Η οικονομία της ΕΕ: Ανασκόπηση 1999
Βρυξέλλες, 24 Νοεμβρίου 1999
Παρουσιάζοντας την έκθεση, ο Επίτροπος κ. Solbes υπογράμμισε ότι "το πρώτο έτος του ευρώ συνοδεύτηκε από σταδιακή βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων. Με βάση τα διαθέσιμα σήμερα στοιχεία, η αύξηση του ΑΕΠ αναμένεται να είναι μεγαλύτερη από το 2,7% που προβλεπόταν την άνοιξη και να ανέλθει σε 3% το 2000 και το 2001. Το μίγμα οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη θα πρέπει να στηρίζει ολοένα και περισσότερο την παρούσα ισχυρή οικονομική ανάκαμψη. Η πρώτη σειρά προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης έδειξε ότι συνεχίζονται οι προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής και παράλληλα ότι αναμένεται να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι για το 1999. Η ανάκαμψη προσφέρει την ευκαιρία καθορισμού πιο φιλόδοξων στόχων και, ανάλογα με τη χώρα, λήψης μέτρων σε διακριτική βάση για ταχύτερη επίτευξη των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων· παράλληλα προσφέρει την ευκαιρία καθιέρωσης βελτιωμένων κινήτρων όσον αφορά την απασχόληση και τη δημιουργία θέσεων εργασίας μέσω αποτελεσματικότερων συστημάτων φορολογίας/παροχών, καθώς και αντιμετώπισης των επιπτώσεων από τη γήρανση του πληθυσμού. Θα πρέπει επίσης να υποστηριχθεί η ανάπτυξη του επιχειρηματικού πνεύματος στην Ευρώπη ώστε να βελτιωθεί το σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον και παράλληλα να συνεχιστεί η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και να μειωθεί η ανεργία."
Γιατί μία νέα έκδοση;
Η καθιέρωση του ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999, από κοινού με την ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς, επιτάχυναν το ρυθμό οικονομικής ολοκλήρωσης και είχαν ως αποτέλεσμα την ολοένα και μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση των οικονομιών των κρατών μελών, η οποία απαιτεί περισσότερο και καλύτερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε μία συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση για υψηλής ποιότητας οικονομικά πληροφοριακά στοιχεία και αναλύσεις.
Η νέα αυτή έκδοση εξυπηρετεί δύο κύριους σκοπούς: κατ' αρχάς να αποτελέσει μια πλήρη έκθεση για τις πρόσφατες και τις προβλεπόμενες οικονομικές εξελίξεις στην ΕΕ. Δεύτερος σκοπός είναι η μελέτη ειδικών οικονομικών ζητημάτων ιδιαίτερης σημασίας για την οικονομική πολιτική. Δημιουργείται έτσι μία σταθερή βάση ανάλυσης που παρέχει τη δυνατότητα σε όλους τους ενδιαφερόμενους για την οικονομική κατάσταση και τη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής να αποκτήσουν ορθότερη αντίληψη και να κατανοήσουν καλύτερα τα τεκταινόμενα στην οικονομία της ΕΕ.
Η εν λόγω νέα έκδοση, η οποία αντικαθιστά την πρώην Ετήσια Οικονομική Έκθεση, αποσκοπεί, μέσω των αναλύσεών της, στο να συνδράμει σημαντικά το έργο της Επιτροπής για συνεχή παρακολούθηση των οικονομικών εξελίξεων και πολιτικών στα κράτη μέλη, στη ζώνη ευρώ και στην ΕΕ. Τα κοινοτικά θεσμικά όργανα, ιδίως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και τρίτα μέρη καλούνται να εκφράσουν τις απόψεις τους για το περιεχόμενο του εγγράφου. Οι απόψεις τους θα αποτελέσουν πολυτιμότατες συνεισφορές για την μελλοντική άσκηση της οικονομικής πολιτικής.
Τα βασικά μηνύματα για την οικονομία της ΕΕ
Η κυκλική επιβράδυνση που παρουσιάστηκε κατά το πρώτο μέρος του 1999 μετριάσθηκε με την εφαρμογή κατάλληλου μίγματος πολιτικής καθώς και λόγω της σφριγηλής εγχώριας ζήτησης η οποία οδήγησε σε μεταστροφή της οικονομικής συγκυρίας κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Σημειώνεται ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ τόσο στην ΕΕ όσο και στη ζώνη ευρώ αναμένεται να επιταχυνθεί και από τον - σχεδόν δυνητικό - δείκτη ανάπτυξης του 2,1% το 1999 να ανέλθει σε 3% το 2000 και το 2001 για την ΕΕ ως σύνολο. Επιπλέον, κατά τα επόμενα δύο έτη αναμένεται ότι θα μειωθούν οι διαφορές στις τάσεις των δεικτών ανάπτυξης που παρατηρήθηκαν το 1999 στη ζώνη ευρώ και ιδίως μεταξύ των μεγάλων χωρών. Συνεχίζουν να εξασθενούν οι άνισες επιπτώσεις από την παγκόσμια οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση του 1997/98, η οποία αποτέλεσε έναν από τους σπουδαιότερους παράγοντες για την εμφάνιση αποκλίσεων μεταξύ των δεικτών ανάπτυξης. Εκλείπει επίσης σταδιακά η ανάγκη προσαρμογής του μίγματος μακροοικονομικής πολιτικής, η οποία προκάλεσε ετεροχρονισμένες αντιδράσεις στις οικονομίες των κρατών μελών. Δεδομένου ότι οι διαφορές μεταξύ των ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ στις χώρες της ζώνης ευρώ αναμένεται να μειωθούν αισθητά, αρχίζοντας από το 2000, το ίδιο θα συμβεί και με τις διαφορές των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης μεταξύ των εν λόγω χωρών.
Η προσωρινή επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης είχε επίπτωση στην απασχόληση, αλλά σε μικρότερο βαθμό από ό,τι αρχικά προβλεπόταν. Η καθαρή δημιουργία θέσεων απασχόλησης παρέμεινε ανώτερη του 1% το 1999 και αυτό αναμένεται να συνεχιστεί κατά τα δύο επόμενα έτη.
Οι μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσαν τα κράτη μέλη στην αγορά εργασίας (π.χ. πρωτοβουλίες για βελτίωση των επαγγελματικών ικανοτήτων και των δυνατοτήτων απασχόλησης του εργατικού δυναμικού· λήψη μέτρων που προωθούν τη χρησιμοποίηση πιο ευέλικτων μορφών απασχόλησης για εργαζόμενους με περιορισμένα επαγγελματικά προσόντα), καθώς και οι συγκρατημένες μισθολογικές εξελίξεις συνέβαλαν στη βελτίωση των επιδόσεων όσον αφορά την απασχόληση και την ανεργία. Η οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει να συνοδευτεί από περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ώστε ο δείκτης ανεργίας να υποχωρήσει σε επίπεδα κατώτερα του 8% το 2001.
Το 1999 η οικονομία συνέχισε να επωφελείται από υψηλό βαθμό σταθερότητας τιμών ενώ η ακολουθούμενη από την EΚΤ νομισματική πολιτική ήταν συνεπής προς τους προαναγγελθέντες στόχους σταθερότητας των τιμών. Ο πληθωρισμός, αφού έφθασε στις αρχές του 1999 στο χαμηλότερο επίπεδο του 0,9% (βάσει του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή), στη συνέχεια, οι υψηλότερες τιμές ενέργειας και η υποτίμηση του ευρώ άσκησαν ανοδική πίεση στο δείκτη, ο οποίος αναμένεται να υποχωρήσει κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους. Η μέτρια άνοδος του πληθωρισμού σε 1,5% το 2000 δεν σηματοδοτεί επιτάχυνση των πληθωριστικών πιέσεων. Η παρατηρηθείσα το 1999 απόκλιση μεταξύ των δεικτών πληθωρισμού δεν δημιουργεί απαραιτήτως προβλήματα για την οικονομική πολιτική, παρότι αναμένεται ότι θα σημειωθεί σύγκλιση των δεικτών πληθωρισμού στο τέλος του έτους και σε μεσοπρόθεσμη βάση.
Οι συνεχιζόμενες προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής που καταβλήθηκαν κατά τα τελευταία δύο έτη απέδωσαν καρπούς παρά την αρχική επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης. Οι δημοσιονομικοί στόχοι για το 1999 και το 2000 αναμένεται να επιτευχθούν, σε ορισμένες δε περιπτώσεις τα αποτελέσματα ενδέχεται να είναι ανώτερα των προβλέψεων. Το δημοσιονομικό έλλειμμα στην ΕΕ εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 1% του ΑΕΠ το 1999. Το συνολικό μίγμα πολιτικής στήριξε με των κατάλληλο τρόπο την οικονομική ανάπτυξη αλλά η πρόσφατη ανάκαμψη προσφέρει τη δυνατότητα καθορισμού πιο φιλόδοξων στόχων και, ανάλογα με τη χώρα, λήψης μέτρων σε διακριτική βάση ώστε: (i) να σημειωθεί ταχύτερη πρόοδος προς την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου, (ii) να προετοιμαστούν οι χώρες για τις αυξημένες δαπάνες των συνταξιοδοτικών συστημάτων και των συστημάτων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στις αρχές του επόμενου αιώνα λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και (iii) να βελτιωθούν τα κίνητρα για την απασχόληση και τη δημιουργία θέσεων εργασίας με την εφαρμογή αποτελεσματικότερων συστημάτων φορολογίας/παροχών και άλλων μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας.
Συνολικά, το πρώτο έτος καθιέρωσης του ευρώ χαρακτηρίζεται από βελτίωση των οικονομικών προοπτικών στην ΕΕ. Η ταχεία ανάκαμψη του 1999 μαρτυρεί την ισχύ της οικονομίας της ΕΕ. Στις οικονομικές προβλέψεις του φθινοπώρου η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στην ΕΕ και στη ζώνη ευρώ σημειώνεται διαρκής και σταθερή ανάκαμψη, η οποία δημιουργεί ολοένα και περισσότερες θέσεις απασχόλησης. Οι αβεβαιότητες του σεναρίου αυτού φαίνεται να αντισταθμίζονται από το γεγονός ότι προηγούμενες προσπάθειες αποδίδουν τώρα σημαντικά αποτελέσματα. Για να συνεχιστεί η άνοδος των βιοτικών επιπέδων και να υποχωρήσει η ανεργία, η ΕΕ οφείλει τώρα να στηριχθεί στη με επίπονες προσπάθειες δημιουργηθείσα "κουλτούρα σταθερότητας" και να επιτύχει τη δημιουργία "κουλτούρας οικονομικού δυναμισμού": αύξηση της επιχειρηματικότητας, υψηλότερα επίπεδα επενδύσεων και ταχύτερη και μεγαλύτερη διάδοση των νέων τεχνολογιών.
Ορισμένα μεσοπρόθεσμα ζητήματα που απαιτούν έγκαιρη προσοχή
Το δεύτερο μέρος της έκδοσης "Οικονομία της ΕΕ: Ανασκόπηση 1999" περιλαμβάνει πέντε θεματικές μελέτες για ειδικά ζητήματα που απαιτούν έγκαιρη προσοχή εκ μέρους των αρμοδίων για την διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής.
Στη μελέτη με τίτλο "Ευρωπαϊκή ανεργία: αρχικές αιτίες και προκλήσεις" γίνεται ανασκόπηση των λόγων που προκάλεσαν το πρόβλημα της ανεργίας στην Ευρώπη και αναλύονται τα βασικής σημασίας στοιχεία των θεσμικών ρυθμίσεων στα κράτη μέλη, και ιδίως: (i) ο ρόλος των συνδικάτων και των συστημάτων μισθολογικών διαπραγματεύσεων· (ii) η επίπτωση που έχουν στην απασχόληση οι κατώτατοι μισθών και η τεχνική πρόοδος, η οποία ευνοεί ορισμένα επαγγελματικά προσόντα · (iii) η φορολογία της εργασίας και η δομή των συστημάτων φορολογίας/παροχών, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων ανεργίας και (iv) η γεωγραφική κινητικότητα της εργασίας και ο ρόλος των ρυθμίσεων για την προστασία της απασχόλησης. Σύμφωνα και με την κυριαρχούσα την περίοδο αυτή άποψη στους ακαδημαϊκούς κύκλους, στη μελέτη υπογραμμίζεται ότι η ανεργία στην ΕΕ οφείλεται σε διαρθρωτικές ανεπάρκειες και στην αδυναμία της αγοράς εργασίας να προσαρμόζεται ταχέως στις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών. Το προδιαγραφόμενο θετικό οικονομικό περιβάλλον πρέπει να αποτελέσει ευκαιρία για εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας και άλλων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ώστε να πολλαπλασιασθούν οι θετικές επιπτώσεις στην απασχόληση, οι οποίες θα προκύψουν ως αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης και του χαμηλού πληθωρισμού.
Η μελέτη με τίτλο "Συστήματα φορολογίας/παροχών και κίνητρα για εργασία και δημιουργία θέσεων απασχόλησης" αποτελεί επισκόπηση των πρόσφατων εξελίξεων στο επίπεδο και στη δομή της φορολόγησης της εργασίας και των κοινωνικών δαπανών και περιέχει εκτίμηση του βαθμού στον οποίο οι σχετικές προσπάθειες των κρατών μελών οδήγησαν σε σημαντικά αποτελέσματα. Παρά την αναγνώριση των προβλημάτων εκ μέρους των αρμοδίων για την διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής, οι μεταρρυθμίσεις των συστημάτων φορολογίας/παροχών κατά τα πρόσφατα έτη απέδωσαν σχετικώς πενιχρά αποτελέσματα από την άποψη της βελτίωσης των κινήτρων για εργασία στην ΕΕ.
Τα μισά κράτη μέλη μείωσαν τους άμεσους φόρους επί της εργασίας αλλά μόνο τρεις χώρες κατόρθωσαν να μειώσουν τη συνολική φορολογική επιβάρυνση επί των εισοδημάτων της εργασίας, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ των μισθών που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των φόρων και των εισφορών, και του ποσού που πράγματι εισπράττουν οι εργαζόμενοι ως αμοιβή για την εργασία τους, μετά από φόρους και κρατήσεις. Παρότι υπάρχουν ορισμένα ενθαρρυντικά αποτελέσματα και θετικές ενδείξεις, τα κράτη μέλη, τα οποία συχνά λαμβάνουν μέτρα χωρίς προηγούμενο συντονισμό, πρέπει να επανεξετάσουν με μεγαλύτερη προσοχή το ζήτημα αυτό.
Στη μελέτη με τίτλο "Οι μακροπρόθεσμες οικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις από τη γήρανση του πληθυσμού" αναλύεται η επίπτωση των δεικτών εξάρτησης συνταξιούχων μετά το 2010. Η μείωση του μεγέθους του εργατικού δυναμικού αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά την οικονομική ανάπτυξη, εκτός εάν η εξέλιξη αυτή αντισταθμισθεί από συνεχείς βελτιώσεις της παραγωγικότητας των συντελεστών, και να προκαλέσει υψηλές αυξήσεις στις κοινωνικές δαπάνες για συντάξεις και συστήματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Η μελέτη συνιστά την ανάληψη ολοκληρωμένης μεταρρυθμιστικής δράσης που θα περιλαμβάνει: (i) μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας, με σκοπό την επιμήκυνση του επαγγελματικής ζωής, την αύξηση των ποσοστών συμμετοχής των ηλικιωμένων εργαζομένων και τη μείωση των υψηλών επιπέδων διαρθρωτικής ανεργίας. Απαιτούνται περαιτέρω μεταρρυθμίσεις όσον αφορά την απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και ιδιαίτερα θα πρέπει να επιδιωχθεί η εξάλειψη των παραγόντων που επηρεάζουν/παρακινούν τους εργαζόμενους να αποσυρθούν πρόωρα από την αγορά εργασίας, χωρίς όμως οι μεταρρυθμίσεις αυτές να έχουν ως αποτέλεσμα την άνοδο των ήδη υψηλών ευρωπαϊκών δεικτών συνταξιοδοτικών εισφορών, ώστε να αποφευχθούν οι αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία της αγοράς εργασίας· (ii) περαιτέρω δημοσιονομική εξυγίανση στο πλαίσιο του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης ώστε να περιοριστεί ακόμη περισσότερο το βάρος των τόκων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.
Στη μελέτη με τίτλο "Ολοκλήρωση της αγοράς και διαφορές στα επίπεδα τιμών" αναλύεται ο βαθμός διασποράς των επιπέδων τιμών μεταξύ κρατών μελών και γίνονται συγκρίσεις με τις ΗΠΑ. Ανακόπηκε η πορεία σύγκλισης των τιμών που παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1985-93 και οφειλόταν στην ολοκλήρωση του προγράμματος για την ενιαία αγορά. Η διασπορά των τιμών παρέμεινε γενικά υψηλή σε τομείς που είναι λιγότερο εκτεθειμένοι στο διεθνές εμπόριο και σε τομείς όπου υπάρχει σημαντική ανάμιξη του κράτους ή με αγορές κατατμημένες ως αποτέλεσμα των εφαρμοζόμενων από τις εταιρείες στρατηγικών. Η ΟΝΕ, η περαιτέρω υλοποίηση της ενιαίας αγοράς και άλλες κανονιστικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις δημιουργούν θετικές προοπτικές για ταχύτερη σύγκλιση των τιμών προς τα κάτω κατά τα επόμενα δύο έτη. Σε μικροοικονομικό επίπεδο, η μεγαλύτερη διαφάνεια των τιμών θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό και θα αυξήσει τις δυνατότητες επιλογών τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τους διανομείς.
Τέλος, η μελέτη σχετικά με τις "Βασικές εξελίξεις στις ευρωπαϊκές μετοχικές αγορές" υπογραμμίζει τους ιστορικά υψηλούς δείκτες μερίσματος/τιμής και τιμής/κέρδη στις κυριότερες μετοχικές αγορές, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Το πρώτο έτος χρησιμοποίησης του ευρώ χαρακτηρίστηκε από ιδιαίτερα αποκλίνουσες επιδόσεις των εθνικών χρηματιστηρίων στην Ευρώπη αλλά και από αξιοσημείωτο βαθμό διασποράς στις τομεακές επιδόσεις. Κατά το επόμενο έτος, η ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας, οι μεγαλύτερες εισροές κεφαλαίων σε εταιρείες συλλογικών επενδύσεων και η συνεχής επανεξισορρόπηση των χαρτοφυλακίων που διατηρούν οι θεσμικοί επενδυτές, ιδίως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, μέσω της μετακίνησης από τίτλους σταθερού εισοδήματος σε μετοχές, θα έχουν εν γένει θετική επίδραση στις κεφαλαιαγορές. Η περαιτέρω ολοκλήρωση των εθνικών χρηματιστηρίων, η δημιουργία ηλεκτρονικών εναλλακτικών δυνατοτήτων για αγοραπωλησίες μετοχών και η αυξημένη ρευστότητα στις ομολογιακές αγορές τίτλων σε ευρώ θα αυξήσει την ελκυστικότητα των χρηματιστηρίων της ΕΕ όχι μόνο για τους επενδυτές αλλά και για τις επιχειρήσεις που αναζητούν χρηματοδοτικούς πόρους.
Η οικονομία της ΕΕ: Ανασκόπηση 1999
Η ανασκόπηση της οικονομίας της ΕΕ, η οποία αποτελεί νέα έκδοση που αντικαθιστά την Ετήσια Οικονομική Έκθεση, δημοσιεύεται για πρώτη φορά σήμερα. Η νέα αυτή έκδοση, η οποία ανταποκρίνεται στη συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση για εκτενή οικονομική πληροφόρηση και ανάλυση, προσφέρει στον αναγνώστη μία διεξοδική επισκόπηση των οικονομικών εξελίξεων και προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ένωση, η ζώνη ευρώ και τα κράτη μέλη. Οδεύοντας προς το τρίτο στάδιο της ΟΝΕ και πέραν του σταδίου αυτού, η ΕΕ θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως ενιαία οικονομική οντότητα όπου η οικονομική πολιτική συντονίζεται εντός ενός σαφώς καθορισμένου πλαισίου, παράλληλα με την νομισματική πολιτική που καθορίζεται σε κεντρικό επίπεδο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (EΚΤ). Εκτός από την αξιολόγηση του εφαρμοζόμενου μίγματος πολιτικής και των βραχυπρόθεσμων οικονομικών προοπτικών, η έκδοση "Οικονομία της ΕΕ: Ανασκόπηση 1999" περιέχει πέντε θεματικές μελέτες για ζητήματα που απαιτούν έγκαιρη αντιμετώπιση εκ μέρους των αρμοδίων για τη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής: οι αρχικές αιτίες της ανεργίας στην ΕΕ· τα συστήματα φορολογίας/παροχών και κινήτρων για εργασία· οι μακροπρόθεσμες οικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις από τη γήρανση του πληθυσμού· οι διαφορές μεταξύ επιπέδων τιμών στην ΕΕ· και, τέλος, οι εξελίξεις στις ευρωπαϊκές μετοχικές αγορές.Παρουσιάζοντας την έκθεση, ο Επίτροπος κ. Solbes υπογράμμισε ότι "το πρώτο έτος του ευρώ συνοδεύτηκε από σταδιακή βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων. Με βάση τα διαθέσιμα σήμερα στοιχεία, η αύξηση του ΑΕΠ αναμένεται να είναι μεγαλύτερη από το 2,7% που προβλεπόταν την άνοιξη και να ανέλθει σε 3% το 2000 και το 2001. Το μίγμα οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη θα πρέπει να στηρίζει ολοένα και περισσότερο την παρούσα ισχυρή οικονομική ανάκαμψη. Η πρώτη σειρά προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης έδειξε ότι συνεχίζονται οι προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής και παράλληλα ότι αναμένεται να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι για το 1999. Η ανάκαμψη προσφέρει την ευκαιρία καθορισμού πιο φιλόδοξων στόχων και, ανάλογα με τη χώρα, λήψης μέτρων σε διακριτική βάση για ταχύτερη επίτευξη των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων· παράλληλα προσφέρει την ευκαιρία καθιέρωσης βελτιωμένων κινήτρων όσον αφορά την απασχόληση και τη δημιουργία θέσεων εργασίας μέσω αποτελεσματικότερων συστημάτων φορολογίας/παροχών, καθώς και αντιμετώπισης των επιπτώσεων από τη γήρανση του πληθυσμού. Θα πρέπει επίσης να υποστηριχθεί η ανάπτυξη του επιχειρηματικού πνεύματος στην Ευρώπη ώστε να βελτιωθεί το σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον και παράλληλα να συνεχιστεί η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και να μειωθεί η ανεργία."
Γιατί μία νέα έκδοση;
Η καθιέρωση του ευρώ την 1η Ιανουαρίου 1999, από κοινού με την ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς, επιτάχυναν το ρυθμό οικονομικής ολοκλήρωσης και είχαν ως αποτέλεσμα την ολοένα και μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση των οικονομιών των κρατών μελών, η οποία απαιτεί περισσότερο και καλύτερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε μία συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση για υψηλής ποιότητας οικονομικά πληροφοριακά στοιχεία και αναλύσεις.
Η νέα αυτή έκδοση εξυπηρετεί δύο κύριους σκοπούς: κατ' αρχάς να αποτελέσει μια πλήρη έκθεση για τις πρόσφατες και τις προβλεπόμενες οικονομικές εξελίξεις στην ΕΕ. Δεύτερος σκοπός είναι η μελέτη ειδικών οικονομικών ζητημάτων ιδιαίτερης σημασίας για την οικονομική πολιτική. Δημιουργείται έτσι μία σταθερή βάση ανάλυσης που παρέχει τη δυνατότητα σε όλους τους ενδιαφερόμενους για την οικονομική κατάσταση και τη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής να αποκτήσουν ορθότερη αντίληψη και να κατανοήσουν καλύτερα τα τεκταινόμενα στην οικονομία της ΕΕ.
Η εν λόγω νέα έκδοση, η οποία αντικαθιστά την πρώην Ετήσια Οικονομική Έκθεση, αποσκοπεί, μέσω των αναλύσεών της, στο να συνδράμει σημαντικά το έργο της Επιτροπής για συνεχή παρακολούθηση των οικονομικών εξελίξεων και πολιτικών στα κράτη μέλη, στη ζώνη ευρώ και στην ΕΕ. Τα κοινοτικά θεσμικά όργανα, ιδίως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και τρίτα μέρη καλούνται να εκφράσουν τις απόψεις τους για το περιεχόμενο του εγγράφου. Οι απόψεις τους θα αποτελέσουν πολυτιμότατες συνεισφορές για την μελλοντική άσκηση της οικονομικής πολιτικής.
Τα βασικά μηνύματα για την οικονομία της ΕΕ
Η κυκλική επιβράδυνση που παρουσιάστηκε κατά το πρώτο μέρος του 1999 μετριάσθηκε με την εφαρμογή κατάλληλου μίγματος πολιτικής καθώς και λόγω της σφριγηλής εγχώριας ζήτησης η οποία οδήγησε σε μεταστροφή της οικονομικής συγκυρίας κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Σημειώνεται ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ τόσο στην ΕΕ όσο και στη ζώνη ευρώ αναμένεται να επιταχυνθεί και από τον - σχεδόν δυνητικό - δείκτη ανάπτυξης του 2,1% το 1999 να ανέλθει σε 3% το 2000 και το 2001 για την ΕΕ ως σύνολο. Επιπλέον, κατά τα επόμενα δύο έτη αναμένεται ότι θα μειωθούν οι διαφορές στις τάσεις των δεικτών ανάπτυξης που παρατηρήθηκαν το 1999 στη ζώνη ευρώ και ιδίως μεταξύ των μεγάλων χωρών. Συνεχίζουν να εξασθενούν οι άνισες επιπτώσεις από την παγκόσμια οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση του 1997/98, η οποία αποτέλεσε έναν από τους σπουδαιότερους παράγοντες για την εμφάνιση αποκλίσεων μεταξύ των δεικτών ανάπτυξης. Εκλείπει επίσης σταδιακά η ανάγκη προσαρμογής του μίγματος μακροοικονομικής πολιτικής, η οποία προκάλεσε ετεροχρονισμένες αντιδράσεις στις οικονομίες των κρατών μελών. Δεδομένου ότι οι διαφορές μεταξύ των ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ στις χώρες της ζώνης ευρώ αναμένεται να μειωθούν αισθητά, αρχίζοντας από το 2000, το ίδιο θα συμβεί και με τις διαφορές των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης μεταξύ των εν λόγω χωρών.
Η προσωρινή επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης είχε επίπτωση στην απασχόληση, αλλά σε μικρότερο βαθμό από ό,τι αρχικά προβλεπόταν. Η καθαρή δημιουργία θέσεων απασχόλησης παρέμεινε ανώτερη του 1% το 1999 και αυτό αναμένεται να συνεχιστεί κατά τα δύο επόμενα έτη.
Οι μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσαν τα κράτη μέλη στην αγορά εργασίας (π.χ. πρωτοβουλίες για βελτίωση των επαγγελματικών ικανοτήτων και των δυνατοτήτων απασχόλησης του εργατικού δυναμικού· λήψη μέτρων που προωθούν τη χρησιμοποίηση πιο ευέλικτων μορφών απασχόλησης για εργαζόμενους με περιορισμένα επαγγελματικά προσόντα), καθώς και οι συγκρατημένες μισθολογικές εξελίξεις συνέβαλαν στη βελτίωση των επιδόσεων όσον αφορά την απασχόληση και την ανεργία. Η οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει να συνοδευτεί από περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ώστε ο δείκτης ανεργίας να υποχωρήσει σε επίπεδα κατώτερα του 8% το 2001.
Το 1999 η οικονομία συνέχισε να επωφελείται από υψηλό βαθμό σταθερότητας τιμών ενώ η ακολουθούμενη από την EΚΤ νομισματική πολιτική ήταν συνεπής προς τους προαναγγελθέντες στόχους σταθερότητας των τιμών. Ο πληθωρισμός, αφού έφθασε στις αρχές του 1999 στο χαμηλότερο επίπεδο του 0,9% (βάσει του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή), στη συνέχεια, οι υψηλότερες τιμές ενέργειας και η υποτίμηση του ευρώ άσκησαν ανοδική πίεση στο δείκτη, ο οποίος αναμένεται να υποχωρήσει κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους. Η μέτρια άνοδος του πληθωρισμού σε 1,5% το 2000 δεν σηματοδοτεί επιτάχυνση των πληθωριστικών πιέσεων. Η παρατηρηθείσα το 1999 απόκλιση μεταξύ των δεικτών πληθωρισμού δεν δημιουργεί απαραιτήτως προβλήματα για την οικονομική πολιτική, παρότι αναμένεται ότι θα σημειωθεί σύγκλιση των δεικτών πληθωρισμού στο τέλος του έτους και σε μεσοπρόθεσμη βάση.
Οι συνεχιζόμενες προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής που καταβλήθηκαν κατά τα τελευταία δύο έτη απέδωσαν καρπούς παρά την αρχική επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης. Οι δημοσιονομικοί στόχοι για το 1999 και το 2000 αναμένεται να επιτευχθούν, σε ορισμένες δε περιπτώσεις τα αποτελέσματα ενδέχεται να είναι ανώτερα των προβλέψεων. Το δημοσιονομικό έλλειμμα στην ΕΕ εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 1% του ΑΕΠ το 1999. Το συνολικό μίγμα πολιτικής στήριξε με των κατάλληλο τρόπο την οικονομική ανάπτυξη αλλά η πρόσφατη ανάκαμψη προσφέρει τη δυνατότητα καθορισμού πιο φιλόδοξων στόχων και, ανάλογα με τη χώρα, λήψης μέτρων σε διακριτική βάση ώστε: (i) να σημειωθεί ταχύτερη πρόοδος προς την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου, (ii) να προετοιμαστούν οι χώρες για τις αυξημένες δαπάνες των συνταξιοδοτικών συστημάτων και των συστημάτων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στις αρχές του επόμενου αιώνα λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και (iii) να βελτιωθούν τα κίνητρα για την απασχόληση και τη δημιουργία θέσεων εργασίας με την εφαρμογή αποτελεσματικότερων συστημάτων φορολογίας/παροχών και άλλων μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας.
Συνολικά, το πρώτο έτος καθιέρωσης του ευρώ χαρακτηρίζεται από βελτίωση των οικονομικών προοπτικών στην ΕΕ. Η ταχεία ανάκαμψη του 1999 μαρτυρεί την ισχύ της οικονομίας της ΕΕ. Στις οικονομικές προβλέψεις του φθινοπώρου η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στην ΕΕ και στη ζώνη ευρώ σημειώνεται διαρκής και σταθερή ανάκαμψη, η οποία δημιουργεί ολοένα και περισσότερες θέσεις απασχόλησης. Οι αβεβαιότητες του σεναρίου αυτού φαίνεται να αντισταθμίζονται από το γεγονός ότι προηγούμενες προσπάθειες αποδίδουν τώρα σημαντικά αποτελέσματα. Για να συνεχιστεί η άνοδος των βιοτικών επιπέδων και να υποχωρήσει η ανεργία, η ΕΕ οφείλει τώρα να στηριχθεί στη με επίπονες προσπάθειες δημιουργηθείσα "κουλτούρα σταθερότητας" και να επιτύχει τη δημιουργία "κουλτούρας οικονομικού δυναμισμού": αύξηση της επιχειρηματικότητας, υψηλότερα επίπεδα επενδύσεων και ταχύτερη και μεγαλύτερη διάδοση των νέων τεχνολογιών.
Ορισμένα μεσοπρόθεσμα ζητήματα που απαιτούν έγκαιρη προσοχή
Το δεύτερο μέρος της έκδοσης "Οικονομία της ΕΕ: Ανασκόπηση 1999" περιλαμβάνει πέντε θεματικές μελέτες για ειδικά ζητήματα που απαιτούν έγκαιρη προσοχή εκ μέρους των αρμοδίων για την διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής.
Στη μελέτη με τίτλο "Ευρωπαϊκή ανεργία: αρχικές αιτίες και προκλήσεις" γίνεται ανασκόπηση των λόγων που προκάλεσαν το πρόβλημα της ανεργίας στην Ευρώπη και αναλύονται τα βασικής σημασίας στοιχεία των θεσμικών ρυθμίσεων στα κράτη μέλη, και ιδίως: (i) ο ρόλος των συνδικάτων και των συστημάτων μισθολογικών διαπραγματεύσεων· (ii) η επίπτωση που έχουν στην απασχόληση οι κατώτατοι μισθών και η τεχνική πρόοδος, η οποία ευνοεί ορισμένα επαγγελματικά προσόντα · (iii) η φορολογία της εργασίας και η δομή των συστημάτων φορολογίας/παροχών, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων ανεργίας και (iv) η γεωγραφική κινητικότητα της εργασίας και ο ρόλος των ρυθμίσεων για την προστασία της απασχόλησης. Σύμφωνα και με την κυριαρχούσα την περίοδο αυτή άποψη στους ακαδημαϊκούς κύκλους, στη μελέτη υπογραμμίζεται ότι η ανεργία στην ΕΕ οφείλεται σε διαρθρωτικές ανεπάρκειες και στην αδυναμία της αγοράς εργασίας να προσαρμόζεται ταχέως στις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών. Το προδιαγραφόμενο θετικό οικονομικό περιβάλλον πρέπει να αποτελέσει ευκαιρία για εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας και άλλων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ώστε να πολλαπλασιασθούν οι θετικές επιπτώσεις στην απασχόληση, οι οποίες θα προκύψουν ως αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης και του χαμηλού πληθωρισμού.
Η μελέτη με τίτλο "Συστήματα φορολογίας/παροχών και κίνητρα για εργασία και δημιουργία θέσεων απασχόλησης" αποτελεί επισκόπηση των πρόσφατων εξελίξεων στο επίπεδο και στη δομή της φορολόγησης της εργασίας και των κοινωνικών δαπανών και περιέχει εκτίμηση του βαθμού στον οποίο οι σχετικές προσπάθειες των κρατών μελών οδήγησαν σε σημαντικά αποτελέσματα. Παρά την αναγνώριση των προβλημάτων εκ μέρους των αρμοδίων για την διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής, οι μεταρρυθμίσεις των συστημάτων φορολογίας/παροχών κατά τα πρόσφατα έτη απέδωσαν σχετικώς πενιχρά αποτελέσματα από την άποψη της βελτίωσης των κινήτρων για εργασία στην ΕΕ.
Τα μισά κράτη μέλη μείωσαν τους άμεσους φόρους επί της εργασίας αλλά μόνο τρεις χώρες κατόρθωσαν να μειώσουν τη συνολική φορολογική επιβάρυνση επί των εισοδημάτων της εργασίας, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ των μισθών που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των φόρων και των εισφορών, και του ποσού που πράγματι εισπράττουν οι εργαζόμενοι ως αμοιβή για την εργασία τους, μετά από φόρους και κρατήσεις. Παρότι υπάρχουν ορισμένα ενθαρρυντικά αποτελέσματα και θετικές ενδείξεις, τα κράτη μέλη, τα οποία συχνά λαμβάνουν μέτρα χωρίς προηγούμενο συντονισμό, πρέπει να επανεξετάσουν με μεγαλύτερη προσοχή το ζήτημα αυτό.
Στη μελέτη με τίτλο "Οι μακροπρόθεσμες οικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις από τη γήρανση του πληθυσμού" αναλύεται η επίπτωση των δεικτών εξάρτησης συνταξιούχων μετά το 2010. Η μείωση του μεγέθους του εργατικού δυναμικού αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά την οικονομική ανάπτυξη, εκτός εάν η εξέλιξη αυτή αντισταθμισθεί από συνεχείς βελτιώσεις της παραγωγικότητας των συντελεστών, και να προκαλέσει υψηλές αυξήσεις στις κοινωνικές δαπάνες για συντάξεις και συστήματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Η μελέτη συνιστά την ανάληψη ολοκληρωμένης μεταρρυθμιστικής δράσης που θα περιλαμβάνει: (i) μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας, με σκοπό την επιμήκυνση του επαγγελματικής ζωής, την αύξηση των ποσοστών συμμετοχής των ηλικιωμένων εργαζομένων και τη μείωση των υψηλών επιπέδων διαρθρωτικής ανεργίας. Απαιτούνται περαιτέρω μεταρρυθμίσεις όσον αφορά την απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και ιδιαίτερα θα πρέπει να επιδιωχθεί η εξάλειψη των παραγόντων που επηρεάζουν/παρακινούν τους εργαζόμενους να αποσυρθούν πρόωρα από την αγορά εργασίας, χωρίς όμως οι μεταρρυθμίσεις αυτές να έχουν ως αποτέλεσμα την άνοδο των ήδη υψηλών ευρωπαϊκών δεικτών συνταξιοδοτικών εισφορών, ώστε να αποφευχθούν οι αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία της αγοράς εργασίας· (ii) περαιτέρω δημοσιονομική εξυγίανση στο πλαίσιο του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης ώστε να περιοριστεί ακόμη περισσότερο το βάρος των τόκων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.
Στη μελέτη με τίτλο "Ολοκλήρωση της αγοράς και διαφορές στα επίπεδα τιμών" αναλύεται ο βαθμός διασποράς των επιπέδων τιμών μεταξύ κρατών μελών και γίνονται συγκρίσεις με τις ΗΠΑ. Ανακόπηκε η πορεία σύγκλισης των τιμών που παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1985-93 και οφειλόταν στην ολοκλήρωση του προγράμματος για την ενιαία αγορά. Η διασπορά των τιμών παρέμεινε γενικά υψηλή σε τομείς που είναι λιγότερο εκτεθειμένοι στο διεθνές εμπόριο και σε τομείς όπου υπάρχει σημαντική ανάμιξη του κράτους ή με αγορές κατατμημένες ως αποτέλεσμα των εφαρμοζόμενων από τις εταιρείες στρατηγικών. Η ΟΝΕ, η περαιτέρω υλοποίηση της ενιαίας αγοράς και άλλες κανονιστικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις δημιουργούν θετικές προοπτικές για ταχύτερη σύγκλιση των τιμών προς τα κάτω κατά τα επόμενα δύο έτη. Σε μικροοικονομικό επίπεδο, η μεγαλύτερη διαφάνεια των τιμών θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό και θα αυξήσει τις δυνατότητες επιλογών τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τους διανομείς.
Τέλος, η μελέτη σχετικά με τις "Βασικές εξελίξεις στις ευρωπαϊκές μετοχικές αγορές" υπογραμμίζει τους ιστορικά υψηλούς δείκτες μερίσματος/τιμής και τιμής/κέρδη στις κυριότερες μετοχικές αγορές, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Το πρώτο έτος χρησιμοποίησης του ευρώ χαρακτηρίστηκε από ιδιαίτερα αποκλίνουσες επιδόσεις των εθνικών χρηματιστηρίων στην Ευρώπη αλλά και από αξιοσημείωτο βαθμό διασποράς στις τομεακές επιδόσεις. Κατά το επόμενο έτος, η ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας, οι μεγαλύτερες εισροές κεφαλαίων σε εταιρείες συλλογικών επενδύσεων και η συνεχής επανεξισορρόπηση των χαρτοφυλακίων που διατηρούν οι θεσμικοί επενδυτές, ιδίως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, μέσω της μετακίνησης από τίτλους σταθερού εισοδήματος σε μετοχές, θα έχουν εν γένει θετική επίδραση στις κεφαλαιαγορές. Η περαιτέρω ολοκλήρωση των εθνικών χρηματιστηρίων, η δημιουργία ηλεκτρονικών εναλλακτικών δυνατοτήτων για αγοραπωλησίες μετοχών και η αυξημένη ρευστότητα στις ομολογιακές αγορές τίτλων σε ευρώ θα αυξήσει την ελκυστικότητα των χρηματιστηρίων της ΕΕ όχι μόνο για τους επενδυτές αλλά και για τις επιχειρήσεις που αναζητούν χρηματοδοτικούς πόρους.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου