύπον. ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ πρὸς
τοῦτο ἐπινενοηµένα͵ ὧν οὐκ
ἀναγκαῖον µεµνῆσθαι ἁπάντων͵ ὡς
µὴ ἀπειρόκαλοι εἶναι δοκοίηµεν͵
καὶ µάλιστα σοῦ ἐν οἷς κατὰ µάγων
συνέγραψας͵ καλλίστοις τε ἅµα καὶ
ὠφελιµωτάτοις συγγράµµασιν καὶ
δυναµένοις σωφρονίζειν τοὺς
ἐντυγχάνοντας͵ ἱκανὰ
παραθεµένου καὶ πολλῷ τούτων
πλείονα.
Αλλ' άκουσε και τρίτην µέθοδον.
Ανεµίγνυε ασβέστην και κόλλαν, µε την
οποίαν κολλούν τα βιβλία, και το µίγµα
τούτο εφ' όσον ήτο ακόµη µαλακόν,
επέθετεν εις την σφραγίδα και αφήρει τον
τύπον αυτής και έπειτα — ξηραίνεται δε
το µίγµα αµέσως και γίνεται στερεώτερον
κέρατος ή µάλλον σιδήρου — το
µετεχειρίζετο προς σφράγισιν των
αποσφραγιζοµένων γραµµάτων. Είχε και
πολλάς άλλας τοιαύτας µεθόδους, αλλά
δεν είνε ανάγκη να τας αναφέρωµεν
όλας, διά να µη φανώµεν απειροκάλως
λεπτολογούντες και µάλιστα αφού συ εις
τα βιβλία τα οποία συνέγραψες κατά των
µάγων, τα οποία είναι κάλλιστα και
ωφελιµώτατα συγγράµµατα, ικανά να
διαφωτίζουν τους µελετώντας αυτά,
αρκετά αναφέρεις περί τούτων και πολύ
περισσότερα των ειρηµένων.
[22] Ἔχρη οὖν καὶ ἐθέσπιζε͵ πολλῇ
τῇ συνέσει ἐνταῦθα χρώµενος καὶ
τὸ εἰκαστικὸν τῇ ἐπινοίᾳ
προσάπτων͵ τοῖς µὲν λοξὰ καὶ
22. Έδιδε λοιπόν χρησµούς και γνώµας,
αλλά µε πολλήν περίσκεψιν, φροντίζων
να συνδέη την πιθανότητα µετά της
πανουργίας. Εις άλλων µεν τας ερωτήσεις
έδιδε σκολιάς και αµφιβόλους


ἀµφίβολα πρὸς τὰς ἐρωτήσεις
ἀποκρινόµενος͵ τοῖς δὲ καὶ πάνυ
ἀσαφῆ· χρησµῳδικὸν γὰρ ἐδόκει
αὐτῷ τοῦτο. τοὺς δὲ ἀπέτρεπεν ἢ
προὔτρεπεν͵ ὡς ἄµεινον ἔδοξεν
αὐτῷ εἰκάζοντι· τοῖς δὲ θεραπείας
προὔλεγεν καὶ διαίτας͵ εἰδώς͵ ὅπερ
ἐν ἀρχῇ ἔφην͵ πολλὰ καὶ χρήσιµα
φάρµακα. µάλιστα δὲ εὐδοκίµουν
παρ΄ αὐτῷ αἱ κυτµίδες͵ ἀκόπου τι
ὄνοµα πεπλασµένον͵ ἐκ λίπους
ἀρκείου συντεθειµένου. τὰς µέντοι
ἐλπίδας καὶ προκοπὰς καὶ κλήρων
διαδοχὰς εἰσαῦθις ἀεὶ ἀνεβάλλετο͵
προστιθεὶς ὅτι ἔσται πάντα ὁπόταν
ἐθελήσω ἐγὼ καὶ Ἀλέξανδρος ὁ
προφήτης µου δεηθῇ καὶ εὔξηται
ὑπὲρ ὑµῶν.
απαντήσεις, εις άλλους δε λίαν
σκοτεινάς· διότι και το σκοτεινόν του
εφαίνετο ως προσόν των χρησµών. Και
άλλους µεν απέτρεπεν ή προέτρεπεν,
όπως έκρινεν καλλίτερον και
πιθανώτερον, εις άλλους δε προέλεγε
θεραπείας και συνεβούλευε διαίτας, διότι,
όπως εις την αρχήν είπα, εγνώριζε πολλά
και χρήσιµα φάρµακα. Συνίστα δε προ
πάντων τας κυτµίδας, όνοµα
ανακουφιστικού τίνος φαρµάκου το
οποίον είχεν ονοµάσει αυτός και το
οποίον κατεσκευάζετο από αίγειον λίπος.
Οσάκις ηρωτάτο δι' ελπίδας και πόθους
και κληρονοµίας, ανέβαλλε πάντοτε να
δώση οριστικήν απάντησιν και έλεγεν ότι
όλα αυτά θα γίνουν όταν θελήσω εγώ και
ο Αλέξανδρος ο προφήτης µου δεηθή και
ευχηθή διά σας.
[23] Ἐτέτακτο δὲ ὁ µισθὸς ἐφ΄
ἑκάστῳ χρησµῷ δραχµὴ καὶ δύ΄
ὀβολώ. µὴ µικρὸν οἰηθῇς͵ ὦ ἑταῖρε͵
µηδ΄ ὀλίγον γεγενῆσθαι τὸν πόρον
τοῦτον͵ ἀλλ΄ εἰς ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ
µυριάδας ἑκάστου ἔτους ἤθροιζεν͵
ἀνὰ δέκα καὶ πεντεκαίδεκα
χρησµοὺς τῶν ἀνθρώπων ὑπὸ
ἀπληστίας ἀναδιδόντων. λαµβάνων
23. Είχε δε ορισθή και τιµή δι' έκαστον
χρησµόν δραχµή µία και δύο οβολοί. Καί
µη νοµίσης, φίλε µου, ότι ήτο µικρόν και
ασήµαντον το εισόδηµα τούτο, διότι εξ
αυτού εισέπραττε κατ' έτος έως
εβδοµήκοντα ή ογδοήκοντα χιλιάδας
δραχµών, καθότι οι συµβουλευόµενοι το
µαντείον εζήτουν δέκα και δέκα πέντε
χρησµούς εξ απληστίας. Τα χρήµατα δε,
τα οποία εισέπραττεν ο Αλέξανδρος, δεν
εκράτει µόνον προς ιδίαν χρήσιν, ούτε τα


δὲ οὐκ αὐτὸς ἐχρῆτο µόνος οὐδ΄ εἰς
πλοῦτον ἀπεθησαύριζεν͵ ἀλλὰ
πολλοὺς ἤδη περὶ αὑτὸν ἔχων
συνεργοὺς καὶ ὑπηρέτας καὶ
πευθῆνας καὶ χρησµοποιοὺς καὶ
χρησµοφύλακας καὶ ὑπογραφέας
καὶ ἐπισφραγιστὰς καὶ ἐξηγητάς͵
ἅπασιν ἔνεµεν ἑκάστῳ τὸ κατ΄
ἀξίαν.
απεθησαύριζε δι' εαυτόν· αλλ' έχων ήδη
πολλούς συνεργάτας και υπηρέτας,
κατασκόπους, χρησµοποιούς και
χρησµοφύλακας, γραφείς και σφραγιστάς
και εξηγητάς των χρησµών, έδιδεν εις
όλους κατά την υπηρεσίαν έκαστου.
[24] ῎Ηδη δέ τινας καὶ ἐπὶ τὴν
ἀλλοδαπὴν ἐξέπεµπεν͵ φήµας
ἐµποιήσοντας τοῖς ἔθνεσιν ὑπὲρ τοῦ
µαντείου καὶ διηγησοµένους ὡς
προείποι καὶ ἀνεύροι δραπέτας καὶ
κλέπτας καὶ λῃστὰς ἐξελέγξειε καὶ
θησαυροὺς ἀνορύξαι παράσχοι καὶ
νοσοῦντας ἰάσαιτο͵ ἐνίους δὲ καὶ
ἤδη ἀποθανόντας ἀναστήσειεν.
δρόµος οὖν καὶ ὠθισµὸς
ἁπανταχόθεν ἐγίγνετο καὶ θυσίαι
καὶ ἀναθήµατα͵ καὶ διπλάσια τῷ
προφήτῃ καὶ µαθητῇ τοῦ θεοῦ. καὶ
γὰρ αὖ καὶ οὗτος ἐξέπεσεν ὁ
χρησµός· 
Τιέµεναι κέλοµαι τὸν ἐµὸν
θεράπονθ΄ ὑποφήτην· οὐ γάρ
µοι κτεάνων µέλεται ἄγαν͵
   24. Είχε δε ήδη αποστείλη και µερικούς
εις την αλλοδαπήν διά να διαφηµήσουν
µεταξύ των εθνών το µαντείον και να
διηγούνται ότι δύναται να προλέγη τα
µέλλοντα και ν' ανευρίσκη φυγάδας και ν'
αποκαλύπτη κλέπτας και ληστάς, ν'
ανακαλύπτη θησαυρούς και να θεραπεύη
πάσχοντας, ενίοτε δε να επαναφέρη εις
την ζωήν και νεκρούς. Προσέτρεχαν
λοιπόν πανταχόθεν πατείς µε πατώ σε και
επολλαπλασιάζοντο αι θυσίαι και τα
αφιερώµατα και διπλάσια εδίδοντο εις
τον προφήτην και µαθητήν του θεού·
διότι απεδίδετο εις τον θεόν και ο εξής
χρησµός· 
Διατάσσω να αµείβεται ο
λειτουργός µου προφήτης·
διατί δεν ενδιαφέροµαι τόσον
διά τας προς εµέ προσφοράς,
όσον διά τον προφήτην. 


ἀλλ΄ ὑποφήτου·
[25] Ἐπεὶ δὲ ἤδη πολλοὶ τῶν νοῦν
ἐχόντων ὥσπερ ἐκ µέθης βαθείας
ἀναφέροντες συνίσταντο ἐπ΄ αὐτόν͵
καὶ µάλιστα ὅσοι Ἐπικούρου ἑταῖροι
ἦσαν͵ καὶ ἐν ταῖς πόλεσιν
ἐπεφώρατο ἠρέµα ἡ πᾶσα
µαγγανεία καὶ συσκευὴ τοῦ
δράµατος͵ ἐκφέρει φόβητρόν τι ἐπ΄
αὐτούς͵ λέγων ἀθέων ἐµπεπλῆσθαι
καὶ Χριστιανῶν τὸν Πόντον͵ οἳ περὶ
αὐτοῦ τολµῶσι τὰ κάκιστα
βλασφηµεῖν· οὓς ἐκέλευε λίθοις
ἐλαύνειν͵ εἴ γε θέλουσιν ἵλεω ἔχειν
τὸν θεόν. περὶ δὲ Ἐπικούρου καὶ
τοιοῦτόν τινα χρησµὸν
ἀπεφθέγξατο· ἐροµένου γάρ τινος
τί πράττει ἐν Ἅιδου ὁ Ἐπίκουρος; 
Μολυβδίνας ἔχων͵ ἔφη͵ πέδας
ἐν βορβόρῳ κάθηται. 
   25. Επειδή δε πολλοί από τους
σωφρονούντας, ως να, ανένηψαν από
βαρείαν µέθην, ήρχισαν να εξεγείρονται
κατά του Αλεξάνδρου και µάλιστα οι
οπαδοί του Επικούρου, οίτινες ήσαν
πολλοί, και εις τας πόλεις απεκαλύπτετο
ήδη όλη η απάτη και η πλοκή της
κωµωδίας, ο προφήτης απήγγειλε
κατηγορητήριον κατ' αυτών και
καταδίκην, λέγων, ότι ο Πόντος εγέµισεν
από αθέους και Χριστιανούς, οίτινες
αποτολµούν να βλασφηµούν εναντίον
αυτού ασεβέστατα, και παρήγγειλε να
τους λιθοβολούν όσοι θέλουν να έχουν µε
το µέρος των τον θεόν. Περί δε του
Επικούρου, όταν ηρωτήθη υπό τινος τί
πράττει εις τον Άδην ο φιλόσοφος,
εξέδωκε τοιούτον τινα χρησµόν· 
Φέρων δεσµά εκ µολύβδου
κάθηται εις τον βόρβορον.
εἶτα θαυµάζεις εἰ ἐπὶ µέγα ἤρθη τὸ
χρηστήριον͵ ὁρῶν τὰς ἐρωτήσεις
τῶν προσιόντων συνετὰς καὶ
πεπαιδευµένας;
Θαυµάζεις έπειτα διότι έφθασεν εις
τοιαύτην ακµήν το µαντείον, όταν βλέπης
ότι αι ερωτήσεις των προσερχόµενων εις
αυτό ήσαν τόσον συνετοί και σοφαί;
Ὅλως δὲ ἄσπονδος καὶ ἀκήρυκτος
αὐτῷ ὁ πόλεµος πρὸς Ἐπίκουρον
ἦν· µάλα εἰκότως. τίνι γὰρ ἂν ἄλλῳ
Το πλέον δε άσπονδον µίσος έτρεφε κατά
του Επικούρου και κατ' αυτού διηύθυνε
κυρίως τον πόλεµον του· και πολύ


δικαιότερον προσεπολέµει γόης
ἄνθρωπος καὶ τερατείᾳ φίλος͵
ἀληθείᾳ δὲ ἔχθιστος͵ ἢ Ἐπικούρῳ
ἀνδρὶ τὴν φύσιν τῶν πραγµάτων
καθεωρακότι καὶ µόνῳ τὴν ἐν
αὐτοῖς ἀλήθειαν εἰδότι; οἱ µὲν γὰρ
ἀµφὶ τὸν Πλάτωνα καὶ Χρύσιππον
καὶ Πυθαγόραν φίλοι͵ καὶ εἰρήνη
βαθεῖα πρὸς ἐκείνους ἦν· ὁ δὲ
ἄτεγκτος Ἐπίκουρος οὕτως γὰρ
αὐτὸν ὠνόµαζενἔχθιστος δικαίως͵
πάντα ταῦτα ἐν γέλωτι καὶ παιδιᾷ
τιθέµενος. 
δικαίως. ∆ιότι ποίον άλλον δύναται να
εχθρεύεται περισσότερον άνθρωπος
αγύρτης και απατεών, µέγας δε εχθρός
της αληθείας, παρά τον Επίκουρον,
σοφόν, όστις διέγνωσε την φύσιν των
πραγµάτων και µόνον την υπάρχουσαν
εις αυτά αλήθειαν παρεδέχετο; Οι
Πλατωνικοί και οι οπαδοί του Χρυσίππου
και του Πυθαγόρα ήσαν φίλοι του και
ειρήνην πλήρη διετήρει προς αυτούς· ο δε
άκαµπτος Επίκουρος, όπως τον ωνόµαζε,
δικαίως του ήτο έχθιστος, διότι
κατέσκωπτε και κατεγέλα πάντα ταύτα. 
διὸ καὶ τὴν Ἄµαστριν ἐµίσει
µάλιστα τῶν Ποντικῶν πόλεων͵ ὅτι
ἠπίστατο τοὺς περὶ Λέπιδον καὶ
ἄλλους ὁµοίους αὐτοῖς πολλοὺς
ἐνόντας ἐν τῇ πόλει· οὐδὲ
ἐχρησµῴδησε πώποτε Ἀµαστριανῷ
ἀνδρί. ὁπότε δὲ καὶ ἐτόλµησεν
ἀδελφῷ συγκλητικοῦ χρησµῳδῆσαι͵
καταγελάστως ἀπήλλαξεν͵ οὐχ
εὑρὼν οὔτε αὐτὸς πλάσασθαι
χρησµὸν δεξιὸν οὔτε τὸν ποιῆσαι
πρὸς καιρὸν αὐτῷ δυνησόµενον.
µεµφοµένῳ γὰρ αὐτῷ στοµάχου
ὀδύνην προστάξαι βουλόµενος
∆ιά τούτο ο ψευδόµαντις υπέρ πάσας τας
πόλεις του Πόντου εµίσει την Άµαστριν,
καθότι εγνώριζεν ότι οι οπαδοί του
Λεπίδου και άλλοι οµόφρονες µε αυτούς
ήσαν πολυάριθµοι εις την πόλιν εκείνην.
Ούτε έδωκε ποτέ χρησµόν εις
Αµαστριανόν· και όταν ποτέ ετόλµησε να
προφητεύση προς τον αδελφόν ενός
Συγκλητικού, έγεινε καταγέλαστος, διότι
ούτε ο ίδιος ηδυνήθη να κατασκευάση
χρησµόν κατάλληλον και πιθανόν, ούτε
άλλον εύρε να τον βοηθήση προς τούτο
και εγκαίρως. Ο Αµαστριανός εκείνος
παρεπονείτο διά πόνον του στοµάχου, ο
δε Αλέξανδρος του παρήγγειλε να τρώγη
χοίρειον πόδα µαγειρευµένον µε
µολόχαν· 


ὕειον πόδα µετὰ µαλάχης
ἐσκευασµένον ἐσθίειν οὕτως ἔφη· 
Μάλβακα χοιράων ἱερῇ
κυµίνευε σιπύδνῳ.
   Μάλβακα χοιράων ἱερῇ κυµίνευε
σιπύδνῳ.
[26] Πολλάκις µὲν οὖν͵ ὡς
προεῖπον͵ ἔδειξε τὸν δράκοντα τοῖς
δεοµένοις͵ οὐχ ὅλον͵ ἀλλὰ τὴν
οὐρὸν µάλιστα καὶ τὸ ἄλλο σῶµα
προβεβληκώς͵ τὴν κεφαλὴν δὲ ὑπὸ
κόλπου ἀθέατον φυλάττων.
ἐθελήσας δὲ καὶ µειζόνως ἐκπλῆξαι
τὸ πλῆθος͵ ὑπέσχετο καὶ λαλοῦντα
παρέξειν τὸν θεόν͵ αὐτὸν ἄνευ
ὑποφήτου χρησµῳδοῦντα. εἶτα οὐ
χαλεπῶς γεράνων ἀρτηρίας
συνάψας καὶ διὰ τῆς κεφαλῆς
ἐκείνης τῆς µεµηχανηµένης πρὸς
ὁµοιότητα διείρας͵ ἄλλου τινὸς
ἔξωθεν ἐµβοῶντος͵ ἀπεκρίνετο
πρὸς τὰς ἐρωτήσεις͵ τῆς φωνῆς διὰ
τοῦ ὀθονίνου ἐκείνου Ἀσκληπιοῦ
προπιπτούσης. Ἐκαλοῦντο δὲ οἱ
χρησµοὶ οὗτοι αὐτόφωνοι͵ καὶ οὐ
πᾶσιν ἐδίδοντο οὐδὲ ἀνέδην͵ ἀλλὰ
τοῖς εὐ [27] παρύφοις καὶ πλουσίοις
καὶ µεγαλοδώροις. 
   26. Πολλάκις, ως ανωτέρω ανέφερα,
έδειξε τον όφιν εις τους προσερχόµενους,
όχι όµως ολόκληρον, αλλά µόνον την
ουράν και το άλλο σώµα, την δε κεφαλήν
εκράτει αθέατον εντός του κόλπου του,
θελήσας δε και περισσότερον να
καταπλήξη το πλήθος, υπέσχετο να κάµη
τον θεόν και να λαλήση και να δίδη
χρησµούς χωρίς την µεσολάβησιν του
προφήτου. Προς τούτο συνέδεσεν
αρτηρίας γεράνων τας οποίας
συνήρµοσεν εις την ψευδή κεφαλήν του
όφεως, και ενώ κάποιος έξωθεν εφώναζε
και απεκρίνετο προς τας ερωτήσεις, η
φωνή του εφαίνετο εξερχόµενη εκ του
στόµατος της πανίνης εκείνης κεφαλής
του Ασκληπιού. Ωνοµάζοντο δε οι
χρησµοί ούτοι αυτόφωνοι και δεν
εδίδοντο εις όλους αδιαφόρως, αλλά
µόνον εις τους επιφανείς πλουσίους και
γενναιοδώρους.
ὁ γοῦν Σευηριανῷ δοθεὶς ὑπὲρ τῆς       27. Εκείνος ο οποίος εδόθη εις τον


εἰς Ἀρµενίαν εἰσόδου τῶν
αὐτοφώνων καὶ αὐτὸς ἦν.
προτρέπων γὰρ αὐτὸν ἐπὶ τὴν
εἰσβολὴν οὕτως ἔφη· 
Πάρθους Ἀρµενίους τε θοῷ
ὑπὸ δουρὶ δαµάσσας
νοστήσεις Ρώµην καὶ
Θύβριδος ἀγλαὸν ὕδωρ
στέµµα φέρων κροτάφοισι
µεµιγµένον ἀκτίνεσσιν.
Σευηριανόν και τον συνεβούλευε να
εισβάλη εις την Αρµενίαν, ήτο
αυτόφωνος· τον προέτρεπε δε ως εξής εις
την εισβολήν· 
Αφού υποτάξης τους Πάρθους
και τους Αρµενίους, 
θα επιστρέψης εις την Ρώµην
φέρων ακτινωτόν στέµµα επί
της κεφαλής.
εἶτ΄ ἐπειδὴ πεισθεὶς ὁ ἠλίθιος
ἐκεῖνος Κελτὸς εἰσέβαλε καὶ
ἀπήλλαξεν αὐτῇ στρατιᾷ ὑπὸ τοῦ
Ὀσρόου κατακοπείς͵ τοῦτον µὲν τὸν
χρησµὸν ἐξαιρεῖ ἐκ τῶν
ὑποµνηµάτων͵ ἐντίθησιν δ΄ ἄλλον
ἀντ΄ αὐτοῦ· 
Μὴ σύ γ΄ ἐπ΄ Ἀρµενίους ἐλάαν
στρατόν͵ οὐ γὰρ ἄµεινον͵ 
µή σοι θηλυχίτων τις ἀνὴρ
τόξου ἄπο λυγρὸν
πότµον ἐπιπροϊεὶς παύσῃ
βιότοιο φάους τε.
   Έπειτα δε, όταν ο ηλίθιος εκείνος
Κελτός πεισθείς εις τον χρησµόν
εισέβαλεν εις την Αρµενίαν και
εφονεύθη, κατακοπείς µετά της στρατιάς
του υπό του Οθρυάδου, ο Αλέξανδρος
αφήρεσεν εκ του αρχείου του µαντείου
τον ανωτέρω χρησµόν, αντ' αυτού δε
κατέθηκεν άλλον, τον ακόλουθον· 
Μη εκστρατεύσης κατά των
Αρµενίων, 
διότι δεν θα σου αποβή εις
καλόν. 
Ανήρ θηλυπρεπής θα σου
δώση σκληρόν θάνατον 
και θα σε στερήση την ζωήν
και το φως.
[28] Καὶ γὰρ αὖ καὶ τοῦτο
σοφώτατον ἐπενόησε͵ τοὺς
   28. Μία από τας σοφωτέρας επινοήσεις
του ήσαν και οι µεταχρονικοί χρησµοί,
διά των οποίων διώρθωνε όσα σφαλερώς


µεταχρονίους χρησµοὺς ἐπὶ
θεραπείᾳ τῶν κακῶς
προτεθεσπισµένων καὶ
ἀποτετευγµένων. πολλάκις γὰρ
πρὸ µὲν τῆς τελευτῆς τοῖς νοσοῦσιν
ὑγίειαν ἐπηγγέλλετο͵
ἀποθανόντων δὲ χρησµὸς ἄλλος
ἕτοιµος ἦν παλινῳδῶν· 
Μηκέτι δίζησθαι νούσοιο
λυγρῆς ἐπαρωγήν·
πότµος γὰρ προφανὴς οὐδ΄
ἐκφυγέειν δυνατόν σοι.
είχε προφητεύσει· πολλάκις προ του
θανάτου υπέσχετο εις τους νοσούντας ότι
θα αναρρώσουν, όταν δε απέθνησκον,
άλλος χρησµός διώρθωνε το ψεύδος,
λέγων τα αντίθετα· 
Μάτην περιµένεις σωτηρίαν
από την δεινήν νόσον· 
ο θάνατος είνε βέβαιος και να
τον αποφύγης αδύνατον.
[29] Εἰδὼς δὲ τοὺς ἐν Κλάρῳ καὶ
Διδύµοις καὶ Μαλλῷ καὶ αὐτοὺς
εὐδοκιµοῦντας ἐπὶ τῇ ὁµοίᾳ
µαντικῇ ταύτῃ͵ φίλους αὐτοὺς
ἐποιεῖτο͵ πολλοὺς τῶν προσιόντων
πέµπων ἐπ΄ αὐτοὺς λέγων· 
Ἐς Κλάρον ἵεσο νῦν͵ τοὐµοῦ
πατρὸς ὡς ὄπ΄ ἀκούσῃς. 
καὶ πάλιν· 
Βραγχιδέων ἀδύτοισι πελάζεο
καὶ κλύε χρησµῶν.
καὶ αὖθις· 
Ἐς Μαλλὸν χώρει θεσπίσµατά
τ΄ Ἀµφιλόχοιο.
   29. Γνωρίζων δε ότι οι µάντεις της
Κλάρου, των ∆ιδύµων και της Μαλλού
µετεχειρίζοντο ευδοκίµως την αυτήν
µέθοδον, τους έκαµε φίλους και πολλούς
των προσερχοµένων εις το µαντείον του
παρέπεµπε προς αυτούς µε την εξής
προσταγήν του θεού δήθεν· 
Πήγαινε τώρα εις την Κλάρον
διά νʹ ακούσης και του πατρός
µου την γνώµην. 
ή 
Εις των Βραγχιδών τον ναόν
πήγαινε και ζήτει χρησµούς.
και τούτο 
Εις Μαλλόν ζήτει τας γνώµας
του Αµφιλόχου.


[30] Ταῦτα µὲν ἐντὸς τῶν ὅρων
µέχρι τῆς Ἰωνίας καὶ Κιλικίας καὶ
Παφλαγονίας καὶ Γαλατίας. ὡς δὲ
καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν διεφοίτησεν τοῦ
µαντείου τὸ κλέος καὶ εἰς τὴν
Ρωµαίων πόλιν ἐνέπεσεν͵ οὐδεὶς
ὅστις οὐκ ἄλλος πρὸ ἄλλου
ἠπείγετο͵ οἱ µὲν αὐτοὶ ἰόντες͵ οἱ δὲ
πέµποντες͵ καὶ µάλιστα οἱ
δυνατώτατοι καὶ µέγιστον ἀξίωµα
ἐν τῇ πόλει ἔχοντες· ὧν πρῶτος καὶ
κορυφαιότατος ἐγένετο
Ρουτιλιανός͵ ἀνὴρ τὰ µὲν ἄλλα
καλὸς καὶ ἀγαθὸς καὶ ἐν πολλαῖς
τάξεσι Ρωµαϊκαῖς ἐξητασµένος͵ τὰ
δὲ περὶ τοὺς θεοὺς πάνυ νοσῶν καὶ
ἀλλόκοτα περὶ αὐτῶν πεπιστευκώς͵
εἰ µόνον ἀληλιµµένον που λίθον ἢ
ἐστεφανωµένον θεάσαιτο͵
προσπίπτων εὐθὺς καὶ προσκυνῶν
καὶ ἐπὶ πολὺ παρεστὼς καὶ
εὐχόµενος καὶ τἀγαθὰ παρ΄ αὐτοῦ
αἰτῶν.
   30. Και ταύτα µεν συνέβαινον εντός
των ορίων της Μικράς Ασίας µέχρι της
Ιωνίας, της Κιλικίας, Παφλαγονίας και
Γαλατίας· αλλ' όταν η φήµη του
Μαντείου έφθασε και µέχρις Ιταλίας και
ενέσκηψεν εις την πόλιν των Ρωµαίων,
έγεινεν άµιλλα περί του ποίος πρώτος θα
συµβουλευθή το µαντείον· και άλλοι µεν
µετέβαινον αυτοπροσώπως, άλλοι δεν
απέστελλον αντιπροσώπους, µάλιστα οι
επιφανέστατοι και κατέχοντες τα
µεγαλείτερα αξιώµατα εις την πόλιν,
µεταξύ των οποίων ο Ρουτιλλιανός,
άνθρωπος κατά µεν τα άλλα καλός και
χρηστός και ο οποίος είχε διακριθή εις
πολλά Ρωµαϊκά αξιώµατα, αλλ' ως προς
τα αφορώντα τους θεούς πολύ επιπόλαιος
και στενοκέφαλος, πιστεύων αλλόκοτα
περί αυτών· και µόνον πέτραν εάν έβλεπε
πουθενά αλειµµένην µε έλαιον ή
στεφανωµένην, έπιπτε κάτω ευθύς και
επροσκύνα και επί πολύ παρέµενε
προσευχόµενος και ζητών παρ' αυτής
διαφόρους χάριτας.
Οὗτος τοίνυν ἀκούσας τὰ περὶ τοῦ
χρηστηρίου µικροῦ µὲν ἐδέησεν
ἀφεὶς τὴν ἐγκεχειρισµένην τάξιν εἰς
τὸ τοῦ Ἀβώνου τεῖχος ἀναπτῆναι.
Ούτος, λοιπόν, ακούσας να γίνεται λόγος
περί του µαντείου, παρ' ολίγον ν' αφήση
την θέσιν του και να µεταβή εις το τείχος
του Αβώνου. Μη δυνηθείς όµως να
µεταβή ο ίδιος, απέστειλεν άλλους και


ἔπεµπε δ΄ οὖν ἄλλους ἐπ΄ ἄλλοις· οἱ
δὲ πεµπόµενοι͵ ἰδιῶταί τινες
οἰκέται͵ ῥᾳδίως ἐξαπατηθέντες ἂν
ἐπανῄεσαν͵ τὰ µὲν ἰδόντες͵ τὰ δὲ ὡς
ἰδόντες καὶ ἀκούσαντες
διηγούµενοι καὶ προσεπιµετροῦντες
ἔτι πλείω τούτων͵ ὡς ἐντιµότεροι
εἶεν παρὰ τῷ δεσπότῃ. ἐξέκαιον οὖν
τὸν ἄθλιον [31] γέροντα καὶ εἰς
µανίαν ἐρρωµένην ἐνέβαλον.
άλλους· επειδή δε οι αποστελλόµενοι
ήσαν απλοϊκοί υπηρέται, ευκόλως
εξηπατώντο και επανερχόµενοι
διηγούντο όσα είδον και όσα δεν είδον
και προσθέτοντες εις όσα ήκουσαν, διά
να ευχαριστήσουν περισσότερον τον
κύριόν των. Ούτω δε εξήπτον την
φαντασίαν του αθλίου γέροντος και του
διεσάλευον τας φρένας. 
ὁ δέ͵ ὡς ἂν τοῖς πλείστοις καὶ
δυνατωτάτοις φίλος ὤν͵ περιῄει τὰ
µὲν διηγούµενος ὡς ἀκούσειε παρὰ
τῶν πεµφθέντων͵ τὰ δὲ καὶ παρ΄
αὑτοῦ προστιθείς. ἐνέπλησεν οὖν
τὴν πόλιν καὶ διεσάλευσεν οὗτος͵
καὶ τῶν ἐν τῇ αὐλῇ τοὺς πλείστους
διεθορύβησεν͵ οἳ αὐτίκα καὶ αὐτοὶ
ἠπείγοντο ἀκοῦσαί τι τῶν καθ΄
αὑτούς.
31. Επειδή δε ήτο φίλος των
περισσοτέρων και ισχυρότερων εις την
Ρώµην, διηγείτο εις όλους όσα παρά των
αποσταλέντων ήκουσε, προσέθετε δε και
ιδικά του. Και τοιουτοτρόπως εγέµισε
την πόλιν µε τον θαυµασµόν προς το
µαντείον του Αλεξάνδρου και διετάραξε
τα πνεύµατα και τους περισσοτέρους των
αυλικών παρέσυρε και συνεκίνησε, ευθύς
δε και ούτοι έσπευδον να συµβουλευθούν
το µαντείον.
Ὁ δὲ τοὺς ἀφικνουµένους πάνυ
φιλοφρόνως ὑποδεχόµενος ξενίοις
τε καὶ ταῖς ἄλλαις δωρεαῖς
πολυτελέσιν εὔνους ἐργαζόµενος
αὑτῷ ἀπέπεµπεν οὐκ
ἀπαγγελοῦντας µόνον τὰς
ἐρωτήσεις͵ ἀλλὰ καὶ ὑµνήσοντας
Ο δε Αλέξανδρος, υποδεχόµενος τους
ερχοµένους µε φιλοφροσύνην µεγάλην
και διά δώρων πολυτελών και
φιλοξενείας διαθέτων αυτούς ευνοϊκώς,
τους απέπεµπε, όχι µόνον διά να δώσουν
τας απαντήσεις εις τα προς το µαντείον
ερωτήµατα, αλλά και δια να
εγκωµιάσουν τον θεόν και να διηγηθούν


τὸν θεὸν καὶ τεράστια ὑπὲρ τοῦ [32]
µαντείου καὶ αὐτοὺς ψευσοµένους. 
τερατώδη ψεύδη δι' αυτόν και το
µαντείον.
ἀλλὰ καὶ µηχανᾶταί τι ὁ
τρισκατάρατος οὐκ ἄσοφον οὐδὲ
τοῦ προστυχόντος λῃστοῦ ἄξιον.
λύων γὰρ τὰ πεπεµµένα βιβλία καὶ
ἀναγιγνώσκων͵ εἴ τι εὕροι
ἐπισφαλὲς καὶ
παρακεκινδυνευµένον ἐν ταῖς
ἐρωτήσεσιν͵ κατεῖχεν αὐτὸς καὶ οὐκ
ἀπέπεµπεν͵ ὡς ὑποχειρίους καὶ
µονονουχὶ δούλους διὰ τὸ δέος ἔχοι
τοὺς πεποµφότας͵ µεµνηµένους οἷα
ἦν ἃ ἤροντο. συνίης δὲ οἵας εἰκὸς
τοὺς πλουσίους καὶ µέγα
δυναµένους τὰς πύστεις
πυνθάνεσθαι. ἐλάµβανεν οὖν
πολλὰ παρ΄ ἐκείνων͵ εἰδότων ὅτι
ἐντὸς αὐτοὺς ἔχοι τῶν ἀρκύων.
   32. Αλλά και κάτι άλλο εµηχανεύθη ο
τρισκατάρατος δολιώτατον και άθιον
µεγάλου ληστού. Όταν αποσφράγιζε τα
πεµπόµενα ερωτήµατα και αναγινώσκων
αυτά εύρισκε τίποτε επιλήψιµον και
δυνάµενον να έχη σοβαράς συνεπείας διά
τον ερωτώντα, το εκράτει και δεν το
επέστρεφε, διά να τους έχη υποχειρίους
και σχεδόν δούλους, διά τον φόβον
µήπως αποκαλυφθούν όσα ηρώτησαν.
Εννοείς δε µε ποία δώρα εξηγόραζαν την
σιωπήν του οι πλούσιοι και οι ισχυροί,
οίτινες εγνώριζον ότι τους εκράτει εις τα
δίκτυα του.
[33] Βούλοµαι δέ σοι καὶ τῶν
Ρουτιλιανῷ δοθέντων χρησµῶν
ἐνίους εἰπεῖν. πυνθανοµένῳ γὰρ
αὐτῷ ὑπὲρ τοῦ παιδὸς ἐκ προτέρας
γυναικός͵ παιδείας ὥραν ἔχοντος͵
ὅντινα προστήσεται διδάσκαλον
τῶν µαθηµάτων αὐτοῦ͵ ἔφη· 
Πυθαγόρην πολέµων τε
   33. Θα σου αναφέρω τώρα και
µερικούς εκ των χρησµών οίτινες
εδόθησαν εις τον Ρουτιλλιανόν. Όταν
ούτος ηρώτησε περί του υιού του, τον
οποίον είχεν εκ προτέρας γυναικός και
όστις διέτρεχε την ηλικίαν καθ' ην έπρεπε
ν' αρχίση η εκπαίδευσίς του, ποίον
διδάσκαλον να του δώση, το µαντείον
απήντησε· 


διάκτορον ἐσθλὸν ἀοιδόν.
Τον Πυθαγόραν και τον
ένδοξον ψάλτην των πολέµων.
εἶτα µετ΄ ὀλίγας ἡµέρας τοῦ παιδὸς
ἀποθανόντος͵ ὁ µὲν ἠπόρει καὶ
οὐδὲν εἶχεν λέγειν πρὸς τοὺς
αἰτιωµένους͵ παρὰ πόδας οὕτως
ἐληλεγµένου τοῦ χρησµοῦ· ὁ δὲ
Ρουτιλιανὸς αὐτὸς φθάσας ὁ
βέλτιστος ἀπελογεῖτο ὑπὲρ τοῦ
µαντείου λέγων͵ τοῦτο αὐτὸ
προδεδηλωκέναι τὸν θεὸν καὶ διὰ
τοῦτο ζῶντα µὲν κελεῦσαι µηδένα
διδάσκαλον ἑλέσθαι αὐτῷ͵
Πυθαγόραν δὲ καὶ Ὅµηρον πάλαι
τεθνεῶ τας͵ οἷς εἰκὸς τὸ µειράκιον
ἐν Ἅιδου νῦν συνεῖναι. τί τοίνυν
µέµφεσθαι ἄξιον Ἀλεξάνδρῳ͵ εἰ
τοιού τοις ἀνθρωπίσκοις
ἐνδιατρίβειν ἠξίου;
   Αλλ' επειδή µετ' ολίγας ηµέρας το
παιδίον απέθανεν, ο Αλέξανδρος ευρέθη
εις αµηχανίαν και δεν είχε τί ν' απαντήσει
εις εκείνους οίτινες τον κατηγορούν· ο
καλός όµως Ρουτιλλιανός έφθασε µέχρι
του ν' απολογήται αυτός υπέρ του
µαντείου· και έλεγεν ότι ο θεός προείπεν
ακριβώς ό,τι έγεινε και διά τούτο δεν
παρήγγειλε να δοθή εις τον υιόν του
κανείς εκ των ζώντων διδασκάλων, αλλ' ο
Πυθαγόρας και ο Όµηρος, οίτινες προ
πολλού είχον αποθάνει και τους οποίους
ήτο επόµενον να συναντήση εις τον Άδην
το παιδίον. ∆ιατί λοιπόν κατηγορείτε τον
Αλέξανδρον;
[34] Αὖθις δὲ πυνθανοµένῳ αὐτῷ
τὴν τίνος ψυχὴν αὐτὸς διεδέξατο͵
ἔφη· 
Πρῶτον Πηλείδης ἐγένου͵
µετὰ ταῦτα Μένανδρος͵
εἶθ΄ ὃς νῦν φαίνῃ͵ µετὰ δ΄
ἔσσεαι ἡλιὰς ἀκτίς͵
ζήσεις δ΄ ὀγδώκοντ΄ ἐπὶ τοῖς
   34. Όταν δε πάλιν ο Ρουτιλλιανός
ηρώτησεν εις ποίους είχε µετεµψυχωθή,
έλαβε την εξής απάντησιν· 
Κατά πρώτον υπήρξες υιός
του Πηλέως, έπειτα
Μένανδρος,
έπειτα οποίος είσαι τώρα,
κατόπιν θα γείνης ηλιακή


ἑκατὸν λυκάβαντας.
ακτίς 
και θα ζήσης εκατόν
ογδοήκοντα έτη.
ὁ δὲ ἑβδοµηκοντούτης ἀπέθανεν
µελαγχολήσας͵ [35] οὐ περιµείνας
τὴν τοῦ θεοῦ ὑπόσχεσιν. καὶ οὗτος ὁ
χρησµὸς τῶν αὐτοφώνων ἦν.
   Αλλ' αυτός απέθανεν εβδοµηκοντούτης,
αφού παρεφρόνησε, χωρίς να περιµένη
την υπόσχεσιν του θεού. 35. Ήτο δε και ο
χρησµός ούτος εκ των αυτοφώνων.
Ἐροµένῳ δὲ αὐτῷ ποτε καὶ περὶ
γάµου ῥητῶς ἔφη· 
Γῆµον Ἀλεξάνδρου τε
Σεληναίης τε θύγατρα.
   Όταν δε άλλην φοράν ηρώτησε περί
γάµου, του εδόθη σαφής η απάντησις· 
Nα νυµφευθής την θυγατέρα
του Αλεξάνδρου και της
Σελήνης.
διεδεδώκει δὲ πάλαι λόγον ὡς τῆς
θυγατρός͵ ἣν εἶχεν͵ ἐκ Σελήνης
αὐτῷ γενοµένης· τὴν γὰρ Σελήνην
ἔρωτι ἁλῶναι αὐτοῦ καθεύδοντά
ποτε ἰδοῦσαν͵ ὅπερ αὐτῇ ἔθος͵
κοιµωµένων ἐρᾶν τῶν καλῶν. ὁ δ΄
οὐδὲν µελλήσας ὁ συνετώτατος
Ρουτιλιανὸς ἔπεµπεν εὐθὺς ἐπὶ τὴν
κόρην καὶ τοὺς γάµους συνετέλει
ἑξηκοντούτης νυµφίος καὶ συνῆν͵
τὴν πενθερὰν Σελήνην ἑκατόµβαις
ὅλαις ἱλασκόµενος καὶ τῶν
ἐπουρανίων εἷς καὶ αὐτὸς οἰόµενος
γεγονέναι.
   Είχε δε διαδόσει προ πολλού ο
Αλέξανδρος ότι την θυγατέρα του είχεν
αποκτήσει εκ της Σελήνης, ήτις τον
ερωτεύθη όταν συνέβη να τον ίδη
κοιµώµενον, όπως αυτή συνειθίζη να
ερωτεύεται τους ωραίους τους οποίους
βλέπει κοιµωµένους. Ο δε φρονιµώτατος
Ρουτιλλιανός χωρίς να βραδύνη έπεµψεν
αµέσως και εζήτησεν εις γάµον την
κόρην του Αλεξάνδρου και έγεινεν
εξηκοντούτης γαµβρός και ετέλεσε
µεγάλας θυσίας προς την πενθεράν του
Σελήνην, νοµίζων ότι έγεινε και αυτός εις
εκ των επουρανίων.


[36] Ὁ δ΄ ὡς ἅπαξ τῶν ἐν Ἰταλίᾳ
πραγµάτων ἐλάβετο͵ µείζω ἀεὶ
προσεπενόει καὶ πάντοσε τῆς
Ρωµαίων ἀρχῆς ἔπεµπε
χρησµολόγους͵ ταῖς πόλεσι
προλέγων λοιµοὺς καὶ πυρκαϊὰς
φυλάσσεσθαι καὶ σεισµούς· καὶ
ἀσφαλῶς βοηθήσειν͵ ὡς µὴ γένοιτό
τι τούτων͵ αὐτὸς ὑπισχνεῖτο αὐτοῖς.
ἕνα δέ τινα χρησµόν͵ αὐτόφωνον
καὶ αὐτόν͵ εἰς ἅπαντα τὰ ἔθνη ἐν
τῷ λοιµῷ διεπέµψατο· ἦν δὲ τὸ ἔπος
ἕν· 
Φοῖβος ἀκειρεκόµης λοιµοῦ
νεφέλην ἀπερύκει.
   36. Ο Αλέξανδρος, αφού ούτως
εγνωρίσθη και επεκράτησεν εις την
Ιταλίαν, εγίνετο βαθµηδόν θρασύτερος
εις τας επινοήσεις. και τας αγυρτείας του
και έπεµπε χρησµολόγους εις Ρωµαϊκάς
πόλεις, οίτινες προέλεγον λοιµούς και
πυρκαϊάς και σεισµούς και υπέσχοντο ότι
θα εβοήθει ο Αλέξανδρος διά να µη
συµβούν τα δυστυχήµατα ταύτα. Εκτός
δε αλλων, απέστειλεν εις όλα τα έθνη ένα
αυτόφωνον χρησµόν κατά του λοιµού. Ο
χρησµός δε ούτος ήτο ο ακόλουθος· 
Ο βαθύκοµος Απόλλων
αποµακρύνει του λοιµού το
µίασµα.
καὶ τοῦτο ἦν ἰδεῖν τὸ ἔπος
πανταχοῦ ἐπὶ τῶν πυλώνων
γεγραµµένον ὡς τοῦ λοιµοῦ
ἀλεξιφάρµακον. τὸ δ΄ εἰς
τοὐναντίον τοῖς πλείστοις
προὐχώρει· κατὰ γάρ τινα τύχην
αὗται µάλιστα αἱ οἰκίαι
ἐκενώθησαν αἷς τὸ ἔπος
ἐπεγέγραπτο. καὶ µή µε νοµίσῃς
τοῦτο λέγειν͵ ὅτι διὰ τὸ ἔπος
ἀπώλλυντο· ἀλλὰ τύχῃ τινὶ οὕτως
ἐγένετο. τάχα δὲ καὶ οἱ πολλοὶ
   Και έβλεπε κανείς παντού τον στίχον
τούτον γεγραµµένον εις τους πυλώνας
των οικιών ως αποτρεπτικόν των
επιδηµιών. Αλλά το αποτέλεσµα ήτο
αντίθετον, ως επί το πλείστον· κατά
σύµπτωσιν περίεργον εκείναι προ πάντων
αι οικίαι ηρηµώθησαν υπό του
θανατικού, επί των οποίων ήτο
γεγραµµένος ο στίχος εκείνος. Μη
υπόθεσης όµως ότι θέλω ν' αποδώσω
τούτο εις τον στίχον· απλώς αναφέρω την
σύµπτωσιν. Αλλ' ίσως και οι πολλοί
εµπιστευόµενοι εις την προστασίαν του
στίχου παρηµέλουν και διητώντο κακώς,
ουδόλως προσπαθούντες µετά του


θαρροῦντες τῷ στίχῳ ἠµέλουν καὶ
ῥᾳθυµότερον διῃτῶντο͵ οὐδὲν τῷ
χρησµῷ πρὸς τὴν νόσον
συντελοῦντες͵ ὡς ἂν ἔχοντες
προµαχοµένας αὑτῶν τὰς
συλλαβὰς καὶ τὸν ἀκειρεκόµην
Φοῖβον ἀποτοξεύοντα τὸν λοιµόν.
χρησµού να αποµακρύνουν την νόσον,
ως να είχον ασφαλές προπύργιον τας
συλλαβάς του στίχου και τον Απόλλωνα
τοξεύοντα τον λοιµόν.
[37] Πευθῆνας µέντοι ἐν αὐτῇ Ρώµῃ
κατεστήσατο πάνυ πολλοὺς τῶν
συνωµοτῶν͵ οἳ τὰς ἑκάστου γνώµας
διήγγελλον αὐτῷ καὶ τὰς ἐρωτήσεις
προεµήνυον καὶ ὧν µάλιστα
ἐφίενται͵ ὡς ἕτοιµον αὐτὸν πρὸς
τὰς ἀποκρίσεις καὶ πρὶν ἥκειν τοὺς
πεµποµένους καταλαµβάνεσθαι.
   37. Εγκαθίδρυσε δε και εις την Ρώµην
πολλούς κατασκόπους εκ των
συνεργατών και συνεννοηµένων, οι
οποιοι τον επληροφόρουν περί του
χαρακτήρος και των διαθέσεων εκάστου,
περί των ερωτήσεων τας οποίας έµελλαν
ν' απευθύνουν προς το µαντείον και περί
των πόθων και των φιλοδοξιών έκαστου,
ώστε να είνε έτοιµος διά τας απαντήσεις
και πριν φθάσουν οι απεσταλµένοι να
γνωρίζη τί θα τον ηρώτων.
[38] Καὶ πρὸς µὲν τὰ ἐν τῇ Ἰταλίᾳ
ταῦτα προεµηχανᾶτο· οἴκοι δὲ καὶ
τὰ τοιαῦτα. τελετήν τε γάρ τινα
συνίσταται καὶ δᾳδουχίας καὶ
ἱεροφαντίας͵ τριῶν ἑξῆς ἀεὶ
τελουµένων ἡµερῶν. καὶ ἐν µὲν τῇ
πρώτῃ πρόρρησις ἦν ὥσπερ
Ἀθήνησι τοιαύτη· Εἴ τις ἄθεος ἢ
Χριστιανὸς ἢ Ἐπικούρειος ἥκει
κατάσκοπος τῶν ὀργίων͵ φευγέτω·
οἱ δὲ πιστεύοντες τῷ θεῷ
   38. Τοιαύτα εµηχανεύετο διά την
Ιταλίαν· εκτός δε τούτου ίδρυσε µίαν
εορτήν µε λαµπαδηφορίας και
ιεροφαντίας, τελουµένας επί τρεις
συνεχείς ηµέρας. Κατά την πρώτην
ηµέραν εγίνετο προκήρυξις, όπως εις τας
Αθήνας, λέγουσα· Πας Χριστιανός ή
Επικούρειος, όστις έρχεται να
κατασκοπεύση τα ιερά όργια, ας φύγη, οι
δε πιστεύοντες εις τον θεόν ας µείνωσι
και ας τελέσωσι τας εορτάς ευτυχείς.
Έπειτα εξεδιώκοντο οι βέβηλοι και ο


τελείσθωσαν τύχῃ τῇ ἀγαθῇ. εἶτ΄
εὐθὺς ἐν ἀρχῇ ἐξέλασις ἐγίγνετο·
καὶ ὁ µὲν ἡγεῖτο λέγων Ἔξω
Χριστιανούς͵ τὸ δὲ πλῆθος ἅπαν
ἐπεφθέγγετο Ἔξω Ἐπικουρείους.
εἶτα Λητοῦς ἐγίγνετο λοχεία καὶ
Ἀπόλλωνος γοναὶ καὶ Κορωνίδος
γάµος καὶ Ἀσκληπιὸς ἐτίκτετο. ἐν
δὲ τῇ δευτέρᾳ Γλύκωνος ἐπιφάνεια
[39] καὶ γέννησις τοῦ θεοῦ.
Αλέξανδρος ελάµβανε την πρωτοβουλίαν
αναφωνών· “Έξω οι Χριστιανοί”, το δε
πλήθος όλον αντεφώνει· “Έξω οι
Επικούρειοι”. Έπειτα ετελείτο ο τοκετός
της Λητούς και του Απόλλωνος η
γέννησις, ο γάµος της Κορωνίδος και η
γέννησις του Ασκληπιού· την δε
δευτέραν ηµέραν εγίνετο η εµφάνισις του
Γλύκωνος και η γέννησις του Θεού.
τρίτῃ δὲ ἡµέρᾳ Ποδαλειρίου ἦν καὶ
τῆς µητρὸς Ἀλεξάνδρου γάµος·
Δᾳδὶς δὲ ἐκαλεῖτο καὶ δᾷδες δὲ
ἐκαίοντο. καὶ τελευταῖον Σελήνης
καὶ Ἀλεξάνδρου ἔρως καὶ τικτοµένη
τοῦ Ρουτιλιανοῦ ἡ γυνή. ἐδᾳδούχει
δὲ καὶ ἱεροφάντει ὁ Ἐνδυµίων
Ἀλέξανδρος. καὶ ὁ µὲν καθεύδων
δῆθεν κατέκειτο ἐν τῷ µέσῳ͵ κατῄει
δὲ ἐπ΄ αὐτὸν ἀπὸ τῆς ὀροφῆς ὡς ἐξ
οὐρανοῦ ἀντὶ τῆς Σελήνης Ρουτιλία
τις ὡραιοτάτη͵ τῶν Καίσαρος
οἰκονόµων τινὸς γυνή͵ ὡς ἀληθῶς
ἐρῶσα τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ
ἀντερωµένη ὑπ΄ αὐτοῦ͵ καὶ ἐν
ὀφθαλµοῖς τοῦ ὀλεθρίου ἐκείνου
ἀνδρὸς φιλήµατά τε ἐγίγνετο ἐν τῷ
39. Η τρίτη ηµέρα ήτο αφιερωµένη εις
τον Ποδαλείριον και εις τον γάµον της
µητρός του Αλεξάνδρου· και επειδή
ωνοµάζετο ∆αδίς, εκαίοντο δάδες. Εις το
τέλος παριστάνετο ο Έρως της Σελήνης
και του Αλεξάνδρου και εγεννάτο η
σύζυγος του Ρουτιλλιανού. Ο Ενδυµίων
Αλέξανδρος κρατών δάδα εξετέλει χρέη
ιεροφάντου. Έπειτα κατεκλίνετο εις το
µέσον του ναού και υπεκρίνετο τον
κοιµώµενον, τότε δε κατέβαινε προς
αυτόν εκ της οροφής ως εξ ουρανού αντί
της Σελήνης κάποια Ρουτιλλία,
ωραιοτάτη, σύζυγος ενός των οικονόµων
του Αυτοκράτορος, πραγµατικώς
ερωτευµένη µε τον Αλέξανδρον και
ανταγαπωµένη υπ' αυτού, και υπό τα
βλέµµατα του γελοίου της συζύγου
αντήλλασσσον φιλήµατα και
εναγκαλισµούς· και αν δεν ήτο πολύ το


µέσῳ καὶ περιπλοκαί. εἰ δὲ µὴ
πολλαὶ ἦσαν αἱ δᾷδες͵ τάχα ἄν τι
καὶ τῶν ὑπὸ κόλπου ἐπράττετο.
φως ίσως θα συνέβαινε και τίποτε εκ των
µάλλον αποκρύφων.
µετὰ µικρὸν δὲ εἰσῄει πάλιν
ἱεροφαντικῶς ἐσκευασµένος ἐν
πολλῇ τῇ σιωπῇ͵ καὶ αὐτὸς µὲν
ἔλεγε µεγάλῃ τῇ φωνῇ͵ Ἰὴ Γλύκων·
ἐπεφθέγγοντο δὲ αὐτῷ
ἐπακολουθοῦντες Εὐµολπίδαι
δῆθεν καὶ Κήρυκές τινες
Παφλαγόνες͵ καρβατίνας
ὑποδεδεµένοι͵ πολλὴν τὴν
σκοροδάλµην ἐρυγγάνοντες͵ Ἰὴ
Ἀλέξανδρε.
Μετ' ολίγον πάλιν επανήρχετο ο
Αλέξανδρος µε στολήν ιεροφάντου και εν
µέσω γενικής σιωπής έλεγε
µεγαλοφώνως “ιή Γλύκων”8· απήντων δε
οι ακολουθούντες, δήθεν Ευµολπίδαι9 και
κήρυκες, οίτινες ήσαν Παφλαγόνες µε
υποδήµατα εξ ακατεργάστου δέρµατος
και αναδίδοντες βαρείαν οσµήν σκόρδου,
“ιή Αλέξανδρε”.
[40] Πολλάκις δὲ ἐν τῇ δᾳδουχίᾳ καὶ
τοῖς µυστικοῖς σκιρτήµασιν
γυµνωθεὶς ὁ µηρὸς αὐτοῦ
ἐξεπίτηδες χρυσοῦς διεφάνη͵
δέρµατος ὡς εἰκὸς ἐπιχρύσου
περιτεθέντος καὶ πρὸς τὴν αὐγὴν
τῶν λαµπάδων ἀποστίλβοντος.
ὥστε καὶ γενοµένης ποτὲ ζητήσεως
δύο τισὶ τῶν µωροσόφων ὑπὲρ
αὐτοῦ͵ εἴτε Πυθαγόρου τὴν ψυχὴν
ἔχοι διὰ τὸν χρυσοῦν µηρὸν εἴτε
ἄλλην ὁµοίαν αὐτῇ͵ καὶ τὴν ζήτησιν
ταύτην αὐτῷ Ἀλεξάνδρῳ
   40. Πολλάκις δε -κατά τας δαδουχίας
και τας κινήσεις των µυστικών χορών10, ο
µηρός αυτού αποκαλυπτόµενος επίτηδες
εφαίνετο χρυσούς, διότι, εννοείται, τον
είχε περιενδύσει µε δέρµα. επίχρυσον, το
οποίον απέστιλβεν εις την λάµψιν των
λαµπάδων. ∆ιά τούτο και συζήτησις
έγεινέ ποτέ µεταξύ δύο µωροσόφων περί
αυτού, εάν ο Αλέξανδρος είχε την ψυχήν
του Πυθαγόρου, όπως είχε και τον
χρυσούν αυτού µηρόν, είτε άλλην
ανάλογον. Το ζήτηµα υπεβλήθη εις τον
Αλέξανορον, ο δε θεός Γλύκων έλυσε
διά, χρησµού την απορίαν· 
Του Πυθαγόρου η ψυχή,


ἐπανενεγκόντων͵ ὁ βασιλεὺς
Γλύκων χρησµῷ ἔλυσεν τὴν
ἀπορίαν· 
Πυθαγόρου ψυχὴ ποτὲ µὲν
φθίνει͵ ἄλλοτε δ΄ αὔξει·
ἡ δὲ προφητείη δίης φρενός
ἐστιν ἀπορρώξ. 
καί µιν ἔπεµψε πατὴρ ἀγαθῶν
ἀνδρῶν ἐπαρωγόν·
καὶ πάλιν ἐς Διὸς εἶσι Διὸς
βληθεῖσα κεραυνῷ.
άλλοτε µεν φθίνει, άλλοτε δε
αυξάνει,
η δε ψυχή του προφήτου µου
εγεννήθη εκ της θείας ψυχής.
Τον έστειλε δε ο πατήρ µου
διά το καλόν των αγαθών
ανθρώπων·
και πάλιν θα επιστρέψω εις
τον Δία κεραυνοβοληθείς.
 
Σηµειώσεις
   8. Εύγε ή χαίρε, επιφώνηµα των µυστικών τελετών.
   9. Οι Ευµολπίδαι ήσαν οικογένεια ιερατική, ήτις διαδοχικώς ετέλει τα µυστήρια της
∆ήµητρος εις την Ελευσίνα. Κατήγοντο εκ του Ευµόλπου, υιού του Μουσαίου, όστις
είχε φέρει τα µυστήρια ταύτα εκ της Θράκης εις την Αττικήν. Ο Λουκιανός
ειρωνεύεται τους βαναύσους ακολούθους του Αλεξάνδρου αποκαλων αυτούς
Ευµολπίδας.
   10. Των χορών οίτινες εγίνοντο εις τας αποκρύφους τελετάς, τα µυστήρια και τα
όργια.
 
 


 [41] Προλέγων δὲ πᾶσιν ἀπέχεσθαι
παιδίου συνουσίας͵ ὡς ἀσεβὲς ὄν͵
αὐτὸς τοιόνδε τι ὁ γεννάδας
ἐτεχνήσατο. ταῖς γὰρ πόλεσι ταῖς
   41. Ενώ δε εις όλους συνεβούλευε να
αποφεύγουν τους παιδικούς έρωτας ως
ασεβείς, αυτός ο ενάρετος ανήρ
εµηχανεύθη το εξής· παρήγγελλεν εις τας


Ποντικαῖς καὶ ταῖς Παφλαγονικαῖς
ἐπήγγελλε θεηκόλους πέµπειν εἰς
τριετίαν͵ ὑµνήσοντας παρ΄ αὐτῷ
τὸν θεόν͵ καὶ ἔδει δοκιµασθέντας
καὶ προκριθέντας τοὺς
εὐγενεστάτους καὶ ὡραιοτάτους καὶ
κάλλει διαφέροντας πεµφθῆναι·
οὓς ἐγκλεισάµενος ὥσπερ
ἀργυρωνήτοις ἐχρῆτο͵
συγκαθεύδων καὶ πάντα τρόπον
ἐµπαροινῶν. καὶ νόµον δὲ
ἐπεποίητο͵ ὑπὲρ τὰ ὀκτωκαίδεκα
ἔτη µηδένα τῷ αὐτοῦ στόµατι
δεξιοῦσθαι µηδὲ φιλήµατι
ἀσπάζεσθαι͵ ἀλλὰ τοῖς ἄλλοις
προτείνων τὴν χεῖρα κύσαι µόνους
τοὺς ὡραίους κατεφίλει͵ καὶ
ἐκαλοῦντο οἱ ἐντὸς τοῦ φιλήµατος.
πόλεις της Παφλαγονίας και του Πόντου
ν' αποστέλλουν κατά τριετίαν προς αυτόν
διακόνους διά να υµνούν τον θεόν·
έπρεπε δε να εκλέγωνται και να
προτιµώνται οι ευγενέστατοι και
ανθηρότατοι, oι διακρινόµενοι διά το
κάλλος των. Τούτους εγκλείων
µετεχειρίζετο ως γυναίκας
αργυρωνύτους, συγκοιµώµενος µετ'
αυτών και εις πάσαν ακολασίαν
εκτρεπόµενος. Και νόµον δε έκαµε κατά
τον οποίον εις ουδένα υπερβάντα το
δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας του
επετρέπετο να τον ασπάζεται εις το
στόµα προς χαιρετισµόν, αλλ' εις µεν
τους άλλους έδιδε την χείρα του να την
ασπάζωνται, µόνον δε τους νεαρούς
κατεφίλει και ούτοι εκαλούντο “οι εντός
του φιλήµατος”. 
[42] Τοιαῦτα ἐντρυφῶν τοῖς
ἀνοήτοις διετέλει͵ γυναῖκάς τε
ἀνέδην διαφθείρων καὶ παισὶ
συνών. καὶ ἦν µέγα καὶ εὐκτὸν
ἑκάστῳ͵ εἴ τινος γυναικὶ
προσβλέψειεν· εἰ δὲ καὶ φιλήµατος
ἀξιώσειεν͵ ἀθρόαν τὴν ἀγαθὴν
τύχην ᾤετο ἕκαστος εἰς τὴν οἰκίαν
αὐτῷ εἰσρυήσεσθαι. πολλαὶ δὲ καὶ
42. Κατ' αυτόν τον τρόπον εµπαίζων τους
ανοήτους διέφθειρε φανερά γυναίκας και
µε παίδας συνευρίσκετο. Και έκαστος
εθεώρει ευτύχηµα αν και µόνον ητένιζε
την γυναικά του ο Αλέξανδρος· εάν δε
κατεδέχετο και να την φιλήση, ενόµιζεν
ότι θα εισήρχετο αθρόα η ευτυχία εις την
οικίαν του. Πολλαί και εκαυχώντο ότι
είχον γεννήσει εξ αυτού και οι σύζυγοι
των επιβεβαίουν το πράγµα.


ηὔχουν τετοκέναι παρ΄ αὐτοῦ͵ καὶ οἱ
ἄνδρες ἐπεµαρτύρουν ὅτι ἀληθῆ
λέγουσιν.
[43] Ἐθέλω δέ σοι καὶ διάλογον
διηγήσασθαι τοῦ Γλύκωνος καὶ
Σακερδῶτός τινος͵ Τιανοῦ
ἀνθρώπου· ὁποίου τινὸς τὴν
σύνεσιν͵ εἴσῃ ἀπὸ τῶν ἐρωτήσεων.
ἀνέγνων δὲ αὐτὸν χρυσοῖς
γράµµασιν γεγραµµένον ἐν Τίῳ͵ ἐν
τῇ τοῦ Σακερδῶτος οἰκίᾳ. Εἰπὲ γάρ
µοι͵ ἔφη͵ ὦ δέσποτα Γλύκων͵ τίς εἶ;
Ἐγώ͵ ἦ δ΄ ὅς͵ Ἀσκληπιὸς νέος.
Ἄλλος παρ΄ ἐκεῖνον τὸν πρότερον;
πῶς λέγεις; Οὐ θέµις ἀκοῦσαί σε
τοῦτό γε.
   43. Θέλω δε να σου διηγηθώ και ένα
διάλογον µεταξύ του Γλύκωνος και
κάποιου Σακέρδωτος, κατοίκου της
Παφλαγονικής Τίου, του οποίου την
διανοητικήν κατάστασιν θα εννοήσης
από τας ερωτήσεις του. Ανέγνωσα δε τον
διάλογον τούτον εις την Τίον, εις την
οικίαν του Σακέρδωτος, γραµµένον µε
χρυσά γράµµατα. Ειπέ µου, ηρώτησεν
ούτος, δέσποτα Γλύκων, ποίος είσαι;
Εγώ, απήντησεν ο Γλυκών, είµαι νέος
Ασκληπιός. ∆ιάφορος από τον παλαιόν;
Τί εννοείς; ∆εν επιτρέπεται να το µάθης
αυτό, απήντησεν ο Γλύκων. 
Πόσα δὲ ἡµῖν ἔτη παραµενεῖς
χρησµῳδῶν; Τρίτον πρὸς τοῖς
χιλίοις. Εἶτα ποῖ µεταστήσῃ; Ἐς
Βάκτρα καὶ τὴν ἐκεῖ γῆν· δεῖ γὰρ
ἀπολαῦσαι καὶ τοὺς βαρβάρους τῆς
ἐπιδηµίας τῆς ἐµῆς. Τὰ δ΄ ἄλλα
χρηστήρια͵ τὸ ἐν Διδύµοις καὶ τὸ ἐν
Κλάρῳ καὶ τὸ ἐν Δελφοῖς͵ ἔχουσι
τὸν πατέρα τὸν Ἀπόλλω
χρησµῳδοῦντα͵ ἢ ψευδεῖς εἰσιν οἱ
νῦν ἐκπίπτοντες ἐκεῖ χρησµοί;
Και πόσα έτη θα µείνης εδώ να µας δίδης
χρησµούς; Χίλια και τρία. Έπειτα που θα
µεταβής; Εις τα Βάκτρα και τα περίχωρα·
διότι πρέπει και οι βάρβαροι να
απολαύσουν την παρουσίαν µου. Τα δε
µαντεία, το µαντείον των ∆ιδύµων, της
Κλάρου και των ∆ελφών έχουν ακόµη
τον προπάτορά σου τον Απόλλωνα ή είνε
ψευδείς οι χρησµοί τους οποίους δίδουν
τώρα; Μη επιµένεις να µάθης και τούτο,
διότι δεν είνε επιτετραµµένον. Εγώ δε τί
θα γείνω µετά την παρούσαν ζωήν;
Κάµηλος, έπειτα ίππος, έπειτα άνθρωπος


Μηδὲ τοῦτο ἐθελήσῃς εἰδέναι· οὐ
γὰρ θέµις. Ἐγὼ δὲ τίς ἔσοµαι µετὰ
τὸν νῦν βίον; Κάµηλος͵ εἶτα ἵππος͵
εἶτ΄ ἀνὴρ σοφὸς καὶ προφήτης οὐ
µείων Ἀλεξάνδρου.
σοφός και προφήτης, όχι κατώτερος του
Αλεξάνδρου.
Τοιαῦτα µὲν ὁ Γλύκων τῷ
Σακερδῶτι διελέχθη. ἐπὶ τέλει δὲ
χρησµὸν ἔµµετρον ἐφθέγξατο͵
εἰδὼς αὐτὸν Λεπίδῳ ἑταῖρον ὄντα· 
Μὴ πείθου Λεπίδῳ͵ ἐπεὶ ἦ
λυγρὸς οἶτος ὀπηδεῖ.
   Τοιαύτα είπε προς τον Σακέρδωτα ο
Γλύκων και εις το τέλος του έδωκε τον
εξής έµµετρον χρησµόν, καθότι
εγνώριζεν ότι ήτο οπαδός του Λεπίδου· 
Μη πιστεύης εις τον Λέπιδον,
διότι κακόν τέλος τον
περιµένει.
πάνυ γὰρ ἐδεδίει τὸν Ἐπίκουρον͵ ὡς
προεῖπον͵ ὥς τινα ἀντίτεχνον καὶ
ἀντισοφιστὴν τῆς µαγγανείας
αὐτοῦ.
   ∆ιότι καθ' υπερβολήν εφοβείτο- τον
Επίκουρον, όπως προείπα, ως αντίτεχνον
και εχθρόν της αγυρτείας του.
[44] Ἕνα γοῦν τινα τῶν
Ἐπικουρείων͵ τολµήσαντα καὶ
διελέγχειν αὐτὸν ἐπὶ πολλῶν τῶν
παρόντων͵ εἰς κίνδυνον οὐ µικρὸν
κατέστησεν. ὁ µὲν γὰρ προσελθὼν
ἔλεγεν µεγάλῃ τῇ φωνῇ· Σὺ µέντοι
γε͵ ὦ Ἀλέξανδρε͵ τὸν δεῖνα
Παφλαγόνα προσαγαγεῖν οἰκέτας
αὐτοῦ τῷ ἡγουµένῳ τῆς Γαλατίας
τὴν ἐπὶ θανάτῳ ἀνέπεισας ὡς
ἀπεκτονότας τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν
44. Είς δ' εκ των Επικουρείων, όστις
ετόλµησε να τον ελέγξη επί παρουσία
πολλών, διέτρεξε µέγαν κίνδυνον. Ο
Επικούρειος ούτος πλησιάσας του είπε
µεγαλοφώνως· Συ δεν είσαι, Αλέξανδρε,
που έπεισες τον δείνα Παφλαγόνα να
προσαγάγη τους δούλους του εις τον
διοικητήν της Γαλατίας και να ζητήση
την εις θάνατον καταδίκην αυτών, ως
φονέων του υιού του, όστις εσπούδαζεν
εις την Αλεξάνδρειαν; Αλλά µάθε ότι ο
νέος εκείνος ζη και επέστρεψε ζων µετά
την θανάτωσιν των δούλων, οίτινες υπό


Ἀλεξανδρείᾳ παιδευόµενον͵ ὁ δὲ
νεανίσκος ζῇ καὶ ἐπανελήλυθε ζῶν
µετὰ τὴν τῶν οἰκετῶν ἀπώλειαν͵
θηρίοις ὑπὸ σοῦ παραδοθέντων.
τοιοῦτον δέ τι ἐγεγένητο·
ἀναπλεύσας ὁ νεανίσκος εἰς
Αἴγυπτον ἄχρι τοῦ Κλύσµατος͵
πλοίου ἀναγοµένου ἐπείσθη καὶ
αὐτὸς εἰς Ἰνδίαν πλεῦσαι͵
κἀπειδήπερ ἐβράδυνεν͵ οἱ δυστυχεῖς
ἐκεῖνοι οἰκέται αὐτοῦ͵ οἰηθέντες ἢ
ἐν τῷ Νείλῳ πλέοντα διεφθάρθαι
τὸν νεανίσκον ἢ καὶ ὑπὸ λῃστῶν
πολλοὶ δὲ ἦσαν τότεἀνῃρῆσθαι͵
ἐπανῆλθον ἀπαγγέλλοντες αὐτοῦ
τὸν ἀφανισµόν. εἶτα ὁ χρησµὸς καὶ
ἡ καταδίκη͵ µεθ΄ ἣν ἐπέστη ὁ
νεανίσκος διηγούµενος τὴν
ἀποδηµίαν.
σου παρεδόθησαν εις τα θηρία. Ιδού τί
συνέβη. Ο νέος εκείνος αναπλεύσας τον
Νείλον µέχρι του Κλύσµατος11
συνήντησεν εκεί πλοίον έτοιµον ν'
αποπλεύση εις τας Ινδίας και απεφάσισε
να µεταβή και αυτός εκεί. Επειδή δε
εβράδυνε, οι δυστυχείς εκείνοι δούλοι
του νοµίσαντες ότι εις τον Νείλον, ενώ
εταξείδευεν, επνίγη ή υπό ληστών
εφονεύθη —ήσαν δε πολλοί τότε—
επέστρεψαν και ανήγγειλαν την
εξαφάνισίν του. Έπειτα ήλθεν ο χρησµός
και η καταδίκη των, µετά την οποίαν
ήλθεν ο νέος και διηγήθη το εις Ινδίας
ταξείδι των.
[45] Ὃ µὲν ταῦτα ἔλεγεν. ὁ δὲ
Ἀλέξανδρος ἀγανακτήσας ἐπὶ τῷ
ἐλέγχῳ καὶ µὴ φέρων τοῦ ὀνείδους
τὴν ἀλήθειαν ἐκέλευεν τοὺς
παρόντας λίθοις βάλλειν αὐτόν͵ ἢ
καὶ αὐτοὺς ἐναγεῖς ἔσεσθαι καὶ
Ἐπικουρείους κληθήσεσθαι. τῶν δὲ
βάλλειν ἀρξαµένων Δηµόστρατός
   45. Αυτά είπεν ο Επικούρειος, ο δε
Αλέξανδρος αγανακτήσας διά την
κατηγορίαν και µη υποφέρων τον αληθή
εκείνον ονειδισµόν, διέταξε τους
παρόντας να τον λιθοβολήσουν, άλλως
και αυτοί θα ήσαν εξ ίσου ασεβείς και
άξιοι να ονοµασθούν Επικούρειοι. Και το
µεν πλήθος ήρχισε να τον πετροβολή,
αλλά κάποιος ∆ηµόστρατος εκ των
προκρίτων του Πόντου παρατυχών εκεί


τις ἐπιδηµῶν͵ τοῦ Πόντου πρῶτος͵
περιχυθεὶς ἐρρύσατο τοῦ θανάτου
τὸν ἄνθρωπον µικροῦ δεῖν
καταλευσθέντα͵ πάνυ δικαίως. τί
γὰρ ἔδει µόνον φρονεῖν ἐν
τοσούτοις µεµηνόσιν καὶ
παραπολαῦσαι τῆς Παφλαγόνων
µωρίας;
έσπευσε και τον ενηγκαλίσθη και ούτω
έσωσε τον άνθρωπον εκ του θανάτου.
Αλλά πολύ δικαίως θα επάθαινεν αν
ελιθοβολείτο· διότι δεν ήτο ανάγκη να
δείξη µόνος αυτός την ορθοφροσύνην εν
µέσω τόσων παραφρόνων και να εκτεθή
εις την άλογον οργήν των Παφλαγόνων.
[46] Καὶ τὰ µὲν κατ΄ ἐκεῖνον
τοιαῦτα. εἰ δέ τινι͵
προσκαλουµένων κατὰ τάξιν τῶν
χρησµῶνπρὸ µιᾶς δὲ τοῦτο τοῦ
θεσπίζειν ἐγίγνετοκαὶ ἐροµένου τοῦ
κήρυκος εἰ θεσπίζει τῷδε͵ ἀνεῖπεν
ἔνδοθεν· Ἐς κόρακας͵ οὐκέτι τὸν
τοιοῦτον οὔτε στέγῃ τις ἐδέχετο
οὔτε πυρὸς ἢ ὕδατος ἐκοινώνει͵
ἀλλ΄ ἔδει γῆν πρὸ γῆς ἐλαύνεσθαι
ὡς ἀσεβῆ καὶ ἄθεον καὶ
Ἐπικούρειον͵ ἥπερ ἦν ἡ µεγίστη
λοιδορία.
   46. Μίαν ηµέραν προ της εκδόσεως των
χρησµών, προσήρχοντο οι θέλοντες να
ερωτήσουν το µαντείον και διά του
κήρυκος ηρώτων εάν θα εδίδετο
απάντησις εις τα ερωτήµατα των· εάν δε
εκείνος απήντα έσωθεν “εις τους
κόρακας”, ο λαµβάνων τοιαύτην
απάντησιν ούτε εις οικίαν εγίνετο πλέον
δεκτός και πάντες του ηρνούντο πυρ και
ύδωρ και απεδιώκετο από τόπου εις
τόπον ως ασεβής και άθεος και
Επικούρειος· το τελευταίον δε τούτο ήτο
ο µεγαλείτερος ονειδισµός.
[47] Ἓν γοῦν καὶ γελοιότατον
ἐποίησεν ὁ Ἀλέξανδρος· εὑρὼν γὰρ
τὰς Ἐπικούρου κυρίας δόξας͵ τὸ
κάλλιστον͵ ὡς οἶσθα͵ τῶν βιβλίων
καὶ κεφαλαιώδη περιέχον τῆς
τἀνδρὸς σοφίας τὰ δόγµατα͵
   47. Αλλ' έπραξε και κάτι τι
γελοιωδέστατον ο Αλέξανδρος. Ευρών
τας “Κυρίας Σκέψεις” του Επικούρου, το
κάλλιστον, ως γνωρίζεις βιβλίον, το
οποίον περιέχει την συγκεφαλαίωσιν της
σοφίας του φιλοσόφου εκείνου, τας
έφερεν εις το µέσον της αγοράς και τας


κοµίσας εἰς τὴν ἀγορὰν µέσην
ἔκαυσεν ἐπὶ ξύλων συκίνων ὡς
δῆθεν αὐτὸν καταφλέγων͵ καὶ τὴν
σποδὸν εἰς τὴν θάλασσαν
ἐξέβαλεν͵ ἔτι καὶ χρησµὸν
ἐπιφθεγξάµενος· 
Πυρπολέειν κέλοµαι δόξας
ἀλαοῖο γέροντος·
έκαυσεν επί ξύλων συκής, ως τάχα να
έκαιε εκείνον, την δε στάκτην έρριψεν εις
την θάλασσαν, συνοδεύσας την πράξιν
ταύτην µε ένα χρησµόν· 
Διατάσσω να πυρπολούνται
τα έργα του τυφλού γέροντος.
οὐκ εἰδὼς ὁ κατάρατος ὅσων
ἀγαθῶν τὸ βιβλίον ἐκεῖνο τοῖς
ἐντυχοῦσιν αἴτιον γίγνεται͵ καὶ
ὅσην αὐτοῖς εἰρήνην καὶ ἀταραξίαν
καὶ ἐλευθερίαν ἐνεργάζεται͵
δειµάτων µὲν καὶ φασµάτων καὶ
τεράτων ἀπαλλάττον καὶ ἐλπίδων
µαταίων καὶ περιττῶν ἐπιθυµιῶν͵
νοῦν δὲ καὶ ἀλήθειαν ἐντιθὲν καὶ
καθαῖρον ὡς ἀληθῶς τὰς γνώµας͵
οὐχ ὑπὸ δᾳδὶ καὶ σκίλλῃ καὶ ταῖς
τοιαύταις φλυαρίαις͵ ἀλλὰ λόγῳ
ὀρθῷ καὶ ἀληθείᾳ καὶ παρρησίᾳ.
   Και δεν εσκέφθη ο άθλιος πόσων
αγαθών γίνεται πρόξενος το βιβλίον
εκείνο εις τους αναγιγνώσκοντας και
πόσην γαλήνην και αταραξίαν και
ελευθερίαν φρονήµατος εµπνέει· διότι
απαλλάττει από δυσιδαιµονίας και πίστιν
Εις φαντάσµατα και τερατολογίας και
από µαταίας ελπίδας και περιττάς
επιθυµίας, παρέχει δε ορθοφροσύνην και
αλήθειαν και πραγµατικώς εξαγνίζει την
ψυχήν όχι µε δάδα και µε
σκιλλοκρόµυδον12 και µε άλλας τοιαύτας
ανοησίας, αλλά διά του ορθού λόγου, της
αληθείας και της παρρησίας.
[48] Ἐν δὲ τοῖς ἄλλοις ἕν τι καὶ
µέγιστον τόλµηµα τοῦ µιαροῦ
ἀνδρὸς ἄκουσον. ἔχων γὰρ οὐ
µικρὰν ἐπίβασιν ἐπὶ τὰ βασίλεια
καὶ τὴν αὐλὴν τὸν Ρουτιλιανὸν
εὐδοκιµοῦντα͵ διαπέµπεται
   48. Εκτός δε άλλων άκουσε και εν από
τα µεγαλείτερα τολµήµατα του µιαρού
εκείνου ανθρώπου. ∆ιά του
Ρουτιλλιανού, όστις είχε τότε µεγάλην
δύναµιν, εγίνετο ευκόλως δεκτός εις τα
ανάκτορα και την αυλήν· ενώ λοιπόν ο
κατά των Γερµανών πόλεµος ευρίσκετο


χρησµὸν τοῦ ἐν Γερµανίᾳ πολέµου
ἀκµάζοντος͵ ὅτε θεὸς Μάρκος ἤδη
τοῖς Μαρκοµάνοις καὶ Κουάδοις
συνεπλέκετο. ἠξίου δὲ ὁ χρησµὸς
δύο λέοντας ἐµβληθῆναι ζῶντας εἰς
τὸν Ἴστρον µετὰ πολλῶν
ἀρωµάτων καὶ θυσιῶν
µεγαλοπρεπῶν. ἄµεινον δὲ αὐτὸν
εἰπεῖν τὸν χρησµόν· 
Ἐς δίνας Ἴστροιο διιπετέος
ποταµοῖο
ἐσβαλέειν κέλοµαι δοιοὺς
Κυβέλης θεράποντας͵
θῆρας ὀριτρεφέας͵ καὶ ὅσα
τρέφει Ἰνδικὸς ἀὴρ
ἄνθεα καὶ βοτάνας εὐώδεας·
αὐτίκα δ΄ ἔσται
νίκη καὶ µέγα κῦδος ἅµ΄ εἰρήνῃ
ἐρατεινῇ.
εις την ακµήν του και ο θεός Μάρκος13
είχεν ήδη συµπλοκή προς τους
Μαρκοµάνους και Κουάδους, έστειλε
χρησµόν, όστις έλεγε να ριφθούν δύο
λέοντες ζωντανοί εις τον Ίστρον µετά
πολλών αρωµάτων και να γείνουν
συγχρόνως θυσίαι µεγαλοπρεπείς. Αλλά
προτιµότερον να παραθέσω κατά λέξιν
τον χρησµόν· 
Εις το ρεύµα του ορµητικού
ποταµού Ίστρου
παραγγέλλω να ριφθώσι δύο
της Κυβέλης θεράποντες,
θηρία άγρια, και όσα
παράγουν αι Ινδίαι
άνθη και ευώδη βότανα·
παρευθύς δε θα επέλθη
νίκη και δόξα µεγάληκαι
συγχρόνως η ποθητή ειρήνη.
γενοµένων δὲ τούτων ὡς
προσέταξεν͵ τοὺς µὲν λέοντας
ἐκνηξαµένους εἰς τὴν πολεµίαν οἱ
βάρβαροι ξύλοις κατειργάσαντο ὥς
τινας κύνας ἢ λύκους ξενικούς·
αὐτίκα δὲ τὸ µέγιστον τραῦµα τοῖς
ἡµετέροις ἐγένετο͵ δισµυρίων που
σχεδὸν ἀθρόων ἀπολοµένων. εἶτα
   Αφού δε έγειναν ταύτα, ως διέταξεν, οι
λέοντες κολυµβήσαντες επέρασαν εις την
χώραν των έχθρων, όπου οί βάρβαροι
τους εφόνευσαν διά ξύλων, ως σκύλους ή
λύκους αγνώστου είδους· µετ' ολίγον δε
έπαθαν οι ηµέτεροι το µεγαλείτερον
δυστύχηµα και περί τας είκοσι χιλιάδες
εξ αυτών εχάθησαν συγχρόνως. Έπειτα
ηκολούθησαν τα γενόµενα εις την
Ακυληίαν, ήτις εκινδύνευσε να κυριευθή.


ἐπηκολούθησε τὰ περὶ Ἀκυληΐαν
γενόµενα καὶ ἡ παρὰ µικρὸν τῆς
πόλεως ἐκείνης ἅλωσις. ὁ δὲ πρὸς
τὸ ἀποβεβηκὸς τὴν Δελφικὴν
ἐκείνην ἀπολογίαν καὶ τὸν τοῦ
Κροίσου χρησµὸν ψυχρῶς παρῆγεν·
νίκην µὲν γὰρ προειπεῖν τὸν θεόν͵
µὴ µέντοι δηλῶσαι Ρωµαίων ἢ τῶν
πολεµίων.
Ο δε Αλέξανδρος ως δικαιολογίαν διά τα
γενόµενα έφερε την γελοίαν ∆ελφικήν
εξήγησιν και τον χρησµόν του Κροίσου14
και έλεγεν ότι ο θεός προείπε νίκην, αλλά
δεν εδήλωσεν αν θα είναι νίκη των
Ρωµαίων ή των αντιπάλων.
[49] ῎Ηδη δὲ πολλῶν ἐπὶ πολλοῖς
ἐπεισρεόντων καὶ τῆς πόλεως
αὐτῶν θλιβοµένης ὑπὸ τοῦ
πλήθους τῶν ἐπὶ τὸ χρηστήριον
ἀφικνουµένων καὶ τὰ ἐπιτήδεια
διαρκῆ µὴ ἐχούσης͵ ἐπινοεῖ τοὺς
νυκτερινοὺς καλουµένους
χρησµούς. λαµβάνων γὰρ τὰ βιβλία
ἐπεκοιµᾶτο͵ ὡς ἔφασκεν͵ αὐτοῖς καὶ
ὡς ὄναρ παρὰ τοῦ θεοῦ ἀκούων
ἀπεκρίνετο͵ οὐ µέντοι σαφεῖς τοὺς
πολλούς͵ ἀλλ΄ ἀµφιβόλους καὶ
τεταραγµένους καὶ µάλιστα εἴ ποτε
θεάσαιτο περιεργότερον τὸ βιβλίον
κατεσφραγισµένον. 
   49. Ενώ δε τόσοι πολλοί συνέρρεον,
ώστε η πόλις δεν ηδύνατο πλέον να τους
χορέση και αρκετά τρόφιµα διά τόσον
πληθυσµόν δεν είχεν, ο Αλέξανδρος
επενόησε τους νυκτερινούς καλουµένους
χρησµούς. Λαµβάνων τα γραπτά
ερωτήµατα εκοιµάτο, ως έλεγεν, επ'
αυτών και κατ' όναρ ήκουε τας
απαντήσεις του θεού, τας οποίας και
έδιδεν εις τους ερωτώντας, όχι όµως
σαφείς κατά το πλείστον, αλλ'
αµφιβόλους και σκοτεινάς, µάλιστα
οσάκις το ερώτηµα ήτο σφραγισµένον
µετά υπερβολικής επιµελείας. 
οὐ γὰρ παρακινδυνεύων͵ τὸ
ἐπελθὸν ἄλλως ὑπέ γραφε͵
χρησµοῖς πρέπον καὶ τὸ τοιοῦτον
Μη τολµών ν' ανοίξη το ερώτηµα, έδιδε
µίαν απάντησιν ήτις έλεγε και δεν έλεγε
τίποτε, εθεώρει δε και τούτο ως πρέπον
εις τους χρησµούς, και υπήρχον εξηγηταί


οἰόµενος. καὶ ἦσάν τινες ἐξηγηταὶ
ἐπὶ τοῦτο καθήµενοι καὶ µισθοὺς
οὐκ ὀλίγους ἐκλέγοντες παρὰ τῶν
τοὺς τοιούτους χρησµοὺς
λαµβανόντων ἐπὶ τῇ ἐξηγήσει καὶ
διαλύσει αὐτῶν. καὶ τοῦτο αὐτῶν τὸ
ἔργον ὑπόµισθον ἦν· ἐτέλουν γὰρ οἱ
ἐξηγηταὶ τῷ Ἀλεξάνδρῳ τάλαντον
Ἀττικὸν ἑκάτερος.
διά να ερµηνεύουν τας σκοτεινάς εκείνας
απαντήσεις και ελάµβανον όχι µικράς
αµοιβάς παρ' εκείνων εις τους οποίους
εδίδοντο οι τοιούτοι χρησµοί διά την
εξήγησιν αυτών. Οι εξηγηταί δε ούτοι
επλήρωνον εις τον Αλέξανδρον εν
τάλαντον Αττικόν έκαστος.
[50] Ἐνίοτε δὲ µήτε ἐροµένου τινὸς
µήτε πεµφθέντος͵ ἀλλ΄ οὐδὲ ὅλως
ὄντος ἐχρησµῴδει πρὸς ἔκπληξιν
τῶν ἀνοήτων͵ οἷον καὶ τοῦτο· 
Δίζεαι ὅστις σὴν ἄλοχον µάλα
πάγχυ λεληθὼς
Καλλιγένειαν ὑπὲρ λεχέων
σαλαγεῖ κατὰ δῶµα;
δοῦλος Πρωτογένης͵ τῷ δὴ σύ
γε πάντα πέποιθας.
ὤπυιες γὰρ ἐκεῖνον͵ ὁ δ΄ αὖθις
σὴν παράκοιτιν͵
ἀντίδοσιν ταύτην ὕβρεως
ἄκρην ἀποτίνων.
ἀλλ΄ ἐπὶ σοὶ δὴ φάρµακ΄ ἀπ΄
αὐτῶν λυγρὰ τέτυκται͵
ὡς µήτ΄ εἰσαΐοις µήτ΄ εἰσοράοις
ἃ ποιοῦσιν.
   50. Ενίοτε και χωρίς να ερωτήση κανείς
δι' εαυτόν ή δι' άλλον, ο ψευδόµαντις
εξέδιδε χρησµούς, προς έκπληξιν των
ανοήτων, οποίος ο εξής· 
Επιθυµείς να µάθης ποιός
εισερχόµενος κρυφίως 
εις τον οίκον σου σε ατιµάζει
µετά της συζύγου σου;
Ο δούλος σου Πρωτογένης, εις
τον οποίον έχεις 
πάσαν εµπιστοσύνην· ό,τι
παρά σου έπαθε, 
σου το αποδίδει εις την
σύζυγόν σου και εκ συµφώνου
παρασκευάζονται να σε
δηλητηριάσουν, ώστε ούτε να
µάθης, 
ούτε να ίδης τα υπʹ αυτών
πραττόµενα· 


εὑρήσεις δὲ κάτω ὑπὸ σῷ
λέχει ἀγχόθι τοίχου
πρὸς κεφαλῆς. καὶ σὴ
θεράπαινα σύνοιδε Καλυψώ.
θα εύρης δε το δηλητήριον
υπό την κλίνην σου, 
πλησίον του τοίχου και προς
το µέρος της κεφαλής. 
Και η υπηρέτρια σου Καλυψώ,
γνωρίζει τα πάντα.
τίς οὐκ ἂν Δηµόκριτος διεταράχθη
ἀκούσας ὀνόµατα καὶ τόπους
ἀκριβῶς͵ εἶτα µετ΄ ὀλίγον
κατέπτυσεν ἄν͵ συνεὶς τὴν ἐπίνοιαν
αὐτῶν;
   Ποίος, και ∆ηµόκριτος ο φιλόσοφος
εάν ήτο, δεν θα εταράσσετο ακούων
ονόµατα και τόπους ακριβώς
αναφεροµένους, και ποίαν περιφρόνησιν
θα ησθάνετο κατόπιν όταν θα ενόει το
ψεύδος;
[51] Ἀλλὰ καὶ βαρβάροις πολλάκις
ἔχρησεν͵ εἴ τις τῇ πατρίῳ ἔροιτο
φωνῇ͵ Συριστὶ ἢ Κελτιστί͵ ῥᾳδίως
ἐξευρίσκων τινὰς ἐπιδηµοῦντας
ὁµοεθνεῖς τοῖς δεδωκόσιν. διὰ τοῦτο
καὶ πολὺς ὁ ἐν µέσῳ χρόνος ἦν τῆς
τε δόσεως τῶν βιβλίων καὶ τῆς
χρησµῳδίας͵ ὡς ἐν τοσούτῳ κατὰ
σχολὴν λύοιντό τε οἱ χρησµοὶ
ἀσφαλῶς καὶ εὑρίσκοιντο οἱ
ἑρµηνεῦσαι δυνάµενοι ἕκαστα. οἷος
καὶ ὁ τῷ Σκύθῃ δοθεὶς χρησµὸς ἦν· 
Μορφὴν εὐβάργουλις εἰς
σκιὰν χνεχικραγη λείψει
φάος.
   51. Αλλά και εις βαρβάρους πολλάκις
επροφήτευσε και όταν ακόµη τον ηρώτων
εις την πάτριον αυτών γλώσσαν
Συριακήν ή Κελτικήν, καίτοι δεν
έυρισκεν ευκόλως οµοεθνείς των
ερωτώντων διά να τον βοηθήσουν εις την
κατανόησιν της ερωτήσεως και εις την
απάντησιν. ∆ιά τούτο και εβράδυνε πολύ
να δίδη τας απαντήσεις, διά να έχη
καιρόν εν τω µεταξύ να αποσφραγίζη τα
ερωτήµατα και να ευρίσκη τους
δυναµένους να του εξηγήσουν τα
καθέκαστα. Τοιούτος ήτο ο χρησµός τον
οποίον έδωκεν εις ένα Σκύθην· 
Μορφὴν εὐβάργουλις εἰς
σκιὰν χνεχικραγη λείψει
φάος.


[52] Ἄλλῳ πάλιν οὔτε παρόντι οὔτε
ὅλως τινὶ ὄντι ἔφη ἄνευ µέτρου
ἀναστρέφειν ὀπίσω· ὁ γὰρ πέµψας
σε τέθνηκεν ὑπὸ τοῦ γείτονος
Διοκλέους τήµερον͵ λῃστῶν
ἐπαχθέντων Μάγνου καὶ Βουβάλου͵
οἳ καὶ ἤδη δέδενται ληφθέντες.
   52. Άλλοτε µη ευρίσκων διερµηνέα,
είπεν εις κάποιον, ουχί εµµέτρως, να
επιστρέψη εις την πατρίδα του, διότι
εκείνος όστις τον απέστειλεν, εφονεύθη
την ηµέραν εκείνην υπό του γείτονος
∆ιοκλέους, καλέσαντος εις επικουρίαν
τους ληστάς Μάγνον, Κέλερον και
Βούβαλον, οίτινες συνελήφθησαν ήδη
και ερρίφθησαν εις τα δεσµά.
[53] Ὀλίγους δὲ καὶ τῶν ἐµοὶ
δοθέντων ἄκουσον· ἐροµένου γάρ
µου εἰ φαλακρός ἐστιν Ἀλέξανδρος͵
καὶ κατασηµηναµένου περιέργως
καὶ προφανῶς ὑπογράφεται
χρησµὸς νυκτερήσιος͵ 
Σαβαρδαλαχου
µαλαχααττηαλος ἦν.
   53. Άκουσε τώρα και µερικούς
χρησµούς τους οποίους έδωκεν εις εµέ.
Ηρώτησα µίαν ηµέραν τον θεόν εάν ο
Αλέξανδρος είνε φαλακρός, και το
ερώτηµα µου εσφραγίσθη µετ' επιµελείας
και κατά τρόπον ώστε να µη δύναται να
παραποιηθή η σφραγίς. Ο δε προφήτης
µου έδωκε τον εξής νυκτερινόν χρησµόν·
Σαβαρδαλαχου
µαλαχααττηαλος ἦν.
Καὶ πάλιν ἐµοῦ ἐροµένου ἐν δύο
βιβλίοις διαφόροις τὴν αὐτὴν
ἐρώτησιν͵ πόθεν ἦν Ὅµηρος ὁ
ποιητής͵ ἐπ΄ ἄλλου καὶ ἄλλου
ὀνόµατος͵ τῷ ἑτέρῳ µὲν ὑπέγραψεν
ἐξαπατηθεὶς ὑπὸ τοῦ ἐµοῦ
νεανίσκου ἐρωτηθεὶς γὰρ ἐφ΄ ὅ τι
ἧκεν͵ Θεραπείας͵ ἔφη͵ αἰτήσων
πρὸς ὀδύνην πλευροῦ 
Κυτµίδα χρίεσθαι κέλοµαι
   Έπειτα πάλιν του έστειλα εις δύο
διάφορα σφραγισµένα δελτία την αυτήν
ερώτησιν, ποία ήτο η πατρίς του ποιητού
Οµήρου, και εφρόντισα να µάθη ότι αι
ερωτήσεις απηυθύνοντο παρά δύο
διαφόρων προσώπων. Και εις µεν το
πρώτον, εξαπατηθείς υπό του υπηρέτου
µου, όστις του είπεν ότι εζήτουν
συµβουλήν δι' ένα πόνον τον οποίον είχα
εις την πλευράν, απήντησεν· 
Νʹ αλείφεται µε κυτµίδα και
µε αφρόν ίππου.


δροσίην τε κέλητος·
τῷ δὲ ἑτέρῳ͵ ἐπειδὴ καὶ τοῦτο
ἠκηκόει ὡς ἐροµένου τοῦ
πέµψαντος͵ εἴτε οἱ πλεῦσαι ἐπ΄
Ἰταλίαν εἴτε πεζοπορῆσαι λῷον͵
ἀπεκρίνατο οὐδὲν πρὸς τὸν
Ὅµηρον· 
Μὴ σύ γε πλωέµεναι͵ πεζὴν δὲ
κατ΄ οἶµον ὅδευε.
   Εις δε το δεύτερον, διά το οποίον του
είπαν ότι απεστάλη παρ' ανθρώπου
επιθυµούντος να µάθη αν ήτο
προτιµότερον να µεταβή διά θαλάσσης ή
διά ξηράς εις την Ιταλίαν, έδωκεν επίσης
απάντησιν ουδεµίαν έχουσαν σχέσιν προς
τον Όµηρον· 
Μη πλεύσης, αλλά προτίµησε
την ξηράν οδόν.
[54] Πολλὰ γὰρ τοιαῦτα καὶ αὐτὸς
ἐπεµηχανησάµην αὐτῷ͵ οἷον καὶ
ἐκεῖνο· µίαν ἐρώτησιν ἐρωτήσας
ἐπέγραψα τῷ βιβλίῳ κατὰ τὸ ἔθος·
τοῦ δεῖνος χρησµοὶ ὀκτώ͵
ψευσάµενός τι ὄνοµα͵ καὶ τὰς ὀκτὼ
δραχµὰς καὶ τὸ γιγνόµενον ἔτι πρὸς
ταύταις πέµψας· ὁ δὲ πιστεύσας τῇ
ἀποποµπῇ τοῦ µισθοῦ καὶ τῇ
ἐπιγραφῇ τοῦ βιβλίου͵ πρὸς µίαν
ἐρώτησινἦν δὲ αὕτη· πότε ἁλώσεται
µαγγανεύων Ἀλέξανδρος; ὀκτώ µοι
χρησµοὺς ἔπεµψεν͵ οὔτε γῆς φασιν
οὔτε οὐρανοῦ ἁπτοµένους͵
ἀνοήτους δὲ καὶ δυσνοήτους
ἅπαντας. 
   54. Πολλά τοιαύτα παιγνίδια του
έπαιξα, µεταξύ δε άλλων και τούτο. Του
έστειλα µίαν ερώτησιν και έγραψα επί
του δελτίου ως συνειθίζεται· διά τον
δείνα (έγραψα δε εν ψευδές όνοµα)
χρησµοί οκτώ· και συγχρόνως απέστειλα
τας οκτώ δραχµάς και το επί πλέον της
αξίας των χρησµών. Ο δε Αλέξανδρος
εξαπατηθείς εκ της επιγραφής και
νοµίζων ότι υπήρχον οκτώ ερωτήσεις, εν
ώ υπήρχε µία µόνη —ήτο δε αύτη· πότε
θα αποδειχθή ο Αλέξανδρος ως εξαπατών
τον κόσµον;— µου έστειλεν οκτώ
χρησµούς, οίτινες, κατά το λεγόµενον,
ούτε άκραν είχον, ούτε µέσην, ανόητοι
και δυσνόητοι όλοι. 
Ἅπερ ὕστερον αἰσθόµενος͵ καὶ ὅτι
Ρουτιλιανὸν ἐγὼ ἀπέτρεπον τοῦ
Μαθών δε ταύτα κατόπιν και προσέτι ότι
κατέγεινα να αποτρέψω τον Ρουτιλλιανόν


γάµου καὶ τοῦ πάνυ προσκεῖσθαι
ταῖς τοῦ χρηστηρίου ἐλπίσιν͵ ἐµίσει͵
ὡς τὸ εἰκός͵ καὶ ἔχθιστον ἡγεῖτο. καί
ποτε περὶ ἐµοῦ ἐροµένῳ τῷ
Ρουτιλιανῷ ἔφη· 
Νυκτιπλάνοις ὀάροις χαίρει
κοίταις τε δυσάγνοις.
από του να νυµφευθή την κόρην του και
να δiδη πίστιν εις τας ελπίδας τας οποίας
του έδιδε το µαντείον, µε εµίσησεν ως ην
επόµενον, και µ' εθεώρει µέγαν εχθρόν.
Και όταν ποτέ ο Ρουτιλλιανός ηρώτησε
περί εµού, του έδωκε την εξής απάντησιν·
Αγαπά τα νυκτογυρίσµατα
και τους ανόµους έρωτας.
καὶ ὅλως ἔχθιστος εἰκότως ἦν ἐγώ.
[55] Κἀπειδὴ εἰσελθόντα µε εἰς τὴν
πόλιν ᾔσθετο καὶ ἔµαθεν ὡς ἐκεῖνος
εἴην ὁ Λουκιανός ἐπηγόµην δὲ καὶ
στρατιώτας δύο͵ λογχοφόρον καὶ
κοντοφόρον͵ παρὰ τοῦ ἡγουµένου
τῆς Καππαδοκίας͵ φίλου τότε ὄντος͵
λαβών͵ ὥς µε παραπέµψειαν µέχρι
πρὸς τὴν θάλατταναὐτίκα
µεταστέλλεται δεξιῶς πάνυ καὶ
µετὰ πολλῆς φιλοφροσύνης. ἐλθὼν
δὲ ἐγὼ πολλοὺς καταλαµβάνω περὶ
αὐτόν· συνεπηγόµην δὲ καὶ τοὺς
στρατιώτας τύχῃ τινὶ ἀγαθῇ. καὶ ὁ
µὲν προὔτεινέ µοι κύσαι τὴν δεξιάν͵
ὥσπερ εἰώθει τοῖς πολλοῖς͵ ἐγὼ δὲ
προσφὺς ὡς φιλήσων͵ δήγµατι
χρηστῷ πάνυ µικροῦ δεῖν χωλὴν
αὐτῷ ἐποίησα τὴν χεῖρα. 
   55. Εν γένει δεν µ' εχώνευε· και όταν
µετέβην εις την πόλιν του και έµαθεν ότι
είµαι ο Λουκιανός —µε συνώδευον δε
και δύο στρατιώται, εις λογχοφόρος και
εις κοντοφόρος, τους οποίους µου είχε
δώσει ο διοικητής της Καπαδοκίας δια να
µε προπέµψουν µέχρι της θαλάσσης— µ'
εκάλεσεν αµέσως µε πολλήν
φιλοφροσύνην και ενδείξεις εκτιµήσεως.
Μεταβάς τον ευρήκα µεταξύ πολλών και
κατά καλήν µου τύχην είχα,
συµπαραλάβει και τους στρατιώτας. Ο
ψευδοπροφήτης µου έδωκε ν' ασπασθώ
την δεξιάν του, καθώς συνείθιζε· εγώ δε
αντί να φιλήσω τον εδάγκασα τόσον
δυνατά, ώστε παρ' ολίγον να του
καταστήσω άχρηστον την χείρα. 
Οἱ µὲν οὖν παρόντες ἄγχειν µε καὶ      Τότε οι παρόντες επεχείρησαν να µε


παίειν ἐπειρῶντο ὡς ἱερόσυλον͵ καὶ
πρότερον ἔτι ἀγανακτήσαντες ὅτι
Ἀλέξανδρον αὐτόν͵ ἀλλὰ µὴ
προφήτην προσεῖπον· ὁ δὲ πάνυ
γεννικῶς καρτερήσας κατέπαυέν τε
αὐτοὺς καὶ ὑπισχνεῖτο τιθασόν µε
ῥᾳδίως ἀποφανεῖν καὶ δείξειν τὴν
Γλύκωνος ἀρετήν͵ ὅτι καὶ τοὺς πάνυ
τραχυνοµένους φίλους
ἀπεργάζεται. καὶ µεταστησάµενος
ἅπαντας ἐδικαιολογεῖτο πρός µε͵
λέγων πάνυ µε εἰδέναι καὶ τὰ ὑπ΄
ἐµοῦ Ρουτιλιανῷ συµβουλευόµενα͵
καὶ Τί παθὼν ταῦτά µε εἰργάσω͵
δυνάµενος ὑπ΄ ἐµοῦ ἐπὶ µέγα
προαχθῆναι παρ΄ αὐτῷ; κἀγὼ
ἄσµενος ἤδη ἐδεχόµην τὴν
φιλοφροσύνην ταύτην ὁρῶν οἷ
κινδύνου καθειστήκειν͵ καὶ µετ΄
ὀλίγον προῆλθον φίλος
γεγενηµένος. καὶ τοῦτο οὐ µικρὸν
θαῦµα τοῖς ὁρῶσιν ἔδοξεν͵ οὕτω
ῥᾳδία γενοµένη µου ἡ µεταβολή.
κτυπήσουν και να µε πνίξουν ως
ιερόσυλον, διότι και προ τούτου είχον
αγανακτήσει ακούσαντες ότι τον είπα
Αλέξανδρον και όχι προφήτην. Αλλ'
αυτός συνεκρατήθη και καθησύχασε τους
περί αυτόν, υπέσχετο δε ότι πολύ ταχέως
θα µε εξηµέρωνε και θα κατεφαίνετο η
δύναµις του Γλύκωνος, όστις ηδύνατο να
µετατρέπη εις φίλους και τους πλέον
εχθρικώς διακειµένους. Αποµακρύνας δε
όλους τους άλλους, µου ωµολόγησεν ότι
εγνώριζε καλώς όσα είχα συµβουλεύσει
εις τον Ρουτιλλιανόν και, µου είπε, µου
έκαµες αυτά, ενώ µε την σύστασίν µου
θα ηδύνασο να επιτύχης µεγάλην εύνοιαν
παρ' αυτού; Εγώ τότε εδέχθην
ευχαρίστως την φιλοφροσύνην του,
καθότι έβλεπα ποίον κίνδυνον διέτρεχα,
και έσπευσα να δείξω ότι επείσθην και
ότι έγεινα φίλος του. Καί οι άλλοι
εθαύµαζον βλέποντες ότι τόσον ταχέως
µετεβλήθην.
[56] Εἶτα δή µου ἐκπλεῖν
προαιρουµένου ξένια καὶ δῶρα
πολλὰ πέµψας µόνος δὲ σὺν τῷ
Ξενοφῶντι ἔτυχον ἐπιδηµῶν͵ τὸν
   56. Έπειτα δε όταν απεφάσισα ν'
αναχωρήσω, µου έστειλε δώρα πολλά —
ήµουν δε τότε µόνος µε τον Ξενοφώντα15,
διότι είχα προαποστείλει εις Άµαστριν
τον πατέρα και τους άλλους οικείους


πατέρα καὶ τοὺς ἐµοὺς εἰς Ἄµαστριν
προεκπεποµφώςὑπισχνεῖται καὶ
πλοῖον αὐτὸς παρέξειν καὶ ἐρέτας
τοὺς ἀπάξοντας. κἀγὼ µὲν ᾤµην
ἁπλοῦν τι τοῦτο εἶναι καὶ δεξιόν·
ἐπεὶ δὲ κατὰ µέσον τὸν πόρον
ἐγενόµην͵ δακρύοντα ὁρῶν τὸν
κυβερνήτην καὶ τοῖς ναύταις τι
ἀντιλέ γοντα οὐκ ἀγαθὰς εἶχον
περὶ τῶν µελλόντων ἐλπίδας. 
µου— και µου υπέσχετο να µου δώση
αυτός πλοίον και ναύτας· και εγώ
θεωρήσας την πρότασιν ως ειλικρινή
φιλοφροσύνην την απεδέχθην. Αλλ' όταν
ανήχθηµεν εις το πέλαγος και είδα τον
πλοίαρχον να δακρύη και να φιλονεική
µε τους ναύτας, ήρχισα να υποψιάζωµαι
και ν' ανησυχώ. 
ἦν δὲ αὐτοῖς ἐπεσταλµένον ὑπὸ τοῦ
Ἀλεξάνδρου ἀραµένους ῥῖψαι ἡµᾶς
εἰς τὴν θάλασσαν· ὅπερ εἰ ἐγένετο͵
ῥᾳδίως ἂν αὐτῷ διεπεπολέµητο τὰ
πρὸς ἐµέ. ἀλλὰ δακρύων ἐκεῖνος
ἔπεισεν καὶ τοὺς συνναύτας µηδὲν
ἡµᾶς δεινὸν ἐργάσασθαι͵ καὶ πρὸς
ἐµὲ ἔφη͵ Ἔτη ἑξήκοντα͵ ὡς ὁρᾷς͵
ἀνεπίληπτον βίον καὶ ὅσιον
προβεβηκὼς οὐκ ἂν βουλοίµην͵ ἐν
τούτῳ τῆς ἡλικίας καὶ γυναῖκα καὶ
τέκνα ἔχων͵ µιᾶναι φόνῳ τὰς
χεῖρας͵ δηλῶν ἐφ΄ ὅπερ ἡµᾶς
ἀνειλήφει͵ καὶ [57] τὰ ὑπὸ τοῦ
Ἀλεξάνδρου προστεταγµένα.
Ο Αλέξανδρος είχε δώσει παραγγελίαν να
µας ρίψουν εις την θάλασσαν και ούτω
θα εξεδικείτο και θα απηλλάσσετο
ευκόλως από ένα εχθρόν. Αλλ' ο
κυβερνήτης µε τα δάκρυα του έπεισε
τους ναύτας να µη µας φονεύσουν ούτε
άλλως να µας κακοποιήσουν, προς εµέ δε
είπε· Εξήντα χρόνια, ως βλέπεις, έχω
ζήσει µε τιµήν και ευσέβειαν και δεν
ηθέλησα τώρα που έφθασα εις αυτήν την
ηλικίαν και έχω γυναίκα και παιδιά να
µολύνω τα χέρια µου µε φόνον. Και µου
ωµολόγησε τους όρους υπό τους οποίους
µας ανέλαβεν εις το πλοίον του και τας
παραγγελίας του Αλεξάνδρου.
καταθέµενος δὲ ἡµᾶς ἐν Αἰγιαλοῖς͵
ὧν καὶ ὁ καλὸς Ὅµηρος µέµνηται͵
57. Αφού δε µας απεβίβασεν εις τους
Αιγιαλούς, τους οποίους και ο καλός


ὀπίσω ἀπήλαυνον. Ἔνθα ἐγὼ
παραπλέοντας εὑρὼν
Βοσποριανούς τινας͵ πρέσβεις παρ΄
Εὐπάτορος τοῦ βασιλέως εἰς τὴν
Βιθυνίαν ἀπιόντας ἐπὶ κοµιδῇ τῆς
ἐπετείου συντάξεως͵ καὶ
διηγησάµενος αὐτοῖς τὸν
περιστάντα ἡµᾶς κίνδυνον͵ καὶ
δεξιῶν αὐτῶν τυχών͵ ἀναληφθεὶς
ἐπὶ τὸ πλοῖον διασώζοµαι εἰς τὴν
Ἄµαστριν͵ παρὰ τοσοῦτον ἐλθὼν
ἀποθανεῖν. 
Όµηρος αναφέρει, επέστρεψεν. Εκεί
συνήντησα Βοσποριανούς τινας, τους
οποίους ο βασιλεύς Ευπάτωρ απέστελλεν
αντιπροσώπους εις την Βιθυνίαν να
κοµίσουν τον ετήσιον φόρον· διηγήθην δε
εις αυτούς τον κίνδυνον τον οποίον
διετρέξαµεν και συµπαθήσαντες µε
παρέλαβον εις το πλοίον αυτών και µε
µετέφεραν εις την Άµαστριν, αφού παρά
τρίχα διέφυγα τον θάνατον.
Τοὐντεῦθεν καὶ αὐτὸς
ἐπεκορυσσόµην αὐτῷ καὶ πάντα
κάλων ἐκίνουν ἀµύνασθαι
βουλόµενος͵ καὶ πρὸ τῆς ἐπιβουλῆς
ἤδη µισῶν αὐτὸν καὶ ἔχθιστον
ἡγούµενος διὰ τὴν τοῦ τρόπου
µιαρίαν͵ καὶ πρὸς τὴν κατηγορίαν
ὡρµήµην πολλοὺς συναγωνιστὰς
ἔχων καὶ µάλιστα τοὺς ἀπὸ
Τιµοκράτους τοῦ Ἡρακλεώτου
φιλοσόφου· ἀλλ΄ ὁ τότε ἡγούµενος
Βιθυνίας καὶ τοῦ Πόντου Αὔειτος
ἐπέσχε͵ µονονουχὶ ἱκετεύων καὶ
ἀντιβολῶν παύσασθαι· διὰ γὰρ τὴν
πρὸς Ρουτιλιανὸν εὔνοιαν µὴ ἂν
   Του λοιπού και εγώ εκήρυξα κατά του
ψευδοπροφήτου φανερόν πόλεµον και
πάντα λίθον εκίνουν διά να εκδικηθώ,
αφού και προ της επιβουλής ήδη τον
εµίσουν µεγάλως διά την ατιµίαν του· είς
τον πόλεµον δε τούτον είχα πολλούς
συναγωνιστάς και µάλιστα τους µαθητάς
του Ηρακλεώτου φιλοσόφου
Τιµοκράτους. Αλλ' ο τότε διοικητής της
Βιθυνίας και του Πόντου Αύιτος µας
συνεκράτησε µε συµβουλάς και
παρακλήσεις· διότι ένεκα της φιλίας του
προς τον Ρουτιλλιανόν δεν ηδύνατο, και
αν απεδεικνύετο αδικών ο Αλέξανδρος,
να τον τιµωρήση. Ούτω ανέκοψα την
ορµήν µου και έπαυσα να καταδιώκω
ένοχον υπέρ του οποίου έβλεπα ότι τόσον
ευµενώς ήτο διατεθειµένος ο δικαστής.


δύνασθαι͵ καὶ εἰ φανερῶς λάβοι
ἀδικοῦντα͵ κολάσαι αὐτόν. οὕτω
µὲν ἀνεκόπην τῆς ὁρµῆς καὶ
ἐπαυσάµην οὐκ ἐν δέοντι
θρασυνόµενος ἐφ΄ οὕτω δικαστοῦ
διακειµένου.
[58] Ἐκεῖνο δὲ πῶς οὐ µέγα ἐν τοῖς
ἄλλοις τὸ τόλµηµα τοῦ
Ἀλεξάνδρου͵ τὸ αἰτῆσαι παρὰ τοῦ
αὐτοκράτορος µετονοµασθῆναι τὸ
τοῦ Ἀβώνου τεῖχος καὶ Ἰωνόπολιν
κληθῆναι͵ καὶ νόµισµα καινὸν
κόψαι ἐγκεχαραγµένον τῇ µὲν τοῦ
Γλύκωνος͵ κατὰ θάτερα δὲ
Ἀλεξάνδρου͵ στέµµατά τε τοῦ
πάππου Ἀσκληπιοῦ καὶ τὴν ἅρπην
ἐκείνην τοῦ πατροµήτορος Περσέως
ἔχοντος;
   58. ∆εν είναι δε µεγάλη µεταξύ των
άλλων η θρασύτης του Αλεξάνδρου να
ζητήση παρά του Αυτοκράτορος να
µετονοµασθή το τείχος του Αβώνου
Ιωνόπολις και να κοπή νόµισµα νέον, το
οποίον από µεν την µίαν όψιν να έχη την
εικόνα του Γλύκωνος, από δε την άλλην
την µορφήν αυτού του ψευδοπροφήτου
µε τα στέµµατα του πάππου του
Ασκληπιού και το ξιφοδρέπανον του
προµήτορος Περσέως. 
[59] Προειπὼν δὲ διὰ χρησµοῦ περὶ
αὑτοῦ ὅτι ζῆσαι εἵµαρται αὐτῷ ἔτη
πεντήκοντα καὶ ἑκατόν͵ εἶτα
κεραυνῷ βληθέντα ἀποθανεῖν͵
οἰκτίστῳ τέλει οὐδὲ ἑβδοµήκοντα
ἔτη γεγονὼς ἀπέθανεν͵ ὡς
Ποδαλειρίου υἱὸς διασαπεὶς τὸν
πόδα µέχρι τοῦ βουβῶνος καὶ
σκωλήκων ζέσας· ὅτεπερ καὶ
59. Ενώ δε είχε προείπει ότι θα έζη
εκατόν πεντήκοντα έτη και έπειτα θ'
απέθνησκε φονευόµενος υπό κεραυνού,
απέθανε πριν ακόµη συµπληρώσει τα
εβδοµήκοντα, µε αξιοθρήνητον θάνατον·
ως άξιος υιός του Ποδαλειρίου έπαθε
σήψιν του ποδός µέχρι βουβώνος και
κατεφαγώθη υπό σκωλήκων ζωντανός.
Τότε δε και εφάνη ότι ήτο φαλακρός,
διότι ήτο ανάγκη να, του βρέχουν οι
ιατροί την κεφαλήν προς κατάπαυσιν των


ἐφωράθη φαλακρὸς ὤν͵ παρέχων
τοῖς ἰατροῖς ἐπιβρέχειν αὐτοῦ τὴν
κεφαλὴν διὰ τὴν ὀδύνην͵ ὃ οὐκ ἂν
ποιῆσαι ἐδύναντο µὴ οὐχὶ τῆς
φενάκης ἀφῃρηµένης.
πόνων, πράγµα το οποίον δεν ήτο
δυνατόν αν δεν αφήρει την φενάκην διά
να παρουσιάζη γυµνήν την κεφαλήν.
[60] Τοιοῦτο τέλος τῆς Ἀλεξάνδρου
τραγῳδίας καὶ αὕτη τοῦ παντὸς
δράµατος ἡ καταστροφὴ ἐγένετο͵
ὡς εἰκάζειν προνοίας τινὸς τὸ
τοιοῦτον͵ εἰ καὶ κατὰ τύχην συνέβη.
ἔδει δὲ καὶ τὸν ἐπιτάφιον αὐτοῦ
ἄξιον γενέσθαι τοῦ βίου͵ καὶ ἀγῶνά
τινα συστήσασθαι ὑπὲρ τοῦ
χρηστηρίου͵ τῶν συνωµοτῶν
ἐκείνων καὶ γοήτων͵ ὅσοι κορυφαῖοι
ἦσαν͵ ἀνελθόντων ἐπὶ διαιτητὴν
τὸν Ρουτιλιανόν͵ τίνα χρὴ
προκριθῆναι αὐτῶν καὶ
διαδέξασθαι τὸ µαντεῖον καὶ
στεφανωθῆναι τῷ ἱεροφαντικῷ καὶ
προφητικῷ στέµµατι. ἦν δὲ ἐν
αὐτοῖς καὶ Παῖτος͵ ἰατρὸς τὴν
τέχνην͵ πολιός τις͵ οὔτε ἰατρῷ
πρέποντα οὔτε πολιῷ ἀνδρὶ ταῦτα
ποιῶν. ἀλλ΄ ὁ ἀγωνοθέτης
Ρουτιλιανὸς ἀστεφανώτους αὐτοὺς
ἀπέπεµψεν αὐτῷ τὴν προφητείαν
   60. Τοιούτον υπήρξε το τέλος της
κωµωδίας του Αλεξάνδρου και τοιαύτη
του όλου δράµατος η λύσις, ώστε να
δύναται τις να υποθέση ότι ήτο θεία
τιµωρία, καίτοι εκ τύχης συνέβη. Έπρεπε
δε και ο επιτάφιος αυτού να γείνη άξιος
του βίου του και να γείνη αγών δια την
διαδοχήν του εις το µαντείον. Οι
συνεργάται εις τας αγυρτείας, όσοι ήσαν
κορυφαίοι, ανέθηκαν εις τον
Ρουτιλλιανόν ν' αποφασίση ποίος εξ
αυτών έπρεπε να προτιµηθή δια ν'
αντικαταστήση τον Αλέξανδρον και
φορέση το ιεροφαντικόν και προφητικον
στέµµα. Μεταξύ δε των µνηστήρων
τούτων ήτο και ο ιατρός Παίτος,
άνθρωπος ηλικιωµένος, όστις έπραττεν
ούτω ανάξια και της επιστήµης και της
ηλικίας του. Αλλ' ο αγωνοθέτης
Ρουτιλλιανός τους απέπεµψεν
αστεφανώτους, επιφυλάττων εις εαυτόν
την διαδοχήν του προφήτου µετά την
λήξιν της δηµοσίας υπηρεσίας την οποίαν
είχε.


φυλάττων µετὰ τὴν ἐντεῦθεν
ἀπαλλαγήν.
[61] Ταῦτα͵ ὦ φιλότης͵ ὀλίγα ἐκ
πολλῶν δείγµατος ἕνεκα γράψαι
ἠξίωσα͵ καὶ σοὶ µὲν χαριζόµενος͵
ἀνδρὶ ἑταίρῳ καὶ φίλῳ καὶ ὃν ἐγὼ
πάντων µάλιστα θαυµάσας ἔχω ἐπί
τε σοφίᾳ καὶ τῷ πρὸς ἀλήθειαν
ἔρωτι καὶ τρόπου πραότητι καὶ
ἐπιεικείᾳ καὶ γαλήνῃ βίου καὶ
δεξιότητι πρὸς τοὺς συνόντας͵ τὸ
πλέον δέ͵ ὅπερ καὶ σοὶ ἥδιον͵
Ἐπικούρῳ τιµωρῶν͵ ἀνδρὶ ὡς
ἀληθῶς ἱερῷ καὶ θεσπεσίῳ τὴν
φύσιν καὶ µόνῳ µετ΄ ἀληθείας τὰ
καλὰ ἐγνωκότι καὶ παραδεδωκότι
καὶ ἐλευθερωτῇ τῶν ὁµιλησάντων
αὐτῷ γενοµένῳ. οἶµαι δὲ ὅτι καὶ
τοῖς ἐντυχοῦσι χρήσιµόν τι ἔχειν
δόξει ἡ γραφή͵ τὰ µὲν
διεξελέγχουσα͵ τὰ δὲ ἐν ταῖς τῶν εὖ
φρονούντων γνώµαις βεβαιοῦσα.
   61. Ταύτα, φίλτατε, ολίγα εκ πολλών
και ως δείγµατα έγραφα και προς χάριν
σου, φίλου τον οποίον υπέρ πάντας
θαυµάζω και διά την σοφίαν και διά την
αγάπην προς την αλήθειαν και διά την
πραότητα του χαρακτήρας, την
µετριοπάθειαν και την γαλήνην του βίου
και την ευµένειαν προς τους
πλησιάζοντας αυτόν, αλλά —και τούτο
θα σου είνε περισσότερον ευχάριστον —
και εκδικούµενος διά τον Επίκουρον,
σοφόν αληθώς ιερόν και θείον, όστις
µόνος διέγνωσε τα αληθή και τα αγαθά
και τα µετέδωκεν εις τους άλλους και
έγεινε λυτρωτής των ακροασθέντων την
διδασκαλίαν του. Νοµίζω δε ότι τ'
ανωτέρω χρησιµεύουν και εις όσους θα τ'
αναγνώσουν, διότι και τας αγυρτείας
ελέγχουν και την ορθοφροσύνην
υποστηρίζουν. 
 
Σηµειώσεις
   11. Λιµήν της Αιγύπτου προς την Ερυθράν θάλασσαν, όστις συνεκοινώνει τον
Νείλον µε διώρυγα.
   12. Όπως εγίνετο ο εξαγνισµός εις τα µυστήρια της ∆ήµητρος.


   13. Εννοεί τον Αυτοκράτορα Μάρκον Αυρήλιον.
   14. Άλυν διαβάς µεγάλην δύναµιν καταλύσεις.
   15. Άγνωστον πρόσωπον.
 
 

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Διατλαντικές Σχέσεις: Μια Σύνθετη και Κρίσιμη Δυναμική το 2025

Ανησυχία της Ελλάδας για τις εκλογές στην Αλβανία

Αιγαίο Πέλαγος