Γύψος
Γύψος.
Τὸ πέτρωμα γύψος ἀποτελεῖται ἀπὸ ἅθροισμα κρυσταλλίων γύψου (εἰκ. 14).
Εἶναι ἄχρους καὶ διαφανὴς, ὅταν εἶναι εἰς καθαρὰν κατάστασιν, ἢ χρωματισμένη ἀπὸ ξένας οὐσίας, μαλακή, χαράσσεται διὰ τοῦ ὄνυχος καὶ σχίζεται εἰς φύλλα εὔθραυστα. Ἂν στάξωμεν ἐπ’ αὐτῆς σταγὁνας ὑδροχλωρικοῦ ὁξέος δὲν παράγεται ἀναβρασμός.
Εἶναι ἐλάχιστα διαλυτὴ εἰς τὸ ὕδωρ. Χημικῶς ἀποτελεῖται ἀπὸ θειϊκὸν ἀσβέστιον καὶ ὕδωρ, διὰ τοῦτο καλεῖται ὑδρομιγὴς γύψος, ὑπάρχει ὅμως καὶ ὁρυκτὸν θειϊκὸν ἀσβέστιον ἄνευ ὕδατος, ὁ ἀνυδρίτης, ὁ ὁποῖος δὲν χαράσσεται διὰ τοῦ ὄνυχος. Ἡ ὑδρομιγής, ὅταν θερμανθῇ ἀποβάλλει τὸ ὕδωρ καὶ μετατρέπεται εἰς κόνιν λευκόφαιον, τὸ ἄλευρον γύψου (εἰκ. 15).
Τοῦτο ὅταν ἀναμιχθῇ μεθ’ ὕδατος ἀποτελεῖ πολτώδη ζύμην, ἡ ὁποία μετατρέπεται πάλιν εἰς στερεὰν μᾶζαν. Ἐπὶ τῆς ἰδιότητος ταύτης στηρίζεται ἡ χρησιμοποίησις τῆς γύψου εἰς τὴν χειρουργικήν, τὴν κατασκευὴν ἀναγλύφων, διακοσμήσεις δωματίων, κατασκευὴν γυψοσανίδων κ.ἄ. Ἡ κοκκώδης λευκὴ γύψος, ἡ ὁποία καλεῖται ἀλάβαστρον, χρησιμεύει διὰ τὴν κατασκευὴν ἀντικειμένων τέχνης.
Εἰς τὰ ἐδάφη προστιθεμένη ἡ γύψος τὰ καθιστᾷ γόνιμα καὶ διὰ τοῦτο χρησιμοποιεῖται ὡς λίπασμα. Ὁ ἀνυδρίτης χρησιμεύει ἐπίσης εἰς τὴν βιομηχανίαν τοῦ θειϊκοῦ ὀξέος καὶ τὴν παρασκευὴν τσιμέντων.
Κοιτάσματα ὑδρομιγοῦς γύψου εὑρίσκονται πολλὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως εἰς τὴν Ἤπειρον, Ἰονίους νήσους, Ἀκαρνανίαν, Κρήτην, Δωδεκάνησον κ.ἀ. Μεγάλα ἀποθέματα ὑπάρχουν εἰς τὸ Ἀλτσὶ Κρήτης, ὑπολογιζόμενα εἰς ἄνω τῶν 200 ἑκατ. τόν., εἰς
Μύρτον Ἱεραπέτρας ἄνω τῶν 10 ἑκατ. τόν., εἰς Κάρπαθον εἰς 26 ἑκατ. τόν., εἰς Βρυέλα Φιλιατῶν Ἠπείρου ἄνω τῶν 200 ἑκατ. τόν., κ.ἀ.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου