ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ ΚΑΙ LΑ BRUYÈRE


ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ ΚΑΙ LΑ BRUYÈRE
        Ἐξ  ὅλων  των  ζηλωτων  καὶ  μιμητῶν  τοῦ  Θεοφράστου    μόνος  ποὺ κατώρθωσε νὰ φθάσῃ εἰς τὁ ὕψος αὐτοῦ εἶναι ὁ Γάλλος Jean de La Bruyère. Οὗτος ὄχι μόνον μετέφρασε τοὺς Χαρακτῆρας εἰς τὴν Γαλλικήν, ἀλλὰ καὶ ὁ ἶδιος  ὑπὸ  τὸν  αὐτὸν  τίτλον  ἐδημοσίευσε  τὸ  γνωστὸν  πολύκροτον  ἔργον του25.  Καὶ    μὲν  μετάφρασίς  του  ἐχαρακτηρίσθη  ὑπὸ  τοῦ  Κοραῆ  (πρόλογ. ἐκδ.  §  41)  καὶ  ἄλλων26  ὡς  μὴ  φέρουσα  τὴν  σφραγῖδα  τῆς  ἀκριβείας  καὶ τελειὁτητος·  οἱ  Χαρακτῆρές  του  ὅμως  θεωροῦνται  γενικῶς  ἐφάμιλλοι,  ὑπό τινων δὲ καὶ ἀνώτεροι, τῶν Χαρακτήρων τοῦ Θεοφράστου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ   ἔργον   τοῦ   La   Bruyère   ἐμφανίζεται   λογοτεχνικῶς   ἀρτιώτερον   καὶ τελειότερον·   ἔχει   πλούσιον   ὑλικόν,   συνοχὴν   μεθοδικὴν   καὶ   σκοπὸν ὡρισμένον,  δηλ.  τὴν  ἔρευναν  τῆς  ἀνθρωπίνης  φύσεως  πρὸς  βελτίωσιν  τῆς ἀνθρωπότητος·  τὸν  σκοπὸν  μάλιστα  τοῦτον  νομίζει  ὅτι  ἀνεκάλυψε  καὶ  εἶς τοὺς  Χαρακτῆρας  τοῦ  Θεοφράστου  παραπλανηθεὶς  ὑπὸ  του  προοιμίου αὐτῶν,  τὸ  ὁποῖον,  ὡς  εἴδομεν,  δὲν  εἶναι  γνήσιον.  Τοὐναντίον  εἰς  τὸ  ἔργον τοῦ  Θεοφράστου  καὶ    ὕλη  εἶναι  περιωρισμένη27  καὶ    διάταξις  αὐτῆς ἀνώμαλος  καὶ  τὸ  κείμενον  μὲ  πολλὰς  φθορὰς  καὶ  χάσματα.  Ἀπὸ  τῆς ἀπόψεως λοιπὸν ταύτης δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὸ ἔργον τοῦ La Bruyère·    ἀλλ'    ἔχει    ἄλλας    ἀρετάς,    αἱ    ὁποῖαι    τοῦ    ἐπιτρέπουν    νὰ διαμφισβητήσῃ  τὸ  γέρας·  αὗται  δὲ  εἶναι    σαφήνεια,    ἀκρίβεια  καὶ  ἡ ἁπλότης του. Πρὸς τούτοις ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ἐξετάζει ὁ Θεόφραστος, δὲν εἶναι ὁ Ἀθηναῖος τοῦ 4ου αἰῶνος π. Χ. ἀλλ' ἐν γἐνει ὁ ἄνθρωπος παντὸς τόπου καὶ χρόνου, ἐνῷ ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ἐξετάζει ὁ La Bruyère, εἶναι ὁ Γάλλος τοῦ 17ου αἰῶνος, κυρίως ὁ Γάλλος τῆς Αὐλῆς τοῦ Λουδοβίκου ΙΔ'.
Οἱ   χαρακτῆρες   λοιπὸν   τοῦ   πρώτου   ἀναφέρονται   εἰς   ὁλόκληρον   τὴν ἀνθρωπότητα,    ἐνῷ    οἱ    Χαρακτῆρες    τοῦ    δευτέρου    ἀπεικονίζουν    τὴν κοινωνικὴν  κατάστασιν  τῆς  ἐποχῆς  του  εἰς  τὴν  Γαλλίαν.  Ἰδοὺ  διατὶ  τὸ Ἑλληνικὸν  ἔργον  ἔχει  κῦρος  γενικὸν  καὶ  αἰώνιον,  ἐνῷ  τὸ  Γαλλικὸν  ἔχει ἀξίαν  οἱονεὶ  μερικὴν  καὶ  δι'  ὡρισμένην  ἱστορικὴν  περίοδον.    κρίσις  αὕτη δὲν προέρχεται ἐκ ξένης πηγῆς, ἀλλ' εἶναι γνώμη καὶ σκέψις ὁμοεθνῶν καὶ συμπολιτῶν τοῦ La Bruyère.
        Ὅτε   οὗτος   κατὰ   τὸ   ἔτος   1693   ἀνεκηρύχθη   μέλος   τῆς   Γαλλικῆς Ἀκαδημίας,  κατὰ  τὴν  τελετὴν  τῆς  ἐπισήμου  ὑποδοχῆς  του    διευθυντὴς Charpentier    συγκρίνων    εἰς    τὸν    Ἀκαδημαϊκόν    του    λόγον    τοὺς    δύο συγγραφεῖς  καὶ  τὰ  ἔργα  των  δὲν  ἐδίστασε  νὰ  δώσῃ  τὰ  πρωτεῖα  εἰς  τὸν Ἕλληνα.   Εἰς   τὸ   αὐτὸ   σχεδὸν   συμπέρασμα   κατέληξεν   ἐσχάτως   καὶ   ὸ Νavarre,    ὁποῖος  παραβάλλων  τοὺς  Χαρακτῆρας  τοῦ  Θεοφράστου  καὶ  La Bruyère28  ἐξαίρει  μὲν  τὴν  ἰδιοφυΐαν  τοῦ  ὁμοεθνοῦς  του,  δὲν  ἀποκρύπτει ὅμως  ὅτι    ἰδιοφυΐα  του  ἀνεπτύχθη  καὶ  ἐτελειοποιήθη  διὰ  της  ἐπιδράσεως τοῦ Θεοφράστου. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, Θεόφραστος καὶ La Bruyère εἶναι   καὶ   θὰ   εἶναι   οἱ   κορυφαῖοι   τοῦ   λογοτεχνικοῦ   τούτου   εἴδους   τῆς πεζογραφίας.
25 Les Caractères de Théophraste, traduits du grec, avec les caractères ou les moeurs de ce siècle. Paris 1688.
26 J. Cazelle λέγει τὴν μετάφρασιν ταύτην ἐλαττωματικὴν καὶ ἀποδεικνύει διὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων, ὅτι    La  Bruyère  ἠγνόει  τὴν  Ἑλληνικὴν  γλῶσσαν  καὶ  ὅτι    μετάφρασίς  του  ἔγινε  ἐκ  τῆς  Λατινικῆς μεταφράσεως τοῦ Casaubon (ἰδὲ Revue des Études Gr. XXXV 1992 σελ. 180). Τὴν αὐτὴν γνώμην διετύπωσε καὶ Navarre εἰς τὸν πρόλογον τῆς ἐκδόσεως του. Τοὐναντίον P. Van de Woestine παραδέχεται μὲν ὅτι μετάφρασις  ἔγινεν  ἐκ  τῆς  Λατινικῆς  τοῦ  Casaubon,  ὑποστηρίζει  ὅμως  ὅτι    μεταφραστὴς  ἦτο  τελείως κάτοχος τῆς Ἑλληνικης γλώσσης. (Musée Belge 1929 σελ. 159-169).
27  Εἰς  τοὺς  30  μόνον  Χαρακτῆρας  τοῦ  Θεοφράστου  οὐδεὶς  γυναικεῖος  περιλαμβάνεται·  ἑπομένως ἀποκλείεται ἐκ τοῦ ἔργου του τὸ ἥμισυ τῆς ἀνθρωπότητος. Χαρακτῆρες πολιτικοὶ δὲν ὑπάρχουν ἐκτὸς ἑνός, τοῦ ὀλιγαρχικοῦ, οὔτε κοινωνικῶν τάξεων ἐκτὸς τοῦ ἀγροίκου· ἐπίσης οὐδεμία νύξις γίνεται περὶ ἐλαττωμάτων,  τὰ  ὁποῖα  ὀφείλονται  εἰς  τὸ  πάθος  τοῦ  ἔρωτος.  Τὸ  πεδίον  λοιπὸν  τῆς  ἐρεύνης  τοῦ Θεοφράστου   εἶναι   στενὸν   καὶ   περιωρισμένον   καὶ   περιλαμβάνει   ὀλίγα   τινὰ   κοινὰ   ἐλαττώματα (κολακείαν, φλυαρίαν, φιλαργυρίαν, αἰσχροκέρδειαν κ.λ.), ἀλλ' οὗτος δὲν περιορίζεται νὰ περιγράψῃ αὐτὰ διὰ γενικῶν μόνον γραμμῶν, τὰ ἀναλύει καὶ τὰ ἑξετάζει καθ' ὅλας αὐτῶν τὰς παραλλαγὰς καὶ ἀποχρώσεις.  Εἰς  τὴν  κολακείαν  π.χ.  διακρίνει  δύο  τύπους,  τὸν  κόλακα  καὶ  τὸν  ἄρεσκον·  εἰς  τὴν φλυαρίαν τέσσαρας, τὸν λάλον, τὸν ἀσδλέσχην, τὸν λογοποιὸν καὶ τὸν κακολόγον· εἰς τὴν ὑπερηφανίαν τρεῖς,τὸν  ἀλαζόνα,  τὸν  μικροφιλότιμον  καὶ  τὸν  ὑπερήφανον·  εἰς  τὴν  φιλαργυρίαν  τέσσαρας,  τὸν μικρολόγον,  τὸν  ἀνελεύθερον,  τὸν  ἀναίσχυντον  καὶ  τὸν  αἰσχροκερδῆ.  Ἐκ  τούτων    Θεόφραστος ἀποδεικνύεται  ὄχι  μόνον  σοφὸς  ἐρευνητὴς  ἀλλὰ  καὶ  ἄριστος  γνώστης  καὶ  ἀνατόμος  τῆς  ἀνθρωπίνης ψυχῆς.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ανησυχία της Ελλάδας για τις εκλογές στην Αλβανία

Το χρονικό του «Σκοπιανού»

Ριζική οικονομική μεταρρύθμιση ή υποταγή στους διεθνείς τραπεζίτες;