ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ
ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ
Ὁ ἀριθμὸς τῶν σωζομένων μέχρι σήμερον χειρογράφων τῶν
Χαρακτήρων ἀνέρχεται εἰς 60, ἀλλὰ κατὰ τὴν γενικὴν ὁμολογίαν τῶν
κριτικῶν προεξέχουν πάντων τρεῖς κώδικες, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο
εὐρίσκονται εἰς τὴν Ἐθνικὴν βιβλιοθήκην τῶν Παρισίων καὶ σημειοῦνται
διὰ τῶν γραμμάτων Α, 2977 καὶ Β, 1983, ὁ δὲ τρίτος εἰς τὴν βιβλιοθήκην τοῦ
Βατικανοῦ καὶ σημειοῦται διὰ τοῦ V, 110. Οἱ κώδικες Α Β εἶναι ὁ μὲν πρῶτος
τοῦ 10ου ἢ 11ου ὁ δὲ δεύτερος τοῦ 10ου αἰῶνος καὶ περιέχουν τοὺς 15 πρώτους
Χαρακτῆρας· ὁ V εἶναι τοῦ 13ου αἰωνος καὶ περιέχει τοὺς ὑπολοίπους 16-30,
εἰς αὐτὸν δὲ μόνον περιλαμβάνονται οἱ δύο τελευταῖοι 29-30. Ὑπὸ τοὺς τρεῖς
τούτους κώδικας ὑπάγονται καὶ τρεῖς ὁμάδες χειρογράφων νεωτέρων, τὰ
ὁποῖα μᾶς παρέχουν τοὺς Χαρακτῆρας 15, 23, 28 καὶ σημειοῦνται διὰ τῶν
γραμμάτων C D E. Τέλος ἄξιος ἰδιαιτέρας μνείας εἶναι εἷς κῶδιξ μοναδικὸς
εἰς τὸ εἶδός του, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν Μονάχῳ καὶ περιλαμβάνει τοὺς 21
πρώτους Χαρακτῆρας ἀλλ' ὑπὸ μορφὴν ἐπιτομῆς καί, οὕτως εἰπεῖν,
σκελετώδη. Ὁ κῶδιξ οὗτος ὀνομάζεται Ἐπιτομὴ τοῦ Μιλάνου (Epitome
Monacensis) καὶ σημειοῦται διὰ τοῦ γράμματος M. Περὶ τῆς συγγενείας καὶ
σχέσεως τοῦ κώδικος τούτου ὡς καὶ τῶν C D E πρὸς τοὺς Α Β V δὲν εἶναι
ἀκόμη σύμφωνοι οἱ κριτικοὶ καὶ ἐκδόται.
Ὁ Cobet ἐξέφρασε (Mnemosyne 1874 noν. ser. II σελ. 34) περὶ τῆς σχετικῆς
ἀξίας τῶν χειρογράφων τούτων τὴν γνώμην, ὅτι οἱ δύο Παρισινοὶ κώδικες Α
Β παρέχουν τὸ ἀσφαλὲς κείμενον τῶν Χαρακτήρων 1-25, τῶν δὲ ὑπολοίπων
26 - 30 ὁ κῶδιξ V καὶ οἱ λοιποὶ οὐδεμίαν ἀξίαν ἢ ἐλαχίστην ἔχουσι. Τὴν
γνώμην ταύτην τοῦ Cobet προσυπογράφει ἀνεπιφυλάκτως καὶ ὁ Diels
(Τheophrastea p. II).
Διάφορον γνώμην διετύπωσεν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἐκδόσεως τῆς
Λειψίας 1877 ὁ Ο. Immisch· οὗτος παραδέχεται, ὅτι ὅλα τὰ χειρόγραφα
προέρχονται ἔκ τινος ἀρχετύπου Χ, ἀλλὰ μόνον ὁ κῶδιξ V πηγάζει ἀπ'
εὐθείας ἐξ αὐτοῦ. Μετὰ τόν κώδικα τοῦτον ὁ πλησιέστερος εἰς τὴν πηγὴν
εἶναι ὁ Μ (Epitome Mοnacensis), ὁ ὁποῖος προέρχεται ἐξ ἀντιγράφου τοῦ
ἀρχετύπου. Τὸ ἀντίγραφον τοῦτο Χ1 δὲν διαφέρει τοῦ πρώτου εἰ μὴ ἕνεκα
τυχαίας μεταθέσεως ἑνὸς φύλλου ἀπὸ τοῦ Χαρακτῆρος 30 εἰς τὸ τέλος τοῦ
21. Ἐκ τοῦ ἰδίου ἀντιγράφου πηγάζει μία ἐπιτομὴ Υ καὶ ἐξ αὐτῆς προῆλθον
ὅλα τὰ ἄλλα χειρόγραφα. Οἱ κώδικες λοιπὸν C D E, δὲν εἶναι υἱοὶ ἀλλ'
ἀδελφοὶ τῶν Α B καὶ συνεπῶς περιέχουν ἴσως ἐνίοτε ὀρθοτέρας γραφὰς
ἀπὸ αὐτούς.
Ὁ Navarre εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἐκδόσεώς του (σελ. 30) συμφωνεῖ μὲ τὴν
γνώμην τοῦ Diels (ἰδ. ἀν.) καὶ ἀποφαίνεται, ὅτι οἱ κώδικες C D E M εἶναι ὅλοι
ἀπόγραφα τῶν Α Β V, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἄχρηστοι, διὰ τοῦτο δὲν παρεῖδεν
αὐτοὺς εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κειμένου τῆς ἐκδόσεώς του. Ἡ γνώμη
αὐτοῦ περὶ τῆς ἀξίας τῶν κωδίκων Α Β V ἐνισχύθη ἀκόμη περισσότερον ἐκ
τῆς ἀνευρέσεως τοῦ παπύρου τοῦ Herculanum, διότι ὁ πάπυρος οὗτος
πηγάζει ἐκ τῆς πρώτης ἐκδόσεως τοῦ Ἀνδρονίκου (80 π.Χ.), κατὰ συνέπειαν
καὶ οἱ συμφωνοῦντες μετ' αὐτοῦ κώδικες Α Β V ἀνερχονται εἰς τὴν αὐτὴν
πηγήν.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου