Αθήνα
Η Αθήνα (Ἀθῆναι στα αρχαία ελληνικά και την καθαρεύουσα) είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας. Επίσης είναι η έδρα της Περιφέρειας Αττικής. Βρίσκεται στη Στερεά (Κεντρική) Ελλάδα και αποτελεί εύρωστο οικονομικό, πολιτιστικό και διοικητικό κέντρο της χώρας. Πήρε το όνομά της από τη θεά Αθηνά που ήταν και η προστάτιδά της. Η Αθήνα σήμερα είναι μία σύγχρονη πόλη αλλά και διάσημη, καθώς στην αρχαιότητα ήταν πανίσχυρη πόλη-κράτος και σημαντικότατο κέντρο πολιτισμού· θεωρείται η ιστορικότερη πόλη της Ευρώπης μαζί με τη Ρώμη. Είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο για τα ιστορικά της μνημεία που διασώθηκαν,έστω και μερικώς, στο πέρασμα των αιώνων. Επίνειο της ιστορικής πόλης είναι το λιμάνι του Πειραιά.
Στην Αρχαία Ελλάδα η Αθήνα αναφερόταν στον πληθυντικό: «Ἀθῆναι»· τον 19ο αιώνα το όνομα αυτό επανήλθε ως το επίσημο όνομα της πόλης. Στη δεκαετία του 1970 με την εγκατάλειψη της καθαρεύουσας το όνομα «Αθήνα» καθιερώθηκε ως το επίσημο. Εντούτοις, συχνή παραμένει η χρήση της γενικής πληθυντικού «Αθηνών», ιδίως στον γραπτό ή επίσημο λόγο.
Το πολεοδομικό συγκρότημα καταλαμβάνει έκταση 412.000 στρεμμάτων καλύπτοντας το λεκανοπέδιο που περιβάλλεται από τα όρη Αιγάλεω, Πάρνηθα, Πεντέλη και Υμηττό. Ο συνολικός πληθυσμός αποτελεί σχεδόν το 1/3 του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας και ανέρχεται, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, σε 3.074.160. Έτσι, σε κάθε χμ2 αντιστοιχούν 7.462 κάτοικοι. Το υψόμετρο στο κέντρο της πόλης υπολογίζεται σε 20 μέτρα από τη στάθμη της θάλασσας, ενώ η μορφολογία του λεκανοπεδίου είναι σχετικά πολύμορφη, με λοφίσκους και ορεινούς όγκους. Η ανεξέλεγκτη δόμηση έχει οδηγήσει στην καταστροφή όλων σχεδόν των ποταμών του λεκανοπεδίου Αττικής, οι οποίοι είτε εξαφανίστηκαν, είτε ρυπάνθηκαν ανεπανόρθωτα. Επιπλέον, αυτή είναι η αιτία μεγάλων πλημμυρών που πλήττουν την πόλη κατά τις πολύ βροχερές μέρες.
Πρόκειται για μια αρκετά αστικοποιημένη πόλη, αρκετά ακριβή (βρίσκεται σταθερά στις πρώτες δέκα θέσεις των πιο ακριβών πόλεων της Ευρωζώνης), με όμορφα μικρά πάρκα αλλά και πευκόφυτα δάση στα γύρω βουνά, τα οποία καίγονται συστηματικά κατά τους θερινούς μήνες. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλά έργα αναστροφής των προβλημάτων που αντιμετωπίζει, ενώ η μητροπολιτική φιλοσοφία ανάπτυξης φαίνεται να ακολουθεί την αναπτυξιακή πορεία των λοιπών γνωστών μεγαλουπόλεων παγκοσμίως. Ωστόσο, χαρακτηριστική παραμένει η έλλειψη ουρανοξυστών, ποδηλατόδρομων,πεζόδρομων και μεγάλων πάρκων.
Γεωγραφία
Η Αθήνα απλώνεται στην κεντρική πεδιάδα της Αττικής, το επονομαζόμενο λεκανοπέδιο, το οποίο περιβάλλεται από το όρος Αιγάλεω στα δυτικά, το όρος της Πάρνηθας στα βόρεια, την Πεντέλη στα βορειανατολικά και τον Υμηττό στα ανατολικά, ενώ βρέχεται από το Σαρωνικό κόλπο στα νοτιοδυτικά. Επειδή η Αθήνα έχει ουσιαστικά καταλάβει ολόκληρη την πεδιάδα, είναι πολύ δύσκολο να επεκταθεί περαιτέρω λόγω των φυσικών συνόρων. Παρά ταύτα, τα προάστιά της διαρκώς επεκτείνονται στα άκρα της πόλης, καθώς σήμερα η Παλλήνη, παράλληλα με το χαρακτήρα της αυτόνομης πόλης της Ανατολικής Αττικής, αποτελεί και το ανατολικό άκρο της πρωτεύουσας, ο Άγιος Στέφανος το βορειοανατολικό, οι Αχαρνές το βόρειο, τα Λιόσια το βορειοδυτικό, το Μοσχάτο το δυτικό και η Βάρκιζα το νότιο. Η πόλη διχοτομείται από τον Κηφισό ποταμό που πηγάζει από τη συμβολή Πεντέλης-Πάρνηθος, ώσπου να χυθεί στο φαληρικό όρμο του Σαρωνικού και τη διαχωρίζει από τον Πειραιά
Η γεωμορφολογία στην Αθήνα συχνά δημιουργεί το φαινόμενο της θερμοκρασιακής αναστροφής, το οποίο μερικώς ευθύνεται για τα προβλήματα ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Το Λος Άντζελες έχει περίπου την ίδια μορφολογία και παρόμοια συγκοινωνιακή φιλοσοφία (ΙΧ) και παρουσιάζει παρόμοια προβλήματα. Το έδαφος είναι πετρώδες και όχι και τόσο εύφορο (Αθηναϊκός σχιστόλιθος, ασβεστολιθικές μάζες στους λόφους). Η μικρότερη μέρα του χρόνου είναι στις 21 Δεκεμβρίου, ενώ η μεγαλύτερη στις 21 Ιουνίου. Κατά τη μικρότερη μέρα του χρόνου ο ήλιους ανατέλει στις 8:00 και δύει στις 16:45, ενώ κατά τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, ο ήλιος ανατέλει στις 4:20 και δύει στις 21:20.
Κλίμα
Το αττικό κλίμα είναι σχετικά ξηρό (Köppen: BSh στεπικότροπικό) και έχει ως αποτέλεσμα τα χαμηλά ποσοστά υγρασίας το καλοκαίρι, ενώ το χειμώνα συνηθίζονται οι βροχές. Τα ακόλουθα κλιματολογικά δεδομένα αναφέρονται στο μετεωρολογικό σταθμό του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών στην Αθήνα:
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ευρύτερη περιοχή της Αθήνας κρατάει το ρεκόρ της υψηλότερης καταγεγραμμένης θερμοκρασίας στην Ευρώπη με 48,0°C στις 10 Ιουλίου 1977 στην Ελευσίνα.[2] Παρακάτω αναγράφονται τα κλιματολογικά στοιχεία από τον σταθμό του Θησείου στην Αθήνα από τις μετρήσεις του 1971-2000:
Κλίματολογικά στοιχεία
Μήνας Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Mαι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ
Μέση μέγιστη 13,0 °C 13,7 °C 16,1 °C 20,5 °C 25,8 °C 30,6 °C 33,1 °C 32,8 °C 29,2 °C 23,5 °C 18,1 °C 14,4 °C
Μέση ελάχιστη 6,7 °C 6,8 °C 8,2 °C 11,6 °C 16,0 °C 20,4 °C 22,8 °C 22,5 °C 19,4 °C 15,1 °C 11,2 °C 8,2 °C
Ετυμολογία
Το όνομα της πόλης της Αθήνας, όσο και της θεάς Αθηνάς που ανέκαθεν σχετιζόταν με την πόλη, φαίνεται να μην είναι Ελληνικής και πιθανώς μη Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής αφού είναι μάλλον κατάλοιπο του προελληνικού γλωσσικού υποστρώματος της Αττικής, της γλώσσας δηλαδή που μιλούσαν οι κάτοικοι του ελλαδικού χώρου πριν την έλευση των ελληνικών φύλων[2]. Σε παλαιότερα ελληνικά, όπως μαρτυρείται και στα Ομηρικά Έπη, το όνομα της πόλης ήταν στον ενικό ως Ἀθήνη και αργότερα μετατράπηκε στον πληθυντικό ως Ἀθῆναι όμοια με άλλες πόλεις όπως τις Θήβες (Θῆβαι) και τις Μυκήνες (Μυκῆναι). Κατά τον Μεσαίωνα το όνομα αποδόθηκε στην καθομιλουμένη στον ενικό αν και λόγω του συντηρητισμού του γραπτού λόγου και του γλωσσικού ζητήματος η επίσημη ονομασία παρέμεινε ως Ἀθῆναι μέχρι την κατάργηση της καθαρεύουσας.
Παλαιότερα, είχαν προταθεί άλλες ετυμολογήσεις από λόγιους του 19ου αιώνα. Ο Κρίστιαν Λόμπεκ πρότεινε ως ρίζα του ονόματος την λέξη ἄθος ή ἄνθος για να δηλώσει την Αθήνα ως πόλη ανθούσα. Μετέφρασε ακόμη την πόλη στα λατινικά ως Florentia. Ο Λούντβιχ Ντεντερλάιν πρότεινε ως ρίζα το επικό ρήμα θάω (θέμα θη–), δηλαδή θηλάζω, που δηλώνει ότι η Αθήνα έχει εύφορη γη.[3]
Κατά την μυθολογία λέγεται ότι η πόλη έχει το όνομα της θεάς Αθηνάς, μετά από τον αγώνα της με τον θεό της θάλασσας Ποσειδώνα για να αναδειχθεί το καλύτερο δώρο, που είχε καθένας για την πόλη. Συγκεκριμένα ο πρώτος βασιλιάς της Αθήνας Κέκροπας, ο οποίος ήταν μισός άνθρωπος και μισός φίδι, έπρεπε να αποφασίσει ποιος θα ήταν ο προστάτης της πόλης. Οι δύο θεοί Ποσειδώνας και Αθηνά θα έκαναν από ένα δώρο στον Κέκροπα και όποιος έκανε το καλύτερο, αυτός θα γινόταν προστάτης. Εμφανίστηκαν και οι δύο μπροστά στον Κέκροπα και πρώτος ο Ποσειδώνας χτύπησε την τρίαινά του στο έδαφος και εμφανίστηκε ένα ρυάκι με γάργαρο νερό. Μετά η Αθηνά χτύπησε το δόρυ της στο έδαφος και εμφανίστηκε μια μικρή ελιά. Ο Κέκροπας παραξενεύτηκε αλλά και εντυπωσιάστηκε από το δώρο της Αθηνάς και αποφάσισε να διαλέξει το δώρο της και αυτήν ως προστάτιδα της πόλης. Έτσι πήρε η Αθήνα το όνομά της. Όμως, ο Ποσειδώνας, θυμωμένος με τον Κέκροπα, καταράστηκε την Αθήνα να μην έχει ποτέ αρκετό νερό. Έτσι από τότε ξεκίνησε το πρόβλημα της λειψυδρίας που ταλαιπωρούσε την Αθήνα.
Ιστορία
Η ίδρυση της Αθήνας χάνεται στην αχλύ του μύθου, καθώς είναι γενικά αποδεκτό ότι προϋπήρχε της Μυκηναϊκής Εποχής. Είναι γνωστό ότι πράγματι υπήρχαν προϊστορικά πολίσματα στην Αττική, αλλά από πότε ακριβώς πρωτοχρησιμοποιήθηκε για ένα τουλάχιστον από αυτά το όνομα «Αθήνα» είναι άγνωστο.
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, στον Τίμαιο, Αιγύπτιοι ιερείς της Ίσιδος αποκάλυψαν στον Σόλωνα που τους επισκέφτηκε ότι, σύμφωνα με τα αρχεία τους, υπήρχε πόλη ακμάζουσα με το όνομα «Αθήνα» πριν από το 9600 π.Χ. Φυσικά η ακρίβεια της αναφοράς αμφισβητείται, όπως και ο υπολογισμός του έτους, αλλά ελλείψει ακριβέστερων στοιχείων και αναφορών, διατηρεί κάποια ενδεικτική αξία.
Πρώτοι κάτοικοι της περιοχής θεωρούνται οι Πελασγοί
Πρώτος βασιλιάς της πόλης, σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν ο Κέκροπας κατά τη 2η χιλιετία π.Χ. ή 3η χιλιετία π.Χ., από τον οποίο ονομάστηκε το τμήμα κείμενο μεταξύ Ακροπόλεως, Αχαρνών και Ελευσίνος Κεκροπία (Κεχρωπία). Οι κάτοικοι ήταν Ίωνες που εγκαταστάθηκαν στην αττική γη.
Ο γνωστός μύθος του Θησέα και του Μινώταυρου φανερώνει την ύπαρξη σχέσης υποτέλειας της Αθήνας προς τη Μινωική Κρήτη, που έσπασε μετά την παρακμή του πολιτισμού αυτού[εκκρεμεί παραπομπή]. Πατέρας του Θησέα ήταν ο Αιγέας, βασιλιάς των Αθηνών μέχρι τον θάνατό του, οπότε και πέρασε ο θρόνος στον γιο του τον Θησέα. Τον θρόνο αμφισβήτησαν οι Παλλαντίδες γιοι του Πάλλαντος, αδελφού του Αιγέα, αλλά σφαγιάστηκαν από τον Θησέα, ο οποίος παρέμεινε βασιλιάς και κέρδισε ξανά την εύνοια των πολιτών του.
Κατά την Εποχή του Τρωικού Πολέμου η Αθήνα πήρε το μέρος των Μυκηνών, εκστρατεύοντας κατά της Τροίας με επικεφαλής τον Μενεσθέα και σημαντική στρατιωτική και ναυτική δύναμη 50 πλοίων (κατ' εκτίμηση 1.650-2.750 άνδρες) όπως αναφέρεται στον κατάλογο πλοίων που αναφέρεται στην Ηλιάδα[4]. Τα γεγονότα αυτά κατατάσσουν την Αθήνα, που καταλάμβανε τότε την Αττική, χωρίς τη Μεγαρίδα (που υπαγόταν στη Σαλαμίνα), και τον Ωρωπό (που ανήκε στη Βοιωτία), σε μια πολύ σημαντική ελληνική πόλη[εκκρεμεί παραπομπή]. Λειτουργούσαν όμως ήδη από το 3000 π.Χ. τα μεταλλεία Λαυρίου[εκκρεμεί παραπομπή] παρέχοντας στην πόλη μόλυβδο και άργυρο (αργότερα την Εποχή του Σιδήρου και σίδηρο). Η παραγωγή κεραμικών, λαδιού, μελιού και κρασιού, καθώς και μαρμάρου από την Πεντέλη, σε συνδυασμό με την εμπορική δραστηριότητα, σηματοδοτούν μια οικονομικά ακμάζουσα πόλη. Ο βαθμός ανεξαρτησίας της, όμως, λόγω της ηγεμονίας των Μυκηνών, ήταν μάλλον μικρός, μέχρι και την παρακμή του πολιτισμού αυτού[εκκρεμεί παραπομπή].
Η Αθήνα διέφυγε πάντως την καταστροφή ή υποδούλωση από την Κάθοδο των Δωριέων και συμμετείχε μάλλον χαλαρά στην «Πελοποννησιακή Συμμαχία».
Πρώτος νομοθέτης της πόλης ήταν ο Δράκων, ο οποίος θέσπισε τον 7ο αιώνα π.Χ. τους Δρακόντειους Νόμους, γραμμένους σε μαρμάρινες πλάκες. Κατά την παράδοση, οι νόμοι ήταν τόσο αυστηροί, που ο όρος «δρακόντεια μέτρα» δήλωνε μέτρα αμείλικτα και σκληρά. Τη νομοθεσία του Δράκοντα διαδέχθηκαν οι νόμοι του Σόλωνα. Βασικότεροι όλων ήταν η "σεισάχθεια", κατάργηση της υποδούλωσης ελεύθερων πολιτών για χρέη και ο αναδασμός της γης.
Γύρω στον 6ο αιώνα π.Χ. στην Αθήνα επικράτησαν οι Αλκμεωνίδες, αριστοκρατικό γένος με σημαντικό ρόλο στην πολιτική και κοινωνική ζωή της πόλης, τους οποίους εξόρισε ο Πεισίστρατος, όταν εγκατέστησε την τυραννίδα. Μετά τον θάνατο του Πεισιστράτου, ο Κλεισθένης, μεταρρυθμιστής των Αθηνών από το γένος των Αλκμεωνίδων, εφάρμοσε την ισονομία και την ισοπολιτεία, καταργώντας τις παλαιές φυλές και ιδρύοντας τεχνητές, με ονόματα που προέρχονται από τον τοπικό ήρωα της κάθε περιοχής. Χώρισε δε την αττική γη στο άστυ, τη μεσογαία και την παράλια χώρα, κατανέμοντας ισάριθμα τον πληθυσμό της κάθε φυλής σε δήμους κι από τις τρεις ζώνες, ενώ παράλληλα νομοθέτησε υπέρ της ποινής του εξοστρακισμού.
Η συνοικία του Κεραμεικού
Κατά τη «Χρυσή Εποχή» της Ελλάδας από το 500 π.Χ. μέχρι το 300 π.Χ. η Αθήνα ήταν σημαντικό κέντρο πολιτισμού και διανόησης στον ευρωπαϊκό χώρο. Αυτό που αποκαλούμε σήμερα «Δυτικός πολιτισμός» στηρίζεται σε πολλές από τις ιδέες και τις πρακτικές της αρχαίας Αθήνας. Φυσικά πολλές από αυτές εξήχθησαν κατά περιόδους και σε άλλες ελληνικές πόλεις-κράτη, ίσως και στην Ρώμη, όπου όμως επικράτησε ιδιόμορφη δημοκρατία που ίσως να ήταν δική της επινόηση. Πάντως οι δυο πόλεις είχαν σαφώς εμπορικές σχέσεις και επομένως και ενεργή ανταλλαγή ιδεών[εκκρεμεί παραπομπή].
Η Αθήνα έστειλε βοήθεια 20 πλοίων (4.000 άνδρες) κατά την Ιωνική Επανάσταση, (499 π.Χ. - 493 π.Χ.. Αυτό αποτέλεσε την αφορμή για τις Περσικές Εκστρατείες κατά της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η Αθήνα απέκρουσε με επιτυχία, μαζί με τις Πλαταιές, τη δεύτερη εκστρατεία του Δάτη και του Αρταφέρνη, κατά την οποία ήταν ο κύριος περσικός αντικειμενικός στόχος. Η πόλη παρέταξε 10.000 οπλίτες στη Μάχη του Μαραθώνα. Κατά την εκστρατεία του Ξέρξη η πόλη παρέταξε 8.000 οπλίτες στη Μάχη των Πλαταιών και 200 τριήρεις στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας.
Ο αμφιβόητος πολιτικός Περικλής ανέλαβε περί το 462-461 π.Χ. την ηγεσία της Αθήνας με απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου και σε συνεργασία με τον Εφιάλτη του Σοφωνίδου και τον Αρχέστρατο, στους οποίους οφείλεται και η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στην Αθήνα, αφαίρεσε από τον ολιγαρχικών αποκλίσεων Άρειο Πάγο την εποπτεία για τη διοίκηση και τους υπαλλήλους και την ανέθεσε στη Βουλή των Πεντακοσίων. Η πολιτική του Περικλή εδραίωσε την αθηναϊκή ηγεμονία, που πρακτικά άρχισε λίγο νωρίτερα με τον Κίμωνα, που συνέχισε τον πόλεμο με την Περσική Αυτοκρατορία μετά την απόσυρση των Σπαρτιατών από αυτόν, αλλά σε μεγάλο βαθμό προκάλεσε την έναρξη του καταστροφικού για τον Ελληνισμό Πελοποννησιακού πολέμου. Πράγματι, το 431 π.Χ. εισέβαλαν οι Σπαρτιάτες στην Αττική και κατέστρεψαν την ύπαιθρο χώρα, ξεκινώντας τον οδυνηρό αυτό πόλεμο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, λοιμός που ξέσπασε αφάνισε το ένα τέταρτο του πληθυσμού της Αθήνας. Κατά τη μέγιστη στρατιωτική της ισχύ η Αθήνα παρέτασσε (χωρίς να συνυπολογίζονται ξένοι μισθοφόροι) 14.000 οπλίτες, 2.000 τοξότες, 1.000 ιππείς, 400 ιπποτοξότες και 470 τριήρεις. Με βάση τα δεδομένα αυτά και ανάλογους υπολογισμούς υπολογίζεται συνολικός πληθυσμός της τάξης των 400.000 ψυχών[εκκρεμεί παραπομπή] (συνυπολογίζοντας γυναίκες, λογικό αριθμό ανηλίκων, μετοίκους, ξένους και δούλους) κατά την Κλασική εποχή. Η Αθήνα έχασε τελικά τον Πελοποννσησιακό Πόλεμο, αλλά συνήλθε σχετικά γρήγορα αν και χωρίς να ανακτήσει πλήρως την ισχύ που είχε επί ηγεμονίας της.
Το 86 π.Χ., μετά από πολιορκία, καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε άγρια από τον στρατό του Ρωμαίου στρατηγού Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα.
Η Ρωμαϊκή αγορά στην Πλάκα.
Η Αθήνα παρέμενε μητρόπολη και στον ρωμαϊκό κόσμο, μέχρι και τον 3ο αιώνα μ.Χ, όταν η πόλη λεηλατήθηκε από τη φυλή των Ερούλων και καταστράφηκε. Διατήρησε όμως τη χρεία της ως πνευματικό κέντρο, φιλοξενώντας στις σχολές της προσωπικότητες που αργότερα πρωτοστάτησαν στη νέα Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπως τον αυτοκράτορα Ιουλιανό τον Παραβάτη. Όμως οι σχολές φιλοσοφίας έκλεισαν το 529 με σχετικό διάταγμα του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιουστινιανού, περίπου 200 χρόνια από τότε που η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποδέχθηκε τον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία. Η Αθήνα είχε εδώ και αιώνες καταντήσει σκιά του αρχαίου ένδοξου εαυτού της, το κέντρο του ελληνισμού έχει ήδη αυτά τα χρόνια μετατοπιστεί βορειότερα προς τη Μακεδονία και ανατολικότερα προς την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία, με αποτέλεσμα η Αθήνα σταδιακά να μετατραπεί σε περιφερειακή πόλη, με μικρό πληθυσμό της τάξης των 20.000 κατοίκων[εκκρεμεί παραπομπή]. Εξάλλου ο ελληνισμός είχε υιοθετήσει στη συντριπτική του πλειοψηφία τον Χριστιανισμό, πράγμα που οδήγησε όχι στην αλλαγή χρήσης, αλλά στη μετατροπή του Παρθενώνα σε χριστιανικό ναό από ειδωλολατρικό, αφιερωμένο στην Παναγία. Η Αθήνα είχε ήδη αρχίσει να ανακάμπτει μετά τον 6ο αιώνα[εκκρεμεί παραπομπή], αλλά ποτέ δεν επανέκτησε τη δυναμική που είχε κατά την κλασική και ρωμαϊκή περίοδο.
Μεταξύ του 13ου και 15ου αιώνα η πόλη πολιορκήθηκε και διεκδικήθηκε από τα Λατινικά κρατίδια που σχηματίστηκαν μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 κατά την «ανίερη» Δ' Σταυροφορία. Η φήμη και η στρατηγική της θέση συνέβαλαν στο να γίνει η Αθήνα πρωτεύουσα του Φραγκικού δουκάτου των Αθηνών, με την Ακρόπολη να μετατρέπεται σε παλάτι. Το 1458 η πόλη κατακτήθηκε από τους Τούρκους και περιήλθε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μετά την οθωμανική κατάκτηση η πόλη διεκδικήθηκε από τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων υπέστη μεγάλες ζημιές, συμπεριλαμβανομένης της ανατίναξης του Παρθενώνα από το στρατηγό Μοροζίνι.
Η Αθήνα ήταν μια μικρή ημιέρημη και μισοκατεστραμμένη πόλη (από τις αλλεπάλληλες πολιορκίες κατά τη διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας), όταν έγινε πρωτεύουσα του νέου Βασιλείου της Ελλάδας το 1833.
Αθήνα αρχές 20ού αιώνα
Μετά την απελευθέρωση, με πρωτοβουλία του Βασιλιά Όθωνα, η Αθήνα χαρακτηρίζεται νέα πρωτεύουσα και το 1834 ανοικοδομείται από τον Κλεάνθη, τον Schubert και τον Leo von Klenze. Ως πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους και κέντρο των πολιτικών εξελίξεων, η Αθήνα υπήρξε τόπος γεγονότων-οροσήμων της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Τις επόμενες δεκαετίες η Αθήνα ανοικοδομήθηκε κατά τα πρότυπα σύγχρονης πόλης. Η επόμενη φάση μεγάλης επέκτασης ήταν το 1923 μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, οπότε πολλές γειτονιές δημιουργήθηκαν, κυρίως άναρχα, από πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η πόλη κατακτήθηκε από τους Γερμανούς και ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια του πολέμου υπέφερε πάρα πολύ και υπέστη μεγάλες καταστροφές. Μετά τον πόλεμο η πόλη άρχισε ξανά να μεγαλώνει, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του '60, οπότε παρατηρήθηκε έκρηξη στην οικοδομική δραστηριότητα, με την ανέγερση πολλών πολυκατοικιών τόσο στο κέντρο όσο και στα προάστια της Αθήνας.
Εδώ έγινε η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου το 1843, που αναδιαμόρφωσε την πολιτειακή φυσιογνωμία του κράτους. Η πόλη έγινε θέατρο πολυάριθμων κινημάτων και πραξικοπημάτων για περισσότερα από 50 χρόνια, από το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί, τα πολυάριθμα κινήματα του ελληνικού μεσοπολέμου έως το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967. Εδώ παίχτηκε η πρώτη πράξη του Ελληνικού Εμφυλίου, τα Δεκεμβριανά, όπως επίσης αποκαταστάθηκε η κοινοβουλευτική δημοκρατία μετά την πτώση της Χούντας το 1974.
Η είσοδος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε Ε.Ο.Κ.) το 1981 έφερε καινούργιες επενδύσεις στην πόλη, μαζί όμως με προβλήματα κυκλοφοριακού και ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Η χρήση καταλυτικών οχημάτων βελτίωσε κατά πολύ την ποιότητα της ατμόσφαιρας, χωρίς ωστόσο να λυθεί οριστικά το πρόβλημα που στον 21ο αιώνα αφορά κυρίως ρύπους, όπως το όζον και τα αιωρούμενα σωματίδια. Η κατασκευή του κέντρου βιολογικού καθαρισμού στη νησίδα της Ψυττάλειας, όπου γίνεται η επεξεργασία των λυμάτων της Αθήνας, βελτίωσε βραχυπρόθεσμα την ποιότητα των θαλασσών και των παραλιών της Αττικής, πριν ανακύψει πρόβλημα διάθεσης της λυματολάσπης.
Το κέντρο της αρχαίας πόλης εντοπίζεται πέριξ του λόφου της Ακρόπολης, στο Θησείο και την Πλάκα. Οι περιοχές αυτές σήμερα, πέρα από τον τουριστικό τους χαρακτήρα, αποτελούν και τις πιο ακριβές ζώνες του κέντρου (μαζί με το Σύνταγμα και το Κολωνάκι κάτω από τον λόφο του Λυκαβηττού). Το ιστορικό κέντρο των Αθηνών εντοπίζεται σε αυτή τη ζώνη, μαζί με το Μοναστηράκι, το οποίο αποτελεί δημοφιλή τουριστικό και εμπορικό προορισμό για τους επισκέπτες. Χαρακτηριστικό είναι και το τρενάκι στην Πλάκα για την περιήγηση των τουριστών, όπως επίσης και η τουριστική λεωφορειακή γραμμή που γυρνάει το κέντρο.
Το κέντρο της σύγχρονης πόλης είναι η Πλατεία Συντάγματος, όπου είναι εγκατεστημένα τα παλαιά βασιλικά ανάκτορα τα οποία σήμερα στεγάζουν το Κοινοβούλιο, καθώς και άλλα δημόσια κτίρια του 19ου αιώνα. Κατά τις 3 δεκαετίες που ακολούθησαν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οικοδομήθηκαν πολλά νέα πολυώροφα κτίρια, τα οποία και χαρακτηρίζουν τη σημερινή εικόνα της πόλης.
Η Αθήνα είναι διοργανώτρια πόλη των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της σύγχρονης εποχής (1896) και των Μεσοολυμπιακών του 1906. Στα νεότερα χρόνια διοργάνωσε και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 που διαρκούν από τις 13 έως τις 29 Αυγούστου του 2004.
Το παλαιό κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών στη Λεωφόρο Πανεπιστημίου είναι ένα από τα πιο καλαίσθητα κτίρια των Αθηνών μαζί με το κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης και την Ακαδημία Αθηνών. Τα τρία αυτά κτίρια, τα λεγόμενα ως «Τριλογία των Αθηνών», κατασκευάστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Αρκετές από τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες των πανεπιστημίων έχουν μεταφερθεί σήμερα στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου. Μία ακόμα σπουδαία ακαδημαϊκή σχολή της Αθήνας είναι το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.), ένα από τα σημαντικότερα τεχνικά ιδρύματα της Ευρώπης. Στην ίδια περιοχή με το Πολυτεχνείο είναι εγκατεστημένο και το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΟΠΑ). Άλλες σχολές εδρεύουν στα προάστια της πόλης, όπως η Γυμναστική Ακαδημία των Αθηνών (ΤΕΦΑΑ) στη Δάφνη, η ΣΕΛΕΤΕ στο Μαρούσι και άλλες.
Δημογραφία
Το πολεοδομικό συγκρότημα των Αθηνών, σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 3.074.160 κατοίκους, ενώ ο πληθυσμός της ευρύτερης μητροπολιτικής περιοχής έχει 3.737.550 κατοίκους, ο οποίος αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας. Ο πιο κάτω πίνακας δείχνει παραστατικά την αύξηση του πληθυσμού. Ο πληθυσμός του πολεοδομικού συγκροτήματος της πρωτεύουσας εμφανίζει τις παρακάτω διακυμάνσεις:
Πληθυσμιακή Εξέλιξη Πολεοδομικού Συγκροτήματος Πρωτευούσης
Χρονολογία Πληθυσμός Έκταση Πυκνότητα Πληθυσμού Προστιθείς Πληθυσμός Νέα Αύξηση Πληθυσμού Συνολική Αύξηση
1853 30.600 κάτοικοι 412 χμ2 74 κάτοικοι/km2 +30.600 κάτοικοι - -
1879 65.500 κάτοικοι 412 χμ2 159 κάτοικοι/km2 +34.900 κάτοικοι +114% 114%
1896 123.000 κάτοικοι 412 χμ2 298 κάτοικοι/km2 +57.500 κάτοικοι +87,8% 201,7%
1925 443.000 κάτοικοι 412 χμ2 1.075 κάτοικοι/km2 +320.000 κάτοικοι +260,1% 462%
1940 1.117.792 κάτοικοι 412 χμ2 2.713 κάτοικοι/km2 +674.792 κάτοικοι +152,32% 614,32%
1951 1.376.202 κάτοικοι 412 χμ2 3.340 κάτοικοι/km2 + 258.410 κάτοικοι +23,12% 637,43%
1961 1.848.179 κάτοικοι 412 χμ2 4.485 κάτοικοι/km2 + 471.977 κάτοικοι +34,29% 671,72%
1971 2.542.349 κάτοικοι 412 χμ2 6.170 κάτοικοι/km2 +694.170 κάτοικοι +27,30% 699,02%
1981 3.038.245 κάτοικοι 412 χμ2 7.374 κάτοικοι/km2 +495.896 κάτοικοι +19,5% 718,525%
1991 3.072.992 κάτοικοι 412 χμ2 7.458 κάτοικοι/km2 +34.747 κάτοικοι +1,14% 719,66%
2001 3.165.823 κάτοικοι 412 χμ2 7.684 κάτοικοι/km2 +92.831 κάτοικοι +3,02% 722,68%
2011 3.074.160 κάτοικοι 412 χμ2 7.462 κάτοικοι/km2 -91.663 κάτοικοι -2,90% 719,78%
Αρχαία Αθήνα
Η αρχαία Αθήνα ήταν πόλη-κράτος της αρχαίας Ελλάδας και μία από τις σημαντικότατες πόλεις του αρχαίου κόσμου γενικότερα. Τα όρια της περιλάμβαναν το μεγαλύτερο τμήμα της σημερινής Αττικής. Οι Αθηναίοι πέρα από την Αττική κυριαρχούσαν μέσω του ισχυρού τους στόλου σε έναν μεγάλο αριθμό ιωνικών αποικιών στα νησιά του Αιγαίου και στα παράλια της Μικράς Ασίας. Η Αττική άλλωστε αποτελούσε και την μητρόπολη των περισσότερων ιωνικών αποικιών. Οι Αθηναίοι συνόρευαν βόρεια με τους Βοιωτούς και δυτικά με τους Μεγαρείς, με τους οποίους βρίσκονταν συχνά σε σύγκρουση. Η αρχαία Αθήνα πρωταγωνίστησε στους Περσικούς πολέμους, ηγήθηκε της συμμαχίας της Δήλου, καθώς και της μιας από τις δύο συμμαχίες οι οποίες συγκρούστηκαν κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο.
Καταγωγή
Οι Αθηναίοι ήταν Ίωνες στην καταγωγή. Οι Ίωνες εγκαταστάθηκαν στην νότια Ελλάδα στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Κατά την κάθοδο των Δωριέων στο τέλος της 2ης χιλιετίας (περίπου το 1100 π.Χ.), οι Ίωνες εκτοπίστηκαν από τις περιοχές τους και μετακινήθηκαν ανατολικότερα. Η Αττική ήταν από τις λίγες περιοχές της Ελλάδας που δεν έγινε εγκατάσταση Δωριέων καθώς εκεί οι Δωριείς αποκρούστηκαν (γεγονός που μαρτυρά και ο μύθος του βασιλιά Κόδρου). Στην Αττική σταδιακά διαμορφώθηκε μία ξεχωριστή διάλεκτος της ιωνικής, η αττική διάλεκτος που έγινε η γλώσσα των γραμμάτων και των τεχνών στην αρχαιότητα.
Στην περιοχή της Αττικής υπήρχε έντονη ανθρώπινη παρουσία από την νεολιθική εποχή. Πρώτος μυθικός βασιλιάς της Αθήνας ήταν ο Κέκροπας στον οποίο αποδίδεται η επιλογή της θεάς Αθηνάς ως προστάτιδας θεάς της πόλης. Τα πρώιμα χρόνια της εποχής του χαλκού οι Αθηναίοι φαίνεται να βρίσκονταν υποταγμένοι στους Κρήτες, όπως φαίνεται και από τον μύθο του Θησέα. Όπως μαρτυρά ο ίδιος μύθος ο Θησέας απάλλαξε τους Αθηναίους από τον βαρύ φόρο των Κρητών. Ο μυθικός Βασιλιάς ήταν επίσης αυτός που ένωσε τους δέκα δήμους της Αττικής σε μία χώρα και δημιουργήθηκε το Αθηναϊκό κράτος στην μορφή που είχε σε όλη την διάρκεια της αρχαιότητας[1].
Την Μυκηναϊκή περίοδο οι Αθηναίοι βρίσκονταν στην σκιά των ισχυρών Μυκηναϊκών κέντρων της περιόδου. Ο Όμηρος αναφέρει συμμετοχή της Αθήνας στον Τρωικό πόλεμο, με 50 πλοία και αρχηγό τον Μενεσθέα[2]. Την περίοδο της καθόδου των Δωριέων οι Αθηναίοι αντιστάθηκαν με επιτυχία.
Γεωμετρική και αρχαϊκή περίοδος
Από την εποχή της καθόδου των Δωριέων στην Αθήνα φαίνεται να είχε υποχωρήσει ο θεσμός της βασιλείας, ο οποίος είχε αντικατασταθεί από την αριστοκρατία. Την Αθήνα κυβερνούσε μία τάξη αριστοκρατών, οι οποίοι ήταν γνωστοί ως Ευπατρίδες. Την νομοθετική εξουσία ασκούσε μία ομάδα αριστοκρατών, γνωστών ως Θεσμοθέτες. Οι θεσμοθέτες το 624 π.Χ. ανέθεσαν στον Δράκοντα να συντάξει νέα νομοθεσία, που ήταν και η πρώτη γραπτή νομοθεσία της αρχαίας Αθήνας. Οι νόμοι του Δράκοντα διατηρήθηκαν μόνο για τριάντα χρόνια γιατί ήταν ιδιαίτερα σκληροί και τελικά αντικαταστάθηκαν με τη νομοθεσία του Σόλωνα το 594 π.Χ. Στο διάστημα αυτό το αριστοκρατικό πολίτευμα είχε κινδυνεύσει από μία απόπειρα εγκαθίδρυσης Τυραννίας από τον Κύλωνα το 632 π.Χ. Η περίοδος της αριστοκρατίας τερματίστηκε το 560 π.Χ., όταν κατέλαβε την εξουσία ο Πεισίστρατος, ο οποίος εγκαθίδρυσε τυραννία[3]. Τον Πεισίστρατο τον διαδέχτηκαν οι γιοι του Ιππίας και Ίππαρχος, οι οποίοι και υπήρξαν οι τελευταίοι τύραννοι της Αθήνας. Το 510 καταργήθηκε η Τυραννία και ο νομοθέτης Κλεισθένης έβαλε τις βάσεις για την Αθηναϊκή δημοκρατία.
Περσικοί πόλεμοι
Στην πρώτη εκστρατεία των Περσών κατά της Ελλάδας, που οργάνωσε ο βασιλιάς Δαρείος, ο περσικός στόλος έπλευσε ενάντια των δύο ελληνικών πόλεων που είχαν συνδράμει τις ιωνικές πόλεις κατά την διάρκεια ιωνικής επανάστασης, της Ερέτριας και της Αθήνας. Αφού κατέστρεψε ολοσχερώς την Ερέτρια ο Περσικός στόλος κατευθύνθηκε στον Μαραθώνα. Εκεί περίμενε τον περσικό στρατό μία Αθηναϊκή δύναμη 10.000 ανδρών περίπου με αρχηγό τον Μιλτιάδη. Οι Αθηναίοι χωρίς συμμάχους συνέτριψαν την Περσική δύναμη και τους ανάγκασαν να ματαιώσουν πρόωρα τα σχέδια τους για κατάληψη της Ελλάδας[3].
Δέκα χρόνια μετά σχεδίασε την ίδια εκστρατεία ο διάδοχος του Δαρείου Ξέρξης. Για την αντιμετώπιση του Ξέρξη συμμάχησαν οι περισσότερες ελληνικές πόλεις της νότιας Ελλάδας. Αφού δεν κατόρθωσαν να ανακόψουν την Περσική επέλαση στις Θερμοπύλες ο ελληνικός στρατός συγκεντρώθηκε στον ισθμό της Κορίνθου ενώ ο στόλος αγκυροβόλησε στην Σαλαμίνα. Οι Πέρσες έφτασαν ανενόχλητοι μέχρι την Αθήνα που είχε εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους της και προξένησαν τεράστιες καταστροφές στην πόλη. Λίγο μετά όμως ο περσικός στόλος καταστράφηκε στην Σαλαμίνα και οι Πέρσες αποσύρθηκαν από την Αττική. Ένα χρόνο μετά οι Πέρσες ηττήθηκαν στην μάχη των Πλαταιών και εγκατέλειψαν οριστικά τα σχέδια τους για κατάληψη της Ελλάδας[4]. Εκεί μάλιστα ο Μαρδόνιος , παρόλο που υπήρξαν αντιδράσεις από άλλους Πέρσες στρατηγούς, όπως ο Αρτάβαζος κι ο Αρτάβανος, πίστευαν πως απλά και μόνο η αριθμητική υπεροχή των Περσών δεν θα ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει την νίκη. Ο Μαρδόνιος σκοτώθηκε στη Μάχη των Πλαταιών και ο στρατός του ηττήθηκε.
Η περίοδος ακμής της Αθήνας
Λίγο μετά την λήξη των Περσικών πολέμων η Πανελλήνια συμμαχία που είχε συσταθεί το 481 με σκοπό την αντιμετώπιση των Περσών διασπάστηκε. Κύρια αιτία ήταν η συνέχιση του πολέμου κατά των Περσών από πλευράς Αθηναίων, ενώ οι Πελοποννήσιοι δεν επιθυμούσαν την συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων. Έτσι όταν οι Αθηναίοι έπλευσαν στον Ελλήσποντο για να ελευθερώσουν τις ελληνικές πόλεις της περιοχής, οι Σπαρτιάτες με τους υπόλοιπους Πελοποννήσιους αποχώρησαν. Χωρίς την βοήθεια των υπόλοιπων Ελλήνων οι Αθηναίοι προχώρησαν στην πολιορκία της Σηστού και την κατέλαβαν το 478 π.Χ. Την ίδια χρονιά ή πιθανόν ένα χρόνο μετά, το 477 π.Χ. η Αθήνα προχώρησε στην ίδρυση της Δηλιακής συμμαχίας ή πρώτης Αθηναϊκής συμμαχίας. Την οργάνωση της συμμαχίας ανέλαβε ο Αριστείδης. Με την ίδρυση της συμμαχίας αυτής οι Αθηναίοι επισφράγισαν την υπεροχή τους στην θάλασσα.
Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων και την αποχώρηση των Περσών η Αθήνα ήταν κατεστραμμένη πόλη. Την περίοδο αυτή άρχισε η ανέγερση των τειχών της πόλης. Η Σπάρτη αντέδρασε στην ανέγερση των τειχών και απαίτησε από τους Αθηναίους να μην προχωρήσουν στην οχύρωση της πόλης. Ο Θεμιστοκλής τότε πήγε στην Σπάρτη για να διαπραγματευτεί το θέμα δίνοντας εντολή στους Αθηναίους να συνεχίσουν την ανέγερση των τειχών. Ο ίδιος καθυστέρησε τις διαπραγματεύσεις με τους Σπαρτιάτες μέχρι το τείχος να φτάσει σε ένα ικανό ύψος για να αποκρούσει επιθέσεις και τότε τους αποκάλυψε πως η Αθήνα έχει ήδη τειχιστεί. Στην συνέχεια οχυρώθηκε και ο Πειραιάς [5].
Στα χρόνια μετά την λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου κυριαρχούσε στην πολιτική σκηνή της Αθήνας, ο Θεμιστοκλής. Από το 476 έως το 462 κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή της πόλης ο Κίμωνας, ο οποίος συνέχισε τις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Περσών. Το 476 π.Χ. κατέλαβε την πόλη Ηιόνα στις εκβολές του Στρυμώνα που ακόμα βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο των Περσών. Ένα χρόνο μετά επιτέθηκε κατά των Δολόπων πειρατών της Σκύρου, τους οποίους νίκησε απαλλάσσοντας το κεντρικό Αιγαίο από την δράση τους. Οι Δόλοπες εκδιώχθηκαν από την Σκύρο και στο νησί εγκαταστάθηκαν Αθηναίοι κληρούχοι[6].
Χάρτης της Δηλιακής συμμαχίας
Οι Αθηναίοι στην συνέχεια πραγματοποίησαν μία σειρά από επιχειρήσεις που είχαν στόχο την ενδυνάμωση της Δηλιακής συμμαχίας. Αρχικά κατέλαβαν την Κάρυστο (473 π.Χ.) και στην συνέχεια κατέστειλαν την αποστασία της Νάξου (469 π.Χ.) επαναφέροντας την πόλη στην συμμαχία. Η Δηλιακή συμμαχία είχε αρχίσει να μετατρέπεται σταδιακά σε Αθηναϊκή ηγεμονία. Το 467 π.Χ. οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους αντιμετώπισαν ξανά τους Πέρσες τους οποίους νίκησαν στην μάχη του Ευρυμέδοντα ποταμού, στις ακτές της Λυκίας. Με την νίκη αυτή των Αθηναίων οι Πέρσες εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους για ανάκτηση των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας. Η πρώτη προσπάθεια αποικισμού της Αμφίπολης από τους Αθηναίους τους έφερε αντιμέτωπους με τουςΘάσιους. Οι Αθηναίοι τελικά κατέλαβαν την Θάσο το 463 π.Χ. και την μετέτρεψαν σε φόρου υποτελή[7].
Η περίοδος του Κίμωνα έληξε το 462 π.Χ. και έναν χρόνο μετά ακολούθησε ο οστρακισμός του. Την περίοδο αυτή σημειώθηκε πολιτική μεταρρύθμιση στην Αθήνα με πρωτεργάτες τον Περικλή και τον Εφιάλτη του Σοφωνίδου. Με την μεταρρύθμιση αυτή αφαιρέθηκαν πολλά προνόμια από τον Άρειο Πάγο που μεταβιβάστηκαν στην Εκκλησία του Δήμου, στην Βουλή των Πεντακοσίων και στην Ηλιαία. Με τις αλλαγές αυτές το πολίτευμα έγινε περισσότερο δημοκρατικό. Από το 461 π.Χ. κυριαρχεί στην πολιτική ζωή της πόλης ο Περικλής. Η τριακονταετία που ακολούθησε μέχρι το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού πολέμου ήταν περίοδος μεγάλης ακμής για την Αθήνα και έγινε γνωστή ως χρυσός αιώνας του Περικλή. Ο Περικλής ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος παίρνοντας σειρά φιλολαϊκών μέτρων. Καθιέρωσε ημερομίσθιο για τους πολίτες που συμμετείχαν στην Ηλιαία ή στην Βουλή των Πεντακοσίων ώστε να αποκτήσουν την δυνατότητα να συμμετέχουν στα δύο σώματα και φτωχότεροι Αθηναίοι που δεν είχαν μέχρι τότε την δυνατότητα να εγκαταλείψουν προσωρινά τις βιοποριστικές τους ασχολίες και να εκλεγούν σε κάποιο αξιώμα. Παραχωρήθηκε επίσης το δικαίωμα στους ζευγίτες να εκλέγονται εννέα άρχοντες.
Στον στρατιωτικό τομέα το 459 π.Χ. η Αθήνα εξασφάλισε την συμμαχία των Μεγάρων και απέκτησε πρόσβαση στον Κορινθιακό[8]. Την περίοδο αυτή άρχισαν να οικοδομούνται και τα Μακρά Τείχη. Η ανάπτυξη της Αθήνας και προς τον Κορινθιακό κόλπο ανησύχησε την Κόρινθο η οποία εξασφαλίζοντας την συμμαχία της Αίγινας, ανέλαβε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Αθηναίων. Το 458 οι δύο αντίπαλες δυνάμεις συγκρούστηκαν στην πόλη Αλιείς της νότιας Αργολίδας με τους Κορίνθιους και τους Αιγινίτες να υπερτερούν. Λίγο μετά όμως οι Αθηναίοι πολιόρκησαν την Αίγινα και την κατέλαβαν υποχρεώνοντάς την να ενταχθεί στην Δηλιακή συμμαχία. Την επόμενη χρονιά (457 π.Χ.) ανέλαβε δράση εναντίον της Αθήνας και η Σπάρτη η οποία κατάφερε να συμμαχήσει με τους Βοιωτούς. Τότε ξεκίνησε μία πολυετής διαμάχη μεταξύ των Αθηναίων και των Σπαρτιατών που αναφέρεται συχνά ως πρώτος Πελοποννησιακός πόλεμος. Την πρώτη χρονιά οι δύο αντίπαλοι συνασπισμοί συγκρούστηκαν στην Τανάγρα με τους Πελοποννήσιους και τους Βοιωτούς να επικρατούν των Αθηναίων αλλά λίγες μέρες μετά οι Αθηναίοι με αρχηγό τον Μυρωνίδη νικούν τους αντιπάλους τους στα Οινόφυτα[9]. Με την νίκη των Αθηναίων στην μάχη των Οινοφύτων η Βοιωτία πέρασε προσωρινά στον έλεγχό τους. Στην συνέχεια η Αθήνα προχώρησε σε επιθετικές κινήσεις κατά της Σπάρτης. Με αρχηγό του στόλου τον Τολμίδη και στην συνέχεια τον ίδιο τον Περικλή, οι Αθηναίοι κατέστρεψαν το Γύθειο και εξασφάλισαν την συμμαχία της Ζακύνθου, της Κεφαλονιάς και της Ακαρνανίας. Οι Αθηναίοι την περίοδο αυτή πραγματοποιούσαν και μία δεύτερη επιχείρηση στην Αίγυπτο βοηθώντας τον τοπικό άρχοντα που είχε επαναστατήσει κατά τον Περσών. Η επιχείρηση απέτυχε προκαλώντας στους Αθηναίους οικονομικές και στρατιωτικές απώλειες. Το γεγονός αυτό τους ανάγκασε να τερματίσουν τις επιχειρήσεις κατά της Σπάρτης κηρύσσοντας ανακωχή. Παράλληλα έκλεισαν ειρήνη με τους Πέρσες, γνωστή ως Καλλίειος ειρήνη από το όνομα του Αθηναίου διαπραγματευτή.
Το 447 π.Χ. οι Θηβαίοι έδιωξαν την φιλοαθηναϊκή παράταξη της πόλης. Οι Αθηναίοι εκστράτευσαν εναντίον τους όπου και ηττήθηκαν στην μάχη της Κορώνειας[10]. Μετά από αυτή την αποτυχία η Αθήνα έχασε τον έλεγχο της Βοιωτίας που τον είχε εξασφαλίσει δέκα χρόνια πριν, στην μάχη των Οινοφύτων. Ένα χρόνο μετά αποχώρησαν και οι Μεγαρείς από την Αθηναϊκή συμμαχία. Η προσπάθεια για ανάκτηση των Μεγάρων οδήγησε σε νέα σύγκρουση με την Σπάρτη. Τελικά οι δύο αντίπαλοι, Σπαρτιάτες και Αθηναίοι αποφάσισαν την σύναψη ειρήνης για τριάντα χρόνια και την διατήρηση του καθεστώτος που υπήρχε πριν την προσχώρηση των Μεγάρων στην Αθήνα, δηλαδή πριν το 459 π.Χ. Η συμφωνία ειρήνης αναφέρεται ως Τριακονταετείς Σπονδές (446 π.Χ).[11]
Την περίοδο μετά την τριακονταετή ειρήνη η Αθήνα έφτασε στην μέγιστη ακμή της. Ίδρυσε τις αποικίες Θούριοι (444 π.Χ.) στην Μεγάλη Ελλάδα και Αμφίπολη (437 π.Χ.) στην Μακεδονία, ενώ παράλληλα σύναψε συμμαχία με το Ρήγιο, και τους Λεοντίνους στην μεγάλη Ελλάδα και Σικελία. Η ανάπτυξη της Αθήνας στην δύση την οδήγησε πάλι σε έντονη αντιπαλότητα με την Κόρινθο. Η έχθρα προς τους Κορίνθιους και τους στενούς συμμάχους τους Μεγαρείς οδήγησε στην εφαρμογή του Μεγαρικού Ψηφίσματος με το οποίο απαγορευόταν στους Μεγαρείς να χρησιμοποιούν τα λιμάνια της Αθηναϊκής συμμαχίας. Ένα χρόνο μετά οι Αθηναίοι ενίσχυσαν την Κέρκυρα στον πόλεμο που διεξήγαγε κατά της Κορίνθου. Οι Κορίνθιοι τότε υποκίνησαν την πρώην αποικία τους Ποτίδαια να επαναστατήσει και να αποστατήσει από την Δηλιακή συμμαχία. Οι Αθηναίοι λίγο μετά απέστειλαν στρατό για την καταστολή της επανάσταση γεγονός που πυροδότησε τον Πελοποννησιακό πόλεμο.
Πελοποννησιακός πόλεμος
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος ξέσπασε το 431 π.Χ. Την πρώτη περίοδο που αποκαλείται Αρχιδάμειος πόλεμος οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν κάθε χρόνο και στρατοπέδευαν στην Αττική ενώ οι Αθηναίοι κλείνονταν στα Μακρά Τείχη και αναλάμβαναν επιχειρήσεις με τον στόλο τους. Το δεύτερο έτος ξέσπασε φοβερός λοιμός (επιδημία) στην Αθήνα που οδήγησε στον θάνατο το ένα τρίτο του πληθυσμό της πόλης. Ένα χρόνο μετά, το 429 π.Χ. ο Περικλής είδε τους δύο γιους του, τον Πάραλο και τον Ξάνθιππο να πεθαίνουν από το φοβερό λοιμό που χτύπησε την πόλη. Πέθανε και ο ίδιος από το λοιμό, τον Αύγουστο του 429 π.Χ.. Από τους διαδόχους του κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια ο Κλέωνας. Σημαντικότερη επιχείρηση των Αθηναίων τα επόμενα χρόνια ήταν η κατάληψη της Πύλου, που πραγματοποιήθηκε το 425 π.Χ και η νίκη τους εναντίον των Σπαρτιατών στην μάχη της Σφακτηρίας. Οι Αθηναίοι με αρχηγό τον Δημοσθένη είχαν καταλάβει και οχυρώσει την Πύλο. Μετά την επιχείρηση αυτή οι Σπαρτιάτες αποχώρησαν από την Αττική και έστειλαν στρατό στην περιοχή, ο οποίος οχυρώθηκε στο νησί Σφακτηρία. Οι Αθηναίοι τότε απέστειλαν ενισχύσεις με αρχηγό τον Κλέωνα και στη μάχη που ακολούθησε πάνω στο νησί οι Αθηναίοι κατάφεραν να νικήσουν τους Σπαρτιάτες και να τους αιχμαλωτίσουν, πετυχαίνοντας την πρώτη σημαντική τους νίκη στον πόλεμο.
Ένα χρόνο μετά την επιτυχία της Πύλου οι Αθηναίοι στράφηκαν εναντίον των Βοιωτών από τους οποίους ηττήθηκαν στη μάχη του Δήλιου. Στην συνέχεια οι συγκρούσεις μεταφέρθηκαν στη Χαλκιδική όπου νέες πόλεις είχαν αποστατήσει με παρακίνηση της Σπάρτης. Οι Αθηναίοι κατέλαβαν τη Σκιώνη και τη Μένδη και στράφηκαν στη συνέχεια στην πρώην αποικία τους Αμφίπολη που είχε επίσης αποστατήσει. Την πόλη υπερασπίζονταν οι Σπαρτιάτες με αρχηγό τον Βρασίδα. Στην μάχη που ακολούθησε οι Αθηναίοι ηττήθηκαν, ενώ εκεί σκοτώθηκαν ο Κλέων και ο Βρασίδας. Τον Κλέωνα τον διαδέχτηκε ο πολιτικός του αντίπαλος, Νικίας. Ένα χρόνο μετά, Αθηναίοι και Σπαρτιάτες σύναψαν ειρήνη γνωστή ως Νικίειος ειρήνη, από το όνομα του Αθηναίου ηγέτη που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις.
Ο Αλκιβιάδης
Μετά τον Νικία υπερίσχυσε στην πολιτική σκηνή ο Αλκιβιάδης ο οποίος ήταν οπαδός της συνέχισης του πολέμου. Με ενέργειές του εξασφάλισε την συμμαχία του Άργους προκαλώντας την άμεση επέμβαση της Σπάρτης που κατέληξε στη μάχη της Μαντίνειας. Στην μάχη αυτή επικράτησαν οι Σπαρτιάτες διαλύοντας τη συμμαχία των Αθηναίων με το Άργος. Το 416 π.Χ. οι Αθηναίοι αποφάσισαν να μεταφέρουν το πεδίο δράσης τους στη Σικελία, καθώς τους προσέλκυαν τα πλούτη του νησιού και τους προκαλούσε πάντα ανησυχία η ενδυνάμωση των Συρακουσών, μίας πόλης φιλικής προς τους Πελοποννήσιους, που είχε την δυνατότητα να τους ενισχύει οικονομικά και να τους ανεφοδιάζει σε τρόφιμα. Ήδη το 427 π.Χ. είχαν στείλει μία μικρή δύναμη να βοηθήσει το Ρήγιο και τους Λεοντίνους που απειλούνταν από τις Συρακούσες[12]. Το 416 π.Χ. η αφορμή δόθηκε όταν η πόλη Έγεστα ζήτησε την βοήθεια της Αθήνας για να προστατευτεί από τις επιθέσεις του γειτονικού Σελινούντα, που ήταν συμμαχική πόλη με τις Συρακούσες. Με προτροπή του Αλκιβιάδη οργάνωσαν μία πολύ δαπανηρή εκστρατεία, γνωστή ως Σικελική εκστρατεία, της οποία ανέλαβαν αρχηγοί, ο Αλκιβιάδης, ο Λάμαχος και ο Νικίας. Λίγο μετά την αναχώρηση της αποστολής, την άνοιξη του 415 π.Χ. ο Αλκιβιάδης κατηγορήθηκε για ιερόσυλη πράξη, τον αποκεφαλισμό των Ερμών, που είχε πραγματοποιηθεί στην Αθήνα λίγο πριν την αναχώρηση του στόλου. Οι Αθηναίοι ανακάλεσαν τον Αλκιβιάδη για να τον δικάσουν αλλά αυτός διέφυγε στη Σπάρτη. Για να εκδικηθεί τους Αθηναίους, συμβούλευσε τους Σπαρτιάτες να στείλουν ενισχύσεις στις Συρακούσες και να οχυρώσουν τη Δεκέλεια στην Αττική. Οι Σπαρτιάτες ακολούθησαν τις συμβουλές του Αλκιβιάδη και έστειλαν ενισχύσεις στις Συρακούσες με αρχηγό τον Γύλιππο. Ο Γύλιππος ανάγκασε τους Αθηναίους να λύσουν την πολιορκία της πόλης. Παρά τις μεγάλες ενισχύσεις που έστειλαν οι Αθηναίοι με αρχηγούς τον Δημοσθένη και τον Ευρυμέδοντα, ο αθηναϊκός στόλος και ο στρατός ηττήθηκαν από τους Συρακούσιους και τους Πελοποννήσιους παθαίνοντας μεγάλη πανωλεθρία. Περίπου 7.000 Αθηναίοι και σύμμαχοι αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν για καταναγκαστικά έργα στα λατομεία των Συρακουσών.
Μετά την ατυχή για τους Αθηναίους έκβαση της Σικελικής εκστρατείας ο Πελοποννησιακός πόλεμος αναζωπυρώθηκε. Οι Σπαρτιάτες, οχυρωμένοι στη Δεκέλεια όπως τους είχε συμβουλεύσει ο Αλκιβιάδης, παρενοχλούσαν σοβαρά την αθηναϊκή ύπιθρο ενώ οι Αθηναίοι κατέφυγαν πάλι μέσα στα Μακρά Τείχη. Εκτός από τη Σπάρτη είχαν να αντιμετωπίσουν τις ιωνικές πόλεις που αποστατούσαν. Σταδιακά η Χίος οι Κλαζομενές, η Ερυθραία και η Μίλητος αποστάτησαν αναγκάζοντας τους Αθηναίους να στείλουν στόλο για να τις επαναφέρουν στην Αθηναϊκή συμμαχία. Χρησιμοποιώντας ως βάση τη Σάμο που παρέμενε πιστή, επανέφεραν στη συμμαχία τις παραπάνω πόλεις. Το 411 π.Χ. σημειώθηκε απόπειρα στην Αθήνα για αλλαγή του πολιτεύματος, από ομάδα ολιγαρχικών με αρχηγούς τους Φρύνιχο και Αντιφώντα. Η εξουσία περιήλθε προσωρινά σε ένα σώμα 400 ολιγαρχικών, το οποίο ανατράπηκε μέσα στην ίδια χρονιά. Ο στόλος αντιθέτως, ο οποίος βρισκόταν εκείνη την περίοδο στην Σάμο, διατήρησε αρχηγούς της δημοκρατικής παράταξης ενώ ανακάλεσε και τον Αλκιβιάδη. Ο Αλκιβιάδης ανέλαβε αρχηγός των Αθηναίων στην πολιορκία της Κυζίκου όπου οι Αθηναίοι νίκησαν τους Σπαρτιάτες καταστρέφοντας τον στόλο τους. Τα επόμενα χρόνια ο αθηναϊκός στόλος συνέχισε τις επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή της Προποντίδας καταλαμβάνοντας το Βυζάντιο και τα Άβδηρα. Μετά τις επιτυχίες αυτές ο Αλκιβιάδης έγινε δεκτός στην Αθήνα, απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες που τον βάραιναν και εκλέχτηκε νέος στρατηγός των Αθηναίων (407 π.Χ.) Ένα χρόνο μετά όμως, την άνοιξη του 406 π.Χ. ηττήθηκε στη ναυμαχία που έγινε στο Νότιο και καθαιρέθηκε. Αρχηγός στη συνέχεια ανέλαβε ο Κόνωνας, ο οποίος κατάφερε να πετύχει μεγάλη νίκη κατά των Σπαρτιατών στη ναυμαχία των Αργινουσών[13], το καλοκαίρι του 406 π.Χ. Παρά τη νίκη που σημείωσαν οι Αθηναίοι, καταδίκασαν σε θάνατο τους στρατηγούς που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι επειδή δεν περισυνέλλεξαν τα πτώματα των νεκρών. Καταδικάστηκαν σε θάνατο συνολικά έξι στρατηγοί. Ένα χρόνο μετά οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν τη Λάμψακο, αναγκάζοντας τους Αθηναίους να στείλουν στόλο εναντίον τους, Στη ναυμαχία που πραγματοποιήθηκε στην περιοχή Αιγός Ποταμοί οι Σπαρτιάτες με τον Λύσανδρο συνέτριψαν τον αθηναϊκό στόλο και εξουδετέρωσαν πλήρως τις πολεμικές δυνατότητες της Αθήνας[14]. Μετά από ένα χρόνο πολιορκίας η Αθήνα παραδόθηκε και ο Πελοποννησιακός πόλεμος έληξε.
Ανασυγκρότηση της Αθήνας [Επεξεργασία]
Μετά την παράδοση της Αθήνας η Σπάρτη επέβαλε στην πόλη ολιγαρχικό πολίτευμα. Την εξουσία ανέλαβαν τριάντα ολιγαρχικοί γνωστοί ως Τριάκοντα Τύραννοι. Οι δέκα από αυτούς άνηκαν στην ολιγαρχική παράταξη του Κριτία και άλλοι δέκα στην ολιγαρχική παράταξη του Θηραμένη. Κατά την περίοδο αυτή επικράτησε κλίμα τρομοκρατίας στην Αθήνα και πολλοί πολίτες εκτελέστηκαν. Οι μετριοπαθείς ολιγαρχικοί αντέδρασαν με αποτέλεσμα να εκτελεστεί ο εκπρόσωπός τους Θηραμένης. Τελικά το σκληρό καθεστώς των τριάντα τυράννων κατέλυσε ο Θρασύβουλος, έναν χρόνο μετά (403 π.Χ) ο οποίος με 70 συντρόφους κατέλαβε το φρούριο της Φυλής και στην συνέχεια με την υποστήριξη περισσότερων Αθηναίων δημοκρατικών κατέλαβε τον Πειραιά. Οι ολιγαρχικοί συγκρούστηκαν με τους δημοκρατικούς στον Πειραία όπου ηττήθηκαν. Στην σύγκρουση αυτή σκοτώθηκε και ο Κριτίας. Οι ολιγαρχικοί τότε κατέφυγαν στην Ελευσίνα όπου παρέμειναν μέχρι να τους χορηγηθεί άσυλο από το νέο καθεστώς της Αθήνας.
Τα επόμενα χρόνια οι Αθηναίοι συμμάχησαν με τους Βοιωτούς εκμεταλλευόμενοι την αλλαγή στάσης των τελευταίων εναντίον της Σπάρτης. Το 395 π.Χ. η Σπάρτη με αφορμή την επέμβαση των Βοιωτών στην Φωκίδα, έστειλε στρατό εναντίον τους. Οι δύο αντίπαλοι συγκρούστηκαν στην Αλίαρτο όπου επικράτησαν οι Βοιωτοί με τους συμμάχους τους Αθηναίους. Η ήττα της Σπάρτης παρακίνησε και άλλες δυσαρεστημένες πόλεις να στραφούν εναντίον της με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας μεγάλος συνασπισμός πόλεων που στρέφονταν πλέον κατά της Σπάρτης. Αποτέλεσμα της νέας διαμορφωμένης κατάστασης ήταν το ξέσπασμα του Κορινθιακού πολέμου που κράτησε εννέα χρόνια. Οι Σπαρτιάτες επικράτησαν του συνασπισμού στην μάχη του ποταμού Νεμέα λίγο έξω από την Κόρινθο και στην μάχη της Κορώνειας αλλά ηττήθηκαν στην θάλασσα, στην περιοχή της Κνίδου, από τον στόλο του Κόνωνα τον οποίον ενίσχυαν οι Πέρσες. Στο επόμενο διάστημα η Σπάρτη έκανε συνεχείς επιδρομές στην Κορινθία λεηλατώντας την περιοχή. Τους Κορίνθιους ενίσχυαν οι Αθηναίοι με αρχηγό τον Ιφικράτη και στην συνέχεια με τον Χαβρία. Παράλληλα ο πόλεμος συνεχιζόταν στην θάλασσα όπου οι Αθηναίοι κατάφεραν να κερδίσουν ξανά παλαιότερους συμμάχους, όπως την Λέσβο, την Σαμοθράκη και περιοχές της Θράκης. Σε μία επιχείρηση στην πόλη Άσπενδο της Παμφυλίας σκοτώθηκε ο Θρασύβουλος. Ο πόλεμος προκάλεσε μεγάλες φθορές και από τις δύο πλευρές και οδήγησε τους αντιμαχόμενους να επιθυμούν την ειρήνη. Αποτέλεσμα ήταν να δεχτούν τελικά σχέδιο που πρότεινε ο Πέρσης Βασιλιάς Αρταξέρξης. Με την συμφωνία ειρήνης, γνωστή ως Ανταλκίδειος ειρήνη, οι Πέρσες απέκτησαν πάλι τον έλεγχο της Μικράς Ασίας και της Κύπρου, ενώ οι Αθηναίοι διατήρησαν τα νησιά Σκύρο, Λήμνο και Ίμβρο.
Η Ελλάδα την περίοδο της Θηβαϊκής ηγεμονίας
Το 378 π.Χ. η Αθήνα ίδρυσε την Δεύτερη Αθηναϊκή συμμαχία με στόχο να αποτρέψει τον Σπαρτιατικό επεκτατισμό προς τα νησιά του Αιγαίου. Στην συμμαχία προσχώρησαν τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου, η Εύβοια, το Κοινό της Χαλκιδικής, οι πόλεις των νότιων παραλίων της Θράκης και αργότερα τα νησιά του Ιονίου εκτός από την Ζάκυνθο. Το 371 π.Χ. η Αθήνα ανησυχώντας για την ενδυνάμωση της Θήβας έκλεισε ειρήνη με την Σπάρτη. Οι Θηβαίοι μετά την επικράτησή τους στην μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. κυριάρχησαν στον ελλαδικό χώρο το επόμενο διάστημα. Τελικά συγκρούστηκαν με τους αντιπάλους τους στην Μαντίνεια με τους Αθηναίους να πολεμούν στο πλευρό των Σπαρτιατών. Η μάχη της Μαντίνειας δεν ανέδειξε νικητή αλλά οδήγησε σε συνθήκη ειρήνης μεταξύ των αντίπαλων πλευρών. Η Αθήνα στο μεταξύ προσπαθούσε να διατηρήσει την συνοχή της δεύτερης Αθηναϊκής συμμαχίας που αντιμετώπιζε συνεχείς απόπειρες πόλεων για αποστασία. Με κύριους επικεφαλής του στόλου τον Ιφικράτη, τον Χαβρία, τον Τιμόθεο και τον Χάρη προσπαθούσε να διατηρήσει την ακεραιότητα της συμμαχίας. Μεταξύ του 357 και 355 ένας συνασπισμός πόλεων που αποστάτησαν από την συμμαχία, με κυριότερες την Ρόδο, την Κω και την Χίο, συγκρούστηκαν με την Αθήνα. Κατά τον συμμαχικό πόλεμο όπως έγινε γνωστός ο πόλεμος μεταξύ των πρώην μελών της Β΄Αθηναικής συμμαχίας οι Αθηναίοι δεν κατάφεραν να επαναφέρουν τις παραπάνω πόλεις στην συμμαχία. Την περίοδο αυτή ξέσπασε και ο τρίτος ιερός πόλεμος, στον οποίο οι Αθηναίοι τάχτηκαν στο πλευρό των Φωκέων. Η στάση τους αυτή τους έφερε αντιμέτωπους με τους Μακεδόνες του Φιλίππου που είχαν σπεύσει να αντιμετωπίσουν τους Φωκείς. Οι Μακεδόνες επικράτησαν τελικά και σύναψαν ειρήνη με τους Αθηναίους, την επονομαζόμενη Φιλοκράτειο ειρήνη (346 π.Χ.). Οι Αθηναίοι όμως παρασυρμένοι από τους λόγους του Δημοσθένη εγκατέλειψαν γρήγορα την φιλική στάση προς τους Μακεδόνες και άρχισαν να δημιουργούν συνασπισμό εναντίον τους. Στον συνασπισμό προσχώρησαν οι Θηβαίοι, οι Κορίνθιοι και οι Μεγαρείς. Οι δύο αντίπαλοι συγκρούστηκαν στην Χαιρώνεια το 338 π.Χ. και στην μάχη που ακολούθησε επικράτησαν οι Μακεδόνες που αναδείχθηκαν πλέον σε κυρίαρχη δύναμη στον ελλαδικό χώρο.
Ελληνιστική περίοδος [Επεξεργασία]
Η Αθήνα συμμετείχε στην πανελλήνια συμμαχία που συγκροτήθηκε από τους Μακεδόνες, με σκοπό να εκστρατεύσουν εναντίον των Περσών. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου όμως, οι Αθηναίοι εκμεταλλευτήκαν την ευκαιρία να επαναστατήσουν μαζί με άλλες πόλεις της νότιας Ελλάδας, γεγονός που οδήγησε στον Λαμιακό πόλεμο (322 π.Χ.). Οι Μακεδόνες κατέστειλαν την επανάσταση και εγκατέστησαν φρουρά στον Πειραιά. Αργότερα ο Κάσσανδρος τοποθέτησε τοποτηρητή στην Αθήνα τον Δημήτριο Φαληρέα. Το 307 π.Χ. ο γιος του Αντίγονου, Δημήτριος Πολιορκητής κατέλαβε την Αθήνα Ο Δημήτριος στην συνέχεια κατέλαβε τον θρόνο της Μακεδονίας με αποτέλεσμα η Αθήνα να γίνει μέρος του Μακεδονικού βασιλείου, όπου παρέμεινε και όταν βασιλιάς της Μακεδονίας έγινε ο γιος του Δημήτριου, Αντίγονος Γονατάς. Το 268 π.Χ. η Αθήνα εντάχθηκε στην Σπαρτιατική συμμαχία κατά των Μακεδόνων. Ο συνασπισμός των πόλεων της νότιας Ελλάδας συγκρούστηκε με τους Μακεδόνες του Αντίγονου. Ο πόλεμος αυτός που ονομάστηκε Χρεμωνίδειος πόλεμος (267-261 π.Χ.) έληξε με νίκη των Μακεδόνων οι οποίοι επέβαλαν πάλι Μακεδονική φρουρά στην Αθήνα. Κατά την διάρκεια του δεύτερου Μακεδονικού πολέμου οι Αθηναίοι τάχθηκαν στο πλευρό των Ρωμαίων. Όταν πλέον οι Ρωμαίοι κινήθηκαν κατά της νότιας Ελλάδας οι Αθηναίοι δεν πρόβαλαν αντίσταση και έγιναν μέρος του ρωμαϊκού κόσμου. Το 88 π.Χ. κατά την διάρκεια του πρώτου Μιθριδατικού πολέμου, οι Αθηναίοι κάλεσαν τον Μιθριδάτη να απελευθερώσει την πόλη τους. Την ίδια περίοδο ανέλαβε τύραννος της Αθήνας ο Αριστίων. Ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας πολιόρκησε την Αθήνα και την κατέλαβε το 86 π.Χ. διαπράττοντας τεράστιες καταστροφές στην πόλη. Αυτή ήταν και η τελευταία απόπειρα της Αθήνας να υπάρξει σαν ελεύθερη πόλη.
Ρωμαϊκή περίοδος [Επεξεργασία]
Μετά την κατάκτηση της Αθήνας από τον Σύλλα, οι Ρωμαίοι έδωσαν στην Αθήνα ειδικό καθεστώς αυτονομίας λόγω της έντονης πνευματικής κίνησης που υπήρχε σ' αυτή. Η Αθήνα συνέχισε να συγκεντρώνει σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων της εποχής ενώ πολλοί Ρωμαίοι Αυτοκράτορες απέκτησαν κατοικίες στην πόλη. Τα σημαντικότερα έργα της Ρωμαϊκής περιόδου πραγματοποίησε στην Αθήνα ο Αυτοκράτορας Αδριανός την περίοδο μεταξύ 117 και 138 μ.Χ.. Ο Αδριανός ολοκλήρωσε τον Ναό του Ολυμπίου Διός, και προχώρησε στην κατασκευή πολλών σημαντικών δημόσιων κτιρίων όπως την βιβλιοθήκη, το γυμνάσιο, το υδραγωγείο κλπ.. Προς τιμήν του οι Αθηναίοι έκτισαν την αψίδα που έγινε γνωστή ως πύλη του Αδριανού. Σημαντικά έργα πρόσφερε στην πόλη ο εύπορος Αθηναίος Ηρώδης ο Αττικός με σπουδαιότερο το Ωδείο που φέρει το όνομά του.
Το 267 μ.Χ. η Αθήνα υπέστη μεγάλες καταστροφές από την επιδρομή των Ερούλων, γερμανικού λαού που είχε εισβάλλει στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Μετά την επιδρομή η πόλη συρρικνώθηκε. Παρέμεινε όμως σημαντικό κέντρο των γραμμάτων μέχρι το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών από τον Ιουστινιανό το 529 μ.Χ.
Το πολίτευμα της αρχαίας Αθήνας
Ως βασιλείς της αρχαίας Αθήνας, θεωρούμε τους ηγέτες της πόλης που έζησαν κατά κύριο λόγο στα μυθικά χρόνια. Χρονικά τοποθετούνται πριν τους άρχοντες, τους τυράννους και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στην Αθήνα.
Ο παρακάτω κατάλογος βασίζεται σε έργα του ιστορικού Ευσεβίου εκ Καισαρείας. Η αρχαιολογική-ιστορική κοινότητα δεν έχει αποδείξεις για την ιστορικότητα αυτών των μυθικών προσώπων.
Πρώτοι βασιλείς
Περίφαντας, αυτόχθονας Αθηναίος, ο οποίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς των Αθηνών πριν από τον Κέκροπα
Ωγύγος ή Ωγύγης, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του συνέβη ο πρώτος κατακλυσμός στην Ελληνική Μυθολογία.
Ακταίος, έδωσε το όνομά του στην περιοχή: Ακταία (σε μεταγενέστερα μυθικά χρόνια ονομάστηκε Αττική).
Κεκροπίδες
Σημειώνεται ότι οι ημερομηνίες που αναφέρονται παρακάτω δε μπορούν να επιβεβαιωθούν ιστορικά και αποτελούν εκτιμήσεις ιστορικών της Ελληνιστικής εποχής που προσπάθησαν να συνδυάσουν τις και να διασταυρώσουν τις μέχρι τότε διαθέσιμες πληροφορίες. Δεν πρέπει λοιπόν να θεωρούνται ως δεδομένες.
Κέκροπας (1556 - 1506 π.Χ.) θεωρείται από μερικούς αρχαίους ιστορικούς ο πρώτος βασιλιάς της Αθήνας, μολονότι ήταν μυθικό ον (μισός άνθρωπος-μισός φίδι).
Κραναός (1506 - 1497 π.Χ.).
Αμφικτύων (1497 - 1487 π.Χ.).
Εριχθόνιος (1487 - 1437 π.Χ.).
Πανδίων (1437 - 1397 π.Χ.).
Ερεχθεύς (1397 - 1347 π.Χ.).
Κέκροπας Β' (1347 - 1307 π.Χ.).
Πανδίων Β' (1307 - 1282 π.Χ.).
Αιγέας (1282 - 1234 π.Χ.).
Θησέας (1234 - 1204 π.Χ. ή το 1213 π.Χ.).
Μενεσθέας (1204 - 1181 π.Χ. ή 1213 - 1191 π.Χ.), κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ξέσπασε ο Τρωικός Πόλεμος.
Δημοφών (1181 - 1147 π.Χ.).
Οξύντης (1147 - 1135 π.Χ.).
Αφείδας (1135 - 1134 π.Χ.).
Θυμοίτης (1134 - 1126 π.Χ.).
Μελανθίδες
Μέλανθος (1126 - 1089 π.Χ.).
Κόδρος (1089 - 1068 π.Χ.).
Άρχοντες
Μετά τον θάνατο του Κόδρου οι απόγονοί του έπαψαν να ορίζονται βασιλείς και ορίζονταν ισόβιοι άρχοντες, με κριτήριο την κληρονομικότητα. Από το 753 π.Χ. οι άρχοντες έπαψαν να ορίζονται με κληρονομικό κριτήριο. Από τους άρχοντες, ο πρώτος ονομαζόταν «επώνυμος» γιατί από αυτόν έπαιρνε όνομα το έτος (επώνυμος άρχων).
Το πολίτευμα της βασιλείας (Βασιλείς της Αρχαίας Αθήνας) φαίνεται να εξασθένησε στην Αθήνα περίπου την εποχή της καθόδου των Δωριέων (1100 π.Χ.). Το πολίτευμα που επικράτησε στην Αθήνα για τους επόμενους αιώνες με εκλεγμένους Επώνυμους άρχοντες ήταν αριστοκρατία η οποία κατέρρευσε μετά την επιβολή τυραννίας από τον Πεισίστρατο το 560 π.Χ.. Μετά την πτώση της Τυραννίας το 510 π.Χ. ο Κλεισθένης προχώρησε σε πολύ σημαντικές μεταρρυθμίσεις μετατρέποντας το πολίτευμα της Αθήνας σε δημοκρατία. Η εξουσία πέρασε στην εκκλησία του δήμου και όλοι οι Αθηναίοι πολίτες ανεξαρτήτως τάξης και εισοδήματος είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά και στην λήψη αποφάσεων. Ο Κλεισθένης καθιέρωσε επίσης και τον θεσμό του οστρακισμού. Η Αθηναϊκή δημοκρατία ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο τα επόμενα χρόνια, κυρίως όμως από τις μεταρρυθμίσεις του Περικλή. ο Περικλής προχώρησε σε ακόμα πιο ριζοσπαστικούς νόμους, ενισχύοντας περισσότερο τον θεσμό της δημοκρατίας[15]. Από την Αθηναϊκή δημοκρατία, εξαιρούνταν σε όλες τις φάσεις της, οι δούλοι και οι γυναίκες.
Επώνυμος άρχοντας
Ο επώνυμος άρχοντας ήταν πολιτικό αξίωμα στην αρχαία Αθήνα. Ήταν ένας από τους δέκα άρχοντες, και συγκεκριμένα ο πρώτος. Η διαδοχή των επώνυμων αρχόντων έχει σημαντική ιστορική σημασία, αφού από το όνομά του ονομαζόταν το έτος, ενώ ετίθετο πρώτο στην αρχή των νόμων, των συνθηκών και των δημόσιων επιγραφών. Στην Σπάρτη ανάλογη χρήση είχε ο πρώτος των πέντε εφόρων. Πριν το θεσμό των αρχόντων που εκλέγονταν σε τακτικά χρονικά διαστήματα, οι άρχοντες ήταν ισόβιοι και κληρονομικοί και ακόμη πιο πριν την εξουσία είχαν οι Βασιλείς της Αρχαίας Αθήνας.
Επώνυμοι άρχοντες [Επεξεργασία]
Ανά τους αιώνες διετέλεσαν οι εξής επώνυμοι άρχοντες (ο κατάλογος δεν είναι πλήρης):
681 π.Χ. Τλησίας
671 π.Χ. Λεόστρατος
669 π.Χ. Πεισίστρατος
668 π.Χ. Αυτοσθένης
664 π.Χ. Μιλτιάδης
659 π.Χ. Μιλτιάδης
644 π.Χ. Δροπίδης
639 π.Χ. Δαμασίας
621 π.Χ. Δράκων
615 π.Χ. Ηνιοχίδης
605 π.Χ. Αριστοκλής
604 π.Χ. Κριτίας
599 π.Χ. Μεγακλής
595 π.Χ. Φιλόμβροτος
594 π.Χ. Σόλων
593 π.Χ. Δροπίδης
592 π.Χ. Ευκράτης
590 π.Χ. Σίμων
588 π.Χ. Φίλιππος
585 π.Χ. Δαμασίας Α'
582 π.Χ. Δαμασίας Β'
577 π.Χ. Αρχιστρατίδης
570 π.Χ. Αριστομένης
566 π.Χ. Ιπποκλείδης
560 π.Χ. Κομίας
559 π.Χ. Ηγίστρατος
556 π.Χ. Ευθύδημος
548 π.Χ. Ερξικλείδης
533 π.Χ. Θερικλής
524 π.Χ. Μιλτιάδης
508 π.Χ. Ισαγόρας
504 π.Χ. Ακεστορίδης
500 π.Χ. Μύρος
496 π.Χ. Ίππαρχος
495 π.Χ. Φίλιππος
494 π.Χ. Πυθόκριτος
493 π.Χ. Θεμιστοκλής
492 π.Χ. Διόγνητος
491 π.Χ. Υβριλίδης
490 π.Χ. Φαίνιππος
489 π.Χ. Αριστείδης
498 π.Χ. Ανχίσης
485 π.Χ. Φιλοκράτης
484 π.Χ. Λεόστρατος
483 π.Χ. Νικόδημος
482 π.Χ. Θεμιστοκλής
480 π.Χ. Καλλιάδης
479 π.Χ. Ξάνθιππος
477 π.Χ. Αδείμαντος
476 π.Χ. Φαίδων
475 π.Χ. Δρομοκλείδης
474 π.Χ. Ακεστορίδης
473 π.Χ. Μήνων
472 π.Χ. Χάρης
471 π.Χ. Πραξίεργος
470 π.Χ. Δημοτίων
469 π.Χ. Αψηφίων
468 π.Χ. Θεαγενήδης
467 π.Χ. Λυσίστρατος
466 π.Χ. Λυσανίας
465 π.Χ. Λυσίθεος
464 π.Χ. Αρχιδημήδης
463 π.Χ. Τληπόλεμος
462 π.Χ. Κόνων
461 π.Χ. Εύθιππος
460 π.Χ. Φρασικλείδης
459 π.Χ. Φιλοκλής
458 π.Χ. Βίων
457 π.Χ. Μνησιθεΐδης
456 π.Χ. Καλλίας
455 π.Χ. Σωσίστρατος
455 π.Χ. Αρίστων
453 π.Χ. Λυσικράτης
452 π.Χ. Χαιρεφάνης
451 π.Χ. Αντίδοτος
450 π.Χ. Ευθύδημος
449 π.Χ. Πεδιεύς
448 π.Χ. Φιλίσκος
447 π.Χ. Τιμαρχίδης
446 π.Χ. Καλλίμαχος
445 π.Χ. Λυσιμαχίδης
444 π.Χ. Πραξιτέλης
443 π.Χ. Λυσανίας
442 π.Χ. Δίφιλος
441 π.Χ. Τιμοκλής
440 π.Χ. Μορυχίδης
439 π.Χ. Γλαυκίνος
438 π.Χ. Θεόδωρος
437 π.Χ. Ευθυμήδης
436 π.Χ. Λυσίμαχος
435 π.Χ. Αντιοχίδης
434 π.Χ. Κράτης
433 π.Χ. Αψευδής
432 π.Χ. Πυθόδωρος
431 π.Χ. Ευθύδημος
430 π.Χ. Απολλόδωρος
429 π.Χ. Επαμεινώνδας
428 π.Χ. Διότιμος
427 π.Χ. Ευκλεής
426 π.Χ. Εύθυνος
425 π.Χ. Στρατοκλής
424 π.Χ. Ίσαρχος
423 π.Χ. Αμύνιας
422 π.Χ. Αλκανεύς
421 π.Χ. Αριστίων
420 π.Χ. Αστύφιλος
419 π.Χ. Αρχίας
418 π.Χ. Αντιφών
417 π.Χ. Εύφημος
416 π.Χ. Αρίμνηστος
415 π.Χ. Χαβρίας
414 π.Χ. Τείσανδρος
413 π.Χ. Κλεόκριτος
412 π.Χ. Καλλίας
411 π.Χ. Θεόπομπος
410 π.Χ. Γλαύκιππος
409 π.Χ. Διοκλής
408 π.Χ. Ευκτήμων
407 π.Χ. Αντιγένης
406 π.Χ. Καλλίας
405 π.Χ. Αλεξίας
404 π.Χ. (αναρχία)
403 π.Χ. Ευκλείδης
402 π.Χ. Μίκων
401 π.Χ. Ξέναιτος
400 π.Χ. Λάχης
399 π.Χ. Αριστοκράτης
398 π.Χ. Ιθυκλής
397 π.Χ. Σουνιάδης
396 π.Χ. Φορμίων
395 π.Χ. Διόφαντος
394 π.Χ. Ευβουλίδης
393 π.Χ. Δημόστρατος
392 π.Χ. Φιλοκλής
391 π.Χ. Νικοτέλης
390 π.Χ. Δημόστρατος
387 π.Χ. Θεόδοτος
386 π.Χ. Μυστιχίδης
385 π.Χ. Δεξίθεος
384 π.Χ. Διοτρέφης
383 π.Χ. Φανόστρατος
382 π.Χ. Εύανδρος
381 π.Χ. Δημόφιλος
380 π.Χ. Πυθέας
379 π.Χ. Νίκων
378 π.Χ. Ναυσίνικος
377 π.Χ. Καλλίας
376 π.Χ. Χαρίσανδρος
375 π.Χ. Ιπποδάμας
374 π.Χ. Σωκρατίδης
373 π.Χ. Αστείος
372 π.Χ. Αλκισθένης
371 π.Χ. Φρασικλείδης
370 π.Χ. Δυσνίκητος
369 π.Χ. Λυσίστρατος
368 π.Χ. Ναυσιγένης
367 π.Χ. Πολύζηλος
366 π.Χ. Κηφισόδωρος
365 π.Χ. Χίων
364 π.Χ. Τιμοκράτης
363 π.Χ. Χαρικλείδης
362 π.Χ. Μόλων
361 π.Χ. Νικόφημος
360 π.Χ. Καλλιμήδης
358 π.Χ. Κηφισόδοτος
357 π.Χ. Αγαθοκλής
356 π.Χ. Ελπίνης
355 π.Χ. Καλλίστρατος
354 π.Χ. Διόιμος
353 π.Χ. Θύδημος
352 π.Χ. Αριστόδημος
351 π.Χ. Θεσσαλός
350 π.Χ. Απολλόδωρος
349 π.Χ. Καλλίμαχος
348 π.Χ. Θεόφιλος
347 π.Χ. Θεμιστοκλής
346 π.Χ. Αρχίας
345 π.Χ. Εύβουλος
344 π.Χ. Λυκίσκος
343 π.Χ. Πυθόδοτος
342 π.Χ. Σωσιγένης
341 π.Χ. Νικόμαχος
340 π.Χ. Θεόφραστος
339 π.Χ. Λυσιμαχίδης
338 π.Χ. Χαίροντας
337 π.Χ. Φρύνιχος
336 π.Χ. Πυθόδηλος
335 π.Χ. Ευαίνετος
334 π.Χ. Κτησικλής
333 π.Χ. Νικοκράτης
332 π.Χ. Νικητής
331 π.Χ. Αριστοφάνης
330 π.Χ. Αριστόφων
329 π.Χ. Κηφισόφων
328 π.Χ. Ευθύκριτος
327 π.Χ. Ηγεμών
326 π.Χ. Χρέμης
325 π.Χ. Αντικλής
324 π.Χ. Ηγησίας
323 π.Χ. Κηφισόδωρος
322 π.Χ. Φιλοκλής
321 π.Χ. Αρχίππους
320 π.Χ. Νέαιχμος
319 π.Χ. Απολλόδωρος
318 π.Χ. Άρχιππος
317 π.Χ. Δημογένης
316 π.Χ. Δημοκλείδης
315 π.Χ. Πραξίβουλος
314 π.Χ. Νικόδωρος
313 π.Χ. Θεόφραστος
312 π.Χ. Πολεμών
311 π.Χ. Σιμονίδης
307 π.Χ. Αναξικράτης
306 π.Χ. Κόροιβος
305 π.Χ. Ευξένιππος
304 π.Χ. Φερηκλής
303 π.Χ. Λεόστρατος
302 π.Χ. Νικοκλής
301 π.Χ. Καλλίαρχος
300 π.Χ. Ηγήμαχος
299 π.Χ. Ευκτήμων
298 π.Χ. Μνησίδημος
297 π.Χ. Αντιφάτης
296 π.Χ. Νικίας
295 π.Χ. Νικόστρατος
294 π.Χ. Διότιμος (;)
293 π.Χ. Ολυμπιόδωρος
292 π.Χ. Φίλιππος
290 π.Χ. Καλλιμήδης
289 π.Χ. Θερσίλοχος
288 π.Χ. Δίφιλος
287 π.Χ. Διοκλής
286 π.Χ. Διότιμος
285 π.Χ. Ισαίος
284 π.Χ. Ευθίας
283 π.Χ. Κίμων (;)
282 π.Χ. Μηνηκλής
281 π.Χ. Νικίας
280 π.Χ. Γοργίας
279 π.Χ. Αναξικράτης
278 π.Χ. Δημοκλής
277 π.Χ. Πολύευκτος
271 π.Χ. Πυθάρατος
270 π.Χ. Αρίσταρχος (;)
266 π.Χ. Πειθόδημος (;)
264 π.Χ. Διόγνητος
262 π.Χ. Διομήδων (;)
261 π.Χ. Ερμογένης (;)
260 π.Χ. Αρρενίδης
252 π.Χ. Λεοχάρης
251 π.Χ. Θεόφιλος
250 π.Χ. Εργοχάρης
249 π.Χ. Νικητής
247 π.Χ. Διοκλής
246 π.Χ. Ευφίλητος
245 π.Χ. Ηράκλειτος
243 π.Χ. Αντίφιλος
241 π.Χ. Μενεκράτης
230 π.Χ. Αλέξανδρος
212 π.Χ. Αθηστήριος
211 π.Χ. Αριστόδημος
205 π.Χ. Καλλίστρατος
204 π.Χ. Πασιάδης
200 π.Χ. Νικίας
196 π.Χ. Αθενίων
195 π.Χ. Κτησικράτης
189 π.Χ. Δημόστρατος
184 π.Χ. Τύχανδρος
167 π.Χ. Αρίσταιχμος
165 π.Χ. Ξενοκλής
164 π.Χ. Νικομήνης
161 π.Χ. Φαιδρίας
147 π.Χ. Αγνόθεος
Πηγές
Frederic Schöll (ΑΩΙΗ). Ιστορική Χρονολογία. Εν Βιέννη της Αυστρίας: Εκ της τυπογραφίας Ιωάννη Σνειρέρου. Ανακτήθηκε την 27 Μαρτίου 2011.
Karl Ludwig Peter (1808-1893), επιμ. (1882) (στα Αγγλικά). Chronological tables of Greek history. Καίμπριτζ: University Press. Ανακτήθηκε την 17 Νοεμβρίου 2009.
Αθηναϊκή δημοκρατία
Η Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν το πολιτικό σύστημα που αναπτύχθηκε στην αρχαία ελληνική πόλη-κράτος της Αθήνας (που περιλάμβανε την κεντρική πόλη των Αθηνών και την περιβάλλουσα επικράτεια της Αττικής). Η Αθήνα ήταν η πρώτη γνωστή δημοκρατία και ίσως η πιο σημαντική κατά την αρχαιότητα. Και άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις είχαν δημοκρατικό πολίτευμα αλλά κανένα από αυτά δεν ήταν εξίσου ισχυρό και σταθερό με αυτό των Αθηνών. Παραμένει ένα μοναδικό και εξαιρετικού ενδιαφέροντος πείραμα άμεσης δημοκρατίας, όπου οι άνθρωποι δεν εξέλεγαν αντιπροσώπους για να αποφασίζουν στο όνομά τους, αλλά έπαιρναν οι ίδιοι αποφάσεις νομοθετικού και εκτελεστικού περιεχομένου. Δε συμμετείχε, ωστόσο, το σύνολο του πληθυσμού της πόλης, αλλά το σύνολο αυτών που είχαν πολιτικά δικαιώματα συγκροτούνταν ανεξαρτήτως από οικονομικά θέματα και οι πολίτες συμμετείχαν σε πρωτοφανή κλίμακα. Ποτέ μέχρι τότε τόσο πολλοί άνθρωποι δεν είχαν περάσει τόσο χρόνο αυτοκυβερνώμενοι.
Μέρος της αθηναϊκής ισχύος προήλθε από την κατοχή ολόκληρης της Αττικής, η οποία, κατά την παράδοση, αποδίδεται στο συνοικισμό του Θησέα. Για όσους ο Θησέας ανήκει εξ ολοκλήρου στη σφαίρα της μυθολογίας, είναι ασαφής ο χρόνος και ο τρόπος της ενοποίησης υπό την Αθήνα. Η Ελευσίνα, π.χ., εμφανίζεται ως ανεξάρτητη πόλη-κράτος τον 8ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ο πληθυντικός της λέξης ‘αι Αθήναι’ αποτελεί μία ένδειξη ότι περισσότεροι οικισμοί συνενώθηκαν για να σχηματίσουν την πόλη.
Ο Σόλων (περίπου το 590 π.Χ.), ο Κλεισθένης (508 π.Χ.) και ο Εφιάλτης (462 π.Χ.) συνέβαλαν στην ανάπτυξη του δημοκρατικού πολιτεύματος. Οι ιστορικοί διαφοροποιούνται ως προς το ποιος δημιούργησε ποιους θεσμούς και ποιος ανάμεσά τους αντιπροσωπεύει ένα πραγματικά δημοκρατικό κίνημα. Συνήθως, η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας αποδίδεται στον Κλεισθένη, αφού οι νόμοι του Σόλωνα καταλύθηκαν από τον Πεισίστρατο και ο Εφιάλτης απλώς βελτίωσε κάποιες ρυθμίσεις του Κλεισθένη.
Το τέλος της τυραννίας των Πεισιστρατιδών αποδόθηκε στη δολοφονία του Ίππαρχου, αδερφού του Ιππία, από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα, στους οποίους απέδιδαν τιμές οι μετέπειτα Αθηναίοι επειδή κατά τη γνώμη τους αποκατέστησαν την αθηναϊκή ελευθερία. Η δολοφονία του Ίππαρχου, όμως, έλαβε χώρα τέσσερα χρόνια πριν την επανάσταση και έξι πριν από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Παρόλη τη δριμεία αντίδραση του Ιππία, η δολοφονία του αδερφού του πιθανώς να αποσταθεροποίησε τη θέση του.
Ο σημαντικότερος και δημοκρατικός ηγέτης ήταν ο Περικλής. Μετά τον θάνατό του, η Αθηναϊκή δημοκρατία διακόπηκε δύο φορές από ολιγαρχικές επαναστάσεις προς το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου. Τροποποιήθηκε κάπως από τον Ευκλείδη μετά την παλινόρθωσή της. Οι πιο λεπτομερείς αναφορές προέρχονται από τον 4ο αιώνα παρά από την εποχή του Περικλή. Καταλύθηκε από τους Μακεδόνες το 322 π.Χ. Οι Αθηναϊκοί θεσμοί αργότερα αναβίωσαν, αλλά είναι αμφισβητήσιμο σε ποιο βαθμό αυτό ήταν μία πραγματική δημοκρατία.
Ετυμολογία
Η λέξη δημοκρατία αποτελείται από τα συνθετικά ‘δήμος’ (το σύνολο ή η συνέλευση των ανθρώπων που έχουν πολιτικά δικαιώματα) και ‘κράτος’ (δύναμη, εξουσία, κυριαρχία). Η λέξη ‘κράτος’ είναι μία απροσδόκητα σκληρή λέξη. Στις λέξεις ‘μοναρχία’ και ‘ολιγαρχία’ το δεύτερο συνθετικό ‘άρχω’ σημαίνει ‘κυβερνώ, οδηγώ, κυριαρχώ’. Είναι πιθανό ο όρος ‘δημοκρατία’ να επινοήθηκε από τους δυσφημιστές της που απέρριπταν την πιθανότητα μίας, ούτως ειπείν, ‘δημαρχίας’. Οποιοσδήποτε κι αν ήταν η αρχική απόχρωση, ο όρος υιοθετήθηκε από τους Αθηναίους δημοκρατικούς. Ο όρος, πάντως, ουσιαστικά δηλώνει ‘το πολίτευμα εκείνο στο οποίο η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της συνέλευσης των εχόντων πολιτικών δικαιώματα’.
Η λέξη παρουσιάζεται στον Ηρόδοτο, που έγραψε μερικά από τα πρωιμότερα σωζόμενα γραπτά, αλλά ίσως δεν χρησιμοποιήθηκε πριν το 440-430 π.Χ. Δεν είναι σίγουρο ότι η λέξη χρησιμοποιήθηκε από τη στιγμή της γέννησης της δημοκρατίας, αλλά από το 460 π.Χ. γνωρίζουμε την ύπαρξη του ονόματος ‘Δημοκράτης’, που προφανώς δόθηκε από τους γονείς στο παιδί τους ως ένδειξη δημοκρατικής νομιμότητας.
Συμμετοχή και αποκλεισμός
Μέγεθος και σύσταση του Αθηναϊκού πληθυσμού
Μόνο να εικάσουμε μπορούμε για τον πληθυσμό της Αττικής, καθώς οι Αθηναίοι ποτέ δεν διεξήγαν μία πλήρη απογραφή. Ο αριθμός των σκλάβων και των μετοίκων ιδιαίτερα διακυμαίνονταν συχνά. Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.. ο πληθυσμός της Αθήνας μπορεί να περιλάμβανε περίπου 250.000-300.000. οι οικογένειες των πολιτών μπορεί να ανέρχονταν σε 100.000 και από αυτούς περίπου 30.000 ήταν οι άρρενες ενήλικες που είχαν δικαιώματα να συμμετάσχουν στη συνέλευση. Στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. ο αριθμός των ενηλίκων πολιτών ίσως έφθανε και τις 60.000, αλλά αυτός ο αριθμός έπεσε σημαντικά κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Αυτή η απότομη μείωση ήταν μόνιμη λόγω της εισαγωγής ενός αυστηρότερου ορισμού όπως περιγράφεται παρακάτω. Από μία σύγχρονη προοπτική αυτά τα μεγέθη μοιάζουν θλιβερά μικρά, αλλά στον κόσμο των ελληνικών πόλεων-κρατών, η Αθήνα ήταν τεράστια: περισσότερες από χίλιες πόλεις-κράτη αποτελούνταν από μόλις 1.000-1.500 ενήλικες άρρενες πολίτες και η Κόρινθος, μία σημαντική δύναμη της εποχής, διέθετε το πολύ 15.000 πολίτες.
Πέραν των πολιτών, ο υπόλοιπος πληθυσμός διαιρούνταν στους μετοίκους και τους δούλους, με τους τελευταίους ίσως περισσότερο πολυάριθμους. Γύρω στο 338 π.Χ., ο ρήτορας Υπερείδης ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν 150.000 δούλοι στην Αττική, αλλά ο αριθμός είναι απλώς η εντύπωση του ρήτορα: οι δούλοι υπερτερούσαν αριθμητικά των πολιτών αλλά όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό.
Η ιδιότητα του πολίτη στην Αθήνα
Μόνο άρρενες ενήλικοι που είχαν ολοκληρώσει τη διετή (από τα 18 μέχρι τα 20) στρατιωτική τους θητεία είχαν το δικαίωμα να συμμετάσχουν και να ψηφίσουν στη συνέλευση. Αυτό απέκλειε την πλειονότητα του πληθυσμού, δηλαδή τους δούλους, τις γυναίκες και τους μετοίκους. Επίσης, δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στη συνέλευση, των οποίων τα πολιτικά δικαιώματα είχαν ανασταλεί (συνήθως γιατί δεν μπορούσαν να πληρώσουν τις οφειλές τους προς την πόλη: βλέπε ατιμία). Για ορισμένους Αθηναίους, αυτό ισοδυναμούσε με μόνιμη (και κληρονομήσιμη) στέρηση δικαιώματος. Παρ’ όλα αυτά, σε αντίθεση με τις ολιγαρχικές πόλεις δεν υπήρχαν ουσιαστικά όριο ελάχιστης απαιτούμενης περιουσίας ή εισοδήματος. (Οι εισοδηματικές τάξεις της νομοθεσίας του Σόλωνα παρέμειναν, αλλά ήταν μάλλον νεκρό γράμμα.) Δεδομένης της απαγορευτικής και προγονικής σύλληψης της ιδιότητας του πολίτη στις αρχαιοελληνικές πόλεις πόλεις-κράτη, μία μόνο μερίδα του πληθυσμού έπαιρνε μέρος στη διακυβέρνηση της Αθήνας και σε άλλες ριζοσπαστικά δημοκρατικές πόλεις, όπως και αυτή. Στην Αθήνα, κάποιοι πολίτες ήταν μακράν περισσότερο δραστήριοι από άλλους, αλλά οι μεγάλοι αριθμοί που απαιτούνταν για να δουλέψει το πολιτικό σύστημα μαρτυρούν ένα εύρος συμμετοχής που ξεπερνούσε σημαντικά οποιαδήποτε σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Οι Αθηναίοι πολίτες έπρεπε να είναι νόμιμα τέκνα πολιτών –και μάλιστα, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Περικλή το 451 π.Χ., και από τους δύο γονείς τους, αποκλείοντας έτσι τα παιδιά Αθηναίων ανδρών και ξένων γυναικών. Παρόλο που η νομοθεσία δεν είχε αναδρομική ισχύ, πέντε χρόνια αργότερα οι Αθηναίοι αφαίρεσαν από τους καταλόγους των πολιτών 5.000 άτομα όταν ένας Αιγύπτιος βασιλιάς έστειλε δωρεάν καλαμπόκι για όλους τους Αθηναίους πολίτες. Η ιδιότητα του πολίτη μπορούσε να παραχωρηθεί από τη συνέλευση. Ορισμένες φορές παραχωρούνταν σε μεγάλες ομάδες (στους Πλαταιείς το 427 π.Χ., στους Σάμιους το 405 π.Χ.), αλλά από τον 4ο αιώνα μπορούσε να παραχωρηθεί μόνο σε άτομα με ειδικό ψήφισμα, με απαρτία 6.000 ατόμων στην Εκκλησία. Η παραχώρηση γινόταν ως ανταμοιβή για υπηρεσίες προς την πόλι. Ο μέτοικος που είχε πλέον πολτικά δικαιώματα ονομαζόταν ισοτελής. Σε τέτοιο status βρισκόταν πολλοί κάτοικοι της Αθήνας. Ανάμεσα σε αυτούς: ο Λυσίας, ο Αριστοτέλης κ.ά. Στην πορεία ενός αιώνα, οι αριθμοί αυτών που συμμετείχαν μετρούνταν πλέον σε εκατοντάδες παρά σε χιλιάδες. Αυτό αντανακλούσε τη γενική σύλληψη της πόλεως ως μιας κοινότητας ανθρώπων, παρά ως μιας εδαφικής κυριαρχίας.
Οι σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες επίσης αποκλείουν άτομα: ξένους κατοίκους (νόμιμους και μη), άτομα κάτω από μία ηλικία και σε κάποιες περιπτώσεις φυλακισμένους. Οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες έχουν και άλλους περιορισμούς: το δικαίωμα της ψήφου ασκείται μία φορά κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια και οι εκλογείς απλώς διαλέγουν τους αντιπροσώπους τους, οι οποίοι, και όχι οι πολίτες οι ίδιοι, ασκούν την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία και παίρνουν πολιτικές αποφάσεις στο όνομα των πολιτών –με την εξαίρεση των περιστασιακών δημοψηφισμάτων.
Οι πολιτικοί θεσμοί
Υπήρχαν τρία πολιτικά σώματα όπου οι πολίτες συγκεντρώνονταν σε εκατοντάδες και χιλιάδες. Αυτά ήταν η εκκλησία (σε ορισμένες περιπτώσεις με ελάχιστο όριο 6.000 ατόμων), η βουλή των 500 και τα δικαστήρια (τουλάχιστον 200 άτομα, αλλά έφταναν τα 6.000, όταν συγκαλούνταν η ολομέλεια της Ηλιαίας). Από αυτά τα τρία σώματα η εκκλησία και τα δικαστήρια είχαν πραγματική εξουσία –παρόλο που τα δικαστήρια, σε αντίθεση με την εκκλησία, ποτέ δεν αποκαλήθηκαν ‘δήμος’, καθώς επανδρώνονταν από ένα υποσύνολο του σώματος των πολιτών, αυτούς που είχαν συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας τους. Αλλά οι πολίτες οι οποίοι ψήφιζαν και στα δυο δεν υπέκειντο σε έφεση ή δικαστική δίωξη, όπως τα μέλη της βουλής και οι υπόλοιποι κάτοχοι δημοσίων αξιωμάτων. Τον 5ο αιώνα π.Χ. συχνά η εκκλησία συνερχόταν ως δικαστήριο για πολιτικές δίκες και δεν είναι σύμπτωση ότι ο ελάχιστος αριθμός για απαρτία στην εκκλησία και ο αριθμός της ετήσιας κληρωτίδας από την οποία κληρώνονταν οι δικαστές ήταν ο ίδιος (6.000). Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., ωστόσο, οι δικαστικές αρμοδιότητες της εκκλησίας περιορίστηκαν, παρόλο που διατήρησε ένα ρόλο στην ανάληψη πρωτοβουλίας για διάφορα είδη πολιτικών δικών.
Η εκκλησία του Δήμου
Τα κεντρικά γεγονότα της Αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν οι συνεδριάσεις της εκκλησίας, Σε αντίθεση με ένα κοινοβούλιο, τα ‘μέλη’ της εκκλησίας δεν εκλέγονταν, αλλά συμμετείχαν όλοι οι έχοντες πολιτικά δικαιώματα όποτε και αν ήθελαν. Η Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν άμεση και όχι έμμεση, αντιπροσωπευτική, κοινοβουλευτική. Κάθε ενήλικας πολίτης άνω των 20 μπορούσε να συμμετάσχει και μάλιστα θεωρούνταν καθήκον. Οι αξιωματούχοι επιλέγονταν είτα με κλήρωση είτε με άμεση ψηφοφορία.
Η εκκλησία είχε τουλάχιστον τέσσερις λειτουργίες : ψήφιζε εκτελεστικά ψηφίσματα (π.χ. για την έναρξη πολέμου ή απονομή της ιδιότητας του πολίτη σε έναν ξένο), εξέλεγε ορισμένους αξιωματούχους, νομοθετούσε και δίκαζε πολιτικά εγκλήματα. Καθώς, όμως, το σύστημα εξελισσόταν σημαντικό μέρος των δύο τελευταίων λειτουργιών μεταφέρθηκε σε δικαστήρια. Η τυποποιημένη διάταξη ήταν η εξής: ομιλητές εκφωνούσαν λόγους υπέρ και κατά μίας πρότασης και ακολουθούσε η ψηφοφορία υπέρ ή κατά της πρότασης συνήθως με ανάταση των χεριών. Σε αντίθεση με τα σύγχρονα κοινοβούλια, οι αγορεύσεις ήταν κατ’ ουσία προσπάθειες πειθούς των παρευρισκομένων. Παρόλο που μπορεί να υπήρχαν μπλοκ υποστήριξης διάφορων θέσεων, που μερικές φορές παρουσίαζαν μεγάλη διάρκεια, αναφορικά με κρίσιμα θέματα, δεν υπήρχαν οργανωμένα κόμματα ή κυβέρνηση και αντιπολίτευση με τη σημερινή έννοια, όπως ισχύει στο σύστημα του Ουέστμινστερ. Κατ’ ουσίαν, η εκάστοτε κυβέρνηση ήταν ο /οι ομιλητής /ομιλητές με τον οποίο συμφωνούσε η πλειοψηφία των συμμετεχόντων στη συνέλευση για το συγκεκριμένο ζήτημα. Τον 5ο αιώνα τουλάχιστο υπήρχαν ελάχιστα όρια στην εξουσία που ασκούνταν από την εκκλησία. Εάν η εκκλησία παραβίαζε έναν ήδη ισχύοντα νόμο με νέα της πράξη, το μόνο που μπορούσε να συμβεί ήταν η επιβολή ποινής σε εκείνον που είχε κάνει την πρόταση η οποία είχε γίνει αποδεκτή από τη συνέλευση. Εάν είχε ληφθεί κάποια λανθασμένη απόφαση, σύμφωνα με την άποψη του δήμου είχε συμβεί διότι είχε ‘παρασυρθεί’.
Όπως συνηθιζόταν στα αρχαία δημοκρατικά πολιτεύματα, κάποιος έπρεπε να παρευρίσκεται σε μία συνέλευση για να μπορέσει να ψηφίσει. Η υπηρέτηση της θητείας ή η απλή απόσταση μπορούσαν να εμποδίσουν την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Η ψηφοφορία γινόταν συνήθως με ανάταση των χεριών (‘χειροτονία’) ενώ κάποιοι αξιωματούχοι έκριναν το αποτέλεσμα με βάση την οπτική παρατήρηση του πλήθους. Καθώς παρευρίσκονταν χιλιάδες άτομα η καταμέτρηση ήταν αδύνατη. Για μια μικρή κατηγορία ψηφοφοριών για τις οποίες απαιτούνταν ένας ελάχιστος αριθμός συμμετεχόντων (6.000), κυρίως για παροχή της ιδιότητας του πολίτη, χρησιμοποιούνταν σφαιρίδια, χρωματισμένα άσπρα για το ‘ναι’ και μαύρα για το ‘όχι’. Πιθανώς, στο τέλος της συνέλευσης, ο κάθε πολίτης έριχνε το ένα από τα δύο σε ένα μεγάλο πιθάρι, που στη συνέχεια σπαζόταν για να καταμετρηθούν οι ψήφοι. (Για τον οστρακισμό απαιτούνταν οι πολίτες να αναγράψουν το όνομα σε ένα κομμάτι ενός αγγείου, το όστρακο.)
Τον 5ο αιώνα, υπήρχαν 10 τακτικές συνελεύσεις της εκκλησίας κάθε χρόνο, μία κάθε μήνα, ενώ μπορούσαν να συγκληθούν και έκτακτες, όποτε προέκυπτε ανάγκη. Τον επόμενο αιώνα καθορίστηκαν σαράντα συνελεύσεις της εκκλησίας, τέσσερις κάθε μήνα, μία εκ των οποίων ονομαζόταν ‘κυρία εκκλησία’. Μπορούσαν ακόμη να συγκληθούν επιπλέον συναντήσεις, ιδίως καθώς ως το 355 π.Χ. υπήρχαν ακόμη πολιτικές δίκες που δικάζονταν από την εκκλησία. Οι συνελεύσεις των πολιτών δε συνέβαιναν σε τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς έπρεπε να μη συμπίπτουν με τις γιορτές, που λάμβαναν χώρα σε διαφορετικό χρονικό σημείο σε καθένα από τους δώδεκα σεληνιακούς μήνες. Υπήρχε ακόμη η τάση να συγκεντρώνονται οι τέσσερις συνελεύσεις στο τέλος κάθε μήνα.
Η συμμετοχή στη συνέλευση ήταν προαιρετική. Τον 5ο αιώνα, δημόσιοι δούλοι, σχηματίζοντας μία ζώνη με ένα κόκκινο σκοινί κατεύθυναν τους πολίτες από την αγορά στον τόπο της συνέλευσης (την Πνύκα), επιβάλλοντας πρόστιμο σε όσων τα ενδύματα είχαν βαφεί. Το μέτρο αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να συγκριθεί με τις μεθόδους υποχρεωτικής ψηφοφορίας κάποιων σύγχρονων δημοκρατιών. Ήταν μάλλον ένα μέτρο γρήγορης συγκέντρωσης του απαιτούμενου αριθμού συμμετεχόντων. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 403 π.Χ., για πρώτη φορά εισήχθη η πληρωμή για τη συμμετοχή στην εκκλησία. Εξαιτίας αυτού παρουσιάστηκε ενθουσιασμός για τις συνελεύσεις. Μόνο οι πρώτοι έξι χιλιάδες που έφταναν γίνονταν δεκτοί και πληρώνονταν, ενώ το κόκκινο σκοινί χρησιμοποιούνταν πλέον για να συγκρατήσει τους αργοπορούντες. Αυτές οι δύο χρήσεις του κόκκινου σκοινιού μας είναι γνωστές από τις αριστοφανικές κωμωδίες Αχαρνείς, στίχοι:17-22 και Εκκλησιάζουσαι, στίχοι:378-9.
Η βουλή των 500 [Επεξεργασία]
Η βουλή των 500, το πολυπληθέστερο σώμα αξιωματούχων, αποτελούσε μια οργανωτική επιτροπή της εκκλησίας, ετοιμάζοντας νομοθετικά προσχέδια και καθορίζοντας τη θεματολογία της. Οι 500 βουλευτές καθορίζονταν με κλήρωση, που λάμβανε χώρα μία φορά κάθε χρόνο. Ένας πολίτης μπορούσε να είναι μέλος της βουλής δύο φορές στη ζωή του. Κάθε πολίτης μπορούσε να καταθέσει προτάσεις στη βουλή. Τυπικά απαγορευόταν η εκκλησία να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς ένα προβούλευμα, δηλαδή μία πρόταση από τη βουλή. Η πρόταση αυτή μπορούσε να είναι συμπαγής, επεξεργασμένη ή ‘ανοιχτή’, που λίγο διέφερε από το να καθορίζει τη θεματολογία της εκκλησίας. Η βουλή ή τα εναλλασσόμενα τμήματά της, οι πρυτανείες, εξυπηρετούσαν ως ένα είδος . Κάθε μέρα του έτους ένας από τους βουλευτές ήταν αρχηγός του κράτους για αυτή τη μέρα (για παράδειγμα κρατούσε τα κλειδιά του ταμείου και τη σφραγίδα του κράτους και ήταν υπεύθυνος για την υποδοχή ξένων αποστολών και (τον 5ο αιώνα) προέδρευε στις συνελεύσεις της εκκλησίας και της βουλής). Υπολογίστηκε ότι περίπου ένα τέταρτο του συνόλου των πολιτών πρέπει να κατείχε το αξίωμα κάποια στιγμή της ζωής του. Αυτή τη θέση του -τρόπον τινά- ‘αρχηγού του κράτους’ μπορούσε να την κατέχει ο καθένας μια φορά στη ζωή του.
Βιβλιογραφία
Αντώνιος Μανιτάκης, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία ως παράδειγμα αυτοπροσδιορισμού του πλήθους μέσω της αυτοκυβέρνησης του Δήμου, στον Τιμητικό Τόμο για τον Ιωάννη
Μανωλεδάκη, τόμος, ΙΙΙ, εκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 43-64.
Διοίκηση
Τοπική Αυτοδιοίκηση
Το δημαρχείο της Αθήνας στην πλατεία Κοτζιά
Η σύγχρονη πόλη της Αθήνας αποτελείται από την συνένωση πολλών μικρότερων πόλεων και χωριών που επεκτάθηκαν για να συνθέσουν μία μεγάλη ενιαία πόλη· η επέκταση αυτή συνέβη τον 20ό αιώνα. Το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας αποτελείται από 35 δήμους και τρεις κοινότητες, ο μεγαλύτερος των οποίων είναι ο Δήμος Αθηναίων με 655.780 κατοίκους (απογραφή 2011).
Όταν αναφερόμαστε στην Αθήνα, αναφερόμαστε συνήθως στην Αθήνα με τα προάστια ή αλλιώς «μείζονα περιοχή της Αθήνας», ορισμένες φορές αναφερόμαστε στον Δήμο Αθηναίων και άλλες στο «κέντρο της Αθήνας». Κάθε δήμος της μείζονος περιοχής της Αθήνας είναι αυτοδιοικούμενος από τον Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο.
Η Ντόρα Μπακογιάννη εξελέγη Δήμαρχος Αθηναίων από τον Οκτώβριο του 2002. Ήταν η πρώτη γυναίκα δήμαρχος της πόλης. Μετά την αποχώρησή της τον Φεβρουάριο του 2006, λόγω ανάληψης του Υπουργείου Εξωτερικών, δήμαρχος ανέλαβε έπειτα από εκλογές στο Δημοτικό Συμβούλιο, ο Θεόδωρος Μπεχράκης. Στις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου του 2006 εκλέχθηκε ο Νικήτας Κακλαμάνης Δήμαρχος Αθηναίων από τον πρώτο γύρο.
Με την εφαρμογή της νέας διοικητικής διαίρεσης της χώρας κατά το Πρόγραμμα Καλλικράτης το 2011 ουδεμία μεταβολή επήλθε σύμφωνα με το άρθρο 1,§ 5.1.Β αυτού, εκτός της μετονομασίας των δημοτικών διαμερισμάτων σε δημοτικές κοινότητες.
Δημοτικές κοινότητες Δήμου Αθηναίων [Επεξεργασία]
Δημοτικά Διαμερίσματα
Ο Δήμος Αθηναίων χωρίζεται σήμερα διοικητικά σε επτά δημοτικές κοινότητες (πρώην διαμερίσματα) σύμφωνα με το άρθρο 2 § 4 του Προγράμματος Καλλικράτης τα οποία αριθμούνται σε 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η και 7η.
H 1η δημοτική κοινότητα Αθήνας περιλαμβάνει το κέντρο των Αθηνών με το λεγόμενο εμπορικό τρίγωνο (Στάδιο-Ομόνοια-Πλάκα).
H 2η δημοτική κοινότητα περιλαμβάνει τις ΝΑ. συνοικίες, από Νέο Κόσμο μέχρι Στάδιο.
H 3η δημοτική κοινότητα Αθήνας περιλαμβάνει τις ΝΔ. συνοικίες, (Αστεροσκοπείου, Πετραλώνων, Μεταξουργείου και Θησείου).
H 4η δημοτική κοινότητα Αθήνας περιλαμβάνει τις Δ. συνοικίες, (Κολωνού, Ακαδημίας Πλάτωνος, Σεπόλια μέχρι Πατήσια).
H 5η δημοτική κοινότητα Αθήνας περιλαμβάνει τις ΒΔ. συνοικίες μέχρι Προμπονά.
H 6η δημοτική κοινότητα Αθήνας περιλαμβάνει τις βόρειες κεντρικές συνοικίες, (Πατήσια Κυψέλη) και τέλος
H 7η δημοτική κοινότητα Αθήνας περιλαμβάνει τις ΒΑ. συνοικίες, (Αμπελόκηποι, Ερυθρός, Πολύγωνο κ.λπ.).
Σε όλες τις παραπάνω δημοτικές κοινότητες συγκροτούνται κοινοτικά συμβούλια και υφίστανται επιμέρους δημοτικές υπηρεσίες.
Μητροπολιτικό Συγκρότημα Αθηνών [Επεξεργασία]
Η ονομασία "Αθήνα" μπορεί να αναφέρεται: 1) στον "Δήμο Αθηναίων" που αποτελεί το κέντρο της πόλης των Αθηνών, γνωστό και ως ζώνη Α, διαιρεμένο σε 7 δημοτικά διαμερίσματα, δηλαδή το ιστορικό κέντρο και τις συνοικίες του δήμου. 2) "Νομαρχία Αθηνών" που περιλαμβάνει τους Δήμους που υπάγονται στη διοικητική διαίρεση της Αθήνας, δηλαδή το κέντρο και τα προάστια πέριξ τούτου (ζώνες Α, Β, Γ, Δ). 3) Την πόλη των Αθηνών, γνωστή και ως "Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών" που περιλαμβάνει τους δήμους της Νομαρχίας των Αθηνών και προάστια υπό αυτό το πρίσμα αποτελούν τα άλλοτε περίχωρα των Αθηνών (Άγιος Στέφανος, Παλλήνη κ.α.). 4) τη Μητροπολιτική Πόλη των Αθηνών, διοικητικό κέντρο της Ελλάδος που καταλαμβάνει ολόκληρη την Αττική υπό το πρίσμα ενός οικουμενικού σχεδιασμού, με αξιοποίηση κάθε γωνιάς του Νομού για τις ανάγκες των Αθηνών (αστικές, οικιστικές, βιομηχανικές, αγροτικές και παραθεριστικές ζώνες).
Αρχικά η πόλη των Αθηνών καταλάμβανε τον ομώνυμο Δήμο και πολλές απομακρυσμένες συνοικίες που αργότερα αυτονομήθηκαν και εντάχθηκαν είτε στη Δυτική, είτε στην Ανατολική Αττική. Έπειτα από την ανάπτυξη της μεγαλούπολης, επανεντάχθηκαν στο αθηναϊκό πολεοδομικό συγκρότημα. Δημιουργούνται εναλλακτικά εργασιακά, βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα και σταδιακά οι υπηρεσίες του κέντρου διασκορπίζονται παράλληλα με την ανάπτυξη των συγκοινωνιακών μέσων.
Σε κάθε ζώνη φαίνεται να συγκεντρώνονται άτομα με παραπλήσια οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα. Συγκεκριμένα στη ζώνη Α συγκεντρώνεται η αστική τάξη της δεκαετίας του '60 που σηματοδοτεί τη μετάβαση στον τριτογενή τομέα και την πυκνή δόμηση. Η ζώνη αυτή δέχεται εσωτερικούς μετανάστες από τον γειτονικό Πειραιά που εκβιομηχανοποιείται με ένα επιβαρυμένο αναπτυξιακό μοντέλο. Η αστική τάξη συμπιέζεται αρχικά προς τα ανατολικά στο Λυκαβηττό και τονΥμηττό (Κολωνάκι, Παγκράτι, Αμπελόκηπους, Βύρωνα κ.α.).
Αθήνα: Το κέντρο του πολεοδομικού συγκροτήματος
Τα μεσαία προς χαμηλά στρώματα συμπιέζονται προς τα βόρεια περίχωρα των Αθηνών (Κυψέλη, Γαλάτσι, Πατήσια). Αργότερα οι ευκατάστατοι Αθηναίοι εξωθούνται προς τις Ζώνες Β και Γ (π.χ. Άλιμος(Καλαμάκι), Χαλάνδρι, Χολαργός, Φάληρο, Ηλιούπολη κ.α.), ενώ εξακολουθούν να μετακινούνται για την εργασία τους στο κέντρο της πόλης. Παράλληλα ο Πειραιάς πυκνοκατοικείται και μετατοπίζεται πληθυσμός προς τη ζώνη Δ προς αναζήτηση φθηνών οικοπέδων, καθώς οι περιοχές αυτές έχουν δεχθεί το μεγαλύτερο όγκο μεταναστών από τη Μικρά Ασία και δομούνται άναρχα. Οι δήμοι δε που παρεμβάλλονται μεταξύ Αθηνών και Πειραιώς δέχονται και τις μεγαλύτερες οικοδομικές πιέσεις (π.χ. Καλλιθέα, Αιγάλεω, Περιστέρι, Μοσχάτο).
Στις ανατολικές συνοικίες των Αθηνών συγκεντρώνονται συνήθως τα μεσαία στρώματα, ενώ όσοι μετακινούνται προς τα βορειοανατολικά τοποθετούνται στα μεσαία προς ανώτερα στρώματα. Προς τα βόρεια και πιο απόμακρα προάστια που οικοδομούνται στα πρότυπα των κηπουπόλεων συγκεντρώνονται οι ανώτερες εισοδηματικές τάξεις, ενώ μετά την εγκατάσταση του αεροδρομίου του Ελληνικού στα νότια, συγκεντρώνονται και οι καλά αμειβόμενες τάξεις των αεροσυνοδών και συναφών επαγγελμάτων, καλύπτοντας τις μεσαίες προς ανώτερες τάξεις. Οι υψηλές αξίες στα βόρεια προάστια οφείλονται στο πευκόφυτο τοπίο (Κηφισιά, Νέα Ερυθραία, Εκάλη, Δροσιά), μεγάλο μέρος του οποίου διασώζεται, ενώ στα νότια οφείλεται στην παραλιακή ακτή των Αθηνών ( Γλυφάδα, Άλιμος, Βούλα, Βουλιαγμένη).
Μαρούσι: Έδρα του βορειοανατολικού λεκανοπεδίου
Σταδιακά πυκνοδομείται η ζώνη Δ που δέχεται τις μετακινήσεις από το ασφυκτικό κέντρο του Πειραιώς, μετανάστες από την επαρχία και αργότερα οικονομικούς μετανάστες συγκεντρώνοντας τα μεσαία προς χαμηλά στρώματα των Αθηνών. Κηπουπόλεις, που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση από το κέντρο, δέχονται έντονες πιέσεις βαριάς αστικοποίησης, όπως η Ηλιούπολη και ο Χολαργός και αλλοιώνεται το αρχικό τους ύφος σε κάποιο βαθμό, ενώ άλλες περιοχές ανθίστανται λόγω του υψηλού εισοδηματικού επιπέδου των κατοίκων τους, όπως το Ψυχικό και η Φιλοθέη. Τα μέλη από τα μεσαία προς χαμηλά εισοδηματικά στρέμματα στρέφονται προς τη βορειοδυτική οικιστική τάση (Νέα Ιωνία, Πατήσια, Νέα Φιλαδέλφεια, Αχαρνές).
Τα τελευταία χρόνια απομακρύνεται πληθυσμός από το κέντρο των δύο πόλεων, ενώ μέλη της πυκνοκατοικημένης ζώνης Δ μετακινούνται προς τη Β και τη Γ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα εύπορα μέλη της ζώνης Β να πιέζονται προς τη βορειοανατολική Αττική και τα σχετικά ευκατάστατα μέλη προς Μεσόγεια στα ανατολικά, πέριξ του Πεντελικού. Τα μέλη της ζώνης Γ συμπιέζονται προς τη Λαυρεωτική και την Ανατολική Αττική.
Όλες αυτές οι αλλαγές έχουν καταστήσει την Αθήνα μητροπολιτική πρωτεύουσα και κάθε συγκρότημα αναπτύσσεται πέριξ του μητροπολιτικού του κέντρου. Συγκεκριμένα, τα βορειοανατολικά προάστια έχουν κέντρο το Μαρούσι, τα νοτιοανατολικά τη Γλυφάδα και τα δυτικά το Περιστέρι. Μητροπολιτικό κέντρο του λιμένα είναι ο Πειραιάς, της Δυτικής Αττικής η Ελευσίνα και της Ανατολικής η Παλλήνη.
Η πόλη φαίνεται να ενώνεται πλέον και με την Πόλη της Παλλήνης στα ανατολικά μετά την εγκατάσταση του αεροδρομίου στα μεσόγεια, ενώ στα δυτικά η αστική ζώνη φθάνει μέχρι την Ελευσίνα και τη Μάνδρα Αττικής.
Υποδομές
Οδικό Δίκτυο Αττικής
Η Αθήνα είναι μια πόλη με απρόσκοπτα αναπτυσσόμενες υποδομές από τη δεκαετία του '50 έως σήμερα. Διαθέτει ένα πλούσιο δίκτυο αυτοκινητοδρόμων που τη συνδέουν με τις γειτονικές περιφέρειες, καθώς και πληθώρα λεωφορείων και τραμ που ενώνουν τις γειτονιές του λεκανοπεδίου και των περιχώρων των Αθηνών. Τα ΚΤΕΛ που εδρεύουν στο Πεδίον του Άρεως παρέχουν πρόσβαση στις γειτονικές πόλεις και την υπόλοιπη Ελλάδα, ενώ γίνονται τα τελευταία χρόνια απόπειρες εκσυγχρονισμού του εθνικού σιδηροδρομικού δικτύου που παραμένει πεπαλαιωμένο. Ο Ηλεκτρικός Σιδηρόδρομος λειτουργεί σε συνάρτηση με τις υπόγειες γραμμές του Μετρό έπειτα από την ανάπλασή του, ενώ το Τραμ συνδέει τους παράκτιους δήμους με το κέντρο της πόλης.
Η Αθήνα διαθέτει πλήρες αποχετευτικό σύστημα, ηλεκτρικό φωτισμό από το 1889, ραδιοφωνικό κέντρο από το 1938 και τηλεόραση από το 1965.
Μεταφορές
Η Πόλη είναι προσβάσιμη οδικώς από τις δύο μεγάλες εθνικές οδούς που διατρέχουν την Αττική, τον Αυτοκινητόδρομο 1 (Α1, Ε75) που εισέρχεται από τη βόρεια είσοδο του λεκανοπεδίου και την Εθνική Οδό 8α (GR-8A, E65 & E94) η οποία εισέρχεται από τα δυτικά. Καθίσταται προσεγγίσιμη επίσης μέσω του Λιμένος Πειραιώς, Ραφήνας και Λαυρίου. Από το 2004 ενώνεται με τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος» μέσω του κλειστού αυτοκινητοδρόμου της Αττικής Οδού. Είναι η πρώτη ελληνική πόλη που εξυπηρετείται από το Μετρό, ενώ το Σύστημα Μαζικών Μετακινήσεων από το 2000 και έπειτα εξελίσσεται σε ένα πολυσύνθετο και αλληλοσυνδεόμενο δίκτυο.
Ένας δευτερεύων κλάδος της Αττικής Οδού, γνωστός ως «Δυτική Περιφερειακή Λεωφόρος Υμηττού», συνδέει την Καισαριανή με τα Γλυκά Νερά. Ο νέος αυτός δακτύλιος πραγματοποιεί οδικές συνδέσεις στο πρωτεύον οδικό δίκτυο της πόλης με 70 χιλιόμετρα, 21 εξόδους και 8 μεγάλους συγκοινωνιακούς κόμβους.
Στην Αθήνα κυκλοφορεί και μεγάλος αριθμός ταξί (σε κίτρινο χρώμα). Τα ταξί της Αθήνας θεωρούνται φθηνότερα σε σύγκριση με αυτά της Ευρώπης.
Ο αερολιμένας της Αθήνας είναι το Διεθνές Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος στην πόλη των Σπάτων, ανατολικά της Αθήνας, που εγκαινιάστηκε το 2000. Η πρόσβαση στο αεροδρόμιο γίνεται μέσω οδικής σύνδεσης (για ιδιωτική μεταφορά, λεωφορειακή σύνδεση ή ταξί), καθώς και σιδηροδρομικής γραμμής. Επιπλέον, η Αθήνα διαθέτει τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Ελλάδας (Σταθμός Λαρίσης).
Δημόσιες μεταφορές
Το σύστημα δημόσιων μεταφορών της Αθήνας αποτελείται από ένα δίκτυο λεωφορείων, τρόλεϊ και μέσων σταθερής τροχιάς (μετρό, προαστιακός σιδηρόδρομος και τραμ).
Το μετρό της Αθήνας έχει τρεις γραμμές οι οποίες επισημαίνονται στους χάρτες με διαφορετικά χρώματα. Η πράσινη γραμμή αφορά το παλαιότερο κομμάτι του δικτύου (ΗΣΑΠ), που συνδέει τον Πειραιά με την Κηφισιά μέσω του κέντρου της Αθήνας. Οι υπόλοιπες δύο γραμμές κατασκευάστηκαν κατά τη δεκαετία του 1990 και τέθηκαν σε λειτουργία τον Ιανουάριο του 2000.
Δίκτυο του μετρό της Αθήνας
Οι γραμμές είναι διπλές και αποκλειστικά υπόγειες (κατασκευασμένες με NATM και TBM) σε μέσο βάθος 20 μέτρα από την επιφάνεια και διατομή σηράγγων 9 μέτρα. Η μπλε γραμμή συνδέει το Αιγάλεω με το Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, ενώ η κόκκινη συνδέει τον Άγιο Δημήτριο με το Περιστέρι (Άγιο Αντώνιο). Σε εξέλιξη βρίσκονται επεκτάσεις προς το Ελληνικό, την Ανθούπολη και τον Πειραιά, ενώ μελετάται η κατασκευή μιας τέταρτης γραμμής με καμπυλωτή διαδρομή από το Γαλάτσι, περνώντας από τα ανατολικά προάστια και καταλήγοντας στο Μαρούσι.
Το δίκτυο των λεωφορείων αποτελείται από θερμικά οχήματα (ντιζελοκίνητα και φυσικού αερίου), καθώς και από ηλεκτροκίνητα τρόλεϊ.
Το νέο δίκτυο του τραμ συνδέει το κέντρο της Αθήνας (πλατεία Συντάγματος) με τη Βούλα και το Νέο Φάληρο μέσω δύο διασταυρούμενων γραμμών. Αναμένεται η επέκτασή του προς και Πειραιά (και μελλοντικά προς Κερατσίνι και Πέραμα), ενώ νέες γραμμές είναι υπό μελέτη. Ο προαστιακός σιδηρόδρομος συνδέει το Διεθνές Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος με τον Σταθμό Λαρίσης, τον Πειραιά και το Κιάτο. Μελλοντικά θα επεκταθεί προς τη Θήβα, την Χαλκίδα, τη Ραφήνα, το Λαύριο και το Ξυλόκαστρο.
Αττικό Μετρό
Προαστιακός Σιδηρόδρομος
Ύδρευση και Αποχέτευση
Το αρχαιότερο υδραγωγείο είναι του Αδριανού που άρχισε να κατασκευάζεται το 130 μ.Χ. από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό και ολοκληρώθηκε το 150 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Πίο Αντώνιο. Αργότερα όμως η δεξαμενή καταστράφηκε από τις επιδρομές εχθρών.
Μετά τη φυγή των Τούρκων, η κυβέρνηση της χώρας αντιμετώπισε και το βασικό αυτό πρόβλημα της ύδρευσης. Με έρανο που έγινε επισκεύασε το υδραγωγείο, αλλά λόγω της αύξησης του πληθυσμού, μετά από πολλές προτάσεις για διάφορες γεωτρήσεις και μεταφορά νερών, αποφασίστηκε το 1892 να γίνει τεχνητή λίμνη στο Μαραθώνα. Την πρόταση αυτή την έκανε ο Εδουάρδος Καλενέκ και το έτος 1926 το δημόσιο της Ελλάδας και η εταιρεία Ούλεν έκαναν συμφωνία για τη λίμνη αυτή, που θα έδινε νερό στην πρωτεύουσα.
Οι εργασίες άρχισαν τον Οκτώβριο του 1926 και τέλειωσαν μετά από 3 χρόνια. Τον Μάιο του 1931 είχαν κατασκευαστεί το φράγμα, ο αγωγός, τα διυλιστήρια και για πρώτη φορά στις 3 Ιουνίου η Αθήνα πήρε νερό από τη λίμνη.
Το φράγμα έχει πλάτος στη βάση του 47 μ. και χωράει 44 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερό. Με το φράγμα του Μαραθώνα λύθηκε ως ένα σημείο το πρόβλημα της ύδρευσης της Αθήνας. Αργότερα όμως, με την ολοένα και μεγαλύτερη ανάπτυξη της πόλης, η ποσότητα του νερού της τεχνητής λίμνης δεν ήταν αρκετή για την ύδρευση της πρωτεύουσας. Εκτελέστηκαν έργα ύδρευσης από τη λίμνη Υλίκη, αλλά και πάλι το πρόβλημα ύδρευσης δε λύθηκε. Γι' αυτό προτάθηκε η λύση του Μόρνου. Έτσι τα τελευταία χρόνια κατασκευάστηκε το φράγμα του Μόρνου κοντά στο Λιδωρίκι της Φωκίδας και τροφοδότησε την Αθήνα με νερό.
Την εποχή της τουρκοκρατίας υπήρχε μόνο ο υπόνομος της οδού Άρεως. Αργότερα, το 1838, άρχισε η κατασκευή μικρών υπονόμων στο κέντρο της πόλης που τελείωσε το 1840. Το 1858 έγινε συστηματική κατασκευή υπονόμου στη Σταδίου και στη συνέχεια στους άλλους κεντρικούς δρόμους, δημιουργώντας έτσι δίκτυο υπονόμων μόνο για το 118 της πόλης, ενώ το υπόλοιπο είχε υπονόμους που άδειαζαν στα γύρω περιβόλια. Αποτέλεσμα ήταν οι επιδημίες τύφου, δυσεντερίας και άλλων παθήσεων, που έκαναν τον κόσμο να υποφέρει και οι συχνές πλημμύρες, που προκαλούσαν ζημιές στην πόλη, όπως το 1896, όπου πνίγηκαν 17 άτομα. Τότε Έλληνες και ξένοι τεχνικοί έφτιαξαν σχέδιο για τον κανονισμό της κοίτης του Κηφισού και Ιλισού, αλλά μετά το 1925 ο Δήμος κατασκεύασε αποχετευτικά έργα και υποχρέωσε τους ιδιώτες να φτιάξουν στεγανούς βόθρους.
Με τις μελέτες που έκανε ο Ιταλός Φαντόλι, ανατέθηκε η εκτέλεση αποχετευτικών έργων στην "Υδρέξ", Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Υπονόμων. Η εταιρεία αυτή έκανε διάφορα σημαντικά έργα μέχρι τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, που συνεχίστηκαν μετά την απελευθέρωση. Το 1950 ιδρύθηκε ο Ο.Α.Π., Οργανισμός Αποχέτευσης Περιοχής Πρωτεύουσας, για τη συντήρηση και εκμετάλλευση του δικτύου που υπήρχε και αυτού που θα κατασκεύαζε.
Ο οργανισμός άρχισε να λειτουργεί το 1954 και συνεχίζει και σήμερα. Έφτιαξε τον Κεντρικό Αποχετευτικό Αγωγό από τέρμα Πατησίων και μέχρι τη Ν. Κοκκινιά, που σταμάτησε έτσι την αποχέτευση των ακαθαρσιών στο Ν. Φάληρο. Παρόλα αυτά δεν έχει ολοκληρωθεί το σύστημα αποχέτευσης της πρωτεύουσας και των προαστίων. Με τις δυνατές βροχές το κέντρο της πόλης πλημμυρίζει και σε ορισμένες συνοικίες σημειώνονται αρκετές καταστροφές σε σπίτια και καταστήματα.
Ηλεκτροφωτισμός και ενέργεια
Ο αρχικός φωτισμός της πόλης ήταν με δαδιά, λυχνάρια και φανάρια του λαδιού, που διατηρήθηκε και τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση από την τουρκοκρατία.
Το 1835 κρεμάστηκαν φανάρια λαδιού στα κεντρικά σημεία της πόλης, που αρχικά ήταν 5-10 και το 1850 έφτασαν τα 200.
Τα φανάρια αυτά αντικαταστάθηκαν με λάμπες πετρελαίου, που το 1862 τις αντικατέστησε το φωταέριο. Το 1866 τα φανάρια φωταερίου έφτασαν τα 1.000 και τα έξοδα ήταν 130.000 δρχ.
Ο φωτισμός της Αθήνας με ηλεκτρισμό άρχισε το 1889. Το πρώτο εργοστάσιο ηλεκτρισμού ήταν στη γωνία Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου, που έδωσε φως στις πλατείες Συντάγματος και Ομόνοιας και στο σπίτι του προέδρου της ηλεκτρικής εταιρείας Α. Μελά. Μετά από δυο χρόνια το εργοστάσιο μεταφέρθηκε ανάμεσα στο τετράγωνο μεταξύ των οδών Αριστείδου και Αιόλου με νέα μηχανήματα που αύξησαν την παραγωγή του ηλεκτρικού ρεύματος. Με την αύξηση του πληθυσμού και τη διάδοση του ηλεκτρισμού, το 1902 έγινε μεγαλύτερο εργοστάσιο στο Ν. Φάληρο, που έδινε φως στην Αθήνα, στον Πειραιά και στα προάστια. Η παραγωγή αυξήθηκε πολύ και κατασκευάστηκε ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος Αθήνας και Πειραιά. Ηλεκτροφωτίστηκαν οι δρόμοι και οι πλατείες σε συνδυασμό με το αεριόφως, που φώτιζε ακόμη την πόλη.
Κατά τη διάρκεια του Α' παγκόσμιου πολέμου, η Αθήνα φωτιζόταν μόνο στο κέντρο και από ηλεκτρικές λάμπες. Μετά το 1917 ηλεκτροφωτίστηκαν οι συνοικίες με λάμπες που έπαιρναν φως από τα σπίτια και μετά έγινε εγκατάσταση δικτύου ηλεκτροφωτισμού στους δρόμους και στις πλατείες. Τότε όμως το εργοστάσιο στο Ν. Φάληρο δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες της νέας μεγαλούπολης και πολλοί ιδιώτες έφτιαξαν μικρά εργοστάσια ηλεκτρικής παραγωγής.
Η Γενική Ηλεκτρική Εταιρεία, που ιδρύθηκε το 1926, έκτισε νέο εργοστάσιο στο Κερατσίνι, που λειτούργησε το 1929 και ενίσχυσε και το εργοστάσιο του Ν. Φαλήρου αγοράζοντας και τα μικρά εργοστάσια των ιδιωτών.
Μετά την απελευθέρωση από την ιταλογερμανική κατοχή, τα δυο εργοστάσια έφεραν και άλλες ηλεκτρογεννήτριες για να αυξήσουν την παραγωγή.
Τηλεφωνία και ραδιοφωνία
Ο τηλέγραφος έγινε γνωστός στην Αθήνα το 1859 και τον μήνα Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη από την Αθήνα το πρώτο τηλεγράφημα. Μετά την εφεύρεση του Μπελ, η Αθήνα και ο Πειραιάς είχαν δίκτυο τηλεφωνικής επικοινωνίας με τα πρώτα γραφεία τηλεφώνων, ένα στο ταχυδρομείο Αθήνας και στο ταχυδρομείο του Πειραιά το άλλο, το 1896 και με 60 συνδρομητές και τα δυο.
Το 1908 εκπαιδεύτηκαν οι πρώτες Ελληνίδες τηλεφωνήτριες από μια Ελβετίδα και το 1926 έγινε η πρώτη σύνδεση Αθήνας-επαρχιών. Μετά από τέσσερα χρόνια, το 1930, έγινε σύμβαση με τη γερμανική εταιρεία "Ζίμενς και Χάλσκε", που ανάλαβε να φτιάξει εγκαταστάσεις για την επικοινωνία των κατοίκων της πόλης και της πόλης με τις επαρχίες. Μετά από λίγα χρόνια, το 1941, η πόλη είχε 42.700 γραμμές, που όμως έπαθαν πολλές ζημιές κατά τη διάρκεια της κατοχής και επισκευάστηκαν αργότερα.
Σήμερα η πόλη διαθέτει σύγχρονη ψηφιακή υποδομή και συνδέεται τηλεφωνικά με την υπόλοιπη Ελλάδα και τον κόσμο.
Το πρώτο ραδιοφωνικό κέντρο ιδρύθηκε τις 26 Μαρτίου 1938. Το κέντρο ονομάσθηκε Ε.Ι.Ρ. (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) με τρεις σταθμούς στην Αθήνα και εξέπεμπε για όλη τη χώρα. Το ραδιόφωνο διαδόθηκε σε όλα τα σπίτια και αποτελούσε τη κυριότερη ψυχαγωγία για τους ανθρώπους.
Στην Ελλάδα η ραδιοφωνία παρουσιάστηκε το 1924, όταν το Υπουργείο Ναυτικών έκανε προσπάθεια ραδιοφωνικής εκπομπής και, λίγο αργότερα, τον ίδιο χρόνο όμως, ένας όμιλος ερασιτεχνών στα εργαστήρια Φυσικής του Εθνικού Πανεπιστημίου με τον καθηγητή Πετρόπουλο θέλησε να φτιάξει ραδιοφωνικά μηχανήματα.
Τέλος, τον Ιανουάριο του 1938 υπογράφτηκε σύμβαση με την εταιρεία "Τελεφούνκεν" (Telefunken) για να εγκαταστήσει πομπό και άρχισε και η κατασκευή των κτιρίων του Σταθμού των Νέων Λιοσίων και των εγκαταστάσεων του Ζαππείου. Το 1940 έγινε ενίσχυση του πομπού από το σταθμό της "Κέιμπλ εντ Γουάιρλες" και τα κύματά του έφθαναν μέχρι το εξωτερικό.
Το ραδιόφωνο έπαιξε σημαντικό ρόλο στα χρόνια της κατοχής και της επτάχρονης δικτατορίας.
Σήμερα η Ελληνική Ραδιοφωνία (Ε.ΡΑ.) περιλαμβάνει τέσσερις κρατικούς σταθμούς με ποικίλα προγράμματα. Παράλληλα, εκτός από τους κρατικούς σταθμούς, λειτουργούν και πολλοί ιδιωτικοί σταθμοί που υπάγονται στην ελεύθερη ραδιοφωνία.
Τηλεόραση
Το 1965 ιδρύθηκε και ο πρώτος σταθμός τηλεόρασης, που συμπεριλήφθηκε στο Ε.Ι.Ρ. και ονομάστηκε Ε.Ι.Ρ.Τ. μέχρι το 1975. Το 1976 το Ε.Ι.Ρ.Τ. έγινε Ανώνυμη Εταιρεία με την ονομασία Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση (Ε.Ρ.Τ.).
Οι εκπομπές περιλαμβάνουν τη μετάδοση των δελτίων ειδήσεων και καιρού, μορφωτικά και ψυχαγωγικά προγράμματα, μετάδοση θεάτρου, ταινιών και ενημερωτικά δελτία για διάφορα θέματα.
Επισκέψιμοι χώροι και κέντρα ενδιαφέροντος
Πλατείες και ελεύθεροι χώροι
Πλατεία Συντάγματος
Η Αθήνα διαθέτει πολλές πλατείες. Απ' αυτές η κεντρικότερη είναι η πλατεία Συντάγματος, που πήρε το όνομά της από τη εξέγερση του στρατού και του λαού και τη συγκέντρωση που έγινε σ' αυτήν το 1843 (3 Σεπτεμβρίου). Η συγκέντρωση αυτή του στρατού και του αθηναϊκού λαού πέτυχε την αποδοχή του Συντάγματος από τον Όθωνα και την ψήφισή του την επόμενη χρονιά από την Εθνοσυνέλευση. Είναι μπροστά στη Βουλή απ' την πλευρά της λεωφόρου Αμαλίας και μπροστά στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, με σιντριβάνι και κήπο, δένδρα, αγάλματα εφήβων και ζαχαροπλαστεία.
Η πλατεία Ομόνοιας, η κεντρικότερη πλατεία της πόλης απ' όπου διέρχονται Μετρό και ηλεκτρικός αναπλάστηκε πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες. Το 1988 στήθηκε το γλυπτό "Δρομέας" του γλύπτη Βαρώτσου κατασκευασμένα από γυαλί, που το 1994 μεταφέρθηκε σε μικρή πλατεία, απέναντι από το ξενοδοχείο Χίλτον.
Άλλες πλατείες είναι: η πλατεία Κλαυθμώνος (25ης Μαρτίου), η πλατεία Κοτζιά (Δημαρχείου, ή Ταχυδρομείου, ή Εθνικής Αντίστασης) με το Δημαρχείο, το Μέγαρο Μελά και το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, η πλατεία Μοναστηρακίου με μια παλιά εκκλησία της Θεοτόκου, που κτίστηκε τον 11ο αιώνα και ένα οθωμανικό τέμενος (τζαμί) που έχει μετατραπεί σε μουσείο, η πλατεία Πλαστήρα στο Παγκράτι, η Πλατεία Κυψέλης, η Ρηγίλλης στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, η Ελευθερίας ή Κουμουνδούρου, η Αγίου Γεωργίου Καρύτση, η Αγίου Κωνσταντίνου, η Αμερικής ή Αγάμων, η Ανεξαρτησίας (Βάθη), η Βικτωρίας ή Κυριακού, η Κάνιγγος, απ' όπου ξεκινούν πολλά λεωφορεία, η πλατεία Φιλικής Εταιρείας ή Κολωνακίου, η πλατεία Εξαρχείων κ.ά.
Εμπορική Οδός Ερμού
Κήποι και πάρκα
Δάσος Αρεοπαγίτου
Σημαντικοί κήποι και πάρκα της Αθήνας είναι:
Ο Εθνικός Κήπος, δίπλα στη Βουλή, που έχει έκταση 150 στρέμματα και δημιουργήθηκε στα χρόνια του Όθωνα, το 1842. Είναι γεμάτος από άγρια "δασικά" και ήμερα δένδρα, καλλωπιστικούς θάμνους, λουλούδια και στολισμένος με τεχνητές λιμνούλες που έχουν υδρόβια φυτά και κύκνους, με πίδακες και βρυσούλες.
Ο Διομήδειος Κήπος στο Χαϊδάρι, έκτασης 1.500 στρεμμάτων, περιλαμβάνει μια πρότυπη, πλούσια συλλογή λουλουδιών και φυτών από όλο τον κόσμο και είναι Εθνικό Κληροδότημα – Κοινωφελές Ίδρυμα που διοικείται από Επιτροπή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Συνέχεια του Εθνικού Κήπου είναι ο κήπος του Ζαππείου, που δημιουργήθηκε το 1887 από τον Στέφανο Δραγούμη, με έκταση 130 στρέμματα. Έχει διάφορα είδη δένδρων και φυτών, ένα σιντριβάνι με πολύχρωμα φώτα και το μέγαρο του Ζαππείου, όπου γίνονται διάφορες εκθέσεις.
Το άλσος του Πεδίου του Άρεως. Ο δεύτερος πνεύμονας πράσινου της Αθήνας με ψηλά δένδρα, λουλούδια και λίμνες, με φαρδείς δρόμους και πλατείες, με το ψηλό άγαλμα της Αθηνάς και δυο μικρά εκκλησάκια των Αγ. Ταξιαρχών και του Αγίου Χαραλάμπους. Ο κήπος άρχισε να φυτεύεται το 1934. Μέσω της πιο πρόσφατης ανάπλασης αφαιρέθηκαν τμηματικά οι επιστρώσεις των δρόμων οι οποίες αντικαταστάθηκαν από πιεσμένο χώμα δίνοντας έτσι την αίσθηση εξοχής.
Το Άλσος Βεΐκου στο Γαλάτσι, που περιλαμβάνει μεγάλους κήπους με ωραία δρομάκια, δημοτικό κολυμβητήριο και φιλοξενεί πλήθος εκδηλώσεων, ενώ δίπλα βρίσκεται και το Ολυμπιακό κέντρο Γαλατσίου.
Το Αττικό Άλσος στα Τουρκοβούνια στα όρια των δήμων Αθηναίων, Γαλατσίου και Ψυχικού. Περιλαμβάνει γήπεδα τένις και μπάσκετ.
Εθνικός Κήπος Αθηνών
Το άλσος Παγκρατίου που φυτεύτηκε το 1908 με τη φροντίδα της βασίλισσας Σοφίας και έχει έκταση 30 στρέμματα. Στην αρχή είχε μόνο πεύκα, αλλά μετά το 1936, όταν παραχωρήθηκε στο Δήμο Αθηναίων, φυτεύτηκαν και άλλα δένδρα και θάμνοι. Πριν από τη γερμανική κατοχή στο άλσος του Παγκρατίου υπήρχε ζωολογικός κήπος.
Το άλσος Ευαγγελισμού, που φυτεύτηκε όταν ιδρύθηκε το νοσοκομείο. Η αρχιτεκτονική του διαρρύθμιση είναι ωραιότατη. Έχει στηθεί η προτομή της βασίλισσας Όλγας, που ίδρυσε το νοσοκομείο "Ευαγγελισμός".
Το άλσος του Θησείου, με έκταση 24 στρέμματα, κοντά στον αρχαίο ναό του Ηφαίστου με πεύκα, κυπαρίσσια και διάφορα φυτά.
Το άλσος της Ν. Φιλαδέλφειας, με διάφορα είδη δένδρων και φυτών, με τεχνητή λίμνη και διάφορα ζώα.
Και σε πολλές άλλες συνοικίες και προάστια της Αθήνας υπάρχουν μικρά και μεγάλα πάρκα, κήποι και άλση.
Μουσεία και δημόσια κτήρια [Επεξεργασία]
Αρχαιολογικό Μουσείο Κεραμεικού
Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Bασιλίσσης Σοφίας 22
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Τοσίτσα 1
Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Σταδίου 13 και Κολοκοτρώνη
Επιγραφικό Μουσείο Τοσίτσα 1
Θεατρικό μουσείο Ακαδημίας 50
Μουσείο Αρχαίας Αγοράς
Μουσείο Ελευθερίου Βενιζέλου Πάρκο Ελευθερίας
Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης Κυδαθηναίων 17
Μουσείο Ελληνικής Παιδικής Τέχνης Κόδρου 9
Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων Διογένους 1-3
Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης Ασωμάτων 22 & Διπύλου
Μουσείο Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών Θόλου 5
Μουσείο Κανελλοπούλου Θεωρίας 12 και Πανός
Μουσείο Κοσμήματος Ηλία Λαλαούνη Καλλισπέρη & Καρυατίδων 4Α
Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης Νεοφύτου Δούκα 4
Μουσείο Μπενάκη Κουμπάρη 1 και Πειραιώς 138
Μουσείο Πόλεως Αθηνών Παπαρρηγοπούλου 7
Μουσείο Φρυσίρα Μονής Αστερίου 3 και 7
Νέο Μουσείο Ακρόπολης Μακρυγιάννη 2-4
Νομισματικό Μουσείο Αθηνών Πανεπιστημίου 12
Παιδικό Μουσείο Κυδαθηναίων 14
Πολεμικό μουσείο Ριζάρη 2
Σιδηροδρομικό Μουσείο Σιώκου 4
Ταχυδρομικό Μουσείο Πλατεία Παναθηναϊκού Σταδίου 5
Ακαδημία Αθηνών
Η Παλαιά Βουλή-Εθνικό Ιστορικό ΜΟυσελιο
To Νέο Μουσείο της Ακρόπολης
Στην Αρχαία Ελλάδα η Αθήνα αναφερόταν στον πληθυντικό: «Ἀθῆναι»· τον 19ο αιώνα το όνομα αυτό επανήλθε ως το επίσημο όνομα της πόλης. Στη δεκαετία του 1970 με την εγκατάλειψη της καθαρεύουσας το όνομα «Αθήνα» καθιερώθηκε ως το επίσημο. Εντούτοις, συχνή παραμένει η χρήση της γενικής πληθυντικού «Αθηνών», ιδίως στον γραπτό ή επίσημο λόγο.
Το πολεοδομικό συγκρότημα καταλαμβάνει έκταση 412.000 στρεμμάτων καλύπτοντας το λεκανοπέδιο που περιβάλλεται από τα όρη Αιγάλεω, Πάρνηθα, Πεντέλη και Υμηττό. Ο συνολικός πληθυσμός αποτελεί σχεδόν το 1/3 του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας και ανέρχεται, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, σε 3.074.160. Έτσι, σε κάθε χμ2 αντιστοιχούν 7.462 κάτοικοι. Το υψόμετρο στο κέντρο της πόλης υπολογίζεται σε 20 μέτρα από τη στάθμη της θάλασσας, ενώ η μορφολογία του λεκανοπεδίου είναι σχετικά πολύμορφη, με λοφίσκους και ορεινούς όγκους. Η ανεξέλεγκτη δόμηση έχει οδηγήσει στην καταστροφή όλων σχεδόν των ποταμών του λεκανοπεδίου Αττικής, οι οποίοι είτε εξαφανίστηκαν, είτε ρυπάνθηκαν ανεπανόρθωτα. Επιπλέον, αυτή είναι η αιτία μεγάλων πλημμυρών που πλήττουν την πόλη κατά τις πολύ βροχερές μέρες.
Πρόκειται για μια αρκετά αστικοποιημένη πόλη, αρκετά ακριβή (βρίσκεται σταθερά στις πρώτες δέκα θέσεις των πιο ακριβών πόλεων της Ευρωζώνης), με όμορφα μικρά πάρκα αλλά και πευκόφυτα δάση στα γύρω βουνά, τα οποία καίγονται συστηματικά κατά τους θερινούς μήνες. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλά έργα αναστροφής των προβλημάτων που αντιμετωπίζει, ενώ η μητροπολιτική φιλοσοφία ανάπτυξης φαίνεται να ακολουθεί την αναπτυξιακή πορεία των λοιπών γνωστών μεγαλουπόλεων παγκοσμίως. Ωστόσο, χαρακτηριστική παραμένει η έλλειψη ουρανοξυστών, ποδηλατόδρομων,πεζόδρομων και μεγάλων πάρκων.
Γεωγραφία
Η Αθήνα απλώνεται στην κεντρική πεδιάδα της Αττικής, το επονομαζόμενο λεκανοπέδιο, το οποίο περιβάλλεται από το όρος Αιγάλεω στα δυτικά, το όρος της Πάρνηθας στα βόρεια, την Πεντέλη στα βορειανατολικά και τον Υμηττό στα ανατολικά, ενώ βρέχεται από το Σαρωνικό κόλπο στα νοτιοδυτικά. Επειδή η Αθήνα έχει ουσιαστικά καταλάβει ολόκληρη την πεδιάδα, είναι πολύ δύσκολο να επεκταθεί περαιτέρω λόγω των φυσικών συνόρων. Παρά ταύτα, τα προάστιά της διαρκώς επεκτείνονται στα άκρα της πόλης, καθώς σήμερα η Παλλήνη, παράλληλα με το χαρακτήρα της αυτόνομης πόλης της Ανατολικής Αττικής, αποτελεί και το ανατολικό άκρο της πρωτεύουσας, ο Άγιος Στέφανος το βορειοανατολικό, οι Αχαρνές το βόρειο, τα Λιόσια το βορειοδυτικό, το Μοσχάτο το δυτικό και η Βάρκιζα το νότιο. Η πόλη διχοτομείται από τον Κηφισό ποταμό που πηγάζει από τη συμβολή Πεντέλης-Πάρνηθος, ώσπου να χυθεί στο φαληρικό όρμο του Σαρωνικού και τη διαχωρίζει από τον Πειραιά
Η γεωμορφολογία στην Αθήνα συχνά δημιουργεί το φαινόμενο της θερμοκρασιακής αναστροφής, το οποίο μερικώς ευθύνεται για τα προβλήματα ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Το Λος Άντζελες έχει περίπου την ίδια μορφολογία και παρόμοια συγκοινωνιακή φιλοσοφία (ΙΧ) και παρουσιάζει παρόμοια προβλήματα. Το έδαφος είναι πετρώδες και όχι και τόσο εύφορο (Αθηναϊκός σχιστόλιθος, ασβεστολιθικές μάζες στους λόφους). Η μικρότερη μέρα του χρόνου είναι στις 21 Δεκεμβρίου, ενώ η μεγαλύτερη στις 21 Ιουνίου. Κατά τη μικρότερη μέρα του χρόνου ο ήλιους ανατέλει στις 8:00 και δύει στις 16:45, ενώ κατά τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, ο ήλιος ανατέλει στις 4:20 και δύει στις 21:20.
Κλίμα
Το αττικό κλίμα είναι σχετικά ξηρό (Köppen: BSh στεπικότροπικό) και έχει ως αποτέλεσμα τα χαμηλά ποσοστά υγρασίας το καλοκαίρι, ενώ το χειμώνα συνηθίζονται οι βροχές. Τα ακόλουθα κλιματολογικά δεδομένα αναφέρονται στο μετεωρολογικό σταθμό του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών στην Αθήνα:
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ευρύτερη περιοχή της Αθήνας κρατάει το ρεκόρ της υψηλότερης καταγεγραμμένης θερμοκρασίας στην Ευρώπη με 48,0°C στις 10 Ιουλίου 1977 στην Ελευσίνα.[2] Παρακάτω αναγράφονται τα κλιματολογικά στοιχεία από τον σταθμό του Θησείου στην Αθήνα από τις μετρήσεις του 1971-2000:
Κλίματολογικά στοιχεία
Μήνας Ιαν Φεβ Μαρ Απρ Mαι Ιουν Ιουλ Αυγ Σεπ Οκτ Νοε Δεκ
Μέση μέγιστη 13,0 °C 13,7 °C 16,1 °C 20,5 °C 25,8 °C 30,6 °C 33,1 °C 32,8 °C 29,2 °C 23,5 °C 18,1 °C 14,4 °C
Μέση ελάχιστη 6,7 °C 6,8 °C 8,2 °C 11,6 °C 16,0 °C 20,4 °C 22,8 °C 22,5 °C 19,4 °C 15,1 °C 11,2 °C 8,2 °C
Ετυμολογία
Το όνομα της πόλης της Αθήνας, όσο και της θεάς Αθηνάς που ανέκαθεν σχετιζόταν με την πόλη, φαίνεται να μην είναι Ελληνικής και πιθανώς μη Ινδοευρωπαϊκής καταγωγής αφού είναι μάλλον κατάλοιπο του προελληνικού γλωσσικού υποστρώματος της Αττικής, της γλώσσας δηλαδή που μιλούσαν οι κάτοικοι του ελλαδικού χώρου πριν την έλευση των ελληνικών φύλων[2]. Σε παλαιότερα ελληνικά, όπως μαρτυρείται και στα Ομηρικά Έπη, το όνομα της πόλης ήταν στον ενικό ως Ἀθήνη και αργότερα μετατράπηκε στον πληθυντικό ως Ἀθῆναι όμοια με άλλες πόλεις όπως τις Θήβες (Θῆβαι) και τις Μυκήνες (Μυκῆναι). Κατά τον Μεσαίωνα το όνομα αποδόθηκε στην καθομιλουμένη στον ενικό αν και λόγω του συντηρητισμού του γραπτού λόγου και του γλωσσικού ζητήματος η επίσημη ονομασία παρέμεινε ως Ἀθῆναι μέχρι την κατάργηση της καθαρεύουσας.
Παλαιότερα, είχαν προταθεί άλλες ετυμολογήσεις από λόγιους του 19ου αιώνα. Ο Κρίστιαν Λόμπεκ πρότεινε ως ρίζα του ονόματος την λέξη ἄθος ή ἄνθος για να δηλώσει την Αθήνα ως πόλη ανθούσα. Μετέφρασε ακόμη την πόλη στα λατινικά ως Florentia. Ο Λούντβιχ Ντεντερλάιν πρότεινε ως ρίζα το επικό ρήμα θάω (θέμα θη–), δηλαδή θηλάζω, που δηλώνει ότι η Αθήνα έχει εύφορη γη.[3]
Κατά την μυθολογία λέγεται ότι η πόλη έχει το όνομα της θεάς Αθηνάς, μετά από τον αγώνα της με τον θεό της θάλασσας Ποσειδώνα για να αναδειχθεί το καλύτερο δώρο, που είχε καθένας για την πόλη. Συγκεκριμένα ο πρώτος βασιλιάς της Αθήνας Κέκροπας, ο οποίος ήταν μισός άνθρωπος και μισός φίδι, έπρεπε να αποφασίσει ποιος θα ήταν ο προστάτης της πόλης. Οι δύο θεοί Ποσειδώνας και Αθηνά θα έκαναν από ένα δώρο στον Κέκροπα και όποιος έκανε το καλύτερο, αυτός θα γινόταν προστάτης. Εμφανίστηκαν και οι δύο μπροστά στον Κέκροπα και πρώτος ο Ποσειδώνας χτύπησε την τρίαινά του στο έδαφος και εμφανίστηκε ένα ρυάκι με γάργαρο νερό. Μετά η Αθηνά χτύπησε το δόρυ της στο έδαφος και εμφανίστηκε μια μικρή ελιά. Ο Κέκροπας παραξενεύτηκε αλλά και εντυπωσιάστηκε από το δώρο της Αθηνάς και αποφάσισε να διαλέξει το δώρο της και αυτήν ως προστάτιδα της πόλης. Έτσι πήρε η Αθήνα το όνομά της. Όμως, ο Ποσειδώνας, θυμωμένος με τον Κέκροπα, καταράστηκε την Αθήνα να μην έχει ποτέ αρκετό νερό. Έτσι από τότε ξεκίνησε το πρόβλημα της λειψυδρίας που ταλαιπωρούσε την Αθήνα.
Ιστορία
Η ίδρυση της Αθήνας χάνεται στην αχλύ του μύθου, καθώς είναι γενικά αποδεκτό ότι προϋπήρχε της Μυκηναϊκής Εποχής. Είναι γνωστό ότι πράγματι υπήρχαν προϊστορικά πολίσματα στην Αττική, αλλά από πότε ακριβώς πρωτοχρησιμοποιήθηκε για ένα τουλάχιστον από αυτά το όνομα «Αθήνα» είναι άγνωστο.
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, στον Τίμαιο, Αιγύπτιοι ιερείς της Ίσιδος αποκάλυψαν στον Σόλωνα που τους επισκέφτηκε ότι, σύμφωνα με τα αρχεία τους, υπήρχε πόλη ακμάζουσα με το όνομα «Αθήνα» πριν από το 9600 π.Χ. Φυσικά η ακρίβεια της αναφοράς αμφισβητείται, όπως και ο υπολογισμός του έτους, αλλά ελλείψει ακριβέστερων στοιχείων και αναφορών, διατηρεί κάποια ενδεικτική αξία.
Πρώτοι κάτοικοι της περιοχής θεωρούνται οι Πελασγοί
Πρώτος βασιλιάς της πόλης, σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν ο Κέκροπας κατά τη 2η χιλιετία π.Χ. ή 3η χιλιετία π.Χ., από τον οποίο ονομάστηκε το τμήμα κείμενο μεταξύ Ακροπόλεως, Αχαρνών και Ελευσίνος Κεκροπία (Κεχρωπία). Οι κάτοικοι ήταν Ίωνες που εγκαταστάθηκαν στην αττική γη.
Ο γνωστός μύθος του Θησέα και του Μινώταυρου φανερώνει την ύπαρξη σχέσης υποτέλειας της Αθήνας προς τη Μινωική Κρήτη, που έσπασε μετά την παρακμή του πολιτισμού αυτού[εκκρεμεί παραπομπή]. Πατέρας του Θησέα ήταν ο Αιγέας, βασιλιάς των Αθηνών μέχρι τον θάνατό του, οπότε και πέρασε ο θρόνος στον γιο του τον Θησέα. Τον θρόνο αμφισβήτησαν οι Παλλαντίδες γιοι του Πάλλαντος, αδελφού του Αιγέα, αλλά σφαγιάστηκαν από τον Θησέα, ο οποίος παρέμεινε βασιλιάς και κέρδισε ξανά την εύνοια των πολιτών του.
Κατά την Εποχή του Τρωικού Πολέμου η Αθήνα πήρε το μέρος των Μυκηνών, εκστρατεύοντας κατά της Τροίας με επικεφαλής τον Μενεσθέα και σημαντική στρατιωτική και ναυτική δύναμη 50 πλοίων (κατ' εκτίμηση 1.650-2.750 άνδρες) όπως αναφέρεται στον κατάλογο πλοίων που αναφέρεται στην Ηλιάδα[4]. Τα γεγονότα αυτά κατατάσσουν την Αθήνα, που καταλάμβανε τότε την Αττική, χωρίς τη Μεγαρίδα (που υπαγόταν στη Σαλαμίνα), και τον Ωρωπό (που ανήκε στη Βοιωτία), σε μια πολύ σημαντική ελληνική πόλη[εκκρεμεί παραπομπή]. Λειτουργούσαν όμως ήδη από το 3000 π.Χ. τα μεταλλεία Λαυρίου[εκκρεμεί παραπομπή] παρέχοντας στην πόλη μόλυβδο και άργυρο (αργότερα την Εποχή του Σιδήρου και σίδηρο). Η παραγωγή κεραμικών, λαδιού, μελιού και κρασιού, καθώς και μαρμάρου από την Πεντέλη, σε συνδυασμό με την εμπορική δραστηριότητα, σηματοδοτούν μια οικονομικά ακμάζουσα πόλη. Ο βαθμός ανεξαρτησίας της, όμως, λόγω της ηγεμονίας των Μυκηνών, ήταν μάλλον μικρός, μέχρι και την παρακμή του πολιτισμού αυτού[εκκρεμεί παραπομπή].
Η Αθήνα διέφυγε πάντως την καταστροφή ή υποδούλωση από την Κάθοδο των Δωριέων και συμμετείχε μάλλον χαλαρά στην «Πελοποννησιακή Συμμαχία».
Πρώτος νομοθέτης της πόλης ήταν ο Δράκων, ο οποίος θέσπισε τον 7ο αιώνα π.Χ. τους Δρακόντειους Νόμους, γραμμένους σε μαρμάρινες πλάκες. Κατά την παράδοση, οι νόμοι ήταν τόσο αυστηροί, που ο όρος «δρακόντεια μέτρα» δήλωνε μέτρα αμείλικτα και σκληρά. Τη νομοθεσία του Δράκοντα διαδέχθηκαν οι νόμοι του Σόλωνα. Βασικότεροι όλων ήταν η "σεισάχθεια", κατάργηση της υποδούλωσης ελεύθερων πολιτών για χρέη και ο αναδασμός της γης.
Γύρω στον 6ο αιώνα π.Χ. στην Αθήνα επικράτησαν οι Αλκμεωνίδες, αριστοκρατικό γένος με σημαντικό ρόλο στην πολιτική και κοινωνική ζωή της πόλης, τους οποίους εξόρισε ο Πεισίστρατος, όταν εγκατέστησε την τυραννίδα. Μετά τον θάνατο του Πεισιστράτου, ο Κλεισθένης, μεταρρυθμιστής των Αθηνών από το γένος των Αλκμεωνίδων, εφάρμοσε την ισονομία και την ισοπολιτεία, καταργώντας τις παλαιές φυλές και ιδρύοντας τεχνητές, με ονόματα που προέρχονται από τον τοπικό ήρωα της κάθε περιοχής. Χώρισε δε την αττική γη στο άστυ, τη μεσογαία και την παράλια χώρα, κατανέμοντας ισάριθμα τον πληθυσμό της κάθε φυλής σε δήμους κι από τις τρεις ζώνες, ενώ παράλληλα νομοθέτησε υπέρ της ποινής του εξοστρακισμού.
Η συνοικία του Κεραμεικού
Κατά τη «Χρυσή Εποχή» της Ελλάδας από το 500 π.Χ. μέχρι το 300 π.Χ. η Αθήνα ήταν σημαντικό κέντρο πολιτισμού και διανόησης στον ευρωπαϊκό χώρο. Αυτό που αποκαλούμε σήμερα «Δυτικός πολιτισμός» στηρίζεται σε πολλές από τις ιδέες και τις πρακτικές της αρχαίας Αθήνας. Φυσικά πολλές από αυτές εξήχθησαν κατά περιόδους και σε άλλες ελληνικές πόλεις-κράτη, ίσως και στην Ρώμη, όπου όμως επικράτησε ιδιόμορφη δημοκρατία που ίσως να ήταν δική της επινόηση. Πάντως οι δυο πόλεις είχαν σαφώς εμπορικές σχέσεις και επομένως και ενεργή ανταλλαγή ιδεών[εκκρεμεί παραπομπή].
Η Αθήνα έστειλε βοήθεια 20 πλοίων (4.000 άνδρες) κατά την Ιωνική Επανάσταση, (499 π.Χ. - 493 π.Χ.. Αυτό αποτέλεσε την αφορμή για τις Περσικές Εκστρατείες κατά της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η Αθήνα απέκρουσε με επιτυχία, μαζί με τις Πλαταιές, τη δεύτερη εκστρατεία του Δάτη και του Αρταφέρνη, κατά την οποία ήταν ο κύριος περσικός αντικειμενικός στόχος. Η πόλη παρέταξε 10.000 οπλίτες στη Μάχη του Μαραθώνα. Κατά την εκστρατεία του Ξέρξη η πόλη παρέταξε 8.000 οπλίτες στη Μάχη των Πλαταιών και 200 τριήρεις στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας.
Ο αμφιβόητος πολιτικός Περικλής ανέλαβε περί το 462-461 π.Χ. την ηγεσία της Αθήνας με απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου και σε συνεργασία με τον Εφιάλτη του Σοφωνίδου και τον Αρχέστρατο, στους οποίους οφείλεται και η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στην Αθήνα, αφαίρεσε από τον ολιγαρχικών αποκλίσεων Άρειο Πάγο την εποπτεία για τη διοίκηση και τους υπαλλήλους και την ανέθεσε στη Βουλή των Πεντακοσίων. Η πολιτική του Περικλή εδραίωσε την αθηναϊκή ηγεμονία, που πρακτικά άρχισε λίγο νωρίτερα με τον Κίμωνα, που συνέχισε τον πόλεμο με την Περσική Αυτοκρατορία μετά την απόσυρση των Σπαρτιατών από αυτόν, αλλά σε μεγάλο βαθμό προκάλεσε την έναρξη του καταστροφικού για τον Ελληνισμό Πελοποννησιακού πολέμου. Πράγματι, το 431 π.Χ. εισέβαλαν οι Σπαρτιάτες στην Αττική και κατέστρεψαν την ύπαιθρο χώρα, ξεκινώντας τον οδυνηρό αυτό πόλεμο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, λοιμός που ξέσπασε αφάνισε το ένα τέταρτο του πληθυσμού της Αθήνας. Κατά τη μέγιστη στρατιωτική της ισχύ η Αθήνα παρέτασσε (χωρίς να συνυπολογίζονται ξένοι μισθοφόροι) 14.000 οπλίτες, 2.000 τοξότες, 1.000 ιππείς, 400 ιπποτοξότες και 470 τριήρεις. Με βάση τα δεδομένα αυτά και ανάλογους υπολογισμούς υπολογίζεται συνολικός πληθυσμός της τάξης των 400.000 ψυχών[εκκρεμεί παραπομπή] (συνυπολογίζοντας γυναίκες, λογικό αριθμό ανηλίκων, μετοίκους, ξένους και δούλους) κατά την Κλασική εποχή. Η Αθήνα έχασε τελικά τον Πελοποννσησιακό Πόλεμο, αλλά συνήλθε σχετικά γρήγορα αν και χωρίς να ανακτήσει πλήρως την ισχύ που είχε επί ηγεμονίας της.
Το 86 π.Χ., μετά από πολιορκία, καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε άγρια από τον στρατό του Ρωμαίου στρατηγού Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα.
Η Ρωμαϊκή αγορά στην Πλάκα.
Η Αθήνα παρέμενε μητρόπολη και στον ρωμαϊκό κόσμο, μέχρι και τον 3ο αιώνα μ.Χ, όταν η πόλη λεηλατήθηκε από τη φυλή των Ερούλων και καταστράφηκε. Διατήρησε όμως τη χρεία της ως πνευματικό κέντρο, φιλοξενώντας στις σχολές της προσωπικότητες που αργότερα πρωτοστάτησαν στη νέα Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπως τον αυτοκράτορα Ιουλιανό τον Παραβάτη. Όμως οι σχολές φιλοσοφίας έκλεισαν το 529 με σχετικό διάταγμα του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιουστινιανού, περίπου 200 χρόνια από τότε που η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποδέχθηκε τον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία. Η Αθήνα είχε εδώ και αιώνες καταντήσει σκιά του αρχαίου ένδοξου εαυτού της, το κέντρο του ελληνισμού έχει ήδη αυτά τα χρόνια μετατοπιστεί βορειότερα προς τη Μακεδονία και ανατολικότερα προς την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία, με αποτέλεσμα η Αθήνα σταδιακά να μετατραπεί σε περιφερειακή πόλη, με μικρό πληθυσμό της τάξης των 20.000 κατοίκων[εκκρεμεί παραπομπή]. Εξάλλου ο ελληνισμός είχε υιοθετήσει στη συντριπτική του πλειοψηφία τον Χριστιανισμό, πράγμα που οδήγησε όχι στην αλλαγή χρήσης, αλλά στη μετατροπή του Παρθενώνα σε χριστιανικό ναό από ειδωλολατρικό, αφιερωμένο στην Παναγία. Η Αθήνα είχε ήδη αρχίσει να ανακάμπτει μετά τον 6ο αιώνα[εκκρεμεί παραπομπή], αλλά ποτέ δεν επανέκτησε τη δυναμική που είχε κατά την κλασική και ρωμαϊκή περίοδο.
Μεταξύ του 13ου και 15ου αιώνα η πόλη πολιορκήθηκε και διεκδικήθηκε από τα Λατινικά κρατίδια που σχηματίστηκαν μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 κατά την «ανίερη» Δ' Σταυροφορία. Η φήμη και η στρατηγική της θέση συνέβαλαν στο να γίνει η Αθήνα πρωτεύουσα του Φραγκικού δουκάτου των Αθηνών, με την Ακρόπολη να μετατρέπεται σε παλάτι. Το 1458 η πόλη κατακτήθηκε από τους Τούρκους και περιήλθε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μετά την οθωμανική κατάκτηση η πόλη διεκδικήθηκε από τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων υπέστη μεγάλες ζημιές, συμπεριλαμβανομένης της ανατίναξης του Παρθενώνα από το στρατηγό Μοροζίνι.
Η Αθήνα ήταν μια μικρή ημιέρημη και μισοκατεστραμμένη πόλη (από τις αλλεπάλληλες πολιορκίες κατά τη διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας), όταν έγινε πρωτεύουσα του νέου Βασιλείου της Ελλάδας το 1833.
Αθήνα αρχές 20ού αιώνα
Μετά την απελευθέρωση, με πρωτοβουλία του Βασιλιά Όθωνα, η Αθήνα χαρακτηρίζεται νέα πρωτεύουσα και το 1834 ανοικοδομείται από τον Κλεάνθη, τον Schubert και τον Leo von Klenze. Ως πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους και κέντρο των πολιτικών εξελίξεων, η Αθήνα υπήρξε τόπος γεγονότων-οροσήμων της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Τις επόμενες δεκαετίες η Αθήνα ανοικοδομήθηκε κατά τα πρότυπα σύγχρονης πόλης. Η επόμενη φάση μεγάλης επέκτασης ήταν το 1923 μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, οπότε πολλές γειτονιές δημιουργήθηκαν, κυρίως άναρχα, από πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η πόλη κατακτήθηκε από τους Γερμανούς και ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια του πολέμου υπέφερε πάρα πολύ και υπέστη μεγάλες καταστροφές. Μετά τον πόλεμο η πόλη άρχισε ξανά να μεγαλώνει, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του '60, οπότε παρατηρήθηκε έκρηξη στην οικοδομική δραστηριότητα, με την ανέγερση πολλών πολυκατοικιών τόσο στο κέντρο όσο και στα προάστια της Αθήνας.
Εδώ έγινε η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου το 1843, που αναδιαμόρφωσε την πολιτειακή φυσιογνωμία του κράτους. Η πόλη έγινε θέατρο πολυάριθμων κινημάτων και πραξικοπημάτων για περισσότερα από 50 χρόνια, από το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί, τα πολυάριθμα κινήματα του ελληνικού μεσοπολέμου έως το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967. Εδώ παίχτηκε η πρώτη πράξη του Ελληνικού Εμφυλίου, τα Δεκεμβριανά, όπως επίσης αποκαταστάθηκε η κοινοβουλευτική δημοκρατία μετά την πτώση της Χούντας το 1974.
Η είσοδος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε Ε.Ο.Κ.) το 1981 έφερε καινούργιες επενδύσεις στην πόλη, μαζί όμως με προβλήματα κυκλοφοριακού και ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Η χρήση καταλυτικών οχημάτων βελτίωσε κατά πολύ την ποιότητα της ατμόσφαιρας, χωρίς ωστόσο να λυθεί οριστικά το πρόβλημα που στον 21ο αιώνα αφορά κυρίως ρύπους, όπως το όζον και τα αιωρούμενα σωματίδια. Η κατασκευή του κέντρου βιολογικού καθαρισμού στη νησίδα της Ψυττάλειας, όπου γίνεται η επεξεργασία των λυμάτων της Αθήνας, βελτίωσε βραχυπρόθεσμα την ποιότητα των θαλασσών και των παραλιών της Αττικής, πριν ανακύψει πρόβλημα διάθεσης της λυματολάσπης.
Το κέντρο της αρχαίας πόλης εντοπίζεται πέριξ του λόφου της Ακρόπολης, στο Θησείο και την Πλάκα. Οι περιοχές αυτές σήμερα, πέρα από τον τουριστικό τους χαρακτήρα, αποτελούν και τις πιο ακριβές ζώνες του κέντρου (μαζί με το Σύνταγμα και το Κολωνάκι κάτω από τον λόφο του Λυκαβηττού). Το ιστορικό κέντρο των Αθηνών εντοπίζεται σε αυτή τη ζώνη, μαζί με το Μοναστηράκι, το οποίο αποτελεί δημοφιλή τουριστικό και εμπορικό προορισμό για τους επισκέπτες. Χαρακτηριστικό είναι και το τρενάκι στην Πλάκα για την περιήγηση των τουριστών, όπως επίσης και η τουριστική λεωφορειακή γραμμή που γυρνάει το κέντρο.
Το κέντρο της σύγχρονης πόλης είναι η Πλατεία Συντάγματος, όπου είναι εγκατεστημένα τα παλαιά βασιλικά ανάκτορα τα οποία σήμερα στεγάζουν το Κοινοβούλιο, καθώς και άλλα δημόσια κτίρια του 19ου αιώνα. Κατά τις 3 δεκαετίες που ακολούθησαν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οικοδομήθηκαν πολλά νέα πολυώροφα κτίρια, τα οποία και χαρακτηρίζουν τη σημερινή εικόνα της πόλης.
Η Αθήνα είναι διοργανώτρια πόλη των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της σύγχρονης εποχής (1896) και των Μεσοολυμπιακών του 1906. Στα νεότερα χρόνια διοργάνωσε και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 που διαρκούν από τις 13 έως τις 29 Αυγούστου του 2004.
Το παλαιό κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών στη Λεωφόρο Πανεπιστημίου είναι ένα από τα πιο καλαίσθητα κτίρια των Αθηνών μαζί με το κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης και την Ακαδημία Αθηνών. Τα τρία αυτά κτίρια, τα λεγόμενα ως «Τριλογία των Αθηνών», κατασκευάστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Αρκετές από τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες των πανεπιστημίων έχουν μεταφερθεί σήμερα στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου. Μία ακόμα σπουδαία ακαδημαϊκή σχολή της Αθήνας είναι το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.), ένα από τα σημαντικότερα τεχνικά ιδρύματα της Ευρώπης. Στην ίδια περιοχή με το Πολυτεχνείο είναι εγκατεστημένο και το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΟΠΑ). Άλλες σχολές εδρεύουν στα προάστια της πόλης, όπως η Γυμναστική Ακαδημία των Αθηνών (ΤΕΦΑΑ) στη Δάφνη, η ΣΕΛΕΤΕ στο Μαρούσι και άλλες.
Δημογραφία
Το πολεοδομικό συγκρότημα των Αθηνών, σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει πληθυσμό 3.074.160 κατοίκους, ενώ ο πληθυσμός της ευρύτερης μητροπολιτικής περιοχής έχει 3.737.550 κατοίκους, ο οποίος αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας. Ο πιο κάτω πίνακας δείχνει παραστατικά την αύξηση του πληθυσμού. Ο πληθυσμός του πολεοδομικού συγκροτήματος της πρωτεύουσας εμφανίζει τις παρακάτω διακυμάνσεις:
Πληθυσμιακή Εξέλιξη Πολεοδομικού Συγκροτήματος Πρωτευούσης
Χρονολογία Πληθυσμός Έκταση Πυκνότητα Πληθυσμού Προστιθείς Πληθυσμός Νέα Αύξηση Πληθυσμού Συνολική Αύξηση
1853 30.600 κάτοικοι 412 χμ2 74 κάτοικοι/km2 +30.600 κάτοικοι - -
1879 65.500 κάτοικοι 412 χμ2 159 κάτοικοι/km2 +34.900 κάτοικοι +114% 114%
1896 123.000 κάτοικοι 412 χμ2 298 κάτοικοι/km2 +57.500 κάτοικοι +87,8% 201,7%
1925 443.000 κάτοικοι 412 χμ2 1.075 κάτοικοι/km2 +320.000 κάτοικοι +260,1% 462%
1940 1.117.792 κάτοικοι 412 χμ2 2.713 κάτοικοι/km2 +674.792 κάτοικοι +152,32% 614,32%
1951 1.376.202 κάτοικοι 412 χμ2 3.340 κάτοικοι/km2 + 258.410 κάτοικοι +23,12% 637,43%
1961 1.848.179 κάτοικοι 412 χμ2 4.485 κάτοικοι/km2 + 471.977 κάτοικοι +34,29% 671,72%
1971 2.542.349 κάτοικοι 412 χμ2 6.170 κάτοικοι/km2 +694.170 κάτοικοι +27,30% 699,02%
1981 3.038.245 κάτοικοι 412 χμ2 7.374 κάτοικοι/km2 +495.896 κάτοικοι +19,5% 718,525%
1991 3.072.992 κάτοικοι 412 χμ2 7.458 κάτοικοι/km2 +34.747 κάτοικοι +1,14% 719,66%
2001 3.165.823 κάτοικοι 412 χμ2 7.684 κάτοικοι/km2 +92.831 κάτοικοι +3,02% 722,68%
2011 3.074.160 κάτοικοι 412 χμ2 7.462 κάτοικοι/km2 -91.663 κάτοικοι -2,90% 719,78%
Αρχαία Αθήνα
Η αρχαία Αθήνα ήταν πόλη-κράτος της αρχαίας Ελλάδας και μία από τις σημαντικότατες πόλεις του αρχαίου κόσμου γενικότερα. Τα όρια της περιλάμβαναν το μεγαλύτερο τμήμα της σημερινής Αττικής. Οι Αθηναίοι πέρα από την Αττική κυριαρχούσαν μέσω του ισχυρού τους στόλου σε έναν μεγάλο αριθμό ιωνικών αποικιών στα νησιά του Αιγαίου και στα παράλια της Μικράς Ασίας. Η Αττική άλλωστε αποτελούσε και την μητρόπολη των περισσότερων ιωνικών αποικιών. Οι Αθηναίοι συνόρευαν βόρεια με τους Βοιωτούς και δυτικά με τους Μεγαρείς, με τους οποίους βρίσκονταν συχνά σε σύγκρουση. Η αρχαία Αθήνα πρωταγωνίστησε στους Περσικούς πολέμους, ηγήθηκε της συμμαχίας της Δήλου, καθώς και της μιας από τις δύο συμμαχίες οι οποίες συγκρούστηκαν κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο.
Καταγωγή
Οι Αθηναίοι ήταν Ίωνες στην καταγωγή. Οι Ίωνες εγκαταστάθηκαν στην νότια Ελλάδα στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Κατά την κάθοδο των Δωριέων στο τέλος της 2ης χιλιετίας (περίπου το 1100 π.Χ.), οι Ίωνες εκτοπίστηκαν από τις περιοχές τους και μετακινήθηκαν ανατολικότερα. Η Αττική ήταν από τις λίγες περιοχές της Ελλάδας που δεν έγινε εγκατάσταση Δωριέων καθώς εκεί οι Δωριείς αποκρούστηκαν (γεγονός που μαρτυρά και ο μύθος του βασιλιά Κόδρου). Στην Αττική σταδιακά διαμορφώθηκε μία ξεχωριστή διάλεκτος της ιωνικής, η αττική διάλεκτος που έγινε η γλώσσα των γραμμάτων και των τεχνών στην αρχαιότητα.
Στην περιοχή της Αττικής υπήρχε έντονη ανθρώπινη παρουσία από την νεολιθική εποχή. Πρώτος μυθικός βασιλιάς της Αθήνας ήταν ο Κέκροπας στον οποίο αποδίδεται η επιλογή της θεάς Αθηνάς ως προστάτιδας θεάς της πόλης. Τα πρώιμα χρόνια της εποχής του χαλκού οι Αθηναίοι φαίνεται να βρίσκονταν υποταγμένοι στους Κρήτες, όπως φαίνεται και από τον μύθο του Θησέα. Όπως μαρτυρά ο ίδιος μύθος ο Θησέας απάλλαξε τους Αθηναίους από τον βαρύ φόρο των Κρητών. Ο μυθικός Βασιλιάς ήταν επίσης αυτός που ένωσε τους δέκα δήμους της Αττικής σε μία χώρα και δημιουργήθηκε το Αθηναϊκό κράτος στην μορφή που είχε σε όλη την διάρκεια της αρχαιότητας[1].
Την Μυκηναϊκή περίοδο οι Αθηναίοι βρίσκονταν στην σκιά των ισχυρών Μυκηναϊκών κέντρων της περιόδου. Ο Όμηρος αναφέρει συμμετοχή της Αθήνας στον Τρωικό πόλεμο, με 50 πλοία και αρχηγό τον Μενεσθέα[2]. Την περίοδο της καθόδου των Δωριέων οι Αθηναίοι αντιστάθηκαν με επιτυχία.
Γεωμετρική και αρχαϊκή περίοδος
Από την εποχή της καθόδου των Δωριέων στην Αθήνα φαίνεται να είχε υποχωρήσει ο θεσμός της βασιλείας, ο οποίος είχε αντικατασταθεί από την αριστοκρατία. Την Αθήνα κυβερνούσε μία τάξη αριστοκρατών, οι οποίοι ήταν γνωστοί ως Ευπατρίδες. Την νομοθετική εξουσία ασκούσε μία ομάδα αριστοκρατών, γνωστών ως Θεσμοθέτες. Οι θεσμοθέτες το 624 π.Χ. ανέθεσαν στον Δράκοντα να συντάξει νέα νομοθεσία, που ήταν και η πρώτη γραπτή νομοθεσία της αρχαίας Αθήνας. Οι νόμοι του Δράκοντα διατηρήθηκαν μόνο για τριάντα χρόνια γιατί ήταν ιδιαίτερα σκληροί και τελικά αντικαταστάθηκαν με τη νομοθεσία του Σόλωνα το 594 π.Χ. Στο διάστημα αυτό το αριστοκρατικό πολίτευμα είχε κινδυνεύσει από μία απόπειρα εγκαθίδρυσης Τυραννίας από τον Κύλωνα το 632 π.Χ. Η περίοδος της αριστοκρατίας τερματίστηκε το 560 π.Χ., όταν κατέλαβε την εξουσία ο Πεισίστρατος, ο οποίος εγκαθίδρυσε τυραννία[3]. Τον Πεισίστρατο τον διαδέχτηκαν οι γιοι του Ιππίας και Ίππαρχος, οι οποίοι και υπήρξαν οι τελευταίοι τύραννοι της Αθήνας. Το 510 καταργήθηκε η Τυραννία και ο νομοθέτης Κλεισθένης έβαλε τις βάσεις για την Αθηναϊκή δημοκρατία.
Περσικοί πόλεμοι
Στην πρώτη εκστρατεία των Περσών κατά της Ελλάδας, που οργάνωσε ο βασιλιάς Δαρείος, ο περσικός στόλος έπλευσε ενάντια των δύο ελληνικών πόλεων που είχαν συνδράμει τις ιωνικές πόλεις κατά την διάρκεια ιωνικής επανάστασης, της Ερέτριας και της Αθήνας. Αφού κατέστρεψε ολοσχερώς την Ερέτρια ο Περσικός στόλος κατευθύνθηκε στον Μαραθώνα. Εκεί περίμενε τον περσικό στρατό μία Αθηναϊκή δύναμη 10.000 ανδρών περίπου με αρχηγό τον Μιλτιάδη. Οι Αθηναίοι χωρίς συμμάχους συνέτριψαν την Περσική δύναμη και τους ανάγκασαν να ματαιώσουν πρόωρα τα σχέδια τους για κατάληψη της Ελλάδας[3].
Δέκα χρόνια μετά σχεδίασε την ίδια εκστρατεία ο διάδοχος του Δαρείου Ξέρξης. Για την αντιμετώπιση του Ξέρξη συμμάχησαν οι περισσότερες ελληνικές πόλεις της νότιας Ελλάδας. Αφού δεν κατόρθωσαν να ανακόψουν την Περσική επέλαση στις Θερμοπύλες ο ελληνικός στρατός συγκεντρώθηκε στον ισθμό της Κορίνθου ενώ ο στόλος αγκυροβόλησε στην Σαλαμίνα. Οι Πέρσες έφτασαν ανενόχλητοι μέχρι την Αθήνα που είχε εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους της και προξένησαν τεράστιες καταστροφές στην πόλη. Λίγο μετά όμως ο περσικός στόλος καταστράφηκε στην Σαλαμίνα και οι Πέρσες αποσύρθηκαν από την Αττική. Ένα χρόνο μετά οι Πέρσες ηττήθηκαν στην μάχη των Πλαταιών και εγκατέλειψαν οριστικά τα σχέδια τους για κατάληψη της Ελλάδας[4]. Εκεί μάλιστα ο Μαρδόνιος , παρόλο που υπήρξαν αντιδράσεις από άλλους Πέρσες στρατηγούς, όπως ο Αρτάβαζος κι ο Αρτάβανος, πίστευαν πως απλά και μόνο η αριθμητική υπεροχή των Περσών δεν θα ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει την νίκη. Ο Μαρδόνιος σκοτώθηκε στη Μάχη των Πλαταιών και ο στρατός του ηττήθηκε.
Η περίοδος ακμής της Αθήνας
Λίγο μετά την λήξη των Περσικών πολέμων η Πανελλήνια συμμαχία που είχε συσταθεί το 481 με σκοπό την αντιμετώπιση των Περσών διασπάστηκε. Κύρια αιτία ήταν η συνέχιση του πολέμου κατά των Περσών από πλευράς Αθηναίων, ενώ οι Πελοποννήσιοι δεν επιθυμούσαν την συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων. Έτσι όταν οι Αθηναίοι έπλευσαν στον Ελλήσποντο για να ελευθερώσουν τις ελληνικές πόλεις της περιοχής, οι Σπαρτιάτες με τους υπόλοιπους Πελοποννήσιους αποχώρησαν. Χωρίς την βοήθεια των υπόλοιπων Ελλήνων οι Αθηναίοι προχώρησαν στην πολιορκία της Σηστού και την κατέλαβαν το 478 π.Χ. Την ίδια χρονιά ή πιθανόν ένα χρόνο μετά, το 477 π.Χ. η Αθήνα προχώρησε στην ίδρυση της Δηλιακής συμμαχίας ή πρώτης Αθηναϊκής συμμαχίας. Την οργάνωση της συμμαχίας ανέλαβε ο Αριστείδης. Με την ίδρυση της συμμαχίας αυτής οι Αθηναίοι επισφράγισαν την υπεροχή τους στην θάλασσα.
Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων και την αποχώρηση των Περσών η Αθήνα ήταν κατεστραμμένη πόλη. Την περίοδο αυτή άρχισε η ανέγερση των τειχών της πόλης. Η Σπάρτη αντέδρασε στην ανέγερση των τειχών και απαίτησε από τους Αθηναίους να μην προχωρήσουν στην οχύρωση της πόλης. Ο Θεμιστοκλής τότε πήγε στην Σπάρτη για να διαπραγματευτεί το θέμα δίνοντας εντολή στους Αθηναίους να συνεχίσουν την ανέγερση των τειχών. Ο ίδιος καθυστέρησε τις διαπραγματεύσεις με τους Σπαρτιάτες μέχρι το τείχος να φτάσει σε ένα ικανό ύψος για να αποκρούσει επιθέσεις και τότε τους αποκάλυψε πως η Αθήνα έχει ήδη τειχιστεί. Στην συνέχεια οχυρώθηκε και ο Πειραιάς [5].
Στα χρόνια μετά την λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου κυριαρχούσε στην πολιτική σκηνή της Αθήνας, ο Θεμιστοκλής. Από το 476 έως το 462 κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή της πόλης ο Κίμωνας, ο οποίος συνέχισε τις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Περσών. Το 476 π.Χ. κατέλαβε την πόλη Ηιόνα στις εκβολές του Στρυμώνα που ακόμα βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο των Περσών. Ένα χρόνο μετά επιτέθηκε κατά των Δολόπων πειρατών της Σκύρου, τους οποίους νίκησε απαλλάσσοντας το κεντρικό Αιγαίο από την δράση τους. Οι Δόλοπες εκδιώχθηκαν από την Σκύρο και στο νησί εγκαταστάθηκαν Αθηναίοι κληρούχοι[6].
Χάρτης της Δηλιακής συμμαχίας
Οι Αθηναίοι στην συνέχεια πραγματοποίησαν μία σειρά από επιχειρήσεις που είχαν στόχο την ενδυνάμωση της Δηλιακής συμμαχίας. Αρχικά κατέλαβαν την Κάρυστο (473 π.Χ.) και στην συνέχεια κατέστειλαν την αποστασία της Νάξου (469 π.Χ.) επαναφέροντας την πόλη στην συμμαχία. Η Δηλιακή συμμαχία είχε αρχίσει να μετατρέπεται σταδιακά σε Αθηναϊκή ηγεμονία. Το 467 π.Χ. οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους αντιμετώπισαν ξανά τους Πέρσες τους οποίους νίκησαν στην μάχη του Ευρυμέδοντα ποταμού, στις ακτές της Λυκίας. Με την νίκη αυτή των Αθηναίων οι Πέρσες εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους για ανάκτηση των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας. Η πρώτη προσπάθεια αποικισμού της Αμφίπολης από τους Αθηναίους τους έφερε αντιμέτωπους με τουςΘάσιους. Οι Αθηναίοι τελικά κατέλαβαν την Θάσο το 463 π.Χ. και την μετέτρεψαν σε φόρου υποτελή[7].
Η περίοδος του Κίμωνα έληξε το 462 π.Χ. και έναν χρόνο μετά ακολούθησε ο οστρακισμός του. Την περίοδο αυτή σημειώθηκε πολιτική μεταρρύθμιση στην Αθήνα με πρωτεργάτες τον Περικλή και τον Εφιάλτη του Σοφωνίδου. Με την μεταρρύθμιση αυτή αφαιρέθηκαν πολλά προνόμια από τον Άρειο Πάγο που μεταβιβάστηκαν στην Εκκλησία του Δήμου, στην Βουλή των Πεντακοσίων και στην Ηλιαία. Με τις αλλαγές αυτές το πολίτευμα έγινε περισσότερο δημοκρατικό. Από το 461 π.Χ. κυριαρχεί στην πολιτική ζωή της πόλης ο Περικλής. Η τριακονταετία που ακολούθησε μέχρι το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού πολέμου ήταν περίοδος μεγάλης ακμής για την Αθήνα και έγινε γνωστή ως χρυσός αιώνας του Περικλή. Ο Περικλής ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος παίρνοντας σειρά φιλολαϊκών μέτρων. Καθιέρωσε ημερομίσθιο για τους πολίτες που συμμετείχαν στην Ηλιαία ή στην Βουλή των Πεντακοσίων ώστε να αποκτήσουν την δυνατότητα να συμμετέχουν στα δύο σώματα και φτωχότεροι Αθηναίοι που δεν είχαν μέχρι τότε την δυνατότητα να εγκαταλείψουν προσωρινά τις βιοποριστικές τους ασχολίες και να εκλεγούν σε κάποιο αξιώμα. Παραχωρήθηκε επίσης το δικαίωμα στους ζευγίτες να εκλέγονται εννέα άρχοντες.
Στον στρατιωτικό τομέα το 459 π.Χ. η Αθήνα εξασφάλισε την συμμαχία των Μεγάρων και απέκτησε πρόσβαση στον Κορινθιακό[8]. Την περίοδο αυτή άρχισαν να οικοδομούνται και τα Μακρά Τείχη. Η ανάπτυξη της Αθήνας και προς τον Κορινθιακό κόλπο ανησύχησε την Κόρινθο η οποία εξασφαλίζοντας την συμμαχία της Αίγινας, ανέλαβε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Αθηναίων. Το 458 οι δύο αντίπαλες δυνάμεις συγκρούστηκαν στην πόλη Αλιείς της νότιας Αργολίδας με τους Κορίνθιους και τους Αιγινίτες να υπερτερούν. Λίγο μετά όμως οι Αθηναίοι πολιόρκησαν την Αίγινα και την κατέλαβαν υποχρεώνοντάς την να ενταχθεί στην Δηλιακή συμμαχία. Την επόμενη χρονιά (457 π.Χ.) ανέλαβε δράση εναντίον της Αθήνας και η Σπάρτη η οποία κατάφερε να συμμαχήσει με τους Βοιωτούς. Τότε ξεκίνησε μία πολυετής διαμάχη μεταξύ των Αθηναίων και των Σπαρτιατών που αναφέρεται συχνά ως πρώτος Πελοποννησιακός πόλεμος. Την πρώτη χρονιά οι δύο αντίπαλοι συνασπισμοί συγκρούστηκαν στην Τανάγρα με τους Πελοποννήσιους και τους Βοιωτούς να επικρατούν των Αθηναίων αλλά λίγες μέρες μετά οι Αθηναίοι με αρχηγό τον Μυρωνίδη νικούν τους αντιπάλους τους στα Οινόφυτα[9]. Με την νίκη των Αθηναίων στην μάχη των Οινοφύτων η Βοιωτία πέρασε προσωρινά στον έλεγχό τους. Στην συνέχεια η Αθήνα προχώρησε σε επιθετικές κινήσεις κατά της Σπάρτης. Με αρχηγό του στόλου τον Τολμίδη και στην συνέχεια τον ίδιο τον Περικλή, οι Αθηναίοι κατέστρεψαν το Γύθειο και εξασφάλισαν την συμμαχία της Ζακύνθου, της Κεφαλονιάς και της Ακαρνανίας. Οι Αθηναίοι την περίοδο αυτή πραγματοποιούσαν και μία δεύτερη επιχείρηση στην Αίγυπτο βοηθώντας τον τοπικό άρχοντα που είχε επαναστατήσει κατά τον Περσών. Η επιχείρηση απέτυχε προκαλώντας στους Αθηναίους οικονομικές και στρατιωτικές απώλειες. Το γεγονός αυτό τους ανάγκασε να τερματίσουν τις επιχειρήσεις κατά της Σπάρτης κηρύσσοντας ανακωχή. Παράλληλα έκλεισαν ειρήνη με τους Πέρσες, γνωστή ως Καλλίειος ειρήνη από το όνομα του Αθηναίου διαπραγματευτή.
Το 447 π.Χ. οι Θηβαίοι έδιωξαν την φιλοαθηναϊκή παράταξη της πόλης. Οι Αθηναίοι εκστράτευσαν εναντίον τους όπου και ηττήθηκαν στην μάχη της Κορώνειας[10]. Μετά από αυτή την αποτυχία η Αθήνα έχασε τον έλεγχο της Βοιωτίας που τον είχε εξασφαλίσει δέκα χρόνια πριν, στην μάχη των Οινοφύτων. Ένα χρόνο μετά αποχώρησαν και οι Μεγαρείς από την Αθηναϊκή συμμαχία. Η προσπάθεια για ανάκτηση των Μεγάρων οδήγησε σε νέα σύγκρουση με την Σπάρτη. Τελικά οι δύο αντίπαλοι, Σπαρτιάτες και Αθηναίοι αποφάσισαν την σύναψη ειρήνης για τριάντα χρόνια και την διατήρηση του καθεστώτος που υπήρχε πριν την προσχώρηση των Μεγάρων στην Αθήνα, δηλαδή πριν το 459 π.Χ. Η συμφωνία ειρήνης αναφέρεται ως Τριακονταετείς Σπονδές (446 π.Χ).[11]
Την περίοδο μετά την τριακονταετή ειρήνη η Αθήνα έφτασε στην μέγιστη ακμή της. Ίδρυσε τις αποικίες Θούριοι (444 π.Χ.) στην Μεγάλη Ελλάδα και Αμφίπολη (437 π.Χ.) στην Μακεδονία, ενώ παράλληλα σύναψε συμμαχία με το Ρήγιο, και τους Λεοντίνους στην μεγάλη Ελλάδα και Σικελία. Η ανάπτυξη της Αθήνας στην δύση την οδήγησε πάλι σε έντονη αντιπαλότητα με την Κόρινθο. Η έχθρα προς τους Κορίνθιους και τους στενούς συμμάχους τους Μεγαρείς οδήγησε στην εφαρμογή του Μεγαρικού Ψηφίσματος με το οποίο απαγορευόταν στους Μεγαρείς να χρησιμοποιούν τα λιμάνια της Αθηναϊκής συμμαχίας. Ένα χρόνο μετά οι Αθηναίοι ενίσχυσαν την Κέρκυρα στον πόλεμο που διεξήγαγε κατά της Κορίνθου. Οι Κορίνθιοι τότε υποκίνησαν την πρώην αποικία τους Ποτίδαια να επαναστατήσει και να αποστατήσει από την Δηλιακή συμμαχία. Οι Αθηναίοι λίγο μετά απέστειλαν στρατό για την καταστολή της επανάσταση γεγονός που πυροδότησε τον Πελοποννησιακό πόλεμο.
Πελοποννησιακός πόλεμος
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος ξέσπασε το 431 π.Χ. Την πρώτη περίοδο που αποκαλείται Αρχιδάμειος πόλεμος οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν κάθε χρόνο και στρατοπέδευαν στην Αττική ενώ οι Αθηναίοι κλείνονταν στα Μακρά Τείχη και αναλάμβαναν επιχειρήσεις με τον στόλο τους. Το δεύτερο έτος ξέσπασε φοβερός λοιμός (επιδημία) στην Αθήνα που οδήγησε στον θάνατο το ένα τρίτο του πληθυσμό της πόλης. Ένα χρόνο μετά, το 429 π.Χ. ο Περικλής είδε τους δύο γιους του, τον Πάραλο και τον Ξάνθιππο να πεθαίνουν από το φοβερό λοιμό που χτύπησε την πόλη. Πέθανε και ο ίδιος από το λοιμό, τον Αύγουστο του 429 π.Χ.. Από τους διαδόχους του κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια ο Κλέωνας. Σημαντικότερη επιχείρηση των Αθηναίων τα επόμενα χρόνια ήταν η κατάληψη της Πύλου, που πραγματοποιήθηκε το 425 π.Χ και η νίκη τους εναντίον των Σπαρτιατών στην μάχη της Σφακτηρίας. Οι Αθηναίοι με αρχηγό τον Δημοσθένη είχαν καταλάβει και οχυρώσει την Πύλο. Μετά την επιχείρηση αυτή οι Σπαρτιάτες αποχώρησαν από την Αττική και έστειλαν στρατό στην περιοχή, ο οποίος οχυρώθηκε στο νησί Σφακτηρία. Οι Αθηναίοι τότε απέστειλαν ενισχύσεις με αρχηγό τον Κλέωνα και στη μάχη που ακολούθησε πάνω στο νησί οι Αθηναίοι κατάφεραν να νικήσουν τους Σπαρτιάτες και να τους αιχμαλωτίσουν, πετυχαίνοντας την πρώτη σημαντική τους νίκη στον πόλεμο.
Ένα χρόνο μετά την επιτυχία της Πύλου οι Αθηναίοι στράφηκαν εναντίον των Βοιωτών από τους οποίους ηττήθηκαν στη μάχη του Δήλιου. Στην συνέχεια οι συγκρούσεις μεταφέρθηκαν στη Χαλκιδική όπου νέες πόλεις είχαν αποστατήσει με παρακίνηση της Σπάρτης. Οι Αθηναίοι κατέλαβαν τη Σκιώνη και τη Μένδη και στράφηκαν στη συνέχεια στην πρώην αποικία τους Αμφίπολη που είχε επίσης αποστατήσει. Την πόλη υπερασπίζονταν οι Σπαρτιάτες με αρχηγό τον Βρασίδα. Στην μάχη που ακολούθησε οι Αθηναίοι ηττήθηκαν, ενώ εκεί σκοτώθηκαν ο Κλέων και ο Βρασίδας. Τον Κλέωνα τον διαδέχτηκε ο πολιτικός του αντίπαλος, Νικίας. Ένα χρόνο μετά, Αθηναίοι και Σπαρτιάτες σύναψαν ειρήνη γνωστή ως Νικίειος ειρήνη, από το όνομα του Αθηναίου ηγέτη που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις.
Ο Αλκιβιάδης
Μετά τον Νικία υπερίσχυσε στην πολιτική σκηνή ο Αλκιβιάδης ο οποίος ήταν οπαδός της συνέχισης του πολέμου. Με ενέργειές του εξασφάλισε την συμμαχία του Άργους προκαλώντας την άμεση επέμβαση της Σπάρτης που κατέληξε στη μάχη της Μαντίνειας. Στην μάχη αυτή επικράτησαν οι Σπαρτιάτες διαλύοντας τη συμμαχία των Αθηναίων με το Άργος. Το 416 π.Χ. οι Αθηναίοι αποφάσισαν να μεταφέρουν το πεδίο δράσης τους στη Σικελία, καθώς τους προσέλκυαν τα πλούτη του νησιού και τους προκαλούσε πάντα ανησυχία η ενδυνάμωση των Συρακουσών, μίας πόλης φιλικής προς τους Πελοποννήσιους, που είχε την δυνατότητα να τους ενισχύει οικονομικά και να τους ανεφοδιάζει σε τρόφιμα. Ήδη το 427 π.Χ. είχαν στείλει μία μικρή δύναμη να βοηθήσει το Ρήγιο και τους Λεοντίνους που απειλούνταν από τις Συρακούσες[12]. Το 416 π.Χ. η αφορμή δόθηκε όταν η πόλη Έγεστα ζήτησε την βοήθεια της Αθήνας για να προστατευτεί από τις επιθέσεις του γειτονικού Σελινούντα, που ήταν συμμαχική πόλη με τις Συρακούσες. Με προτροπή του Αλκιβιάδη οργάνωσαν μία πολύ δαπανηρή εκστρατεία, γνωστή ως Σικελική εκστρατεία, της οποία ανέλαβαν αρχηγοί, ο Αλκιβιάδης, ο Λάμαχος και ο Νικίας. Λίγο μετά την αναχώρηση της αποστολής, την άνοιξη του 415 π.Χ. ο Αλκιβιάδης κατηγορήθηκε για ιερόσυλη πράξη, τον αποκεφαλισμό των Ερμών, που είχε πραγματοποιηθεί στην Αθήνα λίγο πριν την αναχώρηση του στόλου. Οι Αθηναίοι ανακάλεσαν τον Αλκιβιάδη για να τον δικάσουν αλλά αυτός διέφυγε στη Σπάρτη. Για να εκδικηθεί τους Αθηναίους, συμβούλευσε τους Σπαρτιάτες να στείλουν ενισχύσεις στις Συρακούσες και να οχυρώσουν τη Δεκέλεια στην Αττική. Οι Σπαρτιάτες ακολούθησαν τις συμβουλές του Αλκιβιάδη και έστειλαν ενισχύσεις στις Συρακούσες με αρχηγό τον Γύλιππο. Ο Γύλιππος ανάγκασε τους Αθηναίους να λύσουν την πολιορκία της πόλης. Παρά τις μεγάλες ενισχύσεις που έστειλαν οι Αθηναίοι με αρχηγούς τον Δημοσθένη και τον Ευρυμέδοντα, ο αθηναϊκός στόλος και ο στρατός ηττήθηκαν από τους Συρακούσιους και τους Πελοποννήσιους παθαίνοντας μεγάλη πανωλεθρία. Περίπου 7.000 Αθηναίοι και σύμμαχοι αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν για καταναγκαστικά έργα στα λατομεία των Συρακουσών.
Μετά την ατυχή για τους Αθηναίους έκβαση της Σικελικής εκστρατείας ο Πελοποννησιακός πόλεμος αναζωπυρώθηκε. Οι Σπαρτιάτες, οχυρωμένοι στη Δεκέλεια όπως τους είχε συμβουλεύσει ο Αλκιβιάδης, παρενοχλούσαν σοβαρά την αθηναϊκή ύπιθρο ενώ οι Αθηναίοι κατέφυγαν πάλι μέσα στα Μακρά Τείχη. Εκτός από τη Σπάρτη είχαν να αντιμετωπίσουν τις ιωνικές πόλεις που αποστατούσαν. Σταδιακά η Χίος οι Κλαζομενές, η Ερυθραία και η Μίλητος αποστάτησαν αναγκάζοντας τους Αθηναίους να στείλουν στόλο για να τις επαναφέρουν στην Αθηναϊκή συμμαχία. Χρησιμοποιώντας ως βάση τη Σάμο που παρέμενε πιστή, επανέφεραν στη συμμαχία τις παραπάνω πόλεις. Το 411 π.Χ. σημειώθηκε απόπειρα στην Αθήνα για αλλαγή του πολιτεύματος, από ομάδα ολιγαρχικών με αρχηγούς τους Φρύνιχο και Αντιφώντα. Η εξουσία περιήλθε προσωρινά σε ένα σώμα 400 ολιγαρχικών, το οποίο ανατράπηκε μέσα στην ίδια χρονιά. Ο στόλος αντιθέτως, ο οποίος βρισκόταν εκείνη την περίοδο στην Σάμο, διατήρησε αρχηγούς της δημοκρατικής παράταξης ενώ ανακάλεσε και τον Αλκιβιάδη. Ο Αλκιβιάδης ανέλαβε αρχηγός των Αθηναίων στην πολιορκία της Κυζίκου όπου οι Αθηναίοι νίκησαν τους Σπαρτιάτες καταστρέφοντας τον στόλο τους. Τα επόμενα χρόνια ο αθηναϊκός στόλος συνέχισε τις επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή της Προποντίδας καταλαμβάνοντας το Βυζάντιο και τα Άβδηρα. Μετά τις επιτυχίες αυτές ο Αλκιβιάδης έγινε δεκτός στην Αθήνα, απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες που τον βάραιναν και εκλέχτηκε νέος στρατηγός των Αθηναίων (407 π.Χ.) Ένα χρόνο μετά όμως, την άνοιξη του 406 π.Χ. ηττήθηκε στη ναυμαχία που έγινε στο Νότιο και καθαιρέθηκε. Αρχηγός στη συνέχεια ανέλαβε ο Κόνωνας, ο οποίος κατάφερε να πετύχει μεγάλη νίκη κατά των Σπαρτιατών στη ναυμαχία των Αργινουσών[13], το καλοκαίρι του 406 π.Χ. Παρά τη νίκη που σημείωσαν οι Αθηναίοι, καταδίκασαν σε θάνατο τους στρατηγούς που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι επειδή δεν περισυνέλλεξαν τα πτώματα των νεκρών. Καταδικάστηκαν σε θάνατο συνολικά έξι στρατηγοί. Ένα χρόνο μετά οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν τη Λάμψακο, αναγκάζοντας τους Αθηναίους να στείλουν στόλο εναντίον τους, Στη ναυμαχία που πραγματοποιήθηκε στην περιοχή Αιγός Ποταμοί οι Σπαρτιάτες με τον Λύσανδρο συνέτριψαν τον αθηναϊκό στόλο και εξουδετέρωσαν πλήρως τις πολεμικές δυνατότητες της Αθήνας[14]. Μετά από ένα χρόνο πολιορκίας η Αθήνα παραδόθηκε και ο Πελοποννησιακός πόλεμος έληξε.
Ανασυγκρότηση της Αθήνας [Επεξεργασία]
Μετά την παράδοση της Αθήνας η Σπάρτη επέβαλε στην πόλη ολιγαρχικό πολίτευμα. Την εξουσία ανέλαβαν τριάντα ολιγαρχικοί γνωστοί ως Τριάκοντα Τύραννοι. Οι δέκα από αυτούς άνηκαν στην ολιγαρχική παράταξη του Κριτία και άλλοι δέκα στην ολιγαρχική παράταξη του Θηραμένη. Κατά την περίοδο αυτή επικράτησε κλίμα τρομοκρατίας στην Αθήνα και πολλοί πολίτες εκτελέστηκαν. Οι μετριοπαθείς ολιγαρχικοί αντέδρασαν με αποτέλεσμα να εκτελεστεί ο εκπρόσωπός τους Θηραμένης. Τελικά το σκληρό καθεστώς των τριάντα τυράννων κατέλυσε ο Θρασύβουλος, έναν χρόνο μετά (403 π.Χ) ο οποίος με 70 συντρόφους κατέλαβε το φρούριο της Φυλής και στην συνέχεια με την υποστήριξη περισσότερων Αθηναίων δημοκρατικών κατέλαβε τον Πειραιά. Οι ολιγαρχικοί συγκρούστηκαν με τους δημοκρατικούς στον Πειραία όπου ηττήθηκαν. Στην σύγκρουση αυτή σκοτώθηκε και ο Κριτίας. Οι ολιγαρχικοί τότε κατέφυγαν στην Ελευσίνα όπου παρέμειναν μέχρι να τους χορηγηθεί άσυλο από το νέο καθεστώς της Αθήνας.
Τα επόμενα χρόνια οι Αθηναίοι συμμάχησαν με τους Βοιωτούς εκμεταλλευόμενοι την αλλαγή στάσης των τελευταίων εναντίον της Σπάρτης. Το 395 π.Χ. η Σπάρτη με αφορμή την επέμβαση των Βοιωτών στην Φωκίδα, έστειλε στρατό εναντίον τους. Οι δύο αντίπαλοι συγκρούστηκαν στην Αλίαρτο όπου επικράτησαν οι Βοιωτοί με τους συμμάχους τους Αθηναίους. Η ήττα της Σπάρτης παρακίνησε και άλλες δυσαρεστημένες πόλεις να στραφούν εναντίον της με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας μεγάλος συνασπισμός πόλεων που στρέφονταν πλέον κατά της Σπάρτης. Αποτέλεσμα της νέας διαμορφωμένης κατάστασης ήταν το ξέσπασμα του Κορινθιακού πολέμου που κράτησε εννέα χρόνια. Οι Σπαρτιάτες επικράτησαν του συνασπισμού στην μάχη του ποταμού Νεμέα λίγο έξω από την Κόρινθο και στην μάχη της Κορώνειας αλλά ηττήθηκαν στην θάλασσα, στην περιοχή της Κνίδου, από τον στόλο του Κόνωνα τον οποίον ενίσχυαν οι Πέρσες. Στο επόμενο διάστημα η Σπάρτη έκανε συνεχείς επιδρομές στην Κορινθία λεηλατώντας την περιοχή. Τους Κορίνθιους ενίσχυαν οι Αθηναίοι με αρχηγό τον Ιφικράτη και στην συνέχεια με τον Χαβρία. Παράλληλα ο πόλεμος συνεχιζόταν στην θάλασσα όπου οι Αθηναίοι κατάφεραν να κερδίσουν ξανά παλαιότερους συμμάχους, όπως την Λέσβο, την Σαμοθράκη και περιοχές της Θράκης. Σε μία επιχείρηση στην πόλη Άσπενδο της Παμφυλίας σκοτώθηκε ο Θρασύβουλος. Ο πόλεμος προκάλεσε μεγάλες φθορές και από τις δύο πλευρές και οδήγησε τους αντιμαχόμενους να επιθυμούν την ειρήνη. Αποτέλεσμα ήταν να δεχτούν τελικά σχέδιο που πρότεινε ο Πέρσης Βασιλιάς Αρταξέρξης. Με την συμφωνία ειρήνης, γνωστή ως Ανταλκίδειος ειρήνη, οι Πέρσες απέκτησαν πάλι τον έλεγχο της Μικράς Ασίας και της Κύπρου, ενώ οι Αθηναίοι διατήρησαν τα νησιά Σκύρο, Λήμνο και Ίμβρο.
Η Ελλάδα την περίοδο της Θηβαϊκής ηγεμονίας
Το 378 π.Χ. η Αθήνα ίδρυσε την Δεύτερη Αθηναϊκή συμμαχία με στόχο να αποτρέψει τον Σπαρτιατικό επεκτατισμό προς τα νησιά του Αιγαίου. Στην συμμαχία προσχώρησαν τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου, η Εύβοια, το Κοινό της Χαλκιδικής, οι πόλεις των νότιων παραλίων της Θράκης και αργότερα τα νησιά του Ιονίου εκτός από την Ζάκυνθο. Το 371 π.Χ. η Αθήνα ανησυχώντας για την ενδυνάμωση της Θήβας έκλεισε ειρήνη με την Σπάρτη. Οι Θηβαίοι μετά την επικράτησή τους στην μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. κυριάρχησαν στον ελλαδικό χώρο το επόμενο διάστημα. Τελικά συγκρούστηκαν με τους αντιπάλους τους στην Μαντίνεια με τους Αθηναίους να πολεμούν στο πλευρό των Σπαρτιατών. Η μάχη της Μαντίνειας δεν ανέδειξε νικητή αλλά οδήγησε σε συνθήκη ειρήνης μεταξύ των αντίπαλων πλευρών. Η Αθήνα στο μεταξύ προσπαθούσε να διατηρήσει την συνοχή της δεύτερης Αθηναϊκής συμμαχίας που αντιμετώπιζε συνεχείς απόπειρες πόλεων για αποστασία. Με κύριους επικεφαλής του στόλου τον Ιφικράτη, τον Χαβρία, τον Τιμόθεο και τον Χάρη προσπαθούσε να διατηρήσει την ακεραιότητα της συμμαχίας. Μεταξύ του 357 και 355 ένας συνασπισμός πόλεων που αποστάτησαν από την συμμαχία, με κυριότερες την Ρόδο, την Κω και την Χίο, συγκρούστηκαν με την Αθήνα. Κατά τον συμμαχικό πόλεμο όπως έγινε γνωστός ο πόλεμος μεταξύ των πρώην μελών της Β΄Αθηναικής συμμαχίας οι Αθηναίοι δεν κατάφεραν να επαναφέρουν τις παραπάνω πόλεις στην συμμαχία. Την περίοδο αυτή ξέσπασε και ο τρίτος ιερός πόλεμος, στον οποίο οι Αθηναίοι τάχτηκαν στο πλευρό των Φωκέων. Η στάση τους αυτή τους έφερε αντιμέτωπους με τους Μακεδόνες του Φιλίππου που είχαν σπεύσει να αντιμετωπίσουν τους Φωκείς. Οι Μακεδόνες επικράτησαν τελικά και σύναψαν ειρήνη με τους Αθηναίους, την επονομαζόμενη Φιλοκράτειο ειρήνη (346 π.Χ.). Οι Αθηναίοι όμως παρασυρμένοι από τους λόγους του Δημοσθένη εγκατέλειψαν γρήγορα την φιλική στάση προς τους Μακεδόνες και άρχισαν να δημιουργούν συνασπισμό εναντίον τους. Στον συνασπισμό προσχώρησαν οι Θηβαίοι, οι Κορίνθιοι και οι Μεγαρείς. Οι δύο αντίπαλοι συγκρούστηκαν στην Χαιρώνεια το 338 π.Χ. και στην μάχη που ακολούθησε επικράτησαν οι Μακεδόνες που αναδείχθηκαν πλέον σε κυρίαρχη δύναμη στον ελλαδικό χώρο.
Ελληνιστική περίοδος [Επεξεργασία]
Η Αθήνα συμμετείχε στην πανελλήνια συμμαχία που συγκροτήθηκε από τους Μακεδόνες, με σκοπό να εκστρατεύσουν εναντίον των Περσών. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου όμως, οι Αθηναίοι εκμεταλλευτήκαν την ευκαιρία να επαναστατήσουν μαζί με άλλες πόλεις της νότιας Ελλάδας, γεγονός που οδήγησε στον Λαμιακό πόλεμο (322 π.Χ.). Οι Μακεδόνες κατέστειλαν την επανάσταση και εγκατέστησαν φρουρά στον Πειραιά. Αργότερα ο Κάσσανδρος τοποθέτησε τοποτηρητή στην Αθήνα τον Δημήτριο Φαληρέα. Το 307 π.Χ. ο γιος του Αντίγονου, Δημήτριος Πολιορκητής κατέλαβε την Αθήνα Ο Δημήτριος στην συνέχεια κατέλαβε τον θρόνο της Μακεδονίας με αποτέλεσμα η Αθήνα να γίνει μέρος του Μακεδονικού βασιλείου, όπου παρέμεινε και όταν βασιλιάς της Μακεδονίας έγινε ο γιος του Δημήτριου, Αντίγονος Γονατάς. Το 268 π.Χ. η Αθήνα εντάχθηκε στην Σπαρτιατική συμμαχία κατά των Μακεδόνων. Ο συνασπισμός των πόλεων της νότιας Ελλάδας συγκρούστηκε με τους Μακεδόνες του Αντίγονου. Ο πόλεμος αυτός που ονομάστηκε Χρεμωνίδειος πόλεμος (267-261 π.Χ.) έληξε με νίκη των Μακεδόνων οι οποίοι επέβαλαν πάλι Μακεδονική φρουρά στην Αθήνα. Κατά την διάρκεια του δεύτερου Μακεδονικού πολέμου οι Αθηναίοι τάχθηκαν στο πλευρό των Ρωμαίων. Όταν πλέον οι Ρωμαίοι κινήθηκαν κατά της νότιας Ελλάδας οι Αθηναίοι δεν πρόβαλαν αντίσταση και έγιναν μέρος του ρωμαϊκού κόσμου. Το 88 π.Χ. κατά την διάρκεια του πρώτου Μιθριδατικού πολέμου, οι Αθηναίοι κάλεσαν τον Μιθριδάτη να απελευθερώσει την πόλη τους. Την ίδια περίοδο ανέλαβε τύραννος της Αθήνας ο Αριστίων. Ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας πολιόρκησε την Αθήνα και την κατέλαβε το 86 π.Χ. διαπράττοντας τεράστιες καταστροφές στην πόλη. Αυτή ήταν και η τελευταία απόπειρα της Αθήνας να υπάρξει σαν ελεύθερη πόλη.
Ρωμαϊκή περίοδος [Επεξεργασία]
Μετά την κατάκτηση της Αθήνας από τον Σύλλα, οι Ρωμαίοι έδωσαν στην Αθήνα ειδικό καθεστώς αυτονομίας λόγω της έντονης πνευματικής κίνησης που υπήρχε σ' αυτή. Η Αθήνα συνέχισε να συγκεντρώνει σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων της εποχής ενώ πολλοί Ρωμαίοι Αυτοκράτορες απέκτησαν κατοικίες στην πόλη. Τα σημαντικότερα έργα της Ρωμαϊκής περιόδου πραγματοποίησε στην Αθήνα ο Αυτοκράτορας Αδριανός την περίοδο μεταξύ 117 και 138 μ.Χ.. Ο Αδριανός ολοκλήρωσε τον Ναό του Ολυμπίου Διός, και προχώρησε στην κατασκευή πολλών σημαντικών δημόσιων κτιρίων όπως την βιβλιοθήκη, το γυμνάσιο, το υδραγωγείο κλπ.. Προς τιμήν του οι Αθηναίοι έκτισαν την αψίδα που έγινε γνωστή ως πύλη του Αδριανού. Σημαντικά έργα πρόσφερε στην πόλη ο εύπορος Αθηναίος Ηρώδης ο Αττικός με σπουδαιότερο το Ωδείο που φέρει το όνομά του.
Το 267 μ.Χ. η Αθήνα υπέστη μεγάλες καταστροφές από την επιδρομή των Ερούλων, γερμανικού λαού που είχε εισβάλλει στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Μετά την επιδρομή η πόλη συρρικνώθηκε. Παρέμεινε όμως σημαντικό κέντρο των γραμμάτων μέχρι το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών από τον Ιουστινιανό το 529 μ.Χ.
Το πολίτευμα της αρχαίας Αθήνας
Ως βασιλείς της αρχαίας Αθήνας, θεωρούμε τους ηγέτες της πόλης που έζησαν κατά κύριο λόγο στα μυθικά χρόνια. Χρονικά τοποθετούνται πριν τους άρχοντες, τους τυράννους και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στην Αθήνα.
Ο παρακάτω κατάλογος βασίζεται σε έργα του ιστορικού Ευσεβίου εκ Καισαρείας. Η αρχαιολογική-ιστορική κοινότητα δεν έχει αποδείξεις για την ιστορικότητα αυτών των μυθικών προσώπων.
Πρώτοι βασιλείς
Περίφαντας, αυτόχθονας Αθηναίος, ο οποίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς των Αθηνών πριν από τον Κέκροπα
Ωγύγος ή Ωγύγης, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του συνέβη ο πρώτος κατακλυσμός στην Ελληνική Μυθολογία.
Ακταίος, έδωσε το όνομά του στην περιοχή: Ακταία (σε μεταγενέστερα μυθικά χρόνια ονομάστηκε Αττική).
Κεκροπίδες
Σημειώνεται ότι οι ημερομηνίες που αναφέρονται παρακάτω δε μπορούν να επιβεβαιωθούν ιστορικά και αποτελούν εκτιμήσεις ιστορικών της Ελληνιστικής εποχής που προσπάθησαν να συνδυάσουν τις και να διασταυρώσουν τις μέχρι τότε διαθέσιμες πληροφορίες. Δεν πρέπει λοιπόν να θεωρούνται ως δεδομένες.
Κέκροπας (1556 - 1506 π.Χ.) θεωρείται από μερικούς αρχαίους ιστορικούς ο πρώτος βασιλιάς της Αθήνας, μολονότι ήταν μυθικό ον (μισός άνθρωπος-μισός φίδι).
Κραναός (1506 - 1497 π.Χ.).
Αμφικτύων (1497 - 1487 π.Χ.).
Εριχθόνιος (1487 - 1437 π.Χ.).
Πανδίων (1437 - 1397 π.Χ.).
Ερεχθεύς (1397 - 1347 π.Χ.).
Κέκροπας Β' (1347 - 1307 π.Χ.).
Πανδίων Β' (1307 - 1282 π.Χ.).
Αιγέας (1282 - 1234 π.Χ.).
Θησέας (1234 - 1204 π.Χ. ή το 1213 π.Χ.).
Μενεσθέας (1204 - 1181 π.Χ. ή 1213 - 1191 π.Χ.), κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ξέσπασε ο Τρωικός Πόλεμος.
Δημοφών (1181 - 1147 π.Χ.).
Οξύντης (1147 - 1135 π.Χ.).
Αφείδας (1135 - 1134 π.Χ.).
Θυμοίτης (1134 - 1126 π.Χ.).
Μελανθίδες
Μέλανθος (1126 - 1089 π.Χ.).
Κόδρος (1089 - 1068 π.Χ.).
Άρχοντες
Μετά τον θάνατο του Κόδρου οι απόγονοί του έπαψαν να ορίζονται βασιλείς και ορίζονταν ισόβιοι άρχοντες, με κριτήριο την κληρονομικότητα. Από το 753 π.Χ. οι άρχοντες έπαψαν να ορίζονται με κληρονομικό κριτήριο. Από τους άρχοντες, ο πρώτος ονομαζόταν «επώνυμος» γιατί από αυτόν έπαιρνε όνομα το έτος (επώνυμος άρχων).
Το πολίτευμα της βασιλείας (Βασιλείς της Αρχαίας Αθήνας) φαίνεται να εξασθένησε στην Αθήνα περίπου την εποχή της καθόδου των Δωριέων (1100 π.Χ.). Το πολίτευμα που επικράτησε στην Αθήνα για τους επόμενους αιώνες με εκλεγμένους Επώνυμους άρχοντες ήταν αριστοκρατία η οποία κατέρρευσε μετά την επιβολή τυραννίας από τον Πεισίστρατο το 560 π.Χ.. Μετά την πτώση της Τυραννίας το 510 π.Χ. ο Κλεισθένης προχώρησε σε πολύ σημαντικές μεταρρυθμίσεις μετατρέποντας το πολίτευμα της Αθήνας σε δημοκρατία. Η εξουσία πέρασε στην εκκλησία του δήμου και όλοι οι Αθηναίοι πολίτες ανεξαρτήτως τάξης και εισοδήματος είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά και στην λήψη αποφάσεων. Ο Κλεισθένης καθιέρωσε επίσης και τον θεσμό του οστρακισμού. Η Αθηναϊκή δημοκρατία ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο τα επόμενα χρόνια, κυρίως όμως από τις μεταρρυθμίσεις του Περικλή. ο Περικλής προχώρησε σε ακόμα πιο ριζοσπαστικούς νόμους, ενισχύοντας περισσότερο τον θεσμό της δημοκρατίας[15]. Από την Αθηναϊκή δημοκρατία, εξαιρούνταν σε όλες τις φάσεις της, οι δούλοι και οι γυναίκες.
Επώνυμος άρχοντας
Ο επώνυμος άρχοντας ήταν πολιτικό αξίωμα στην αρχαία Αθήνα. Ήταν ένας από τους δέκα άρχοντες, και συγκεκριμένα ο πρώτος. Η διαδοχή των επώνυμων αρχόντων έχει σημαντική ιστορική σημασία, αφού από το όνομά του ονομαζόταν το έτος, ενώ ετίθετο πρώτο στην αρχή των νόμων, των συνθηκών και των δημόσιων επιγραφών. Στην Σπάρτη ανάλογη χρήση είχε ο πρώτος των πέντε εφόρων. Πριν το θεσμό των αρχόντων που εκλέγονταν σε τακτικά χρονικά διαστήματα, οι άρχοντες ήταν ισόβιοι και κληρονομικοί και ακόμη πιο πριν την εξουσία είχαν οι Βασιλείς της Αρχαίας Αθήνας.
Επώνυμοι άρχοντες [Επεξεργασία]
Ανά τους αιώνες διετέλεσαν οι εξής επώνυμοι άρχοντες (ο κατάλογος δεν είναι πλήρης):
681 π.Χ. Τλησίας
671 π.Χ. Λεόστρατος
669 π.Χ. Πεισίστρατος
668 π.Χ. Αυτοσθένης
664 π.Χ. Μιλτιάδης
659 π.Χ. Μιλτιάδης
644 π.Χ. Δροπίδης
639 π.Χ. Δαμασίας
621 π.Χ. Δράκων
615 π.Χ. Ηνιοχίδης
605 π.Χ. Αριστοκλής
604 π.Χ. Κριτίας
599 π.Χ. Μεγακλής
595 π.Χ. Φιλόμβροτος
594 π.Χ. Σόλων
593 π.Χ. Δροπίδης
592 π.Χ. Ευκράτης
590 π.Χ. Σίμων
588 π.Χ. Φίλιππος
585 π.Χ. Δαμασίας Α'
582 π.Χ. Δαμασίας Β'
577 π.Χ. Αρχιστρατίδης
570 π.Χ. Αριστομένης
566 π.Χ. Ιπποκλείδης
560 π.Χ. Κομίας
559 π.Χ. Ηγίστρατος
556 π.Χ. Ευθύδημος
548 π.Χ. Ερξικλείδης
533 π.Χ. Θερικλής
524 π.Χ. Μιλτιάδης
508 π.Χ. Ισαγόρας
504 π.Χ. Ακεστορίδης
500 π.Χ. Μύρος
496 π.Χ. Ίππαρχος
495 π.Χ. Φίλιππος
494 π.Χ. Πυθόκριτος
493 π.Χ. Θεμιστοκλής
492 π.Χ. Διόγνητος
491 π.Χ. Υβριλίδης
490 π.Χ. Φαίνιππος
489 π.Χ. Αριστείδης
498 π.Χ. Ανχίσης
485 π.Χ. Φιλοκράτης
484 π.Χ. Λεόστρατος
483 π.Χ. Νικόδημος
482 π.Χ. Θεμιστοκλής
480 π.Χ. Καλλιάδης
479 π.Χ. Ξάνθιππος
477 π.Χ. Αδείμαντος
476 π.Χ. Φαίδων
475 π.Χ. Δρομοκλείδης
474 π.Χ. Ακεστορίδης
473 π.Χ. Μήνων
472 π.Χ. Χάρης
471 π.Χ. Πραξίεργος
470 π.Χ. Δημοτίων
469 π.Χ. Αψηφίων
468 π.Χ. Θεαγενήδης
467 π.Χ. Λυσίστρατος
466 π.Χ. Λυσανίας
465 π.Χ. Λυσίθεος
464 π.Χ. Αρχιδημήδης
463 π.Χ. Τληπόλεμος
462 π.Χ. Κόνων
461 π.Χ. Εύθιππος
460 π.Χ. Φρασικλείδης
459 π.Χ. Φιλοκλής
458 π.Χ. Βίων
457 π.Χ. Μνησιθεΐδης
456 π.Χ. Καλλίας
455 π.Χ. Σωσίστρατος
455 π.Χ. Αρίστων
453 π.Χ. Λυσικράτης
452 π.Χ. Χαιρεφάνης
451 π.Χ. Αντίδοτος
450 π.Χ. Ευθύδημος
449 π.Χ. Πεδιεύς
448 π.Χ. Φιλίσκος
447 π.Χ. Τιμαρχίδης
446 π.Χ. Καλλίμαχος
445 π.Χ. Λυσιμαχίδης
444 π.Χ. Πραξιτέλης
443 π.Χ. Λυσανίας
442 π.Χ. Δίφιλος
441 π.Χ. Τιμοκλής
440 π.Χ. Μορυχίδης
439 π.Χ. Γλαυκίνος
438 π.Χ. Θεόδωρος
437 π.Χ. Ευθυμήδης
436 π.Χ. Λυσίμαχος
435 π.Χ. Αντιοχίδης
434 π.Χ. Κράτης
433 π.Χ. Αψευδής
432 π.Χ. Πυθόδωρος
431 π.Χ. Ευθύδημος
430 π.Χ. Απολλόδωρος
429 π.Χ. Επαμεινώνδας
428 π.Χ. Διότιμος
427 π.Χ. Ευκλεής
426 π.Χ. Εύθυνος
425 π.Χ. Στρατοκλής
424 π.Χ. Ίσαρχος
423 π.Χ. Αμύνιας
422 π.Χ. Αλκανεύς
421 π.Χ. Αριστίων
420 π.Χ. Αστύφιλος
419 π.Χ. Αρχίας
418 π.Χ. Αντιφών
417 π.Χ. Εύφημος
416 π.Χ. Αρίμνηστος
415 π.Χ. Χαβρίας
414 π.Χ. Τείσανδρος
413 π.Χ. Κλεόκριτος
412 π.Χ. Καλλίας
411 π.Χ. Θεόπομπος
410 π.Χ. Γλαύκιππος
409 π.Χ. Διοκλής
408 π.Χ. Ευκτήμων
407 π.Χ. Αντιγένης
406 π.Χ. Καλλίας
405 π.Χ. Αλεξίας
404 π.Χ. (αναρχία)
403 π.Χ. Ευκλείδης
402 π.Χ. Μίκων
401 π.Χ. Ξέναιτος
400 π.Χ. Λάχης
399 π.Χ. Αριστοκράτης
398 π.Χ. Ιθυκλής
397 π.Χ. Σουνιάδης
396 π.Χ. Φορμίων
395 π.Χ. Διόφαντος
394 π.Χ. Ευβουλίδης
393 π.Χ. Δημόστρατος
392 π.Χ. Φιλοκλής
391 π.Χ. Νικοτέλης
390 π.Χ. Δημόστρατος
387 π.Χ. Θεόδοτος
386 π.Χ. Μυστιχίδης
385 π.Χ. Δεξίθεος
384 π.Χ. Διοτρέφης
383 π.Χ. Φανόστρατος
382 π.Χ. Εύανδρος
381 π.Χ. Δημόφιλος
380 π.Χ. Πυθέας
379 π.Χ. Νίκων
378 π.Χ. Ναυσίνικος
377 π.Χ. Καλλίας
376 π.Χ. Χαρίσανδρος
375 π.Χ. Ιπποδάμας
374 π.Χ. Σωκρατίδης
373 π.Χ. Αστείος
372 π.Χ. Αλκισθένης
371 π.Χ. Φρασικλείδης
370 π.Χ. Δυσνίκητος
369 π.Χ. Λυσίστρατος
368 π.Χ. Ναυσιγένης
367 π.Χ. Πολύζηλος
366 π.Χ. Κηφισόδωρος
365 π.Χ. Χίων
364 π.Χ. Τιμοκράτης
363 π.Χ. Χαρικλείδης
362 π.Χ. Μόλων
361 π.Χ. Νικόφημος
360 π.Χ. Καλλιμήδης
358 π.Χ. Κηφισόδοτος
357 π.Χ. Αγαθοκλής
356 π.Χ. Ελπίνης
355 π.Χ. Καλλίστρατος
354 π.Χ. Διόιμος
353 π.Χ. Θύδημος
352 π.Χ. Αριστόδημος
351 π.Χ. Θεσσαλός
350 π.Χ. Απολλόδωρος
349 π.Χ. Καλλίμαχος
348 π.Χ. Θεόφιλος
347 π.Χ. Θεμιστοκλής
346 π.Χ. Αρχίας
345 π.Χ. Εύβουλος
344 π.Χ. Λυκίσκος
343 π.Χ. Πυθόδοτος
342 π.Χ. Σωσιγένης
341 π.Χ. Νικόμαχος
340 π.Χ. Θεόφραστος
339 π.Χ. Λυσιμαχίδης
338 π.Χ. Χαίροντας
337 π.Χ. Φρύνιχος
336 π.Χ. Πυθόδηλος
335 π.Χ. Ευαίνετος
334 π.Χ. Κτησικλής
333 π.Χ. Νικοκράτης
332 π.Χ. Νικητής
331 π.Χ. Αριστοφάνης
330 π.Χ. Αριστόφων
329 π.Χ. Κηφισόφων
328 π.Χ. Ευθύκριτος
327 π.Χ. Ηγεμών
326 π.Χ. Χρέμης
325 π.Χ. Αντικλής
324 π.Χ. Ηγησίας
323 π.Χ. Κηφισόδωρος
322 π.Χ. Φιλοκλής
321 π.Χ. Αρχίππους
320 π.Χ. Νέαιχμος
319 π.Χ. Απολλόδωρος
318 π.Χ. Άρχιππος
317 π.Χ. Δημογένης
316 π.Χ. Δημοκλείδης
315 π.Χ. Πραξίβουλος
314 π.Χ. Νικόδωρος
313 π.Χ. Θεόφραστος
312 π.Χ. Πολεμών
311 π.Χ. Σιμονίδης
307 π.Χ. Αναξικράτης
306 π.Χ. Κόροιβος
305 π.Χ. Ευξένιππος
304 π.Χ. Φερηκλής
303 π.Χ. Λεόστρατος
302 π.Χ. Νικοκλής
301 π.Χ. Καλλίαρχος
300 π.Χ. Ηγήμαχος
299 π.Χ. Ευκτήμων
298 π.Χ. Μνησίδημος
297 π.Χ. Αντιφάτης
296 π.Χ. Νικίας
295 π.Χ. Νικόστρατος
294 π.Χ. Διότιμος (;)
293 π.Χ. Ολυμπιόδωρος
292 π.Χ. Φίλιππος
290 π.Χ. Καλλιμήδης
289 π.Χ. Θερσίλοχος
288 π.Χ. Δίφιλος
287 π.Χ. Διοκλής
286 π.Χ. Διότιμος
285 π.Χ. Ισαίος
284 π.Χ. Ευθίας
283 π.Χ. Κίμων (;)
282 π.Χ. Μηνηκλής
281 π.Χ. Νικίας
280 π.Χ. Γοργίας
279 π.Χ. Αναξικράτης
278 π.Χ. Δημοκλής
277 π.Χ. Πολύευκτος
271 π.Χ. Πυθάρατος
270 π.Χ. Αρίσταρχος (;)
266 π.Χ. Πειθόδημος (;)
264 π.Χ. Διόγνητος
262 π.Χ. Διομήδων (;)
261 π.Χ. Ερμογένης (;)
260 π.Χ. Αρρενίδης
252 π.Χ. Λεοχάρης
251 π.Χ. Θεόφιλος
250 π.Χ. Εργοχάρης
249 π.Χ. Νικητής
247 π.Χ. Διοκλής
246 π.Χ. Ευφίλητος
245 π.Χ. Ηράκλειτος
243 π.Χ. Αντίφιλος
241 π.Χ. Μενεκράτης
230 π.Χ. Αλέξανδρος
212 π.Χ. Αθηστήριος
211 π.Χ. Αριστόδημος
205 π.Χ. Καλλίστρατος
204 π.Χ. Πασιάδης
200 π.Χ. Νικίας
196 π.Χ. Αθενίων
195 π.Χ. Κτησικράτης
189 π.Χ. Δημόστρατος
184 π.Χ. Τύχανδρος
167 π.Χ. Αρίσταιχμος
165 π.Χ. Ξενοκλής
164 π.Χ. Νικομήνης
161 π.Χ. Φαιδρίας
147 π.Χ. Αγνόθεος
Πηγές
Frederic Schöll (ΑΩΙΗ). Ιστορική Χρονολογία. Εν Βιέννη της Αυστρίας: Εκ της τυπογραφίας Ιωάννη Σνειρέρου. Ανακτήθηκε την 27 Μαρτίου 2011.
Karl Ludwig Peter (1808-1893), επιμ. (1882) (στα Αγγλικά). Chronological tables of Greek history. Καίμπριτζ: University Press. Ανακτήθηκε την 17 Νοεμβρίου 2009.
Αθηναϊκή δημοκρατία
Η Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν το πολιτικό σύστημα που αναπτύχθηκε στην αρχαία ελληνική πόλη-κράτος της Αθήνας (που περιλάμβανε την κεντρική πόλη των Αθηνών και την περιβάλλουσα επικράτεια της Αττικής). Η Αθήνα ήταν η πρώτη γνωστή δημοκρατία και ίσως η πιο σημαντική κατά την αρχαιότητα. Και άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις είχαν δημοκρατικό πολίτευμα αλλά κανένα από αυτά δεν ήταν εξίσου ισχυρό και σταθερό με αυτό των Αθηνών. Παραμένει ένα μοναδικό και εξαιρετικού ενδιαφέροντος πείραμα άμεσης δημοκρατίας, όπου οι άνθρωποι δεν εξέλεγαν αντιπροσώπους για να αποφασίζουν στο όνομά τους, αλλά έπαιρναν οι ίδιοι αποφάσεις νομοθετικού και εκτελεστικού περιεχομένου. Δε συμμετείχε, ωστόσο, το σύνολο του πληθυσμού της πόλης, αλλά το σύνολο αυτών που είχαν πολιτικά δικαιώματα συγκροτούνταν ανεξαρτήτως από οικονομικά θέματα και οι πολίτες συμμετείχαν σε πρωτοφανή κλίμακα. Ποτέ μέχρι τότε τόσο πολλοί άνθρωποι δεν είχαν περάσει τόσο χρόνο αυτοκυβερνώμενοι.
Μέρος της αθηναϊκής ισχύος προήλθε από την κατοχή ολόκληρης της Αττικής, η οποία, κατά την παράδοση, αποδίδεται στο συνοικισμό του Θησέα. Για όσους ο Θησέας ανήκει εξ ολοκλήρου στη σφαίρα της μυθολογίας, είναι ασαφής ο χρόνος και ο τρόπος της ενοποίησης υπό την Αθήνα. Η Ελευσίνα, π.χ., εμφανίζεται ως ανεξάρτητη πόλη-κράτος τον 8ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ο πληθυντικός της λέξης ‘αι Αθήναι’ αποτελεί μία ένδειξη ότι περισσότεροι οικισμοί συνενώθηκαν για να σχηματίσουν την πόλη.
Ο Σόλων (περίπου το 590 π.Χ.), ο Κλεισθένης (508 π.Χ.) και ο Εφιάλτης (462 π.Χ.) συνέβαλαν στην ανάπτυξη του δημοκρατικού πολιτεύματος. Οι ιστορικοί διαφοροποιούνται ως προς το ποιος δημιούργησε ποιους θεσμούς και ποιος ανάμεσά τους αντιπροσωπεύει ένα πραγματικά δημοκρατικό κίνημα. Συνήθως, η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας αποδίδεται στον Κλεισθένη, αφού οι νόμοι του Σόλωνα καταλύθηκαν από τον Πεισίστρατο και ο Εφιάλτης απλώς βελτίωσε κάποιες ρυθμίσεις του Κλεισθένη.
Το τέλος της τυραννίας των Πεισιστρατιδών αποδόθηκε στη δολοφονία του Ίππαρχου, αδερφού του Ιππία, από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα, στους οποίους απέδιδαν τιμές οι μετέπειτα Αθηναίοι επειδή κατά τη γνώμη τους αποκατέστησαν την αθηναϊκή ελευθερία. Η δολοφονία του Ίππαρχου, όμως, έλαβε χώρα τέσσερα χρόνια πριν την επανάσταση και έξι πριν από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Παρόλη τη δριμεία αντίδραση του Ιππία, η δολοφονία του αδερφού του πιθανώς να αποσταθεροποίησε τη θέση του.
Ο σημαντικότερος και δημοκρατικός ηγέτης ήταν ο Περικλής. Μετά τον θάνατό του, η Αθηναϊκή δημοκρατία διακόπηκε δύο φορές από ολιγαρχικές επαναστάσεις προς το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου. Τροποποιήθηκε κάπως από τον Ευκλείδη μετά την παλινόρθωσή της. Οι πιο λεπτομερείς αναφορές προέρχονται από τον 4ο αιώνα παρά από την εποχή του Περικλή. Καταλύθηκε από τους Μακεδόνες το 322 π.Χ. Οι Αθηναϊκοί θεσμοί αργότερα αναβίωσαν, αλλά είναι αμφισβητήσιμο σε ποιο βαθμό αυτό ήταν μία πραγματική δημοκρατία.
Ετυμολογία
Η λέξη δημοκρατία αποτελείται από τα συνθετικά ‘δήμος’ (το σύνολο ή η συνέλευση των ανθρώπων που έχουν πολιτικά δικαιώματα) και ‘κράτος’ (δύναμη, εξουσία, κυριαρχία). Η λέξη ‘κράτος’ είναι μία απροσδόκητα σκληρή λέξη. Στις λέξεις ‘μοναρχία’ και ‘ολιγαρχία’ το δεύτερο συνθετικό ‘άρχω’ σημαίνει ‘κυβερνώ, οδηγώ, κυριαρχώ’. Είναι πιθανό ο όρος ‘δημοκρατία’ να επινοήθηκε από τους δυσφημιστές της που απέρριπταν την πιθανότητα μίας, ούτως ειπείν, ‘δημαρχίας’. Οποιοσδήποτε κι αν ήταν η αρχική απόχρωση, ο όρος υιοθετήθηκε από τους Αθηναίους δημοκρατικούς. Ο όρος, πάντως, ουσιαστικά δηλώνει ‘το πολίτευμα εκείνο στο οποίο η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της συνέλευσης των εχόντων πολιτικών δικαιώματα’.
Η λέξη παρουσιάζεται στον Ηρόδοτο, που έγραψε μερικά από τα πρωιμότερα σωζόμενα γραπτά, αλλά ίσως δεν χρησιμοποιήθηκε πριν το 440-430 π.Χ. Δεν είναι σίγουρο ότι η λέξη χρησιμοποιήθηκε από τη στιγμή της γέννησης της δημοκρατίας, αλλά από το 460 π.Χ. γνωρίζουμε την ύπαρξη του ονόματος ‘Δημοκράτης’, που προφανώς δόθηκε από τους γονείς στο παιδί τους ως ένδειξη δημοκρατικής νομιμότητας.
Συμμετοχή και αποκλεισμός
Μέγεθος και σύσταση του Αθηναϊκού πληθυσμού
Μόνο να εικάσουμε μπορούμε για τον πληθυσμό της Αττικής, καθώς οι Αθηναίοι ποτέ δεν διεξήγαν μία πλήρη απογραφή. Ο αριθμός των σκλάβων και των μετοίκων ιδιαίτερα διακυμαίνονταν συχνά. Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.. ο πληθυσμός της Αθήνας μπορεί να περιλάμβανε περίπου 250.000-300.000. οι οικογένειες των πολιτών μπορεί να ανέρχονταν σε 100.000 και από αυτούς περίπου 30.000 ήταν οι άρρενες ενήλικες που είχαν δικαιώματα να συμμετάσχουν στη συνέλευση. Στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. ο αριθμός των ενηλίκων πολιτών ίσως έφθανε και τις 60.000, αλλά αυτός ο αριθμός έπεσε σημαντικά κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Αυτή η απότομη μείωση ήταν μόνιμη λόγω της εισαγωγής ενός αυστηρότερου ορισμού όπως περιγράφεται παρακάτω. Από μία σύγχρονη προοπτική αυτά τα μεγέθη μοιάζουν θλιβερά μικρά, αλλά στον κόσμο των ελληνικών πόλεων-κρατών, η Αθήνα ήταν τεράστια: περισσότερες από χίλιες πόλεις-κράτη αποτελούνταν από μόλις 1.000-1.500 ενήλικες άρρενες πολίτες και η Κόρινθος, μία σημαντική δύναμη της εποχής, διέθετε το πολύ 15.000 πολίτες.
Πέραν των πολιτών, ο υπόλοιπος πληθυσμός διαιρούνταν στους μετοίκους και τους δούλους, με τους τελευταίους ίσως περισσότερο πολυάριθμους. Γύρω στο 338 π.Χ., ο ρήτορας Υπερείδης ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν 150.000 δούλοι στην Αττική, αλλά ο αριθμός είναι απλώς η εντύπωση του ρήτορα: οι δούλοι υπερτερούσαν αριθμητικά των πολιτών αλλά όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό.
Η ιδιότητα του πολίτη στην Αθήνα
Μόνο άρρενες ενήλικοι που είχαν ολοκληρώσει τη διετή (από τα 18 μέχρι τα 20) στρατιωτική τους θητεία είχαν το δικαίωμα να συμμετάσχουν και να ψηφίσουν στη συνέλευση. Αυτό απέκλειε την πλειονότητα του πληθυσμού, δηλαδή τους δούλους, τις γυναίκες και τους μετοίκους. Επίσης, δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στη συνέλευση, των οποίων τα πολιτικά δικαιώματα είχαν ανασταλεί (συνήθως γιατί δεν μπορούσαν να πληρώσουν τις οφειλές τους προς την πόλη: βλέπε ατιμία). Για ορισμένους Αθηναίους, αυτό ισοδυναμούσε με μόνιμη (και κληρονομήσιμη) στέρηση δικαιώματος. Παρ’ όλα αυτά, σε αντίθεση με τις ολιγαρχικές πόλεις δεν υπήρχαν ουσιαστικά όριο ελάχιστης απαιτούμενης περιουσίας ή εισοδήματος. (Οι εισοδηματικές τάξεις της νομοθεσίας του Σόλωνα παρέμειναν, αλλά ήταν μάλλον νεκρό γράμμα.) Δεδομένης της απαγορευτικής και προγονικής σύλληψης της ιδιότητας του πολίτη στις αρχαιοελληνικές πόλεις πόλεις-κράτη, μία μόνο μερίδα του πληθυσμού έπαιρνε μέρος στη διακυβέρνηση της Αθήνας και σε άλλες ριζοσπαστικά δημοκρατικές πόλεις, όπως και αυτή. Στην Αθήνα, κάποιοι πολίτες ήταν μακράν περισσότερο δραστήριοι από άλλους, αλλά οι μεγάλοι αριθμοί που απαιτούνταν για να δουλέψει το πολιτικό σύστημα μαρτυρούν ένα εύρος συμμετοχής που ξεπερνούσε σημαντικά οποιαδήποτε σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Οι Αθηναίοι πολίτες έπρεπε να είναι νόμιμα τέκνα πολιτών –και μάλιστα, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Περικλή το 451 π.Χ., και από τους δύο γονείς τους, αποκλείοντας έτσι τα παιδιά Αθηναίων ανδρών και ξένων γυναικών. Παρόλο που η νομοθεσία δεν είχε αναδρομική ισχύ, πέντε χρόνια αργότερα οι Αθηναίοι αφαίρεσαν από τους καταλόγους των πολιτών 5.000 άτομα όταν ένας Αιγύπτιος βασιλιάς έστειλε δωρεάν καλαμπόκι για όλους τους Αθηναίους πολίτες. Η ιδιότητα του πολίτη μπορούσε να παραχωρηθεί από τη συνέλευση. Ορισμένες φορές παραχωρούνταν σε μεγάλες ομάδες (στους Πλαταιείς το 427 π.Χ., στους Σάμιους το 405 π.Χ.), αλλά από τον 4ο αιώνα μπορούσε να παραχωρηθεί μόνο σε άτομα με ειδικό ψήφισμα, με απαρτία 6.000 ατόμων στην Εκκλησία. Η παραχώρηση γινόταν ως ανταμοιβή για υπηρεσίες προς την πόλι. Ο μέτοικος που είχε πλέον πολτικά δικαιώματα ονομαζόταν ισοτελής. Σε τέτοιο status βρισκόταν πολλοί κάτοικοι της Αθήνας. Ανάμεσα σε αυτούς: ο Λυσίας, ο Αριστοτέλης κ.ά. Στην πορεία ενός αιώνα, οι αριθμοί αυτών που συμμετείχαν μετρούνταν πλέον σε εκατοντάδες παρά σε χιλιάδες. Αυτό αντανακλούσε τη γενική σύλληψη της πόλεως ως μιας κοινότητας ανθρώπων, παρά ως μιας εδαφικής κυριαρχίας.
Οι σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες επίσης αποκλείουν άτομα: ξένους κατοίκους (νόμιμους και μη), άτομα κάτω από μία ηλικία και σε κάποιες περιπτώσεις φυλακισμένους. Οι κοινοβουλευτικές δημοκρατίες έχουν και άλλους περιορισμούς: το δικαίωμα της ψήφου ασκείται μία φορά κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια και οι εκλογείς απλώς διαλέγουν τους αντιπροσώπους τους, οι οποίοι, και όχι οι πολίτες οι ίδιοι, ασκούν την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία και παίρνουν πολιτικές αποφάσεις στο όνομα των πολιτών –με την εξαίρεση των περιστασιακών δημοψηφισμάτων.
Οι πολιτικοί θεσμοί
Υπήρχαν τρία πολιτικά σώματα όπου οι πολίτες συγκεντρώνονταν σε εκατοντάδες και χιλιάδες. Αυτά ήταν η εκκλησία (σε ορισμένες περιπτώσεις με ελάχιστο όριο 6.000 ατόμων), η βουλή των 500 και τα δικαστήρια (τουλάχιστον 200 άτομα, αλλά έφταναν τα 6.000, όταν συγκαλούνταν η ολομέλεια της Ηλιαίας). Από αυτά τα τρία σώματα η εκκλησία και τα δικαστήρια είχαν πραγματική εξουσία –παρόλο που τα δικαστήρια, σε αντίθεση με την εκκλησία, ποτέ δεν αποκαλήθηκαν ‘δήμος’, καθώς επανδρώνονταν από ένα υποσύνολο του σώματος των πολιτών, αυτούς που είχαν συμπληρώσει το 30ο έτος της ηλικίας τους. Αλλά οι πολίτες οι οποίοι ψήφιζαν και στα δυο δεν υπέκειντο σε έφεση ή δικαστική δίωξη, όπως τα μέλη της βουλής και οι υπόλοιποι κάτοχοι δημοσίων αξιωμάτων. Τον 5ο αιώνα π.Χ. συχνά η εκκλησία συνερχόταν ως δικαστήριο για πολιτικές δίκες και δεν είναι σύμπτωση ότι ο ελάχιστος αριθμός για απαρτία στην εκκλησία και ο αριθμός της ετήσιας κληρωτίδας από την οποία κληρώνονταν οι δικαστές ήταν ο ίδιος (6.000). Από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., ωστόσο, οι δικαστικές αρμοδιότητες της εκκλησίας περιορίστηκαν, παρόλο που διατήρησε ένα ρόλο στην ανάληψη πρωτοβουλίας για διάφορα είδη πολιτικών δικών.
Η εκκλησία του Δήμου
Τα κεντρικά γεγονότα της Αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν οι συνεδριάσεις της εκκλησίας, Σε αντίθεση με ένα κοινοβούλιο, τα ‘μέλη’ της εκκλησίας δεν εκλέγονταν, αλλά συμμετείχαν όλοι οι έχοντες πολιτικά δικαιώματα όποτε και αν ήθελαν. Η Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν άμεση και όχι έμμεση, αντιπροσωπευτική, κοινοβουλευτική. Κάθε ενήλικας πολίτης άνω των 20 μπορούσε να συμμετάσχει και μάλιστα θεωρούνταν καθήκον. Οι αξιωματούχοι επιλέγονταν είτα με κλήρωση είτε με άμεση ψηφοφορία.
Η εκκλησία είχε τουλάχιστον τέσσερις λειτουργίες : ψήφιζε εκτελεστικά ψηφίσματα (π.χ. για την έναρξη πολέμου ή απονομή της ιδιότητας του πολίτη σε έναν ξένο), εξέλεγε ορισμένους αξιωματούχους, νομοθετούσε και δίκαζε πολιτικά εγκλήματα. Καθώς, όμως, το σύστημα εξελισσόταν σημαντικό μέρος των δύο τελευταίων λειτουργιών μεταφέρθηκε σε δικαστήρια. Η τυποποιημένη διάταξη ήταν η εξής: ομιλητές εκφωνούσαν λόγους υπέρ και κατά μίας πρότασης και ακολουθούσε η ψηφοφορία υπέρ ή κατά της πρότασης συνήθως με ανάταση των χεριών. Σε αντίθεση με τα σύγχρονα κοινοβούλια, οι αγορεύσεις ήταν κατ’ ουσία προσπάθειες πειθούς των παρευρισκομένων. Παρόλο που μπορεί να υπήρχαν μπλοκ υποστήριξης διάφορων θέσεων, που μερικές φορές παρουσίαζαν μεγάλη διάρκεια, αναφορικά με κρίσιμα θέματα, δεν υπήρχαν οργανωμένα κόμματα ή κυβέρνηση και αντιπολίτευση με τη σημερινή έννοια, όπως ισχύει στο σύστημα του Ουέστμινστερ. Κατ’ ουσίαν, η εκάστοτε κυβέρνηση ήταν ο /οι ομιλητής /ομιλητές με τον οποίο συμφωνούσε η πλειοψηφία των συμμετεχόντων στη συνέλευση για το συγκεκριμένο ζήτημα. Τον 5ο αιώνα τουλάχιστο υπήρχαν ελάχιστα όρια στην εξουσία που ασκούνταν από την εκκλησία. Εάν η εκκλησία παραβίαζε έναν ήδη ισχύοντα νόμο με νέα της πράξη, το μόνο που μπορούσε να συμβεί ήταν η επιβολή ποινής σε εκείνον που είχε κάνει την πρόταση η οποία είχε γίνει αποδεκτή από τη συνέλευση. Εάν είχε ληφθεί κάποια λανθασμένη απόφαση, σύμφωνα με την άποψη του δήμου είχε συμβεί διότι είχε ‘παρασυρθεί’.
Όπως συνηθιζόταν στα αρχαία δημοκρατικά πολιτεύματα, κάποιος έπρεπε να παρευρίσκεται σε μία συνέλευση για να μπορέσει να ψηφίσει. Η υπηρέτηση της θητείας ή η απλή απόσταση μπορούσαν να εμποδίσουν την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Η ψηφοφορία γινόταν συνήθως με ανάταση των χεριών (‘χειροτονία’) ενώ κάποιοι αξιωματούχοι έκριναν το αποτέλεσμα με βάση την οπτική παρατήρηση του πλήθους. Καθώς παρευρίσκονταν χιλιάδες άτομα η καταμέτρηση ήταν αδύνατη. Για μια μικρή κατηγορία ψηφοφοριών για τις οποίες απαιτούνταν ένας ελάχιστος αριθμός συμμετεχόντων (6.000), κυρίως για παροχή της ιδιότητας του πολίτη, χρησιμοποιούνταν σφαιρίδια, χρωματισμένα άσπρα για το ‘ναι’ και μαύρα για το ‘όχι’. Πιθανώς, στο τέλος της συνέλευσης, ο κάθε πολίτης έριχνε το ένα από τα δύο σε ένα μεγάλο πιθάρι, που στη συνέχεια σπαζόταν για να καταμετρηθούν οι ψήφοι. (Για τον οστρακισμό απαιτούνταν οι πολίτες να αναγράψουν το όνομα σε ένα κομμάτι ενός αγγείου, το όστρακο.)
Τον 5ο αιώνα, υπήρχαν 10 τακτικές συνελεύσεις της εκκλησίας κάθε χρόνο, μία κάθε μήνα, ενώ μπορούσαν να συγκληθούν και έκτακτες, όποτε προέκυπτε ανάγκη. Τον επόμενο αιώνα καθορίστηκαν σαράντα συνελεύσεις της εκκλησίας, τέσσερις κάθε μήνα, μία εκ των οποίων ονομαζόταν ‘κυρία εκκλησία’. Μπορούσαν ακόμη να συγκληθούν επιπλέον συναντήσεις, ιδίως καθώς ως το 355 π.Χ. υπήρχαν ακόμη πολιτικές δίκες που δικάζονταν από την εκκλησία. Οι συνελεύσεις των πολιτών δε συνέβαιναν σε τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς έπρεπε να μη συμπίπτουν με τις γιορτές, που λάμβαναν χώρα σε διαφορετικό χρονικό σημείο σε καθένα από τους δώδεκα σεληνιακούς μήνες. Υπήρχε ακόμη η τάση να συγκεντρώνονται οι τέσσερις συνελεύσεις στο τέλος κάθε μήνα.
Η συμμετοχή στη συνέλευση ήταν προαιρετική. Τον 5ο αιώνα, δημόσιοι δούλοι, σχηματίζοντας μία ζώνη με ένα κόκκινο σκοινί κατεύθυναν τους πολίτες από την αγορά στον τόπο της συνέλευσης (την Πνύκα), επιβάλλοντας πρόστιμο σε όσων τα ενδύματα είχαν βαφεί. Το μέτρο αυτό, ωστόσο, δεν μπορεί να συγκριθεί με τις μεθόδους υποχρεωτικής ψηφοφορίας κάποιων σύγχρονων δημοκρατιών. Ήταν μάλλον ένα μέτρο γρήγορης συγκέντρωσης του απαιτούμενου αριθμού συμμετεχόντων. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 403 π.Χ., για πρώτη φορά εισήχθη η πληρωμή για τη συμμετοχή στην εκκλησία. Εξαιτίας αυτού παρουσιάστηκε ενθουσιασμός για τις συνελεύσεις. Μόνο οι πρώτοι έξι χιλιάδες που έφταναν γίνονταν δεκτοί και πληρώνονταν, ενώ το κόκκινο σκοινί χρησιμοποιούνταν πλέον για να συγκρατήσει τους αργοπορούντες. Αυτές οι δύο χρήσεις του κόκκινου σκοινιού μας είναι γνωστές από τις αριστοφανικές κωμωδίες Αχαρνείς, στίχοι:17-22 και Εκκλησιάζουσαι, στίχοι:378-9.
Η βουλή των 500 [Επεξεργασία]
Η βουλή των 500, το πολυπληθέστερο σώμα αξιωματούχων, αποτελούσε μια οργανωτική επιτροπή της εκκλησίας, ετοιμάζοντας νομοθετικά προσχέδια και καθορίζοντας τη θεματολογία της. Οι 500 βουλευτές καθορίζονταν με κλήρωση, που λάμβανε χώρα μία φορά κάθε χρόνο. Ένας πολίτης μπορούσε να είναι μέλος της βουλής δύο φορές στη ζωή του. Κάθε πολίτης μπορούσε να καταθέσει προτάσεις στη βουλή. Τυπικά απαγορευόταν η εκκλησία να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς ένα προβούλευμα, δηλαδή μία πρόταση από τη βουλή. Η πρόταση αυτή μπορούσε να είναι συμπαγής, επεξεργασμένη ή ‘ανοιχτή’, που λίγο διέφερε από το να καθορίζει τη θεματολογία της εκκλησίας. Η βουλή ή τα εναλλασσόμενα τμήματά της, οι πρυτανείες, εξυπηρετούσαν ως ένα είδος . Κάθε μέρα του έτους ένας από τους βουλευτές ήταν αρχηγός του κράτους για αυτή τη μέρα (για παράδειγμα κρατούσε τα κλειδιά του ταμείου και τη σφραγίδα του κράτους και ήταν υπεύθυνος για την υποδοχή ξένων αποστολών και (τον 5ο αιώνα) προέδρευε στις συνελεύσεις της εκκλησίας και της βουλής). Υπολογίστηκε ότι περίπου ένα τέταρτο του συνόλου των πολιτών πρέπει να κατείχε το αξίωμα κάποια στιγμή της ζωής του. Αυτή τη θέση του -τρόπον τινά- ‘αρχηγού του κράτους’ μπορούσε να την κατέχει ο καθένας μια φορά στη ζωή του.
Βιβλιογραφία
Αντώνιος Μανιτάκης, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία ως παράδειγμα αυτοπροσδιορισμού του πλήθους μέσω της αυτοκυβέρνησης του Δήμου, στον Τιμητικό Τόμο για τον Ιωάννη
Μανωλεδάκη, τόμος, ΙΙΙ, εκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 2007, σ. 43-64.
Διοίκηση
Τοπική Αυτοδιοίκηση
Το δημαρχείο της Αθήνας στην πλατεία Κοτζιά
Η σύγχρονη πόλη της Αθήνας αποτελείται από την συνένωση πολλών μικρότερων πόλεων και χωριών που επεκτάθηκαν για να συνθέσουν μία μεγάλη ενιαία πόλη· η επέκταση αυτή συνέβη τον 20ό αιώνα. Το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας αποτελείται από 35 δήμους και τρεις κοινότητες, ο μεγαλύτερος των οποίων είναι ο Δήμος Αθηναίων με 655.780 κατοίκους (απογραφή 2011).
Όταν αναφερόμαστε στην Αθήνα, αναφερόμαστε συνήθως στην Αθήνα με τα προάστια ή αλλιώς «μείζονα περιοχή της Αθήνας», ορισμένες φορές αναφερόμαστε στον Δήμο Αθηναίων και άλλες στο «κέντρο της Αθήνας». Κάθε δήμος της μείζονος περιοχής της Αθήνας είναι αυτοδιοικούμενος από τον Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο.
Η Ντόρα Μπακογιάννη εξελέγη Δήμαρχος Αθηναίων από τον Οκτώβριο του 2002. Ήταν η πρώτη γυναίκα δήμαρχος της πόλης. Μετά την αποχώρησή της τον Φεβρουάριο του 2006, λόγω ανάληψης του Υπουργείου Εξωτερικών, δήμαρχος ανέλαβε έπειτα από εκλογές στο Δημοτικό Συμβούλιο, ο Θεόδωρος Μπεχράκης. Στις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου του 2006 εκλέχθηκε ο Νικήτας Κακλαμάνης Δήμαρχος Αθηναίων από τον πρώτο γύρο.
Με την εφαρμογή της νέας διοικητικής διαίρεσης της χώρας κατά το Πρόγραμμα Καλλικράτης το 2011 ουδεμία μεταβολή επήλθε σύμφωνα με το άρθρο 1,§ 5.1.Β αυτού, εκτός της μετονομασίας των δημοτικών διαμερισμάτων σε δημοτικές κοινότητες.
Δημοτικές κοινότητες Δήμου Αθηναίων [Επεξεργασία]
Δημοτικά Διαμερίσματα
Ο Δήμος Αθηναίων χωρίζεται σήμερα διοικητικά σε επτά δημοτικές κοινότητες (πρώην διαμερίσματα) σύμφωνα με το άρθρο 2 § 4 του Προγράμματος Καλλικράτης τα οποία αριθμούνται σε 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η και 7η.
H 1η δημοτική κοινότητα Αθήνας περιλαμβάνει το κέντρο των Αθηνών με το λεγόμενο εμπορικό τρίγωνο (Στάδιο-Ομόνοια-Πλάκα).
H 2η δημοτική κοινότητα περιλαμβάνει τις ΝΑ. συνοικίες, από Νέο Κόσμο μέχρι Στάδιο.
H 3η δημοτική κοινότητα Αθήνας περιλαμβάνει τις ΝΔ. συνοικίες, (Αστεροσκοπείου, Πετραλώνων, Μεταξουργείου και Θησείου).
H 4η δημοτική κοινότητα Αθήνας περιλαμβάνει τις Δ. συνοικίες, (Κολωνού, Ακαδημίας Πλάτωνος, Σεπόλια μέχρι Πατήσια).
H 5η δημοτική κοινότητα Αθήνας περιλαμβάνει τις ΒΔ. συνοικίες μέχρι Προμπονά.
H 6η δημοτική κοινότητα Αθήνας περιλαμβάνει τις βόρειες κεντρικές συνοικίες, (Πατήσια Κυψέλη) και τέλος
H 7η δημοτική κοινότητα Αθήνας περιλαμβάνει τις ΒΑ. συνοικίες, (Αμπελόκηποι, Ερυθρός, Πολύγωνο κ.λπ.).
Σε όλες τις παραπάνω δημοτικές κοινότητες συγκροτούνται κοινοτικά συμβούλια και υφίστανται επιμέρους δημοτικές υπηρεσίες.
Μητροπολιτικό Συγκρότημα Αθηνών [Επεξεργασία]
Η ονομασία "Αθήνα" μπορεί να αναφέρεται: 1) στον "Δήμο Αθηναίων" που αποτελεί το κέντρο της πόλης των Αθηνών, γνωστό και ως ζώνη Α, διαιρεμένο σε 7 δημοτικά διαμερίσματα, δηλαδή το ιστορικό κέντρο και τις συνοικίες του δήμου. 2) "Νομαρχία Αθηνών" που περιλαμβάνει τους Δήμους που υπάγονται στη διοικητική διαίρεση της Αθήνας, δηλαδή το κέντρο και τα προάστια πέριξ τούτου (ζώνες Α, Β, Γ, Δ). 3) Την πόλη των Αθηνών, γνωστή και ως "Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών" που περιλαμβάνει τους δήμους της Νομαρχίας των Αθηνών και προάστια υπό αυτό το πρίσμα αποτελούν τα άλλοτε περίχωρα των Αθηνών (Άγιος Στέφανος, Παλλήνη κ.α.). 4) τη Μητροπολιτική Πόλη των Αθηνών, διοικητικό κέντρο της Ελλάδος που καταλαμβάνει ολόκληρη την Αττική υπό το πρίσμα ενός οικουμενικού σχεδιασμού, με αξιοποίηση κάθε γωνιάς του Νομού για τις ανάγκες των Αθηνών (αστικές, οικιστικές, βιομηχανικές, αγροτικές και παραθεριστικές ζώνες).
Αρχικά η πόλη των Αθηνών καταλάμβανε τον ομώνυμο Δήμο και πολλές απομακρυσμένες συνοικίες που αργότερα αυτονομήθηκαν και εντάχθηκαν είτε στη Δυτική, είτε στην Ανατολική Αττική. Έπειτα από την ανάπτυξη της μεγαλούπολης, επανεντάχθηκαν στο αθηναϊκό πολεοδομικό συγκρότημα. Δημιουργούνται εναλλακτικά εργασιακά, βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα και σταδιακά οι υπηρεσίες του κέντρου διασκορπίζονται παράλληλα με την ανάπτυξη των συγκοινωνιακών μέσων.
Σε κάθε ζώνη φαίνεται να συγκεντρώνονται άτομα με παραπλήσια οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα. Συγκεκριμένα στη ζώνη Α συγκεντρώνεται η αστική τάξη της δεκαετίας του '60 που σηματοδοτεί τη μετάβαση στον τριτογενή τομέα και την πυκνή δόμηση. Η ζώνη αυτή δέχεται εσωτερικούς μετανάστες από τον γειτονικό Πειραιά που εκβιομηχανοποιείται με ένα επιβαρυμένο αναπτυξιακό μοντέλο. Η αστική τάξη συμπιέζεται αρχικά προς τα ανατολικά στο Λυκαβηττό και τονΥμηττό (Κολωνάκι, Παγκράτι, Αμπελόκηπους, Βύρωνα κ.α.).
Αθήνα: Το κέντρο του πολεοδομικού συγκροτήματος
Τα μεσαία προς χαμηλά στρώματα συμπιέζονται προς τα βόρεια περίχωρα των Αθηνών (Κυψέλη, Γαλάτσι, Πατήσια). Αργότερα οι ευκατάστατοι Αθηναίοι εξωθούνται προς τις Ζώνες Β και Γ (π.χ. Άλιμος(Καλαμάκι), Χαλάνδρι, Χολαργός, Φάληρο, Ηλιούπολη κ.α.), ενώ εξακολουθούν να μετακινούνται για την εργασία τους στο κέντρο της πόλης. Παράλληλα ο Πειραιάς πυκνοκατοικείται και μετατοπίζεται πληθυσμός προς τη ζώνη Δ προς αναζήτηση φθηνών οικοπέδων, καθώς οι περιοχές αυτές έχουν δεχθεί το μεγαλύτερο όγκο μεταναστών από τη Μικρά Ασία και δομούνται άναρχα. Οι δήμοι δε που παρεμβάλλονται μεταξύ Αθηνών και Πειραιώς δέχονται και τις μεγαλύτερες οικοδομικές πιέσεις (π.χ. Καλλιθέα, Αιγάλεω, Περιστέρι, Μοσχάτο).
Στις ανατολικές συνοικίες των Αθηνών συγκεντρώνονται συνήθως τα μεσαία στρώματα, ενώ όσοι μετακινούνται προς τα βορειοανατολικά τοποθετούνται στα μεσαία προς ανώτερα στρώματα. Προς τα βόρεια και πιο απόμακρα προάστια που οικοδομούνται στα πρότυπα των κηπουπόλεων συγκεντρώνονται οι ανώτερες εισοδηματικές τάξεις, ενώ μετά την εγκατάσταση του αεροδρομίου του Ελληνικού στα νότια, συγκεντρώνονται και οι καλά αμειβόμενες τάξεις των αεροσυνοδών και συναφών επαγγελμάτων, καλύπτοντας τις μεσαίες προς ανώτερες τάξεις. Οι υψηλές αξίες στα βόρεια προάστια οφείλονται στο πευκόφυτο τοπίο (Κηφισιά, Νέα Ερυθραία, Εκάλη, Δροσιά), μεγάλο μέρος του οποίου διασώζεται, ενώ στα νότια οφείλεται στην παραλιακή ακτή των Αθηνών ( Γλυφάδα, Άλιμος, Βούλα, Βουλιαγμένη).
Μαρούσι: Έδρα του βορειοανατολικού λεκανοπεδίου
Σταδιακά πυκνοδομείται η ζώνη Δ που δέχεται τις μετακινήσεις από το ασφυκτικό κέντρο του Πειραιώς, μετανάστες από την επαρχία και αργότερα οικονομικούς μετανάστες συγκεντρώνοντας τα μεσαία προς χαμηλά στρώματα των Αθηνών. Κηπουπόλεις, που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση από το κέντρο, δέχονται έντονες πιέσεις βαριάς αστικοποίησης, όπως η Ηλιούπολη και ο Χολαργός και αλλοιώνεται το αρχικό τους ύφος σε κάποιο βαθμό, ενώ άλλες περιοχές ανθίστανται λόγω του υψηλού εισοδηματικού επιπέδου των κατοίκων τους, όπως το Ψυχικό και η Φιλοθέη. Τα μέλη από τα μεσαία προς χαμηλά εισοδηματικά στρέμματα στρέφονται προς τη βορειοδυτική οικιστική τάση (Νέα Ιωνία, Πατήσια, Νέα Φιλαδέλφεια, Αχαρνές).
Τα τελευταία χρόνια απομακρύνεται πληθυσμός από το κέντρο των δύο πόλεων, ενώ μέλη της πυκνοκατοικημένης ζώνης Δ μετακινούνται προς τη Β και τη Γ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα εύπορα μέλη της ζώνης Β να πιέζονται προς τη βορειοανατολική Αττική και τα σχετικά ευκατάστατα μέλη προς Μεσόγεια στα ανατολικά, πέριξ του Πεντελικού. Τα μέλη της ζώνης Γ συμπιέζονται προς τη Λαυρεωτική και την Ανατολική Αττική.
Όλες αυτές οι αλλαγές έχουν καταστήσει την Αθήνα μητροπολιτική πρωτεύουσα και κάθε συγκρότημα αναπτύσσεται πέριξ του μητροπολιτικού του κέντρου. Συγκεκριμένα, τα βορειοανατολικά προάστια έχουν κέντρο το Μαρούσι, τα νοτιοανατολικά τη Γλυφάδα και τα δυτικά το Περιστέρι. Μητροπολιτικό κέντρο του λιμένα είναι ο Πειραιάς, της Δυτικής Αττικής η Ελευσίνα και της Ανατολικής η Παλλήνη.
Η πόλη φαίνεται να ενώνεται πλέον και με την Πόλη της Παλλήνης στα ανατολικά μετά την εγκατάσταση του αεροδρομίου στα μεσόγεια, ενώ στα δυτικά η αστική ζώνη φθάνει μέχρι την Ελευσίνα και τη Μάνδρα Αττικής.
Υποδομές
Οδικό Δίκτυο Αττικής
Η Αθήνα είναι μια πόλη με απρόσκοπτα αναπτυσσόμενες υποδομές από τη δεκαετία του '50 έως σήμερα. Διαθέτει ένα πλούσιο δίκτυο αυτοκινητοδρόμων που τη συνδέουν με τις γειτονικές περιφέρειες, καθώς και πληθώρα λεωφορείων και τραμ που ενώνουν τις γειτονιές του λεκανοπεδίου και των περιχώρων των Αθηνών. Τα ΚΤΕΛ που εδρεύουν στο Πεδίον του Άρεως παρέχουν πρόσβαση στις γειτονικές πόλεις και την υπόλοιπη Ελλάδα, ενώ γίνονται τα τελευταία χρόνια απόπειρες εκσυγχρονισμού του εθνικού σιδηροδρομικού δικτύου που παραμένει πεπαλαιωμένο. Ο Ηλεκτρικός Σιδηρόδρομος λειτουργεί σε συνάρτηση με τις υπόγειες γραμμές του Μετρό έπειτα από την ανάπλασή του, ενώ το Τραμ συνδέει τους παράκτιους δήμους με το κέντρο της πόλης.
Η Αθήνα διαθέτει πλήρες αποχετευτικό σύστημα, ηλεκτρικό φωτισμό από το 1889, ραδιοφωνικό κέντρο από το 1938 και τηλεόραση από το 1965.
Μεταφορές
Η Πόλη είναι προσβάσιμη οδικώς από τις δύο μεγάλες εθνικές οδούς που διατρέχουν την Αττική, τον Αυτοκινητόδρομο 1 (Α1, Ε75) που εισέρχεται από τη βόρεια είσοδο του λεκανοπεδίου και την Εθνική Οδό 8α (GR-8A, E65 & E94) η οποία εισέρχεται από τα δυτικά. Καθίσταται προσεγγίσιμη επίσης μέσω του Λιμένος Πειραιώς, Ραφήνας και Λαυρίου. Από το 2004 ενώνεται με τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος» μέσω του κλειστού αυτοκινητοδρόμου της Αττικής Οδού. Είναι η πρώτη ελληνική πόλη που εξυπηρετείται από το Μετρό, ενώ το Σύστημα Μαζικών Μετακινήσεων από το 2000 και έπειτα εξελίσσεται σε ένα πολυσύνθετο και αλληλοσυνδεόμενο δίκτυο.
Ένας δευτερεύων κλάδος της Αττικής Οδού, γνωστός ως «Δυτική Περιφερειακή Λεωφόρος Υμηττού», συνδέει την Καισαριανή με τα Γλυκά Νερά. Ο νέος αυτός δακτύλιος πραγματοποιεί οδικές συνδέσεις στο πρωτεύον οδικό δίκτυο της πόλης με 70 χιλιόμετρα, 21 εξόδους και 8 μεγάλους συγκοινωνιακούς κόμβους.
Στην Αθήνα κυκλοφορεί και μεγάλος αριθμός ταξί (σε κίτρινο χρώμα). Τα ταξί της Αθήνας θεωρούνται φθηνότερα σε σύγκριση με αυτά της Ευρώπης.
Ο αερολιμένας της Αθήνας είναι το Διεθνές Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος στην πόλη των Σπάτων, ανατολικά της Αθήνας, που εγκαινιάστηκε το 2000. Η πρόσβαση στο αεροδρόμιο γίνεται μέσω οδικής σύνδεσης (για ιδιωτική μεταφορά, λεωφορειακή σύνδεση ή ταξί), καθώς και σιδηροδρομικής γραμμής. Επιπλέον, η Αθήνα διαθέτει τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Ελλάδας (Σταθμός Λαρίσης).
Δημόσιες μεταφορές
Το σύστημα δημόσιων μεταφορών της Αθήνας αποτελείται από ένα δίκτυο λεωφορείων, τρόλεϊ και μέσων σταθερής τροχιάς (μετρό, προαστιακός σιδηρόδρομος και τραμ).
Το μετρό της Αθήνας έχει τρεις γραμμές οι οποίες επισημαίνονται στους χάρτες με διαφορετικά χρώματα. Η πράσινη γραμμή αφορά το παλαιότερο κομμάτι του δικτύου (ΗΣΑΠ), που συνδέει τον Πειραιά με την Κηφισιά μέσω του κέντρου της Αθήνας. Οι υπόλοιπες δύο γραμμές κατασκευάστηκαν κατά τη δεκαετία του 1990 και τέθηκαν σε λειτουργία τον Ιανουάριο του 2000.
Δίκτυο του μετρό της Αθήνας
Οι γραμμές είναι διπλές και αποκλειστικά υπόγειες (κατασκευασμένες με NATM και TBM) σε μέσο βάθος 20 μέτρα από την επιφάνεια και διατομή σηράγγων 9 μέτρα. Η μπλε γραμμή συνδέει το Αιγάλεω με το Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, ενώ η κόκκινη συνδέει τον Άγιο Δημήτριο με το Περιστέρι (Άγιο Αντώνιο). Σε εξέλιξη βρίσκονται επεκτάσεις προς το Ελληνικό, την Ανθούπολη και τον Πειραιά, ενώ μελετάται η κατασκευή μιας τέταρτης γραμμής με καμπυλωτή διαδρομή από το Γαλάτσι, περνώντας από τα ανατολικά προάστια και καταλήγοντας στο Μαρούσι.
Το δίκτυο των λεωφορείων αποτελείται από θερμικά οχήματα (ντιζελοκίνητα και φυσικού αερίου), καθώς και από ηλεκτροκίνητα τρόλεϊ.
Το νέο δίκτυο του τραμ συνδέει το κέντρο της Αθήνας (πλατεία Συντάγματος) με τη Βούλα και το Νέο Φάληρο μέσω δύο διασταυρούμενων γραμμών. Αναμένεται η επέκτασή του προς και Πειραιά (και μελλοντικά προς Κερατσίνι και Πέραμα), ενώ νέες γραμμές είναι υπό μελέτη. Ο προαστιακός σιδηρόδρομος συνδέει το Διεθνές Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος με τον Σταθμό Λαρίσης, τον Πειραιά και το Κιάτο. Μελλοντικά θα επεκταθεί προς τη Θήβα, την Χαλκίδα, τη Ραφήνα, το Λαύριο και το Ξυλόκαστρο.
Αττικό Μετρό
Προαστιακός Σιδηρόδρομος
Ύδρευση και Αποχέτευση
Το αρχαιότερο υδραγωγείο είναι του Αδριανού που άρχισε να κατασκευάζεται το 130 μ.Χ. από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό και ολοκληρώθηκε το 150 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Πίο Αντώνιο. Αργότερα όμως η δεξαμενή καταστράφηκε από τις επιδρομές εχθρών.
Μετά τη φυγή των Τούρκων, η κυβέρνηση της χώρας αντιμετώπισε και το βασικό αυτό πρόβλημα της ύδρευσης. Με έρανο που έγινε επισκεύασε το υδραγωγείο, αλλά λόγω της αύξησης του πληθυσμού, μετά από πολλές προτάσεις για διάφορες γεωτρήσεις και μεταφορά νερών, αποφασίστηκε το 1892 να γίνει τεχνητή λίμνη στο Μαραθώνα. Την πρόταση αυτή την έκανε ο Εδουάρδος Καλενέκ και το έτος 1926 το δημόσιο της Ελλάδας και η εταιρεία Ούλεν έκαναν συμφωνία για τη λίμνη αυτή, που θα έδινε νερό στην πρωτεύουσα.
Οι εργασίες άρχισαν τον Οκτώβριο του 1926 και τέλειωσαν μετά από 3 χρόνια. Τον Μάιο του 1931 είχαν κατασκευαστεί το φράγμα, ο αγωγός, τα διυλιστήρια και για πρώτη φορά στις 3 Ιουνίου η Αθήνα πήρε νερό από τη λίμνη.
Το φράγμα έχει πλάτος στη βάση του 47 μ. και χωράει 44 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερό. Με το φράγμα του Μαραθώνα λύθηκε ως ένα σημείο το πρόβλημα της ύδρευσης της Αθήνας. Αργότερα όμως, με την ολοένα και μεγαλύτερη ανάπτυξη της πόλης, η ποσότητα του νερού της τεχνητής λίμνης δεν ήταν αρκετή για την ύδρευση της πρωτεύουσας. Εκτελέστηκαν έργα ύδρευσης από τη λίμνη Υλίκη, αλλά και πάλι το πρόβλημα ύδρευσης δε λύθηκε. Γι' αυτό προτάθηκε η λύση του Μόρνου. Έτσι τα τελευταία χρόνια κατασκευάστηκε το φράγμα του Μόρνου κοντά στο Λιδωρίκι της Φωκίδας και τροφοδότησε την Αθήνα με νερό.
Την εποχή της τουρκοκρατίας υπήρχε μόνο ο υπόνομος της οδού Άρεως. Αργότερα, το 1838, άρχισε η κατασκευή μικρών υπονόμων στο κέντρο της πόλης που τελείωσε το 1840. Το 1858 έγινε συστηματική κατασκευή υπονόμου στη Σταδίου και στη συνέχεια στους άλλους κεντρικούς δρόμους, δημιουργώντας έτσι δίκτυο υπονόμων μόνο για το 118 της πόλης, ενώ το υπόλοιπο είχε υπονόμους που άδειαζαν στα γύρω περιβόλια. Αποτέλεσμα ήταν οι επιδημίες τύφου, δυσεντερίας και άλλων παθήσεων, που έκαναν τον κόσμο να υποφέρει και οι συχνές πλημμύρες, που προκαλούσαν ζημιές στην πόλη, όπως το 1896, όπου πνίγηκαν 17 άτομα. Τότε Έλληνες και ξένοι τεχνικοί έφτιαξαν σχέδιο για τον κανονισμό της κοίτης του Κηφισού και Ιλισού, αλλά μετά το 1925 ο Δήμος κατασκεύασε αποχετευτικά έργα και υποχρέωσε τους ιδιώτες να φτιάξουν στεγανούς βόθρους.
Με τις μελέτες που έκανε ο Ιταλός Φαντόλι, ανατέθηκε η εκτέλεση αποχετευτικών έργων στην "Υδρέξ", Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Υπονόμων. Η εταιρεία αυτή έκανε διάφορα σημαντικά έργα μέχρι τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, που συνεχίστηκαν μετά την απελευθέρωση. Το 1950 ιδρύθηκε ο Ο.Α.Π., Οργανισμός Αποχέτευσης Περιοχής Πρωτεύουσας, για τη συντήρηση και εκμετάλλευση του δικτύου που υπήρχε και αυτού που θα κατασκεύαζε.
Ο οργανισμός άρχισε να λειτουργεί το 1954 και συνεχίζει και σήμερα. Έφτιαξε τον Κεντρικό Αποχετευτικό Αγωγό από τέρμα Πατησίων και μέχρι τη Ν. Κοκκινιά, που σταμάτησε έτσι την αποχέτευση των ακαθαρσιών στο Ν. Φάληρο. Παρόλα αυτά δεν έχει ολοκληρωθεί το σύστημα αποχέτευσης της πρωτεύουσας και των προαστίων. Με τις δυνατές βροχές το κέντρο της πόλης πλημμυρίζει και σε ορισμένες συνοικίες σημειώνονται αρκετές καταστροφές σε σπίτια και καταστήματα.
Ηλεκτροφωτισμός και ενέργεια
Ο αρχικός φωτισμός της πόλης ήταν με δαδιά, λυχνάρια και φανάρια του λαδιού, που διατηρήθηκε και τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση από την τουρκοκρατία.
Το 1835 κρεμάστηκαν φανάρια λαδιού στα κεντρικά σημεία της πόλης, που αρχικά ήταν 5-10 και το 1850 έφτασαν τα 200.
Τα φανάρια αυτά αντικαταστάθηκαν με λάμπες πετρελαίου, που το 1862 τις αντικατέστησε το φωταέριο. Το 1866 τα φανάρια φωταερίου έφτασαν τα 1.000 και τα έξοδα ήταν 130.000 δρχ.
Ο φωτισμός της Αθήνας με ηλεκτρισμό άρχισε το 1889. Το πρώτο εργοστάσιο ηλεκτρισμού ήταν στη γωνία Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου, που έδωσε φως στις πλατείες Συντάγματος και Ομόνοιας και στο σπίτι του προέδρου της ηλεκτρικής εταιρείας Α. Μελά. Μετά από δυο χρόνια το εργοστάσιο μεταφέρθηκε ανάμεσα στο τετράγωνο μεταξύ των οδών Αριστείδου και Αιόλου με νέα μηχανήματα που αύξησαν την παραγωγή του ηλεκτρικού ρεύματος. Με την αύξηση του πληθυσμού και τη διάδοση του ηλεκτρισμού, το 1902 έγινε μεγαλύτερο εργοστάσιο στο Ν. Φάληρο, που έδινε φως στην Αθήνα, στον Πειραιά και στα προάστια. Η παραγωγή αυξήθηκε πολύ και κατασκευάστηκε ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος Αθήνας και Πειραιά. Ηλεκτροφωτίστηκαν οι δρόμοι και οι πλατείες σε συνδυασμό με το αεριόφως, που φώτιζε ακόμη την πόλη.
Κατά τη διάρκεια του Α' παγκόσμιου πολέμου, η Αθήνα φωτιζόταν μόνο στο κέντρο και από ηλεκτρικές λάμπες. Μετά το 1917 ηλεκτροφωτίστηκαν οι συνοικίες με λάμπες που έπαιρναν φως από τα σπίτια και μετά έγινε εγκατάσταση δικτύου ηλεκτροφωτισμού στους δρόμους και στις πλατείες. Τότε όμως το εργοστάσιο στο Ν. Φάληρο δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες της νέας μεγαλούπολης και πολλοί ιδιώτες έφτιαξαν μικρά εργοστάσια ηλεκτρικής παραγωγής.
Η Γενική Ηλεκτρική Εταιρεία, που ιδρύθηκε το 1926, έκτισε νέο εργοστάσιο στο Κερατσίνι, που λειτούργησε το 1929 και ενίσχυσε και το εργοστάσιο του Ν. Φαλήρου αγοράζοντας και τα μικρά εργοστάσια των ιδιωτών.
Μετά την απελευθέρωση από την ιταλογερμανική κατοχή, τα δυο εργοστάσια έφεραν και άλλες ηλεκτρογεννήτριες για να αυξήσουν την παραγωγή.
Τηλεφωνία και ραδιοφωνία
Ο τηλέγραφος έγινε γνωστός στην Αθήνα το 1859 και τον μήνα Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη από την Αθήνα το πρώτο τηλεγράφημα. Μετά την εφεύρεση του Μπελ, η Αθήνα και ο Πειραιάς είχαν δίκτυο τηλεφωνικής επικοινωνίας με τα πρώτα γραφεία τηλεφώνων, ένα στο ταχυδρομείο Αθήνας και στο ταχυδρομείο του Πειραιά το άλλο, το 1896 και με 60 συνδρομητές και τα δυο.
Το 1908 εκπαιδεύτηκαν οι πρώτες Ελληνίδες τηλεφωνήτριες από μια Ελβετίδα και το 1926 έγινε η πρώτη σύνδεση Αθήνας-επαρχιών. Μετά από τέσσερα χρόνια, το 1930, έγινε σύμβαση με τη γερμανική εταιρεία "Ζίμενς και Χάλσκε", που ανάλαβε να φτιάξει εγκαταστάσεις για την επικοινωνία των κατοίκων της πόλης και της πόλης με τις επαρχίες. Μετά από λίγα χρόνια, το 1941, η πόλη είχε 42.700 γραμμές, που όμως έπαθαν πολλές ζημιές κατά τη διάρκεια της κατοχής και επισκευάστηκαν αργότερα.
Σήμερα η πόλη διαθέτει σύγχρονη ψηφιακή υποδομή και συνδέεται τηλεφωνικά με την υπόλοιπη Ελλάδα και τον κόσμο.
Το πρώτο ραδιοφωνικό κέντρο ιδρύθηκε τις 26 Μαρτίου 1938. Το κέντρο ονομάσθηκε Ε.Ι.Ρ. (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) με τρεις σταθμούς στην Αθήνα και εξέπεμπε για όλη τη χώρα. Το ραδιόφωνο διαδόθηκε σε όλα τα σπίτια και αποτελούσε τη κυριότερη ψυχαγωγία για τους ανθρώπους.
Στην Ελλάδα η ραδιοφωνία παρουσιάστηκε το 1924, όταν το Υπουργείο Ναυτικών έκανε προσπάθεια ραδιοφωνικής εκπομπής και, λίγο αργότερα, τον ίδιο χρόνο όμως, ένας όμιλος ερασιτεχνών στα εργαστήρια Φυσικής του Εθνικού Πανεπιστημίου με τον καθηγητή Πετρόπουλο θέλησε να φτιάξει ραδιοφωνικά μηχανήματα.
Τέλος, τον Ιανουάριο του 1938 υπογράφτηκε σύμβαση με την εταιρεία "Τελεφούνκεν" (Telefunken) για να εγκαταστήσει πομπό και άρχισε και η κατασκευή των κτιρίων του Σταθμού των Νέων Λιοσίων και των εγκαταστάσεων του Ζαππείου. Το 1940 έγινε ενίσχυση του πομπού από το σταθμό της "Κέιμπλ εντ Γουάιρλες" και τα κύματά του έφθαναν μέχρι το εξωτερικό.
Το ραδιόφωνο έπαιξε σημαντικό ρόλο στα χρόνια της κατοχής και της επτάχρονης δικτατορίας.
Σήμερα η Ελληνική Ραδιοφωνία (Ε.ΡΑ.) περιλαμβάνει τέσσερις κρατικούς σταθμούς με ποικίλα προγράμματα. Παράλληλα, εκτός από τους κρατικούς σταθμούς, λειτουργούν και πολλοί ιδιωτικοί σταθμοί που υπάγονται στην ελεύθερη ραδιοφωνία.
Τηλεόραση
Το 1965 ιδρύθηκε και ο πρώτος σταθμός τηλεόρασης, που συμπεριλήφθηκε στο Ε.Ι.Ρ. και ονομάστηκε Ε.Ι.Ρ.Τ. μέχρι το 1975. Το 1976 το Ε.Ι.Ρ.Τ. έγινε Ανώνυμη Εταιρεία με την ονομασία Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση (Ε.Ρ.Τ.).
Οι εκπομπές περιλαμβάνουν τη μετάδοση των δελτίων ειδήσεων και καιρού, μορφωτικά και ψυχαγωγικά προγράμματα, μετάδοση θεάτρου, ταινιών και ενημερωτικά δελτία για διάφορα θέματα.
Επισκέψιμοι χώροι και κέντρα ενδιαφέροντος
Πλατείες και ελεύθεροι χώροι
Πλατεία Συντάγματος
Η Αθήνα διαθέτει πολλές πλατείες. Απ' αυτές η κεντρικότερη είναι η πλατεία Συντάγματος, που πήρε το όνομά της από τη εξέγερση του στρατού και του λαού και τη συγκέντρωση που έγινε σ' αυτήν το 1843 (3 Σεπτεμβρίου). Η συγκέντρωση αυτή του στρατού και του αθηναϊκού λαού πέτυχε την αποδοχή του Συντάγματος από τον Όθωνα και την ψήφισή του την επόμενη χρονιά από την Εθνοσυνέλευση. Είναι μπροστά στη Βουλή απ' την πλευρά της λεωφόρου Αμαλίας και μπροστά στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, με σιντριβάνι και κήπο, δένδρα, αγάλματα εφήβων και ζαχαροπλαστεία.
Η πλατεία Ομόνοιας, η κεντρικότερη πλατεία της πόλης απ' όπου διέρχονται Μετρό και ηλεκτρικός αναπλάστηκε πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες. Το 1988 στήθηκε το γλυπτό "Δρομέας" του γλύπτη Βαρώτσου κατασκευασμένα από γυαλί, που το 1994 μεταφέρθηκε σε μικρή πλατεία, απέναντι από το ξενοδοχείο Χίλτον.
Άλλες πλατείες είναι: η πλατεία Κλαυθμώνος (25ης Μαρτίου), η πλατεία Κοτζιά (Δημαρχείου, ή Ταχυδρομείου, ή Εθνικής Αντίστασης) με το Δημαρχείο, το Μέγαρο Μελά και το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, η πλατεία Μοναστηρακίου με μια παλιά εκκλησία της Θεοτόκου, που κτίστηκε τον 11ο αιώνα και ένα οθωμανικό τέμενος (τζαμί) που έχει μετατραπεί σε μουσείο, η πλατεία Πλαστήρα στο Παγκράτι, η Πλατεία Κυψέλης, η Ρηγίλλης στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, η Ελευθερίας ή Κουμουνδούρου, η Αγίου Γεωργίου Καρύτση, η Αγίου Κωνσταντίνου, η Αμερικής ή Αγάμων, η Ανεξαρτησίας (Βάθη), η Βικτωρίας ή Κυριακού, η Κάνιγγος, απ' όπου ξεκινούν πολλά λεωφορεία, η πλατεία Φιλικής Εταιρείας ή Κολωνακίου, η πλατεία Εξαρχείων κ.ά.
Εμπορική Οδός Ερμού
Κήποι και πάρκα
Δάσος Αρεοπαγίτου
Σημαντικοί κήποι και πάρκα της Αθήνας είναι:
Ο Εθνικός Κήπος, δίπλα στη Βουλή, που έχει έκταση 150 στρέμματα και δημιουργήθηκε στα χρόνια του Όθωνα, το 1842. Είναι γεμάτος από άγρια "δασικά" και ήμερα δένδρα, καλλωπιστικούς θάμνους, λουλούδια και στολισμένος με τεχνητές λιμνούλες που έχουν υδρόβια φυτά και κύκνους, με πίδακες και βρυσούλες.
Ο Διομήδειος Κήπος στο Χαϊδάρι, έκτασης 1.500 στρεμμάτων, περιλαμβάνει μια πρότυπη, πλούσια συλλογή λουλουδιών και φυτών από όλο τον κόσμο και είναι Εθνικό Κληροδότημα – Κοινωφελές Ίδρυμα που διοικείται από Επιτροπή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Συνέχεια του Εθνικού Κήπου είναι ο κήπος του Ζαππείου, που δημιουργήθηκε το 1887 από τον Στέφανο Δραγούμη, με έκταση 130 στρέμματα. Έχει διάφορα είδη δένδρων και φυτών, ένα σιντριβάνι με πολύχρωμα φώτα και το μέγαρο του Ζαππείου, όπου γίνονται διάφορες εκθέσεις.
Το άλσος του Πεδίου του Άρεως. Ο δεύτερος πνεύμονας πράσινου της Αθήνας με ψηλά δένδρα, λουλούδια και λίμνες, με φαρδείς δρόμους και πλατείες, με το ψηλό άγαλμα της Αθηνάς και δυο μικρά εκκλησάκια των Αγ. Ταξιαρχών και του Αγίου Χαραλάμπους. Ο κήπος άρχισε να φυτεύεται το 1934. Μέσω της πιο πρόσφατης ανάπλασης αφαιρέθηκαν τμηματικά οι επιστρώσεις των δρόμων οι οποίες αντικαταστάθηκαν από πιεσμένο χώμα δίνοντας έτσι την αίσθηση εξοχής.
Το Άλσος Βεΐκου στο Γαλάτσι, που περιλαμβάνει μεγάλους κήπους με ωραία δρομάκια, δημοτικό κολυμβητήριο και φιλοξενεί πλήθος εκδηλώσεων, ενώ δίπλα βρίσκεται και το Ολυμπιακό κέντρο Γαλατσίου.
Το Αττικό Άλσος στα Τουρκοβούνια στα όρια των δήμων Αθηναίων, Γαλατσίου και Ψυχικού. Περιλαμβάνει γήπεδα τένις και μπάσκετ.
Εθνικός Κήπος Αθηνών
Το άλσος Παγκρατίου που φυτεύτηκε το 1908 με τη φροντίδα της βασίλισσας Σοφίας και έχει έκταση 30 στρέμματα. Στην αρχή είχε μόνο πεύκα, αλλά μετά το 1936, όταν παραχωρήθηκε στο Δήμο Αθηναίων, φυτεύτηκαν και άλλα δένδρα και θάμνοι. Πριν από τη γερμανική κατοχή στο άλσος του Παγκρατίου υπήρχε ζωολογικός κήπος.
Το άλσος Ευαγγελισμού, που φυτεύτηκε όταν ιδρύθηκε το νοσοκομείο. Η αρχιτεκτονική του διαρρύθμιση είναι ωραιότατη. Έχει στηθεί η προτομή της βασίλισσας Όλγας, που ίδρυσε το νοσοκομείο "Ευαγγελισμός".
Το άλσος του Θησείου, με έκταση 24 στρέμματα, κοντά στον αρχαίο ναό του Ηφαίστου με πεύκα, κυπαρίσσια και διάφορα φυτά.
Το άλσος της Ν. Φιλαδέλφειας, με διάφορα είδη δένδρων και φυτών, με τεχνητή λίμνη και διάφορα ζώα.
Και σε πολλές άλλες συνοικίες και προάστια της Αθήνας υπάρχουν μικρά και μεγάλα πάρκα, κήποι και άλση.
Μουσεία και δημόσια κτήρια [Επεξεργασία]
Αρχαιολογικό Μουσείο Κεραμεικού
Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Bασιλίσσης Σοφίας 22
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Τοσίτσα 1
Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Σταδίου 13 και Κολοκοτρώνη
Επιγραφικό Μουσείο Τοσίτσα 1
Θεατρικό μουσείο Ακαδημίας 50
Μουσείο Αρχαίας Αγοράς
Μουσείο Ελευθερίου Βενιζέλου Πάρκο Ελευθερίας
Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης Κυδαθηναίων 17
Μουσείο Ελληνικής Παιδικής Τέχνης Κόδρου 9
Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων Διογένους 1-3
Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης Ασωμάτων 22 & Διπύλου
Μουσείο Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών Θόλου 5
Μουσείο Κανελλοπούλου Θεωρίας 12 και Πανός
Μουσείο Κοσμήματος Ηλία Λαλαούνη Καλλισπέρη & Καρυατίδων 4Α
Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης Νεοφύτου Δούκα 4
Μουσείο Μπενάκη Κουμπάρη 1 και Πειραιώς 138
Μουσείο Πόλεως Αθηνών Παπαρρηγοπούλου 7
Μουσείο Φρυσίρα Μονής Αστερίου 3 και 7
Νέο Μουσείο Ακρόπολης Μακρυγιάννη 2-4
Νομισματικό Μουσείο Αθηνών Πανεπιστημίου 12
Παιδικό Μουσείο Κυδαθηναίων 14
Πολεμικό μουσείο Ριζάρη 2
Σιδηροδρομικό Μουσείο Σιώκου 4
Ταχυδρομικό Μουσείο Πλατεία Παναθηναϊκού Σταδίου 5
Ακαδημία Αθηνών
Η Παλαιά Βουλή-Εθνικό Ιστορικό ΜΟυσελιο
To Νέο Μουσείο της Ακρόπολης
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου