Ἀργιλικὰ πετρώματα.
Ἀργιλικὰ πετρώματα.
Ἡ ἰλύς, ἡ ὁποία καθιζάνει ὡς συνήθως εἰς τὰς ἐκβολὰς τῶν ποταμῶν, τοὺς βυθοὺς τῶν θαλασσῶν καὶ τῶν λιμνῶν, σχηματίζει, ὅταν ἀποξηρανθῇ καὶ στερεοποιηθῇ πετρώματα, τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται ἀργιλικά. Τὸ κύριον συστατικὸν αὐτῶν εἶναι ἡ ἄργιλος, ἡ ὁποία εἶναι ἔνυδρον πυριτικὸν ἀργίλιον, δηλ. ἕνωσις ὀξειδίου τοῦ ἀργιλίου καὶ πυριτικοῦ ὀξέος μεθ’ ὕδατος.
Τὰ ἀργιλικὰ πετρώματα εἶναι:
α΄) Ἄργιλος. Ἡ ἄργιλος εἰς ξηρὰν κατάστασιν εἶναι εὔξεστος, εὔθραυστος καὶ προσκολλᾶται ἐπὶ τῆς γλώσσης. Ὅταν διαβραχῇ μὲ ὕδωρ ἀναδίδει κατ’ ἀρχὰς χαρακτηριστικὴν ὀσμήν, ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀναδίδει τὸ χῶμα, ὅταν μετὰ ξηρασίαν πέσουν ἐπ’ αὐτοῦ αἱ πρῶται σταγόνες τῆς βροχῆς. Κατόπιν καθίσταται μᾶζα εὔπλαστος, ἡ ὁποία, ὅταν ξηρανθῇ, σχίζεται κατ’ ἐπιφάνειαν.
Διὰ τοῦτο τὰ ἀργιλώδη ἐδάφη μετὰ μακρὰν ξηρασίαν γίνονται σκληρὰ καὶ συμπαγῆ, ρωγμαὶ δὲ διασχίζουν τὴν ἐπιφάνειάν των μέχρις ἀρκετοῦ βάθους (εἰκ. 10). Τὰ ἀργιλώδη ἐδάφη δύσκολα καλλιεργοῦνται κατὰ τὰς βροχερὰς περιόδους, διότι καθίστανται πλαστικὰ καὶ κολλοῦν εἰς τοὺς πόδας τῶν καλλιεργητῶν, τῶν ζώων καὶ εἰς τὰ ἐργαλεῖα. Ἡ ἄργιλος ἀναμιγνυομένη μεθ’ ὕδατος σχηματίζει εὔπλαστον μᾶζαν, ἡ ὁποία, ὅταν θερμανθῇ ἰσχυρῶς εἰς καταλλήλους κλιβάνους, γίνεται σκληρὰ καὶ λαμβάνει χρῶμα κιτρινωπὸν καὶ ἐρυθρωπόν. Εἰς τὴν τελευταίαν αὐτὴν ἰδιότητα στηρίζεται ἡ χρησιμοποίησις τῆς ἀργίλου εἰς τὴν ἀγγειοπλαστικήν.
Τοιαύτη ἀγγειοπλαστικὴ ἄργιλος εὑρίσκεται εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῶν Ἀθηνῶν (περιοχὴ Κηφισοῦ). Χρῆσις τῆς ἀργίλου ταύτης γίνεται εἰς τὴν ἀναπτυχθεῖσαν βιοτεχνίαν Ἀμαρουσίου Ἀττικῆς.
Εὑρίσκεται ἐπίσης τοιαύτη ἄργιλος εἰς τὴν Αἴγιναν, Ζάκυνθον, Χίον κ. ἀ.
Ἡ ἄργιλος, τέλος, ἀποτελεῖ τὸ κυριώτερον συστατικὸν τῶν καλλιεργησίμων ἐδαφῶν. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συμπεραίνομεν ὅτι ἡ σημασία τῆς ἀργίλου διὰ τὴν ζωὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μεγάλη.
β΄) Βεντονίτης. Εἶναι ἄργιλος λίαν ἀκάθαρτος, ἐμπλουτισμένη κυρίως ἀπὸ τὸ ἀργιλοῦχον ὀρυκτὸν μοντμοριλλονίτην. Εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἀμερικήν, Β. Ἀφρικήν, Τριπολίτιδα, Γερμανίαν, Ρουμανίαν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν νῆσον Μῆλον. Ἔχει ἀξιοσημειώτους ἰδιότητας προσροφητικάς, ἀπορροφητικὰς καὶ ἀποχρωστικάς. Διὰ τοῦτο χρησιμοποιεῖται εἰς τὴν κεραμευτικήν, ἀγγειοπλαστικήν, παρασκευὴν πυριμάχων καὶ δομικῶν ὑλῶν, φαρμακευτικῶν ἀλοιφῶν, καθαρισμὸν ὑδάτων καὶ ἐλαίων, βιομηχανίας καουτσούκ, χάρτου, ἐντομοκτόνων, ἀποσμητικῶν, βερνικίων, ἀπομονωτικῶν ὑλικῶν εἰς τὴν ἠλεκτροτεχνίαν, εἰς στεγανὰς ἐπενδύσεις, γεωτρήσεις διὰ πετρέλαια, εἰς τὰ χυτήρια χάλυβος κ.ἄ. Ἀξιόλογα κοιτάσματα βεντονίτου εὑρίσκονται εἰς τὴν νῆσον Μῆλον, τὰ δὲ ἀποθέματά του ὑπολογίζονται εἰς δεκάδας ἑκατομμυρίων τόννων. Γίνεται ἐκμετάλλευσις τούτων ἀπὸ τοῦ 1959, τὸ δὲ 1962 ἐξήχθησαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν - λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς του ποιότητος - 9,235 τόν. ἀξίας 8.675.000 δρχ.
γ΄) Καολίνης.
Οὗτος ἀποτελεῖ μάζας εὐθραύστους μὲ χρῶμα λευκὸν ἢ ὑποκίτρινον (εἰκ. 11). Εἶναι ἄργιλος καθαρὰ καὶ χρησιμοποιεῖται διὰ τὴν κατασκευὴν πορσελάνης καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς διαφόρων καλλιτεχνικῶν καὶ ἄλλων ἀντικειμένων. Εἰς τὴν Ἑλλάδα καλὴ ποιότης ἐξευρίσκεται εἰς τὴν νῆσου Μῆλον.
δ΄) Σμηκτρὶς γῆ (σαπουνόχωμα).
Ἄργιλος μὲ ὑποπράσινον ἢ ὑποκίτρινον χρῶμα. Ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ ἀπορροφᾷ τὰς λιπαρὰς οὐσίας καὶ διὰ τοῦτο χρησιμοποιεῖται πρὸς καθαρισμὸν τῶν μαλλίνων ὑφασμάτων ἢ καὶ τοῦ σώματος εἰς τὰ θαλάσσια λουτρὰ ἀντὶ σάπωνος. Ἀπαντᾶται εἰς τὴν Κίμωλον, Μῆλον κ. ἀ.
ε΄) Πηλὸς.
Ὁ πηλὸς εἶναι ἄργιλος ἀναμεμιγμένη μὲ λεπτὴν χαλαζιακὴν ἄμμον καὶ σιδηρούχους οὐσίας. Μεγάλα ἀποθέματα τούτου εὑρίσκονται εἰς Κατάκωλον Πύργου κ.ἀ.
στ΄) Ἀργιλικὸς σχιστόλιθος.
Πέτρωμα στερεόν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἄργιλον ἀναμεμιγμένην μὲ κόκκους χαλαζίου καὶ ὁξείδια τοῦ σιδὴρου (ἑνώσεων δηλ. τοῦ σιδήρου μὲ ὀξυγόνον). Παρουσιάζει χαρακτηριστικὴν διάταξιν κατὰ στρώματα (εἰκ. 12). Ἔχει χρῶμα ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ φαιόν, μέλαν, ἐνίοτε δἐ κίτρινον, πράσινον ἢ ἐρυθρόν. Χρησιμοποιεῖται δι’ ἐπιστέγασιν οἰκιῶν.
Παραλλαγαὶ αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ἀποσχίζονται εὐκόλως εἰς πλάκας, χρησιμοποιοῦνται δι’ ἀβάκια (πλάκες γραφῆς τῶν μαθητῶν).
ζ΄) Μάργαι.
Εἶναι ἄργιλοι ἀναμεμιγμέναι μὲ ἀνθρακικὸν ἀσβέστιον. Εἰς τὴν Ἑλλάδα καταλαμβάνουν μεγάλας ἐκτάσεις ὡς εἰς τὰς παραλιακὰς περιοχὰς τῆς Βορ. Πελοποννήσου, ὅπου ὀνομάζονται κοινῶς ἀσπριές, καλλιεργοῦνται δὲ ἐπ’ αὐτῶν αἱ κορινθιακαὶ σταφιδάμπελοι.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου