Κύπρος


Η Κύπρος, πρώην βρετανική αποικία, είναι σήμερα ανεξάρτητη νησιωτική χώρα της ανατολικής Μεσογείου και αποτελεί κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρωτεύουσα της Κύπρου είναι η Λευκωσία. Επίσημες γλώσσες είναι η Ελληνική και η Τουρκική ενώ ευρύτατα διαδεδομένη φέρεται η Αγγλική. Η οδήγηση των οχημάτων στην Κύπρο γίνεται εθιμικά από αριστερά.
Γενικά

Η Κύπρος ανέκαθεν αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνισμού. Βρίσκεται ανατολικά της Ελλάδας (Καστελόριζο), νότια της Τουρκίας και δυτικά της Συρίας. Είναι το τρίτο μεγαλύτερο σε έκταση νησί της Μεσογείου μετά τη Σαρδηνία και τη Σικελία. Γεωγραφικά η Κύπρος μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στην Νοτιοανατολική Ευρώπη ή στην Νοτιοδυτική Ασία. Ωστόσο, επειδή ιστορικά, πολιτιστικά και οικονομικά η Κύπρος έχει δεσμούς με την Ευρώπη και ιδιαίτερα με την Ελλάδα (αφού η Κύπρος αποτελεί ένα δεύτερο ελληνικό κράτος), θεωρείται μέρος μόνο της Δύσης και της Ευρώπης. Είναι σήμερα το νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και της Ευρώπης ολόκληρης.

Οι κάτοικοι της Κύπρου εντάσσονται — με βάση την καταγωγή, τη γλώσσα, την πολιτιστική παράδοση και το θρήσκευμα — σε μία από τις δύο κοινότητες που προνοούνται από το Άρθρο 2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε την Ελληνική είτε την Τουρκική[4]. Η πλειοψηφία των κατοίκων σήμερα, περιλαμβανομένων των τριών αναγνωρισμένων θρησκευτικών ομάδων των Μαρωνιτών, των Αρμενίων και των Λατίνων (Καθολικών), ανήκει κατά 75,5% στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα[5]. Στην Κύπρο διαμένει επίσης μεγάλος αριθμός ξένων υπηκόων, οι οποίοι στα τέλη του 2011 συνιστούσαν το 21,4% του πληθυσμού.

Ως αποτέλεσμα της εισβολής που διέπραξε η Τουρκία στην Κύπρο το 1974 και της συνεχιζόμενης παράνομης κατοχής του βόρειου τμήματος του νησιού, 200.000 Έλληνες κύπριοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να καταφύγουν ως πρόσφυγες στα νότια του νησιού. Παράλληλα, οι Τούρκοι κύπριοι καθώς και μεγάλος αριθμός εποίκων μεταφέρθηκαν στον κατεχόμενο από την Τουρκία βορρά, ο οποίος και ανακηρύχθηκε τελικά μονομερώς ως ανεξάρτητο κράτος το 1983, με την ονομασία "Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου". Η ΤΔΒΚ δεν έχει αναγνωριστεί ως ανεξάρτητη από κανένα κράτος - μέλος του ΟΗΕ πλην της Τουρκίας. O πληθυσμός στις περιοχές της Κύπρου υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας ανερχόταν στο τέλος του 2011 στους 838.897 κατοίκους, μεγάλο μέρος των οποίων (21,4%) αποτελούν ξένοι υπήκοοι[6].
Όνομα

Το όνομα Κύπρος φέρεται να επικράτησε από τους Έλληνες από την εποχή του Ομήρου, από τους οποίους και μεταδόθηκε στη συνέχεια σε όλους τους παρακείμενους λαούς πλην όμως δεν ήταν ούτε το πρώτο ούτε και το μοναδικό όνομα της νήσου. Ήδη είναι γνωστό ότι στα αιγυπτιακά μνημεία του Τούθμωση Γ΄ (1500 π.Χ.) η Κύπρος φέρεται με το όνομα Asebi ή Jsj. Στο δε ψήφισμα της Κανώπου (238 π.Χ.) αναφέρεται με το όνομα Sbjn, ενώ στους πήλινους πίνακες του Τελ ελ Αμάρνα εμφανίζεται με το όνομα Alasia, μάλιστα σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται οκτώ επιστολές, με αριθ. 33-40, του βασιλέως της Αλασίας προς τον βασιλέα της Αιγύπτου Αμένωφη Δ΄ (πιθανώς 1385-1566) γραμμένες όλες σε βαβυλωνο-ασσυριακή γλώσσα.
Τη γνώμη ότι με το όνομα Αλασία φερόταν η Κύπρος ενισχύει και η ευρεθείσα επιγραφή στη νήσο όπου αναφέρει "ΑΠΟΛ(Λ)ΩΝ ΤΩΙ ΑΛΑΣΙΩΤΑΙ" που φέρονταν σε βάθρο ανδριάντα, έργο του Πλυτού, που είχε αφιερώσει ο Αψάσωμος στον θεό "Απόλλωνα τον Αλασώταν". Το όνομα αυτό απαντάται ακόμα και σήμερα ως τοπωνύμια όπως Άλασσος, (αντί του ορθού Άλασσα), Αϊλάσυκα (αντί του ορθού Αγλάσυκα). Υπάρχουν όμως και κάποιοι που αμφισβητούν τα παραπάνω ονόματα ότι αφορούν την Κύπρο, αναζητώντας επ΄ αυτών χώρες στη Βόρεια Συρία.
Επίσης υφίσταται και το όνομα Kittim του εβραϊκού κειμένου που αποδίδεται στην Κύπρο, πλην όμως σε πολλά χωρία αναφέρεται για περιοχή που προσδιορίζεται δυτικότερα, στην Ιταλία ή την Ελλάδα.

Όμως το ελληνικό όνομα Κύπρος απαντάται τόσο στην Ιλιάδα όσο και την Οδύσσεια. Κατά πρώτον απαντάται στο Λ 21 της Ιλιάδας μαζί με την Κινύρα παράδοση. Επίσης στην Οδύσσεια στους στίχους δ.83, θ 363, ρ 442, και 448. Στη δε Ιλιάδα στους στίχους Ε 330, 422, 458, 768 και 873. Επίσης το όνομα Κύπρις φέρεται ως επίθετο της θεάς Αφροδίτης.
Αρχαιότερη επιγραφή που φέρει το όνομα Κύπρος ανάγεται στο 459 π.Χ..

Επίσης πολλά αρχαία προσωπικά ονόματα φέρονται συνδεδεμένα με το όνομα Κύπρος, όπως Αριστόκυπρος, Αριστοκύπρα, Θεμιστοκύπρα, Κυπραγόρας, Κυπρόθεμις, Κυπροκράνης, Ονασίκυπρος, Πασίκυπρος, Στασίκυπρος, Τιμόκυπρος, Φιλόκυπρος κ.ά.
Ετυμολογία Ονόματος

Η ετυμολογία του ονόματος Κύπρος δεν είναι σίγουρη. Υπάρχουν διάφορες απόψεις. Μία άποψη έιναι ότι η καταγωγή του ονόματος προέρχεται από την Ελληνική λέξη για το Μεσογειακό κυπαρίσσι (Cupressus sempervirens, κυπάρισσος) ή ακόμα και από το Ελληνικό όνομα για του φυτού χέννα (Lawsonia alba), κύπρος. Μία άλλη άποψη είναι ότι η ρίζα του ονόματος είναι από την Ετεοκυπριακή και τη λέξη για το χαλκό. Ο Georges Dossin, για παράδειγμα, εισηγείται ότι οι ρίζες της λέξης βρίσκονται στην λέξη των Σουμερίων για το χαλκό (zubar) ή του μπρούντζου (kubar), από τα μεγάλα αποθέματα χαλκού που υπήρχαν στο νησί.

Οι μεγάλες εξαγωγές χαλκού από τη Κύπρο έδωσαν το λατινικό όνομα στο χαλκό μέσα από την φράση aes Cyprium, "μέταλλο της Κύπρου", που αργότερα συντομεύτηκε στο Cuprum.[7] Η Κύπρος είναι επίσης γνωστή σαν το Νησί της Αφροδίτης[8] αφού κατά την Ελληνική Μυθολογία η θεά Αφροδίτη, όπως δηλώνει και το όνομά της (=γεννημένη από τον αφρό) γεννήθηκε στο νησί κοντά στην Πέτρα του Ρωμιού στις ακτές της Πάφου. Πουθενά στις αρχαίες πηγές δεν υπάρχει αναφορά για γέννηση της Ιστάρ-Αστάρτης των Φοινίκων στην Κύπρο αντίθετα με την Αφροδίτη των Ελλήνων που μάλιστα φέρει και το προσωνύμιο "Κύπρις".

Ο κάτοικος της Κύπρου αναφέρεται συνήθως ως Κύπριος. Στην κυπριακή διάλεκτο αναφέρεται ως Κυπραίος.

Γεωγραφία της Κύπρου

Θέση και έκταση

Η Κύπρος είναι η τρίτη μεγαλύτερη νήσος της Μεσογείου μετά τη Σαρδηνία και τη Σικελία. Βρίσκεται στην Α.ΒΑ. άκρη της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, μεταξύ των γεωγραφικών παραλλήλων (γεωγραφικά πλάτη) 34° 33΄ 00΄΄ και 35° 34΄ 10΄΄ βόρεια του Ισημερινού και μεταξύ των μεσημβρινών (γεωγραφικά μήκη) 32° 16΄ 30΄΄ και 34° 37΄ 00΄΄ ανατολικά του 1ου μεσημβρινού Γκρήνουιτς, μη συμπεριλαμβανομένων των χωρικών υδάτων.
Η απόσταση της Κύπρου, βόρεια, από την Τουρκία (Ακρωτήριο Κορμακίτης Κύπρου - Αναμούρ Καραμανίας) είναι 37 μίλια (75 χλμ.) του Κιλικιακού πελάγους, ανατολικά από τη Συρία (Ακρωτήριο Άγιος Ανδρέας Κύπρου - Ρας Ιμπν Χανίμ παρά τη Λαοδίκεια) είναι 56 μίλια (105 χλμ) του Συριακού ή Φοινικικού πελάγους, νότια από την Αίγυπτο (Ακρωτήριο Ασπρόκαβος Κύπρου - στόμιο λιμένος Δαμιέτας) είναι 190 μίλια (380 χλμ.) του Αιγυπτιακού πελάγους και δυτικά από τη νήσο Ρόδο - Ελλάδα (Ακρωτήριο Αρναούτης Κύπρου - Ακρωτήριο Καβολάρδος Λίνδου) 215 μίλια (380 χλμ.) του Παμφυλίου πελάγους. Το πλησιέστερο νησί προς την Κύπρο είναι το Καστελόριζο.

Η Κύπρος έχει μέγιστο μήκος από δυτικότερο μέχρι ανατολικότερο άκρο 240 χλμ. και μέγιστο πλάτος από βορειότερο μέχρι νοτιότερο 100 χλμ. Η συνολική της έκταση είναι 9251 τ.χλμ. Η έκταση των βρετανικών βάσεων είναι 99 τετ. μίλια.

    Η σημερινή κατάσταση (2011) της έκτασης της Κύπρου σε εκατοστιαία ποσόστωση, υπολογιζόμενη σε χάρτη κλίμακας 1:50.000 έχει ως ακολούθως:

    Έδαφος κατεχόμενο από τουρκικά στρατεύματα: 35,2%
    Έδαφος ελεύθερων περιοχών που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία: 59,4%
    Συνολική έκταση νεκρής ζώνης: 2,6%
    Συνολική έκταση βρετανικών βάσεων: 2,7%

Πως σχηματίστηκε η Κύπρος

Η "Ευρασιατική πλάκα" (Ευρώπη και το μεγαλύτερο μέρος της Ασίας) μετακινείται προς το νότο, ενώ η "Αφρικανική πλάκα" (το μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής) μετακινείται προς το βορρά και καταδύεται κάτω από την Ευρασιατική πλάκα, με αποτέλεσμα την άνοδο της περιοχής της Κύπρου και άλλων γειτονικών χωρών πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η άνοδος αυτή συνεχίζεται και σήμερα.
Μορφολογικές περιφέρειες της Κύπρου

1. Ορεινά συμπλέγματα Τροόδου και Πενταδακτύλου. 2. Λοφώδη περιοχή γύρω από ορεινά συμπλέγματα. 3. Κεντρική πεδιάδα (Μόρφου, Λευκωσίας, Μεσαορίας) μήκους 55 μίλια. 4. Παράκτιες περιοχές.
Οροσειρά του Τροόδου και οροσειρά του Πενταδακτύλου

Στα νοτιοδυτικά του νησιού δεσπόζει η οροσειρά Τρόοδος, ενώ στα βόρεια η οροσειρά του Πενταδάκτυλου ενώ ανάμεσά τους εκτείνεται η πεδιάδα της Μεσαορίας την οποία διασχίζουν δυο ποταμοί ο Πεδιαίος κι ο Γιαλιάς. Η ψηλότερη κορυφή του Τροόδους είναι ο "Όλυμπος" (1951 μέτρα) του δε Πενταδακτύλου το "Κυπαρισσόβουνο" (1024 μέτρα). Τα πετρώματα του Τροόδους είναι ηφαιστειακά, ενώ του Πενταδακτύλου είναι ιζηματικά (ασβεστολιθικά) και μεταμορφωσιγενή. Το Τρόοδος διαθέτει ελάχιστες πηγές, ενώ ο Πενταδάκτυλος διαθέτει πολλές πηγές, όπως τα γνωστά κεφαλόβρυσα της Κυθρέας, της Λαπήθου και του Καραβά. Βουνοκορφές του Τροόδου: Χιονίστρα (ή Τρόοδος ή Όλυμπος), Μαδαρή, Παπούτσα, Μαχαιράς, Σταυροβούνι, Τρίπυλος, Κύκκος, Αδελφοί. Βουνοκορφές του Πενταδακτύλου: Κυπαρισσόβουνο, Κόρνος, Άγιος Ιλαρίωνας, Πενταδάκτυλος, Βουφαβέντο, Καντάρα, προφήτης Ηλίας. Η οροσειρά του Πενταδακτύλου έχει μήκος 100 χμ και πλάτος 8 χμ. Σπήλαια με σταλακτίτες και σταλαγμίτες υπάρχουν στον Πενταδάκτυλο και στα Στυλλάρκα της Ακανθού. Διάσελα και περάσματα στον Πενταδάκτυλο: Μύρτου, Αγύρτας, Ακανθούς.
Χερσόνησος του Ακάμα

Βρίσκεται στο ΒΔ τμήμα της Κύπρου και έχει έκταση περίπου 100 τετ. χμ. Είναι ο μεγαλύτερος φυσικός βιότοπος της Κύπρου. Παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία πετρωμάτων, βραχώδεις απόκρημνες, κυρίως αμμώδεις ακτές, φαράγγια (π.χ το φαράγγι του Άβακα), κλπ. Η βλάστηση του Ακάμα (μακκία) περιλαμβάνει πολλά είδη φυτών, όπως πεύκα, αόρατους, σχοινιές, σίστους (ξισταριές), κλπ. Στον Ακάμα υπάρχουν τουλάχιστο επτά είδη ενδημικών φυτών της Κύπρου, δηλαδή φυτών που ζουν μόνο στην Κύπρο, καθώς και άλλα είδη που μόνο στον Ακάμα βρίσκονται. Το χαμηλό δάσος (μακκία)του Ακάμα φτάνει μέχρι την ακτή, ενώ σε όλη σχεδόν της υπόλοιπη Κύπρο δεν υπάρχει μακκία βλάστηση μέχρι τις ακτές. Στις αμμώδεις παραλίες του Ακάμα γεννούν τα αυγά τους δυο είδη θαλάσσιων χελωνών (chelonia mydas και caretta caretta), ενώ στη χερσόνησο υπάρχουν και άλλα ενδιαφέροντα ζωικά είδη (γύπες, καβούρια του γλυκού νερού, περίπου 20 ειδη ερπετών, κλπ). Επειδή η χερσόνησος του Ακάμα κινδυνεύει από την αλόγιστη τουριστική αξιοποίηση της περιοχής, άρχισε μια συστηματική προσπάθεια για να σωθεί η ομορφιά της περιοχής από τις διάφορες "αξιοποιήσεις".
Πεδιάδα της Μεσαορίας

Η εύφορη πεδιάδα της Μεσαορίας απλώνεται μεταξύ των βουνών Τροόδους και Πενταδακτύλου. Έχει μηκος 20 χμ και πλάτος που κυμαίνεται από 16 μέχρι 32 χμ.
Κοιλάδα των Κέδρων - Αγρινά

Η "κοιλάδα των κέδρων" βρίσκεται στο δάσος της Πάφου. Στο δάσος αυτό βρίσκονται και τα αγρινά (άγρια πρόβατα). Τα αρσενικά αγρινά είναι πιο σωματώδη και έχουν κέρατα, ενώ τα θηλυκά δεν έχουν ή έχουν πολύ μικρά κέρατα.
Ακρωτήρια

Στην κατεχόμενη Κύπρο: Αποστόλου Ανδρέα, Πλακωτής, Κορμακίτη, Ελαίας. Στην ελεύθερη Κύπρο: Πωμού, Αρναούτη (Ακάμα), Δρέπανο, Άσπρο, Ζευγάρι, Γάτας, Δολού, Πετούντα, Κιτίου, Πύλας, Γκρέκο (Πηδάλιο).
Κόλποι

Στην κατεχόμενη Κύπρο: Αμμοχώστου, Κερύνειας, Μόρφου. Στην ελεύθερη Κύπρο: Χρυσοχούς, Κοραλλίων, Επισκοπής, Ακρωτηρίου (ή Λεμεσού), Λάρνακας.

=== Οροπέδια,oreitas vriskonte metaxi Archimandritas kai kouklia καταρράκτε Είναι οροπέδιο κοντά στο χωριό Πισσούρι με αγριελιές και άγρια βλάστηση. 2. Καταρράκτης Καλυδωνίων. Βρίσκεται στο χωριό Πλάτρες. 3. Καταρράκτης Χαντάρας. Βρίσκεται στο χωριό Φοινί. 4. Νήσοι Κλείδες. Βρίσκονται απέναντι από το ακρωτήριο του Αποστόλου Ανδρέα. Εδώ υπάρχει και φάρος. 5. Κίλα. Είναι ένα νησάκι στη χερσόνησο της Καρπασίας κοντά στο χωριό Γαληνόπορνη. 6. Γερόνησος (ή Ιερά Νήσος ή Νησί του Αγίου Γεωρεγίου). Βρίσκεται κοντά στο ακρωτήριο Δρέπανο, στην περιοχή Αγίου Γεωργίου του χωριού Πέγειας, ΝΔ του Ακάμα. 7. Νήσος των Εχιδνών. Βρίσκεται κοντά στην ξηρά παρά τον Άγιο Γεώργιο της Κερύνειας (Γλυκιώτισσα).
Ποταμοί

    Πεδιαίος ή Πηδιάς. Πηγάζει από το Μαχαιρά και χύνεται στον κόλπο της Αμμοχώστου. Είναι ο μεγαλύτερος ποταμός της Κύπρου.
    Γιαλιάς ή Ιδαλίας. Πηγάζει από το Μαχαιρά και χύνεται στον κόλπο της Αμμοχώστου.
    Σερράχης. Πηγάζει από την Παπούτσα και τη Μαδαρή και χύνεται στον κόλπο της Μόρφου.
    Πέτρας. Πηγάζει από τη Μαδαρή και χύνεται στον κόλπο της Μόρφου.
    Ελιάς. Πηγάζει από τη Μαδαρή και χύνεται στον κόλπο της Μόρφου.
    Κάμπος. Πηγάζει από τον Κύκκο και χύνεται στον κόλπο της Μόρφου.
    Πύργος. Πηγάζει από το Σταυρό και χύνεται στον κόλπο της Μόρφου.
    Σέτραχος. Πηγάζει από το Τρόοδος και χύνεται στον κόλπο της Μόρφου.
    Κλάριος ή Καρκώτης. Πηγάζει από το Τρόοδος και χύνεται στον κόλπο της Μόρφου.
    Γερμασόγειας. Πηγάζει από την Παπούτσα και χύνεται στον κόλπο Λεμεσού (Ακρωτήρι)
    Γαρύλλης. Πηγάζει από την Παπούτσα και χύνεται στον κόλπο Λεμεσού.
    Βασιλικός. Πηγάζει από το Μαχαιρά και χύνεται στην παραλία της Λάρνακας (Ζύγι)
    Κούρρης. Πηγάζει από τη Μαδαρή και χύνεται στον κόλπο της Επισκοπής.
    Κριός. Πηγάζει από το Τρόοδος και χύνεται στον κόλπο της Επισκοπής.
    Χρυσοχούς. Πηγάζει από το Σταυρό της Ψώκας και χύνεται στον κόλπο της Χρυσοχούς.
    Έζουσας. Πηγάζει από τον Τρίπυλο και χύνεται στην παραλία της Πάφου.
    Ξερός. Πηγάζει από τον Κύκκο και χύνεται στον κόλπο της Μόρφου και στην παραλία της Πάφου.
    Διαρίζος. Πηγάζει από το Τρόοδος και χύνεται στην παραλία της Πάφου.
    Χα Ποτάμι. Πηγάζει από το Τρόοδος και χύνεται στην παραλία της Πάφου.
    Λιμνίτης. Πηγάζει από το Τρόοδος και χύνεται στην παραλία της Πάφου.
    Ξεροπόταμος. Πηγάζει από τον Κύκκο και χύνεται στην Πάφο.
    Μαυροκόλυμπος. Πηγάζει από τον Κύκκο και χύνεται στην Πάφο.
    Πεντάσχοινος. Πηγάζει από το Μαχαιρά και χύνεται στην παραλία της Λάρνακας.
    Τρέμυθος. Πηγάζει από το Σταυροβούνι και χύνεται σητν παραλία της Λάρνακας.
    Πούζης. Πηγάζει από το Σταυροβούνι και χύνεται στην παραλία της Λάρνακας.

Χρήση της γης - Δάση - Κυριότερα δέντρα των δασών

    άγονη γη 17%
    δάση 18,96%
    καλλιεργήσιμη γη 46% (από την οποία 14% είναι αρδεύσιμη γη, δηλαδή καλλιεργείται ταχτικά)
    χαλίτικη γη 8%
    χωριά, λίμνες και ποταμοί 10%.

Τα δάση της Κύπρου έχουν έκταση 175,404 εκτάρια (18,96% της ολικής έκτασης του νησιού). Τα 161,826 εκτάρια είναι κύρια και δευτερεύοντα κρατικά δάση. Η έκταση των κυρίων κρατικών δασών είναι 145,996 εκτάρια και βρίσκονται κυρίως στο Τρόοδος και στον Πενταδάκτυλο. Τα δευτερεύοντα κρατικά δάση είναι 15,830 εκτάρια. Η έκταση των ιδιωτικών δασών είναι 13,578 εκτάρια.

Τα κυριότερα δέντρα των κυπριακών δασών είναι τα κωνοφόρα (πεύκο, μεντόπευκος, κέδρος, κυπαρίσσι, αόρατος, λεύκα) και τα πλατύφυλλα (σκλήδρος, πλάτανος, καβάκι, δρυς, λατζιά). Ο κυπριακός κέδρος και η λατζιά συναντώνται μόνο στην Κύπρο.
Εθνικά δασικά πάρκα

Ορισμένες περιοχές κηρύχτηκαν σε Εθνικά Πάρκα με κύριο σκοπό την παροχή αναψυχής στο κοινό, όπως διάφορες δασικές εκτάσεις στο Τρόοδος, καθώς και τα δάση Αθαλάσσας, Παιδαγωγικής Ακαδημίας, Κάβο Γκρέκο, Ποταμού Λιοπετρίου και Πολεμιδίων.
Φράγματα

Η Κύπρος έχει 108 φράγματα και έρχεται πρώτη στην Ευρώπη αναφορικά με τον αριθμό και τη χωρητικότητα μεγάλων φραγμάτων σε σχέση με την έκταση της. Τα πέντε μεγαλύτερα φράγματα στην Κύπρο είναι του "Κούρρη" στη Λεμεσό (115 εκατομ. κυβ. μέτρα), του "Ασπρόκρεμμου" στην Πάφο, του "Ευρέτου" στην Πάφο, της "Κανναβιού" στην Πάφο και της "Καλαβασσού" στη Λάρνακα.
Αλυκές

Στην Κύπρο υπάρχουν δυο αλυκές, της "Λάρνακας" και της "Λεμεσού". Βρίσκονται χαμηλότερα από την επιφάνεια της θάλασσας. Το καλοκαίρι ξηραίνονται διότι η εξάτμιση ξεπερνά την ποσότητα νερού που λιμνάζει σε αυτές. Οι αλυκές έχουν μεγάλη τουριστική αξία και αποτελούν ξεχωριστούς βιότοπους, δηλαδή περιοχές με ειδικό περιβάλλον όπου ζουν ζώα και φυτά.
Ψηλότερο χωριό της Κύπρου

Είναι ο Πρόδρομος. Βρίσκεται σε ύψος 1400μέτρα.
Βασικά γνωρίσματα του κυπριακού φυσικού περιβάλλοντος

Τα βασικά γνωρίσματα του κυπριακού φυσικού περιβάλλοντος είναι ο μεσογειακός του χαρακτήρας, η μεγάλη του γεωμορφολογική ποικιλία, η μεγάλη του ποικιλία χλωρίδας και η μεγάλη αλλοίωση του (οικολογική υποβάθμιση) λόγω ανθρώπινης δράσης.
Μερικά μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία του περιβάλλοντος

    Το δάσος Πάφου κηρύχτηκε σε Περιοψή Προστασίας του Κυνηγίου με κύριο σκοπό την προστασία του αγρινού.
    Προστασία της πράσινης χελώνας και της καρέττα (περιλαμβανομένων των αυγών τους). Στην περιοχή "Λάρας-Τοξεύτρας" λειτουργεί εκκολαπτήριο χελωνών, που είναι μοναδικό στη Μεσόγειο.
    Προστασία των δελφινιών και φωκιών.
    Έλεγχος,πρόληψη και καταπολέμηση της ρύπανσης των νερών και της θάλασσας.
    Ορισμένες περιοχές, κυρίως δασικές περιοχές στο Τρόοδος και στην Πάφο, κηρύχτηκαν σε Περιοχές Προστασίας της Φύσης, για την προστασία της χλωρίδας και πανίδας, όπως η χερσόνησος του Ακάμα, η λίμνη Ακρωτηρίου με τα λιβάδια της, η αλυκή Λάρνακας, η δασική περιοχή Τρίπυλος (που περιλαμβάνει την Κοιλάδα των Κέδρων), κλπ.

Μονοπάτια μελέτης της φύσης

    Στο Τρόοδος: Μονοπάτι Αταλάντη. Μονοπάτι Άρτεμις, Μονοπάτι Περσεφόνη. Μονοπάτι Καληδόνια.
    Στον Ακάμα: Μονοπάτι Αφροδίτη, Μονοπάτι Άδωνις, Μονοπάτι Σμιγιές, Μονοπάτι Πισσουρόμουττη.
    Στο Σταυρό της Ψώκας: Μονοπάτι Σελλάδι του Σταυρού, Μονοπάτι Χορτερή.
    Στο Κάβο (= Ακρωτήριο) Γάτα: Μονοπάτι Άγιοι Ανλάργυροι-Θαλασσινές Σπηλιές. Μονοπάτι Κάβος, κλπ

Κλίμα

Γενικά το κλίμα της Κύπρου είναι ήπιο μεσογειακό με άφθονη ηλιοφάνεια ακόμη και το χειμώνα και λιγοστή βροχόπτωση, Το καλοκαίρι είναι θερμό και ξηρό (χωρίς βροχές). Το χειμώνα το κλίμα είναι ήπιο (χωρίς πολλή ψύχρα) και βροχερό. Το κλίμα της Κύπρου επηρεάζεται από τη γεωγραφική θέση του νησιού, από τη μορφολογία του εδάφους του και από τη γενική κυκλοφορία των αέριων μαζών. Η μέση ετήσια βροχόπτωση στην Κύπρο είναι περίπου 500 χιλιοστόμετρα. Κυμαίνεται δε από 300 χιλιοστόμετρα στις κεντρικές πεδιάδες και στα νοτιοανατολικά παράλια μέχρι 1100 χιλιοστόμετρα στην οροσειρά του Τροόδου και 550 χιλιοστόμετρα στην οροσειρά του Πενταδακτύλου. Η ανομοιομορφία της βροχόπτωσης δεν είναι μόνο γεωγραφική αλλά και διαχρονική, συχνά δε παρατηρούνται συνεχείς ανομβρίες δυο-τριών χρόνων.
Χλωρίδα και Πανίδα

Η κυπριακή χλωρίδα είναι πολύ πλούσια σε θάμνους και εποχιακά άνθη. Από τα ενδημικά φυτά, 20 περίπου είδη περιλαμβάνονται στον κατάλογο των "Αυστηρά Προστατευομένων Ειδών Χλωρίδας της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Διατήρηση της Ευρωπαϊκής Άγριας Ζωής και των Φυσικών Οικοτόπων". Μεταξύ της πανίδας το σπουδαιότερο ενδημικό είδος ζώου είναι το κυπριακό αγρινό που ζει στο δάσος Πάφου. Δασικές εκτάσεις στα δάση Τροόδου και Πάφου κηρύχτηκαν σε περιοχές προστασίας της χλωρίδας και πανίδας.
Ακτογραμμή

648 χλμ.
Χωρικά Ύδατα

Επεκτείνονται μέχρι τα 12 Ναυτικά Μίλια (NM)
Έδαφος

Στα νοτιοδυτικά της Κύπρου δεσπόζει η Οροσειρά του Τροόδους με ψηλότερη κορυφή αυτή του Ολύμπου (1953 μέτρα). Στα βόρεια δεσπόζει η Οροσειρά του Πενταδακτύλου με ψηλότερη κορυφή αυτή του Κυπαρισσόβουνου (1024 μέτρα).
Υψομετρικές εξάρσεις

Χαμηλότερο σημείο: Μεσόγειος Θάλασσα 0μ

Ψηλότερο σημείο: Κορυφή του Ολύμπου 1951μ
Χρήση Γης

Καλλιεργήσιμη γή: 7.79%

Μόνιμες καλλιέργειες: 4.44%

Άλλα: 87.77% (2001)
Υδρεύσιμη γη

382 τετρ. Χλμ. (2001 υπολ.)
Φυσικές απειλές

Μέτρια σεισμική δραστηριότητα, ξηρασία
Τρέχοντα περιβαλλοντολογικά ζητήματα

    Προβλήματα υδάτινων πόρων
    Προβλήματα μόλυνσης των υδάτων
    Διάβρωση των ακτών
    Απώλεια βιότοπων λόγο αστικοποίησης

Πόλεις της Κύπρου

Η Κύπρος έχει 6 μεγάλες πόλεις: την Λευκωσία (πρωτεύουσα) με πληθυσμό 206.200 κατοίκους, την Λεμεσό με 161.200 κατοίκους, την Λάρνακα με 72.000 κατοίκους, την Πάφο με 47.300 και τις πόλεις Κερύνεια και Αμμόχωστος οι οποίες βρίσκονται από το 1974 υπό Τουρκική Κατοχή.



Προϊστορία της Κύπρου

Η προϊστορία της Κύπρου αρχίζει με την πρώτη εμφάνιση του ανθρώπου στο νησί κατά τη 10η χιλιετία π.Χ., σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, και τελειώνει με το πέρασμα από τη 2η στην 1η χιλιετία π.Χ. και τις απαρχές των κοινωνικοπολιτικών διεργασιών που θα καταλήξουν στην ίδρυση των κυπριακών βασιλείων της ιστορικής περιόδου. Η Προϊστορία της Κύπρου αρχίζει με την Νεολιθική εποχή σε αντίθεση με τον Ελλαδικό χώρο όπου ανακαλύφθηκαν κατάλοιπα ανθρώπινης παρουσίας ήδη από την Παλαιολιθική εποχή. Κατά την Εποχή του Χαλκού πιστεύεται ότι αποτέλεσε την επικράτεια των Αλασγών που απαντώνται στα χιττιτικά και ουγκαριτικά κείμενα.

Νεολιθική Εποχή - Χαλκολιθική Εποχή
Αρχιτεκτονική

Οι κάτοικοι της Κύπρου οικοδομούν τα σπίτια τους σε χώρους που επιλέγουν προσεκτικά. Οι χώροι αυτοί βρίσκονταν σε λόφους και κοντά σε ποταμούς. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται από τη μία η προστασία από τα θηρία και τα στοιχεία της φύσεως και από την άλλη η διατροφή τους με την καλλιέργεια της αρδευτικής κοιλάδας.

Τα οικοδομηκά υλικά προμηθεύονταν οι κάτοικοι από τη γύρω περιοχή. Για τα θεμέλεια και τα κατώτερα μέρη των τοιχών χρησιμοποιούσαν πέτρες, ενώ για το πάνω μέρος πλιθάρια και πηλό. Η στέχη ήταν κατασκευασμένη από πηλό, ξύλα, καλάμια και κλαδιά.

Τα σπίτια στους οικισμούς της Χοιροκιτίας και της Καλαβασού - Τέντας ήταν κτισμένα πολύ κοντά το ένα στο άλλο, είχαν κυκλικό σχήμα και ένα μόνο δωμάτιο. Στο κέντρο του δωματίου υπήρχε η εστία. Μερικά σπίτια διέθεταν μεσοπάτωμα που στηριζόταν σε πεσσούς καθώς και βοηθητικούς χώρος που χρησίμευαν ως εγαστήρια και αποθήκες. Στα σπίτια υπήρχαν επίσης κατασκευές που χρησίμεαυν ως κρεβάτια και καθίσματα και στα εργαστήρια ως πάγκοι εργασίας. Η στέγη των σπιτιών ήταν θολωτή ή επίπεδη. Σε κατοπινή φάση τα σπίτια υποδιαιρούνται σε μικρότερα δωμάτια, όπως σους οικισμούς της Σωρήρας, της Ερμήμη και της Λέμπας. Σε μερικές περιπτώσεις, όπως στη Σωτήρα, τα σπίτια είναι τετράπλευρα.

Αντικείμενα καθημερινής χρήσης

Ζώντας σε μόνιμες κατοικίες ο άνθρωπος επικέντρώνει το ενδιαφέρων του στη βελτίωση του επιπέδου της ζωής του. Κατεργάζεται κι επεξεργάζεται τα υπάρχοντα υλικά και κατασκευάζει αντικείμενα για την ικανοποίηση των αναγκών του.

Χρήσιμο υλικό για τους νεολιθικούς ανθρώπους ήταν ο λίθος.

Ιστορία της Κύπρου

Η ιστορία της Κύπρου είναι αρχαιότατη και ποικιλόμορφη, λόγω της στρατηγικής της θέσης - σταυροδρόμι ανάμεσα σε τρεις ηπείρους (Αφρική, Ευρώπη και Ασία). Έχει να επιδείξει πανάρχαιες καταβολές που εκτείνονται μέχρι και πριν 10 000 χρόνια. Τα πρώτα ευρήματα συνοικισμών ανάγονται στην λίθινη εποχή (Χοιροκοιτία) και μετέπειτα στην Ελληνιστική περίοδο με την κάθοδο των Μυκηναίων.

Στην ελληνιστική περίοδο άνθισαν οι τέχνες και έχουμε μαρτυρίες σε αμφορείς και πλάκες με γραφές. Άνθισε, επίσης, και η ελληνική θρησκεία προς τους 12 θεούς του Ολύμπου με ιερά σε όλο το νησί με μεγάλύτερο αυτό της Θεάς Αφροδίτης στην Πάφο (Κούκλια) πλησίον στο τόπο όπου γεννήθηκε (Πέτρα του Ρωμειού). Σ' αυτή την εποχή ο φιλόσοφος Ζήνων ο Κιτιεύς, Κύπριος φυσικά, ίδρυσε την περίφημη σχολή των Στωικών στην Αθήνα.

Ακολουθεί η ρωμαϊκή περίοδος η οποία διήρκεσε από το 58 π.Χ.-330 μ.Χ. Οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας επισκέφθηκαν την Πάφο όπου κατόρθωσαν να εκχριστιανίσουν το Ρωμαίο Ανθύπατο, Σέργιο Παύλο και έτσι η Κύπρος έγινε το πρώτο νησί που απόκτησε Χριστιανό ηγέτη.

Στη συνέχεια είναι η βυζαντινή περίοδος. Με το διαχωρισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Κύπρος έγινε επαρχία του ανατολικού μέρους δηλαδή του Βυζαντίου, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Ακολουθούν η Φραγκοκρατία, η Τουρκοκρατία και η Αγγλοκρατία με τον απελευθερωτικό αγώνα του 1955-1959 και την κήρυξη της ανεξαρτησίας το 1960, με την ανταρσία των τουρκοκυπρίων το 1963 και το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974.

Χρονολογικός Πίνακας Κυπριακής Ιστορίας

Νεολιθική εποχή (7000 - 3900 π.Χ.)
7000-5310 π.Χ.

Νεολιθική ΙΑ περίοδος: Ακεραμεική περίοδος. Συνοικισμοί Χοιροκοιτίας (κατώτερα στρώματα), Τέντας (Καλαβασού), Πέτρας του Λιμνίτη, Τρουλλιού (κατώτερα στρώματα), Κάστρους (Απόστολος Ανδρέας), Φρενάρους,
5310-4500 π.Χ.

Νεολιθική ΙΒ περίοδος: Πρωτοκεραμεική περίοδος. Συνοικισμοί Αγριδίου (Δάλι), Τρουλλιού (ανώτερα στρώματα), Βρύσης (Αγίου Επικτήτου) και Δράκου (Φιλίας,
4500-3900 π.Χ.

Νεολιθική ΙΙ περίοδος: Κεραμική περίοδος. Συνοικισμοί Σωτήρας, Καλαβασού Α', Χοιροκοιτίας και Δράκου Β'(Φιλιάς, ανώτερα στρώματα). Χαρακτηριστική κεραμική με "κτενιστή" διακόσμηση. Ιδιομορφίες που παρατηρούνται στους συνοικισμούς Καλαβασού και Σωτήρας οδηγούν στην υπόθεση για πιθανή άφιξη κι εγκατάσταση αποίκων και συροπαλαιστινιακή ή / και μικρασιατική ακτή.
Χαλκολιθική εποχή (3900 - 2500 π.Χ.)
3900-2900 π.Χ.

Χαλκολιθική Ι περίοδος: Συνοικισμοί Παμπούλας (Ερήμης), Καλαβασού Β' και νεκροταφείο Βαθυρκάκα (Σουσκιού Πάφου). Ανακάλυψη του χαλκού, άλλ' όχι πλατιά εκμετάλλευσή του.
2900-2500 π.Χ.

Χαλκολιθική ΙΙ περίοδος: Συνοικισμοί Λάκκων (Λέμπας), Μοσφυλιών και Μηλουδκιών (Κισσόνεργας), Φιλιάς Β', Αγίου Γεωργίου (Αμπελικού), Κυράς, Διορίου και Χρπυσηλιού.
Πρώιμη εποχή του χαλκού (2500 - 1900 π.Χ.)
2500-2075 π.Χ.

Πρώιμη εποχή του Χαλκού Ι: Έναρξη εντατικής εκμετάλλευσης του χαλκού. Συνοικισμοί Φιλιάς, Βασίλειας, Μόρφου, Χρυσηλιού, Αγίας Παρασκευής (Λευκωσίας), Σωτήρας, Κυράς.
2075-2000 π.Χ.

Πρώιμη εποχή του Χαλκού ΙΙ: Συνέχιση εκμετάλλευσης του χαλκού. Συνοικισμός Βουνών Α'
2000-1900 π.Χ.

Πρώιμη εποχή του Χαλκού ΙΙΙ: Έναρξη εμπορίας του χαλκού. Πρώτες επαφές με τις χώρες της Εγγύς Ανατολής και με το Αιγαίο. Συνοικισμοί Βουνών Β', Λαπήθου Καλαβασού, Επισκοπής, Λεμεσού, Λάρνακας, Κοτσιάτη, Μαργί, Αγίου Σωζομένου, Δένειας και Αυδήμου.
Μέση εποχή του χαλκού (1900 - 1650 π.Χ.)
1900-1650 π.Χ.

Μέση εποχή του Χαλκού: Εσωτερικες διαταραχές ανάμεσα σε νοτιανατολικούς και βορειοδυτικούς για διαχείρηση των μεταλλείων και εύφορης γής. Κτίζονται φρούρια (Νιτοβίκλα κ.ά.). Ο συνοικισμός της Καλοψίδας βασικό εμπορικό κέντρο. Πυκνές επαφές με τις γύρω χώρες. Πιθανή εγκατάσταση αποίκων από κοντινές χώρες. Αρχίζει ν' αναπτύσσεται η Έγκωμη.
Ύστερη εποχή του χαλκού (1650 - 1050 π.Χ)
1650-1400 π.Χ.

Ύστερη εποχή του Χαλκού ΙΑ και ΙΒ: Ανάπτυξη της Έγκωμης. Εμφάνιση της Κυπρομινωικής γραφής
1400-1300 π.Χ.

Ύστερη εποχή του Χαλκού ΙΙΑ: Εγκατάσταση Αχαιών/Μυκηναίων εμπόρων στις παραλιακές κυρίως πόλεις του νησιού. Ανάπτυξη των πόλεων και έναρξη δημιουργίας των μεγάλων αστικών κέντρων. Εμφάνιση μυκηναϊκών αγγείων του ζωγραφικού ρυθμού.
1300-1230 π.Χ.

Ύστερη εποχή του Χαλκού ΙΙΒ: Ανάπτυξη στενότερων σχέσεων με τον ελλαδικό χώρο και με την Εγγύς Ανατολή.
1230-1190 π.Χ.

Ύστερη εποχή του Χαλκού ΙΙΙΑ: Αποικισμός της Κύπρου από τους Αχαιούς και έναρξη εξελληνισμού του νησιού. Ο αποικισμός κράτησε πολύ καιρό (1210 π.Χ.- 1000π.Χ.). Δημιουργία νέων πόλεων, που οργανώνονται στη συνέχεια σε ανεξάρτητες πολιτείες-βασίλεια.
1190-1150 π.Χ.

Ύστερη εποχή του Χαλκού ΙΙΙΒ: Επιδρομές των "Λαών της Θάλασσας".
1150-1050 π.Χ.

Ύστερη εποχή του Χαλκού ΙΙΙC: Κάθοδος των Δωριέων στο νησί το 1100π.Χ. Εν αντιθέσει με τον ελλαδικό χώρο, οι Δωριείς στην Κύπρο εγκαταστάθηκαν ειρηνικά και άρχισε η συμβίωση των δυο ελληνικών φύλων. Επικράτησε όμως η διάλεκτος των Αχαιών Αρκάδων και μέχρι το 330π.Χ. οι Έλληνες του νησιού μιλούσαν την αρκαδοκυπριακή (νοτιοαχαική) διάλεκτο, που προερχόταν απευθείας από την αχαϊκή/μυκηναϊκή των πρώτο-ελληνικών χρόνων. Νέα κύματα Αχαιών αποίκων εγκαθίστανται στην Κύπρο. Ο αποικισμός κράτησε πολλή καιρό (1210π.Χ.-1000π.Χ.) Καταστροφή των κυπριακών πόλεων από σεισμούς. Μερικές εγκαταλείπονται.
Κυπρογεωμετρική εποχή (1050 - 725 π.Χ.)
1050-950 π.Χ.

Κυπρογεωμετρική Ι: Ανοικοδόμηση μερικών πόλεων και ίδρυση νέων
950-725 π.Χ.

Κυπρογεωμετρική ΙΙ και ΙΙΙ: Σκοτεινή περίοδος, ιδίως ο αιώνας από το 950 μέχρι το 850 π.Χ. (Κυπρο γεωμετρική ΙΙ περίοδος). Κατά την Κυπρογεωμετρική ΙΙ περίοδο εγκαθίστανται στην Κύπρο Φοίνικες ,που κυριαρχούν κυρίως στην πόλη του Κιτίου, η οποία και γίνεται η κύρια και ισχυρότερη αποικία τους στο νησί. Ακμάζουν επίσης οι πόλεις Σαλαμίς, Πάφος, Κούριον, Σόλοι, ενώ αρχίζει ν' αναπτύσσεται και η Αμαθούς. Οι Φοίνικες εγκαταστάθηκαν στο νησί λόγω του φυσικού πλούτου και της γεωγραφικής θέσης του νησιού.
Κυπροαρχαϊκή εποχή (725 - 475 π.Χ.)
725-600 π.Χ.

Κυπροαρχαϊκή Ι: Κυριαρχία των Ασσυρίων επί της Κύπρου (περίπου από το 709 μέχρι το 669 π.Χ.). Τα κυπριακά βασίλεια βρίσκονται υπό καθεστώς υποτέλειας και πληρώνουν φόρους. Επιγραφή στη στήλη του Ασσύριου βασιλιά Σαργών Β'Σαργώνος Β' που βρέθηκε στο Κίτιον αναφέρει ότι 7 Κύπριοι βασιλιάδες τον προσκύνησαν περί το 709 π.Χ. Στο "πρίσμα" του Βασιλιά Εσσαρχαδώνος (673/2 π.Χ.) αναγράφονται 10 κυπριακές πόλεις που πλήρώναν φόρο: Ιδόλιον, Χύτροι, Πάφος, Κούριον, Ταμασσός, Κίτιον, Σαλαμίς, Σόλοι, Λήδρα και Αμαθούς. Μετά την ασσυριακή κυριαρχία, η Κύπρος παρέμεινε για λίγο ανεξάρτητη.
600-475 π.Χ.

Κυπροαρχαϊκή ΙΙ: Η σύντομη περίοδος ανεξαρτησίας της Κύπρου συνεχίζεται μέχρι το 565 π.Χ., συμπληρώνοντας ένα περίπου αιώνα. Στη συνέχεια το νησί έγινε υποτελές στους Αιγυπτίους. Τα κυπριακά βασίλεια διατήρησαν την αυτονομία τους αλλά πλήρωναν φόρους. Η αιγυπτιακή κυριαρχία διάρκεσε μέχρι το 546 π.Χ., οπότε αντικαταστάθηκε από την περσική κυριαρχία. Το σύντομο όμως διάστημα της αιγυπτιακής κυριαρχίας άφησε τα ίχνη του στο νησί με σαφείς επιδράσεις κυρίως στις τέχνες. Η κυριαρχία των Περσών θα είναι μακρόχρονη (μέχρι το 332 π.Χ.). Το 499 π.Χ. επανάσταση των Κυπρίων κατά των Περσών υπό τον Ονήσιλο της Σαλαμίνας, σε συνεργασία με τους επί σης επαναστατημένους Ίωνες, αποτυγχάνει. Μερικές κυπριακές πόλεις (Σόλοι, Πάφος) πολιορκούνται για μήνες πριν υποκύψουν και πάλι στους Πέρσες και τιμωρηθούν. 50 χρόνια αργότερα (499 π.Χ.) εκστρατεία των Αθηναίων υπό το στρατηγό Κίμωνα για απελευθέρωση της Κύπρου αποτυγχάνει. Οι Κύπριοι φιλοπέρσες, όπως ο βασιλιάς της Σαλαμίνας Γόργος, μετέχουν στην περσική εκστρατεία κατά της Ελλάδας το 480 π.Χ., που καταλήγει άδοξα με πανωλεθρία τους στη ναυμαχία της Σαλαμίνας.
Κυπροκλασσική εποχή (475 - 325 π.Χ.)
475-325 π.Χ.

Κυπροκλασική Ι και ΙΙ: Κυρίαρχη μορφή ο βασιλιάς της Σαλαμίνας Ευαγόρας Α' (411-374 π.Χ.), που ηγείται πολύχρονων πολέμων κατά των Περσών, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα και σημαντική διεθνή πολιτική. Στενότατες σχέσεις του με την Αθήνα, από την οποία δέχεται επανειλημμένες ανώτατες τιμές για προσφορά σπουδαίων υπηρεσιών. Η κυπριακή πόλη Σαλαμίς καθίσταται το προπύργιο του Ελληνισμού στην Ανατολή. Η Ανταλκίδειος ειρήνη (386 π.Χ.) μεταξύ Αθηναίων και Περσών, αποδέχεται αθηναϊκή εγκατάλειψη της Κύπρου υπό περσική κυριαρχία και πλήττει καίρια τις απελευθερωτικές προσπάθειες του Ευαγόρα. Η περσική κυριαρχία συνεχίζεται, μέχρι τα χρόνια της θυελλώδους προελάσεως του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά των Περσών. Το 332 π.Χ. οι Κύπριοι βασιλιάδες προσχωρούν με το μέρος του Αλεξάνδρου και η περσική κυριαρχία τερματίζεται. Κυπριακές δυνάμεις ενισχύουν τον Αλέξανδρο, ιδίως στην πολιορκία και κατάληψη της Τύρου, αρκετοί δε Κύπριοι ακολουθούν το Μακεδόνα στρατηλάτη στα βάθη της Ασίας.
Ελληνιστική περίοδος (325 - 50 π.Χ.)
325-150 π.Χ.

Ελληνιστική Ι: Οι Φοίνικες που ζούσαν στο Κίτιο από το 850π.Χ., προστατεύονταν από τους Πέρσες κατά τη διάρκεια των αρχαϊκών και κλασσικών χρόνων. Όταν όμως το νησί περασε στα χέρια των Μακεδόνων Πτολεμαίων, προτίμησαν να φύγουν και να εγκατασταθούν στη μητρόπολη τους, τη Φοινίκη. Έτσι από τον 3ο αιώνα π.Χ. το νησί εξελληνίζεται πλήρως. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) η Κύπρος γίνεται το μήλο της έριδος μεταξύ επιγόνων, κυρίως του Πτολεμαίου και του Αντιγόνου. Στρατιωτικές επιχειρήσεις και των δυο για κατάληψη της Κύπρου. Κατάληψή της, για λίγο, από το Δημήτριο τον Πολιορκητή (γιο του Αντιγόνου), τελική όμως επικράτηση του Πτολεμαίου Α' του Λάγου. Κατάργηση των κυπριακών βασιλείων (312 π.Χ.) και έναρξη της Κύπρου, ως ενιαίου χώρου, στο πτολεμαϊκό βασίλειο με έδρα την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η Κύπρος διοικείται από στρατηγό / κυβερνήτη, Δημιουργία του Κοινού των κυπριακών πόλεων. Ανάπτυξη των τεχνών και οικοδόμηση λαμπρών δημοσίων κτιρίων (γυμνάσια, θέατρα κλπ. ).
150-50 π.Χ.

Ελληνιστική ΙΙ: Συνέχιση της πτολεμαϊκής κυριαρχίας. Η Πάφος ακμάζει ιδιαίτερα, ως πρωτεύουσα της Κύπρου. Κατάληψη της Κύπρου από τους Ρωμαίους (58 π.Χ.).
Ρωμαϊκή περίοδος (50 π.Χ. - 330 μ.Χ.)

50 π.Χ.-330 μ.Χ.

Προσφορά της Κύπρου από τον Ιούλιο Καίσαρα και κατόπιν από το Μάρκο Αντώνιο στην Κλεοπάτρα την Ωραία της Αιγύπτου. Μετά την ήττα του δεύτερου στο Άκτιον (31 π.Χ.), η Κύπρος γίνεται οριστικά ρωμαϊκή επαρχία. Η Πάφος εξακολουθεί να είναι πρωτεύουσα της Κύπρου. Διάδοση του Χριστιανισμού στην Κύπρο με τις περιοδείες των αποστόλων Παύλου, Βαρνάβα και Μάρκου (45 μ.Χ.) και Βαρνάβα και Μάρκου (49 μ.Χ.). Ίδρυση των πρώτων επισκοπών. Μαρτυρικός θάνατος του Bαρνάβα στη Σαλαμίνα. Σεισμός το 79 μ.Χ. Μεγάλη εξέγερση των Εβραίων το 116 μ.Χ. με χιλιάδες νεκρούς (γίνεται λόγος για 240.000) και τεράστιες καταστροφές στη Σαλαμίνα η οποία ανοικοδομείται με ενίσχυση του αυτοκράτορα Αδριανού. Εξακολουθεί να υφίσταται ο θεσμός του "Κοινού Κυπρίων". Η Κυπριακή Εκκλησία εκπροσωπείται με επισκόπους της στη σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ.). Η αχανής Ρωμαϊκή αυτοκρατορία διαχωρίζεται σε Ανατολική (Βυζαντινή) και Δυτική. Η Κύπρος υπάγεται στην Ανατολική.
Βυζαντινή εποχή (330 - 1191 μ.Χ.)
330-647 μ.Χ.

Πρωτοβυζαντινοί χρόνοι (Α' περίοδος): Ένταξη της Κύπρου στο Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος (330 μ.Χ.) υπό το Μέγα Κωνσταντίνο. Καταστρεπτικοί σεισμοί (332/3). Κίνημα του Καλόκαιρου και ήττα του από το Δαλμάτιο. Νέοι καταστροφικοί σεισμοί (342). Μεγάλη ανομβρία. Καταστροφή της Σαλαμίνας και ανοικοδόμησή της με την ονομασία Κωνσταντία. Επισκέψεις της αγίας Ελένης στην Κύπρο. Συμμετοχή της Κυπριακής Εκκλησίας στην πρώτη οικουμενική σύνοδο (325). Άγιος Σπυρίδων. Συμμετοχή της Κυπριακής Εκκλησίας στις συνόδους της Σαρδικής (343) και Κωνσταντινούπολης (381). Μέγας Επιφάνιος (τέλη 4ου αι.). Συμμετοχή της Κυπριακής Εκκλησίας στην τρίτη οικουμενική σύνοδο της Εφέσου (431) και αναγνώριση του αυτοκεφάλου της. Επικύρωση του αυτοκεφάλου από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα (488). Οικοδόμηση πολλών παλαιοχριστιανικών βασιλικών στο νησί. Σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη.
647-965 μ.Χ.

Πρωτοβυζαντινοί χρόνοι (Β' περίοδος): Περίοδος καταστροφικών αραβικών επιδρομών. Επιδρομή Μωαβία (647) και Αβού λ Άβάρ (653/4). Καταστροφή της Κωνσταντίας και άλλων πόλεων. Νέες καταστροφικές επιδρομές των Αράβων (743 Ουαλίντ Β',747,773,790 και 806 Αρούν αλ Ρασίντ 911/12 ο εξωμότης Δαμιανός). Από νωρίς πόλεις σημαντικές, όπως η Κωνσταντία και το Κούριον, αλλά και πολλοί άλλοι παράλιοι οικισμοί εγκαταλείπονται. Η Κύπρος υπό καθεστώς "ουδέτερης συγκυριαρχίας" Βυζαντινών και Αράβων. Οικοδόμηση των αρχικών φρουρίων στον Πενταδάκτυλο. Μετοικισία του κυπριακού πληθυσμού με απόφαση του Ιουστινιανού Β'στην Αρτάκη (Προποντίδα). Εκεί ιδρύθηκε η Νέα Ιουστινιανούπολη (692-698).Η Κύπρο έγινε οχυρό κατά των Εικονομάχων.Κατέφυγαν στη νήσο πολλοί μοναχοί από αραβοκρατούμενες περιοχές ή απο βυζαντινές περιοχές που ήταν στον έλεγχο τον εικονομάχων. Οικοδόμηση πολλών εκκλησιών."Η χερσόνησος των Αγίων". Εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά κατά των Αράβων και οριστική απαλλαγή της Κύπρου από τους Άραβες, υπό του βυζαντινού στρατηγού Νικήτα Χαλκούτζη (965).
965-1191 μ.Χ.

Μεσοβυζαντινοί χρόνοι: Επανένταξη της Κύπρου στη βυζαντινή αυτοκρατορία (965). Η Λευκωσία πρωτεύουσα του νησιού. Αποσχιστικό κίνημα του Θεόφιλου Ερωτικού (1042). Αποσχιστικό κίνημα Ραψομάτη (1092). Ο δούκας Μανουήλ Βουτουμίτης στην Κύπρο. Ίδρυση μονής Κύκκου. Επιδρομή βενετικού στόλου στην Κύπρο (1122). Εκχώρηση εμπορικών προνομίων στην Κύπρο προς τους Βενετούς (1148) και διείσδυση των Δυτικών. Καταστροφικές επιδρομές του Ρεϋνάλδου Σιατιγιόν (1156), των Αιγυπτίων (1158) και του Ραϋμόνδου Τριπόλεως (1161) κατά της Κύπρου. Ίδρυση μονών Μαχαιρά, Αγίου Νεοφύτου, Χρυσορροϊάτισσας. Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος. Αποσχιστικό κίνημα Ισαακίου Κομνηνού (1185). Εισβολή του Ριχάρδου Λεοντόκαρδου (1191) και κατάληψη / λεηλασία της Κύπρου. Πώληση του νησιού στους Ναΐτες ιππότες (1191). Τέλος της βυζαντινής κυριαρχίας.

Μεσαιωνική εποχή, Φραγκοκρατία (1192 - 1489 μ.Χ.)

Το Βασίλειο της Κύπρου ήταν ένα Σταυροφορικό Βασίλειο κατά την περίοδο του Μεσαίωνα. Ιδρύθηκε το 1197, έξη χρόνια μετά από την κατάληψή της Κύπρου από τον Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο το 1191, κατά την Γ' Σταυροφορία. Καταλύθηκε όταν το 1489 η Βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο παραχώρησε, ως κληρονομιά, το νησί στη Βενετία.

Κατά την Γ' Σταυροφορία ο στόλος του Ριχάρδου μετά από μία καταιγίδα προσορμίστηκε στην Κύπρο. Είχαν χάσει μερικά καράβια από την καταιγίδα, και σε ένα από αυτά βρίσκονταν η Ιωάννα, η Βερεγγάρια (μέλλουσα σύζυγος του Ριχάρδου) και ένα μεγάλο τμήμα των χρημάτων που είχαν συγκεντρωθεί για τη σταυροφορία. Λίγες ημέρες αργότερα ανακάλυψαν ότι οι επιβάτες είχαν αιχμαλωτιστεί από τον ηγεμόνα της Κύπρου, τον Ισαάκιο Κομνηνό, τον άνθρωπο που απόσχισε την Κύπρο από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο Ριχάρδος κυρίεψε την Κύπρο, απελευθέρωσε τους δικούς του, αιχμαλώτισε τον Ισαάκιο Κομνηνό και πούλησε αμέσως το νησί στους Ναΐτες Ιππότες. Ένα χρόνο αργότερα οι Ναΐτες Ιππότες επέστρεψαν το νησί στον Ριχάρδο, μετά από εξέγερση των κατοίκων κατά της σκληρής διακυβέρνησης και της βαριάς φορολογίας που είχαν επιβάλει, την οποία κατάπνιξαν στο αίμα το Πάσχα του 1192. Ο Ριχάρδος το πούλησε στον έκπτωτο Γάλλο βασιλιά της Ιερουσαλήμ Γκι ντε Λουζινιάν, σαν αντάλλαγμα για την παραίτησή του από τα δικαιώματά του στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Το 1197, όταν στην εξουσία ήταν ο αδελφός του Γκι, ο Αμορί ή Αμάλριχος, η Κύπρος αναγνωρίστηκε ως Βασίλειο. Το Βασίλειο της Κύπρου αποδείχθηκε το μακροβιότερο από τις κατακτήσεις των Σταυροφόρων, μέχρι το 1489 και κρατήθηκε ως Βενετική κτήση μέχρι το 1571, όταν έπεσε στα χέρια των Τούρκων.

Κατάλογος των βασιλέων της Κύπρου

    Γκυ των Λουζινιάν, κύριος της Κύπρου 1192-1194
    Αμορί ή Αμάλριχος, κύριος της Κύπρου 1194-1197, βασιλιάς 1197-1205
    Ούγος Α', 1205-1218
    Ερρίκος Α', 1218-1253
    Ούγος Β', 1253-1267
    Ούγος Γ', 1267-1284)
    Ιωάννης Α', 1284-1285
    Ερρίκος Β', 1285-1306
    Αμορί της Τύρου ή Αμάλριχος, αντιβασιλιάς 1306-1310
    Ερρίκος Β', 1310-1324 (ξανά)
    Ούγος Δ', 1324-1359
    Πέτρος Α', 1359-1369
    Πέτρος Β', 1369-1382
    Ιάκωβος Α', 1382-1398
    Ιανός , 1398-1432
    Ιωάννης Β', 1432-1458
    Καρλότα , 1458-1464
    Ιάκωβος Β' ο Νόθος 1464-1473
    Ιάκωβος Γ', 1473-1474
    Αικατερίνη Κορνάρο 1474-1489
Βενετοκρατία (1489 - 1571 μ.Χ.)

Η Κύπρος επίσημα υπό βενετική κυριαρχία (1489). Κατάργηση του μεσαιωνικού κυπριακού βασιλείου. Ανέγερση νέων οχυρώσεων στη Λευκωσία, ενίσχυση των οχυρώσεων στην Αμμόχωστο και εγκατάλειψη αρκετών φρουρίων που καταστρέφονται. Η Κύπρος διοικείται από Βενετούς αξιωματούχους. Τουρκική εισβολή (1570) και αδυναμία της Βενετίας και των λοιπών Δυτικών να προσφέρουν επαρκή βοήθεια. Άλωση της πρωτεύουσας Λευκωσίας από τους Τούρκους (9.9.1570) και πολιορκία της Αμμοχώστου που αναγκάζεται να παραδοθεί μετά από 11 μήνες (5.8.1571).
Οθωμανική αυτοκρατορία, Τουρκοκρατία (1571 - 1878 μ.Χ.)

Εδραίωση της τουρκικής κυριαρχίας. Η Κύπρος τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Εγκατάσταση Τούρκων στο νησί. Εκδίωξη Λατίνων και Λατινικής Εκκλησίας και παλινόρθωση της Ορθόδοξης Κυπριακής Εκκλησίας. Προσπάθειες υποκινούμενες από τους Βενετούς και άλλους δυτικούς για εξεγέρσεις και εκδίωξη των Τούρκων αποτυγχάνουν. Επιδημίες πανώλης με μεγαλύτερη εκείνη του 1691 που εξολοθρεύει το ένα τρίτο του πληθυσμού. Η άγρια φορολογία, η κακοδιοίκηση και άλλες καταστάσεις οδηγούν σταδιακά ολόκληρη την Κύπρο σε πλήρη παρακμή. Επιδρομές ακρίδων και άλλες συμφορές, κατά καιρούς. Παρατηρείται το φαινόμενο του εξισλαμισμού πολλών Χριστιανών, που αρχικά παραμένουν Κρυπτοχριστιανοί (Λινοβάμβακοι). Διάφορες εξεγέρσεις κατά καιρούς, κυρίως κοινωνικού χαρακτήρα. Μέγας δραγουμάνος Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός (1810- 1821).Ίδρυση της Ελληνικής Σχολής στη Λευκωσία (1812). Εκτέλεση αρχιεπισκόπου Κυπριανού και πολλών άλλων Ελλήνων (Ιούλης, 1821). Συμμετοχή πολλών Ελλήνων Κυπρίων στην ελληνική επανάσταση. Επαναστατικά κινήματα στην Κύπρο των Ν. Θησέως, Ιωαννικίου και Γκιαούρ Ιμάμη (1833) που καταπνίγονται. Γαλλικές, γερμανικές, αγγλικές και αιγυπτιακές βλέψεις επί της Κύπρου. Γέννηση του ενωτικού κινήματος στην Κύπρο αμέσως μετά την απελευθέρωση τμήματος της Ελλάδα, επί ημερών Ιωάννη Καποδίστρια. Μεταρρυθμίσεις Χαττισερίφ (1839) και Χάττιχουμαγιούν (1856). Ο σουλτάνος παραχωρεί την Κύπρο στην Αγγλία (1878).
Αγγλοκρατία (1878 - 1960 μ.Χ.)

Το Ηνωμένο Βασίλειο καταλαμβάνει αναίμακτα την Κύπρο (1878). Αναζωπύρωση του εθνικού αιτήματος των Ελλήνων Κυπρίων για ένωση με την Ελλάδα. Δημιουργία σταδιακά συνθηκών ανάπτυξης του νησιού και έναρξη εκτέλεσης έργων υποδομής. Προσάρτηση της Κύπρου από την Αγγλία (1914). Προσφορά της Κύπρου στην Ελλάδα, αμέσως μετά, απορρίπτεται. Μεθόδευση του ενωτικού αγώνα. Η Κύπρος ανακηρύσσεται αποικία του Στέμματος (1925). Εξέγερση των Ελλήνων Κυπρίων (Οκτώβρης του 1931). Εξορία επισκόπων και άλλων ηγετών κι επιβολή σκληρών δικτατορικών μέτρων. Συμμετοχή Κυπρίων εθελοντών στο Β' Παγκόσμιο πόλεμο. Ανασυγκρότηση της Κυπριακής Εκκλησίας (1948) και επαναφορά του ενωτικού αιτήματος. Ενωτικό δημοψήφισμα (15.1.1950). Εκλογή ως αρχιεπισκόπου του Μακαρίου Γ' (1950). Πρώτη (ελληνική) προσφυγή στον ΟΗΕ για αυτοδιάθεση της Κύπρου (1954) και δεύτερη (1955). Έναρξη ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα (1.4.1955) υπό τον συνταγματάρχη Γεώργιο Γρίβα, αρχηγό της Ε.Ο.Κ.Α. Κήρυξη κατάστασης εκτάκτου ανάγκης από τον κυβερνήτη Χάρτιγκ (27.12.1955). Συνομιλίες Μακαρίου-Χάρτιγκ χωρίς αποτέλεσμα, και εξορία του πρώτου από το δεύτερο (9.3.1956). Αποτυχία προσπαθειών του λόρδου Ράντκλιφ για επιβολή νέου συντάγματος (1956). Τρίτη (ελληνική) προσφυγή στον Ο.Η.Ε (1957). Απελευθέρωση του Μακαρίου από την εξορία του στις Σεϊχέλλες, αλλά απαγόρευση επιστροφής του στην Κύπρο (29.3.1957). Τέταρτη (ελληνική) προσφυγή στον Ο.Η.Ε (1957). Επιθέσεις σε μεγάλη κλίμακα των Τουρκοκυπρίων κατά των Ελλήνων του νησιού, με αγγλική υποκίνηση (Ιούνης, 1958). Πέμπτη (ελληνική) προσφυγή στον Ο.Η.Ε (Σεπτέμβρης, 1958). Απειλές των Βρετανών για προώθηση διχοτομικού σχεδίου Μακμίλαν. Ελληνοτουρκικές συνομιλίες καταλήγουν σε συμφωνία στη Ζυρίχη, που προσυπογράφεται λίγες μέρες αργότερα στο Λονδίνο (Φεβρ., 1959), για δημιουργία της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας. Λήξη του ένοπλου αγώνα. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος επιστρέφει στην Κύπρο (1.3.1959). Μεταβατική περίοδος. Ο Γρίβας αναχωρεί για την Ελλάδα (17.3.1959). Ο Μακάριος εκλέγεται πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας (13.12.1959). Επίσημη εγκαθίδρυση της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας (16.8.1960).
Αγώνας της απελευθέρωσης.(1954-1959)

Τον Ιούνιο του 1950, ο Μακάριος ο δεύτερος πέθανε και ο Μακάριος ο τρίτος εξελέγη αρχιεπίσκοπος χωρίς συνυποψήφιο. Μετά από δημοψήφισμα το οποίο πραγματοποιήθηκε το 94% των Κυπρίων ψήφισαν υπέρ της "μεγάλης ιδέας" δηλαδή την Ενοποίηση της Κύπρου με τη μητέρα Ελλάδα. Ήταν το 1952 όταν ξεκίνησαν οι προετοιμασίες για τον αγώνα κατά των Άγγλων. Εκείνη την εποχή μόνο δυο άτομα εμπλέκονταν ο Μακάριος Γρίβας και ο Ανδρέας Αζίνας. Ιδρύσαν την Ε.Ο.Κ.Α (Ελληνική Ένωση Κυπρίων αγωνιστών). Ο κύριος σκοπός της ήταν η «ένωση» . Στη συνέχεια άρχισε να οργανώνετε ο αγώνας. Κατά την περίοδο 1952-1955 η Ε.Ο.Κ.Α άρχισε να ψάχνει για πιθανές περιοχές όπου θα μπορούσε να κρύψει και να εκπαιδεύσει τα μέλη της, ενώ επίσης προσπαθούσε να εισάγει όπλα. Ο Γρίβας ήταν ο στρατιωτικός ηγέτης και οδήγησε τον αγώνα από την Αθήνα και από την Κύπρο, ενώ ο Μακάριος ήταν ο πολίτικος ηγέτης. Στη συνέχεια η Κύπρος απετάθη στα Ηνωμένα Έθνη ζητώντας τη βοήθειά τους, προκειμένου να απαλλαγή από τους Βρετανούς κατακτητές. Δυστυχώς, δεν κατάφερε να ακουστεί. Μετά από αυτό, η Ε.Ο.Κ.Α άρχισε να επιστρατεύει άτομα σαν τον Μάτση, τον Αυξεντίου, τον Kάριο, τον Ευαγόρου και άλλους που σε μεταγενέστερο στάδιο, έγιναν οι πρώτοι αρχηγοί της Ε.Ο.Κ.Α. Μετά από πολλούς ηρωικούς θανάτους και μάχες υπογράφηκαν η συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδινου στις οποίες περιλαμβανόταν η "Συνθήκη Εγγυήσεων" μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας, Βρετανίας και Κύπρου με την οποία, σε περίπτωση διασάλευσης της συνταγματικής τάξης, μια από τις τρεις πρώτες «εγγυήτριες δυνάμεις» θα μπορούσε να προβεί σε μονομερή δράση, αφού προηγουμένως είχαν εξαντληθεί τα περιθώρια διαπραγματεύσεων με τις άλλες δυο.
Κυπριακή Δημοκρατία, ανεξαρτησία (1960 κ.ε.)

Η Κύπρος είναι ισότιμο μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2004). Επίσης ανήκε και στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Προβλήματα στην πρακτική εφαρμογή των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, έκανε τον πρόεδρο Μακάριο να υποβάλει προτάσεις για τροποποίηση του Συντάγματος (Νοεμβρ., 1963). Ανταρσία Τουρκοκυπρίων (Δεκ.,1963 κ.ε.), η κλιμάκωση των διακοινοτικών ταραχών, οδήγησαν στη Διάσκεψη του Λονδίνου και ψήφισμα Συμβουλίου Ασφαλείας (4.3.1964). Αεροπορικές επιθέσεις της Τουρκίας κατά της Κύπρου (Αύγ., 1964) και η άφιξη του στρατηγού Γρίβα στην Κύπρο και η μυστική αποστολή ελληνικού στρατού. Αυτοεγκλωβισμός των Τουρκοκυπρίων σε θυλάκους. Νέες διακοινοτικές συγκρούσεις το 1965 και το 1967. Επιβολή δικτατορίας στην Ελλάδα (21.4.1967). Ανάκληση της ελληνικής μεραρχίας και του Γρίβα μετά την κρίση της Κοφίνου (Νοέμβρ., 1967). Έναρξη διακοινοτικών διαπραγματεύσεων το 1968. Σταδιακή όξυνση των σχέσεων του προέδρου Μακαρίου με την ελληνική χούντα. Πραξικόπημα κατά του προέδρου Μακαρίου (15.7.1974) που ακολουθείται από την τουρκική στρατιωτική εισβολή (20.7.1974). Στην Ελλάδα αποκαθίσταται η δημοκρατία. Η Κύπρος στην πράξη διχοτομείται, αλλά το Κυπριακό πρόβλημα παραμένει άλυτο. Ο πρόεδρος Μακάριος αναλαμβάνει ξανά τα καθήκοντά του στις 7.12.1974, αλλά πεθαίνει στις 3.8.1977. Νέος πρόεδρος της Κύπρου ο Σπύρος Κυπριανού. Το 1988, νέος πρόεδρος ο Γιώργος Βασιλείου. Το 1994 πρόεδρος ο Γλαύκος Κληρίδης. Το 2003 πρόεδρος ο Τάσσος Παπαδόπουλος. Το 2008 πρόεδρος ο Δημήτρης Χριστόφιας. Το 2004 προτείνεται από τον Ο.Η.Ε. ένα σχέδιο επανένωσης του νησιού στη βάση δύο ομοσπονδιών (Ελληνοκυπριακής και Τουρκοκυπριακής) υπό την ονομασία "σχέδιο Αναν" και τίθεται σε δημοψήφισμα και στις δύο κοινότητες. Η Τουρκοκυπριακή πλευρά ψηφίζει θετικά, αλλά η Ελληνοκυπριακή το απορρίπτει και έτσι δεν προχώρησε. Το Κυπριακό πρόβλημα εξακολουθεί μέχρι σήμερα (2012) να είναι άλυτο.
Αρχαία χρόνια
Οι πρώτοι κάτοικοι

Σύμφωνα με τη χρονολόγηση των διαφόρων ευρημάτων της αρχαιολογικής σκαπάνης, ο πολιτισμός της Κύπρου εκτείνεται προς τα πίσω σ' ένα βάθος 90 περίπου αιώνων, δηλαδή μέχρι 7.000 χρόνια προ Χριστού. Συνεπώς φτάνει μέχρι τη Νεολιθική εποχή.

Σήμερα, χάρη στην αρχαιολογική έρευνα, γνωρίζουμε πολλά για τους προϊστορικούς κατοίκους του νησιού, τους νεολιθικούς Κυπρίους. Παραμένει όμως το ερώτημα ως προς το ποιοι ήταν αυτοί οι πρώτοι Κύπριοι - αν ήταν πράγματι οι πρώτοι - και πώς βρέθηκαν στο νησί. Σήμερα, η παλαιά θεωρία ότι κάποτε η Κύπρος ήταν ενωμένη με την απέναντι της ξηρά της Μικράς Ασίας έχει εγκαταλειφτεί και αντικατασταθεί με την επιστημονική βεβαιότητα ότι το νησί "αναδύθηκε" από τη θάλασσα εξαιτίας της μετακινήσεως της αφρικανικής προς την ασιατική πλάκα και "συμπιέσεως" στην περιοχή, πράγμα που σήμαινε ανύψωση. Ωστόσο, έστω κι αν ποτέ δεν ήταν ενωμένη η Κύπρος με τη Μικρά Ασία, υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα να έφτασαν από την στεριά εκείνη που δεν είναι μακριά, με πρωτόγονες σχεδίες, οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού. Μπορούμε να φανταστούμε τους προϊστορικούς εκείνους ανθρώπους ν' ατενίζουν, τις μέρες που το επέτρεπε ο καιρός, απέναντί τους, ν' αναπαύεται ειρηνικά στην επιφάνεια της ήρεμης θάλασσας, το πράσινο αυτό νησί. Μπορούμε να τους φανταστούμε να διερωτώνται, γεμάτοι περιέργεια, για το νησί αυτό και μπορούμε να φανταστούμε ακόμη ότι η περιέργειά τους πιθανό να κράτησε αρκετές γενιές πριν κατανικηθεί ο φόβος κι επιχειρηθεί το τολμηρό ταξίδι.

Στις απέναντι της Κύπρου ακτές - Μικρά Ασία, Συρία, Παλαιστίνη - έχει αποδειχτεί ότι αναπτύχθηκαν πολιτισμοί αρχαιότεροι από το Νεολιθικό πολιτισμό της Κύπρου, και αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα στην Κύπρο ίχνη παλαιότερου από το Νεολιθικό πολιτισμό, ενισχύει την θεωρία ότι κατά τη Νεολιθική περίοδο το νησί είχε αποικηθεί και πρωτοκατοικηθεί από μετανάστες που έφτασαν με τις πρωτόγονες σχεδίες τους. Ωστόσο η θεωρία αυτή δεν μπορεί να υποστηριχτεί με απόλυτη βεβαιότητα. Το γεγονός ότι δεν έχουν ακόμη βρεθεί στην Κύπρο ίχνη παλαιότερου πολιτισμού από το Νεολιθικό, δηλαδή ίχνη Μεσολιθικών ή και Παλαιολιθικών εποχών, τούτο δε σημαίνει οπωσδήποτε ότι δεν υπάρχουν. Υπάρχει, συνεπώς, και η εξίσου πιθανή θεωρία ότι ο Νεολιθικός πολιτισμός της Κύπρου προήλθε από κάποιον παλαιότερο, τις αποδείξεις του οποίου κρατεί ακόμη στα έγκατ της η κυπριακή γη και που ίσως κάποτε θ' αποκαλυφτούν.

Από ανθρωπολογική πλευρά, οι ειδικοί μιλούν για μια ανάμεικτη μεσογειακή φυλή βραχυκέφαλων ανθρώπων, η μελέτη όμως του κρανίου δεν αποτελεί ασφαλές φυλετικό κριτήριο επειδή οι πρωτόγονοι άνθρωποι παραμόρφωναν τεχνητά το σχήμα του κρανίου τους. Γι' αυτούς, λοιπόν, που γνωρίζουμε εμείς σήμερα από τα αρχαιολογικά ευρήματα ως τους πρώτους κατοίκους του νησιού, δηλαδή για τους νεολιθικούς Κυπρίους, υπάρχουν δύο εξίσου πιθανές θεωρίες:


Ότι έφτασαν στο νησί από τις απέναντί του ηπειρωτικές ακτές. Ότι ήταν απόγονοι παλαιότερων Κυπρίων, των οποίων τα ίχνη της παρουσίας τους δεν έχουν ακόμη βρεθεί. Τίθεται, βέβαια, το ερώτημα: έστω κι αν υπήρχαν στην Κύπρο αρχαιότεροι κάτοικοι από τους νεολιθικούς, αυτοί οι αρχαιότεροι κάτοικοι από που προήλθαν; Μήπως κι αυτοί, πάλι, δεν προήλθαν από τις απέναντι ηπειρωτικές ακτές σε ακόμη παλαιότερες εποχές;

Ότι κι αν απαντήσουμε στο ζήτημα αυτό, δυστυχώς θ' αποτελεί και πάλι θεωρία που δεν μπορεί ν' αποδειχτεί - τουλάχιστον με βάση τα δεδομένα που έχουμε μέχρι τώρα στη διάθεσή μας.

Ωστόσο, από αρχαιολογικές επισκοπήσεις που έχουν γίνει κατά τα τελευταία χρόνια σε περιοχές της κεντρικής λοφώδους Κύπρου, και συγκεκριμένα στη λοφώδη περιοχή νότια της κεντρικής πεδιάδας του νησιού, έχουν επισημανθεί ενδείξεις για ύπαρξη μικρών συνοικισμών που πιθανό να ανήκουν χρονολογικά στη Μεσολιθική εποχή. Να είναι, δηλαδή, αρχαιότεροι των Νεολιθικών χρόνων. Όμως μέχρι το (1989) δεν υπάρχουν συγκεκριμένες αποδείξεις και στοιχεία ώστε να μιλούμε με απόλυτη βεβαιότητα για Μεσολιθικό πολιτισμό στο νησί.

Εντούτοις, εάν δεν έχουν ακόμη αποκαλυφτεί συγκεκριμένα τεκμήρια για ύπαρξη ανθρώπών στην Κύπρο πριν από τη Νεολιθική εποχή, ωστόσο έχουμε αποδείξεις για ύπαρξη διαφόρων άλλων μορφών ζωής από τα πάρα πολύ παλαιά χρόνια. Πράγματι, συγκεκριμένα παλαιοντολογικά απολιθώματα (οστά) διαφόρων ζώων έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές της Κύπρου και κυρίως στην οροσειρά του Πενταδακτύλου, στο Ακρωτήρι κοντά στη Λεμεσό και σε περιοχές της Πάφου. Μεταξύ των απολιθωμάτων αυτών περιλαμβάνονται οστά νυκτερίδων, διαφόρων ειδών τρωκτικών, ενός είδους αγριόγατου (υπό αμφισβήτηση όμως) και ελεφάντων και ιπποπόταμων. Ο ιπποπόταμος και ο ελέφαντας ήταν χαρακτηριστικά ζώα της Κύπρου και άλλων απομονωμένων νησιών της Μεσογείου (Σαρδηνία, Σικελία, Κορσική κλπ.) και έζησαν κατά την Πλειστόκαινη περίοδο που άρχισε πριν από 1,8 εκατομμύρια χρόνια, όταν (όπως υπολογίζεται) συμπληρώθηκε η ανύψωση πάνω από τη θάλασσα ολόκληρης της Κύπρου. Τα θηλαστικά αυτά - ελέφαντας και ιπποπόταμος - ήταν νάνοι και το μέγεθός τους ήταν περίπου μέγεθος χοίρου. Ο ιπποπόταμος της Κύπρου (επιστημονική ονομασία: Hippopotamus minutus), μήκους 1,40 μέτρων περίπου και ύψους περί τα Ο,68 εκατοστόμετρα, ήταν όπως υπολογίζεται, ζώο της ξηράς και όχι αμφίβιο όπως ο ιπποπόταμος που γνωρίζουμε σήμερα.

Από άλλες περιπτώσεις εξαφάνισης παρόμοιων ζώων από νησιά όπως η Κορσική, η Σαρδηνία, η Σικελία και ίσως και η Κρήτη, γνωρίζουμε και είναι γενικά αποδεκτό ότι αιτία εξολόθρευσής τους ήταν το κυνήγι τους από τους προϊστορικούς ανθρώπους και η αλλοίωση πάλι από τους ανθρώπους, των φυσικών βιοτόπων. Αν υποθέσουμε ότι και στην Κύπρο έγινε με παρόμοιο τρόπο η εξαφάνιση των θηλαστικών αυτών, τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι στο νησί κατοικούσαν άνθρωποι και πριν από τη Νεολιθική εποχή. Αυτό όμως αποτελεί μόνο θεωρία. Ας επανέλθουμε λοιπόν στον προϊστορικό Κύπριο των Νεολιθικών χρόνων, για τον οποίο γνωρίζουμε πολλά από τις μέχρι σήμερα ανασκαφές και από τα άφθονα ευρήματα.

Κατά το απώτερο παρελθόν του Νεολιθικού πολιτισμού της Κύπρου, δηλαδή πριν από το 5310 π.Χ., κατά την περίοδο που είναι γνωστή ως Ακεραμεική, οι κάτοικοι του νησιού ζούσαν σε κατάσπαρτους σε διάφορα κατάλληλα μέρη, μικρούς συνοικισμούς. Οι συνοικισμοί αυτοί αποτελούνταν από μικρές κυκλικές ή ακανόνιστων σχημάτων καλύβες, κτισμένες στο κάτω μέρος τους με πέτρες και, πιθανότατα με στέγη από κλαδιά και πηλό. Οι τοποθεσίες στις οποίες βρίσκονταν κτισμένοι οι μικροί αυτοί συνοικισμοί συγκέντρωναν μερικά απαραίτητα προσόντα που ήταν: η φυσική οχυρή θέση, η ύπαρξη νερού και η γειτνίαση με τα δάση ή τη θάλασσα. Η φυσική οχυρή θέση (όπως η κορφή ενός απότομου λόφου) πρόσφερε ασφάλεια που φαίνεται ότι ήταν απαραίτητη έστω και για ψυχολογικούς ακόμη λόγους. Η ύπαρξη, βέβαια, ενός ποταμού ή μιας πηγής κοντά στον κάθε τέτοιο συνοικισμό, ήταν απαραίτητη προκειμένου να εξυπηρετούνται οι ανάγκες των κατοίκων του. Τέλος, η γειτνίαση με τα δάση ή τη θάλασσα καθόριζε και τα βασικά επαγγέλματα των κατοίκων των συνοικισμών, που ήταν είτε κυνηγοί, είτε ψαράδες. Ταυτόχρονα όμως - όπως αποδεικνύεται από τα ευρήματα σε τέτοιους συνοικισμούς - οι κάτοικοί τους ασχολούνταν και με τη γεωργία καθώς και με την κτηνοτροφία.

Είχαν εξημερώσει διάφορα ζώα, όπως το πρόβατο, την αίγα και το χοίρο. Τα εργαλεία τους ήταν λίθινα, ξύλινα και οστέϊνα. Τα φορέματά τους ήταν κατασκευασμένα από δέρμα και μαλλί ζώων. Διάφορα ειδώλια, κοσμήματα από οστά ή πέτρες και διακοσμημένα αγγεία που έχουν βρεθεί, φανερώνουν όχι μόνο αισθητική καλλιέργεια των προϊστορικών Κυπρίων αλλά και ότι είχαν αισθανθεί και κάποια έννοια του θείου (θεϊκού), τελώντας πιθανότατα και κάποιες λατρείες. Είχαν, ακόμη, ταφικά έθιμα, με το νεκρό να θάβεται σε αβαθή λάκκο στο δάπεδο της καλύβας του, σε συνεσταλμένη στάση και με συνοδεία προσφορών από αγγεία και κοσμήματα.

Η Ακεραμεική περίοδος της Νεολιθικής εποχής (που λέγεται έτσι εξαιτίας της μη ύπαρξης ειδών κεραμικής και της χρησιμοποίησης πέτρινων αγγείων) αντιπροσωπεύεται από αρκετούς συνοικισμούς που έχουν ανασκαφεί ή εντοπιστεί, με σημαντικότερο το συνοικισμό της Χοιροκοιτίας, ο οποίος βρίσκεται σε μικρή σχετικά απόσταση από τη θάλασσα. Στα παράλια του νησιού, συνοικισμοί αυτής της περιόδου βρέθηκαν στην Πέτρα του Λιμνίτη, στον Απόστολο Ανδρέα (Κάστρος), στο ακρωτήρι Γκρέκο, στο Τρουλλί κ.ά. Στα ενδότερα του νησιού υπήρχαν επίσης συνοικισμοί, όπως στον Καταλιόντα. Η πεδιάδα της Μεσαορίας, που όπως φαίνεται δε θεωρούνταν αρκετά ασφαλής εξαιτίας της μορφολογίας της, δεν ήταν, πιθανότατα, κατοικημένη. Ο αρκετά μεγάλος αρχαιολογικός χώρος στον Καταλιόντα θεωρείται από πολλούς επιστήμονες ότι πιθανό ν' ανήκει σε αρχαιότερη ακόμη περίοδο από τους υπόλοιπους. Ο χώρος όμως αυτός δεν έχει ακόμη ανασκαφεί κι έτσι τελικά συμπεράσματα δεν υπάρχουν.

Οι πρώτοι αυτοί Κύπριοι (είναι τουλάχιστον, οι πρώτοι σύμφωνα με τις μέχρι τώρα αρχαιολογικές ανακαλύψεις και τις μέχρι τώρα γνώσεις μας με βάση τις ανακαλύψεις αυτές) ζούσαν σε ημιάγρια σχεδόν κατάσταση και μπορούμε να τους φανταστούμε ντυμένους με δέρματα ζώων, ή και ημίγυμνους, με ελάχιστες γνώσεις, με εντελώς πρωτόγονα εργαλεία και όπλα κατασκευασμένα από πέτρα, κόκαλο και ξύλο. Σύμφωνα όμως με τα ανασκαφικά δεδομένα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι βρίσκονταν παρ' όλα αυτά σε ένα τέτοιο επίπεδο, ώστε να είναι δυνατό να γίνεται λόγος για πολιτισμό της Νεολιθικής εποχής, σε βαθμό μάλιστα που να προκαλεί το θαυμασμό.

Πρώτα απ όλα, οι μακρινοί εκείνοι και πρωτόγονοι Κύπριοι είχαν αναπτυγμένη την ανάγκη της διαβίωσης σε συνοικισμούς, ως κοινότητες και ως μικρά σύνολα, όπου μάλιστα βρίσκονταν σε χρήση και βαθμοί κοινωνικής ιεραρχίας, αν δεχτούμε ότι η μεγαλύτερη από τις καλύβες της Χοιροκοιτίας ανήκε στον αρχηγό του συνοικισμού. Επίσης το κτίσιμο των καλυβών, με πέτρες και πηλό και κλάδους δέντρων, με πεσσούς και με πατάρι εσωτερικά και με μικρότερους βοηθητικούς και εργαστηριακούς χώρους φανερώνει ικανότητα όχι μόνο οικοδόμησης κατοικιών, αλλά και εκμετάλλευσης του υπάρχοντος χώρου με τρόπο λειτουργικό. Πέρα από αυτά, ποικίλα ευρήματα αποδεικνύουν ότι γνώριζαν διάφορες τέχνες: κατασκεύαζαν τα πέτρινα αγγεία τους με δεξιοτεχνία, αλλά και τα διακοσμούσαν κιόλας, και ακριβώς η τάση για διακόσμησή τους (όπως άλλωστε και η κατασκευή πρωτόγονων κοσμημάτων και άλλων αντικειμένων όπως αγαλματίδια από άψητο πηλό) αποδεικνύει την ύπαρξη καλλιτεχνικού ενστίκτου και φανερώνει προσπάθεια για ωραιότερη εμφάνιση και καλύτερες συνθήκες ζωής. Ακόμη, η κατασκευή ειδωλίων από πηλό ή πέτρα, στα οποία η απόδοση των ανθρώπινων χαρακτηριστικών φανερώνει καλλιτεχνική διάθεση, σημαίνει ίσως ότι υπήρχε και κάποια λατρεία κι ότι ίσως γίνονταν και κάποιες τελετουργίες.

Πέρα από τα πιο πάνω γνωρίζουμε επίσης από τα ανασκαφικά ευρήματα ότι οι Κύπριοι της Πρώιμης Νεολιθικής περιόδου γνώριζαν κάποιες τεχνικές καλλιέργειας και ασχολούνταν με τη γεωργία. Ακόμη, είχαν εξημερώσει διάφορα ζώα και ασχολούνταν και με την κτηνοτροφία. Μπορούσαν επίσης να ράβουν τις ενδυμασίες τους, με οστέινες βελόνες, γνώριζαν το μαλλί και το χρησιμοποιούσαν, είχαν δε και διάφορα έθιμα. Γνωρίζουμε για παράδειγμα, τα ταφικά τους έθιμα (ταφή νεκρών σε αβαθείς λάκκους μέσα στις καλύβες της Χοιροκοιτίας, σε συνεσταλμένη στάση, καθώς και προσφορές από λίθινα αγγεία και κοσμήματα στους νεκρούς, κλπ.) .

Παρά το ότι οι πρωτόγονοι εκείνοι άνθρωποι ασχολούνταν και με τη γεωργία (βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές μεταξύ άλλων και απανθρακωμένα δημητριακά, φακές, κουκιά, πέτρινοι χερόμυλοι, κουκούτσια ελιών, μπιζέλια κλπ.) σε αρκετά πλατιά για την εποχή έκταση, ωστόσο δε φαίνεται να προτιμούσαν καθόλου τη ζωή στην μεγάλη πεδιάδα του νησιού.

Η μεγάλη πεδιάδα της Μεσαορίας, που εκτείνεται μεταξύ των δύο οροσειρών του νησιού θα πρέπει να ήταν καλυμμένη με δάση και άλλη πυκνή βλάστηση, ενώ μεγάλο μέρος της θα ήταν, πιθανότατα, και ελώδες. Ήταν, έτσι, χώρος αφιλόξενος για τους προϊστορικούς Κυπρίους γιατί δεν πρόσφερε επαρκή προστασία και ασφάλεια. Βλέπουμε, έτσι, ότι οι μέχρι σήμερα αποκαλυφθέντες προϊστορικοί συνοικισμοί βρίσκονται κοντά στη θάλασσα ολόγυρα σχεδόν στην Κύπρο ή και στις ενδότερες ημιορεινές περιοχές του νησιού.

Κρίνοντας από την ομοιογένεια των ευρημάτων στους διάφορους συνοικισμούς μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων τους. Δηλαδή το κάθε μικρό χωριό δεν ήταν απομονωμένο και αυτάρκες αλλά συνδιαλεγόταν και εμπορευόταν με τα άλλα χωριά. Κάποιο είδος υποτυπώδους εμπορίου θα πρέπει να υπήρχε και με τις κοντινές ακτές της Μικράς Ασίας, αφού πολλά εργαλεία που βρέθηκαν στην Κύπρο είναι κατασκευασμένα από οψιανό λίθο, είδος πετρώματος που δεν υπάρχει στο νησί και που συνεπώς, θα πρέπει να εισαγόταν.

Την Ακεραμεική περίοδο διαδέχθηκε η Πρωτοκεραμεική περίοδος (Νεολιθική ΙΒ, 5310-4500 π.Χ.), που αντιπροσωπεύεται βασικά από τους ανευρεθέντες συνοικισμούς στα Δάλι-Αγρίδι, στο Τρουλλί (ανώτερα στρώματα), στον Άγιο Επίκτητο-Βρύση, και στην Φιλιά-Δράκο (κατώτερα στρώματα) . Η σημαντική νέα εξέλιξη που είχε σημειωθεί, και που χάρισε και το χαρακτηρισμό της περιόδου ως Πρωτοκεραμεικής, ήταν η εμφάνιση των πρώτων ειδών κεραμικής δηλαδή η απόκτηση της γνώσης για τη χρήση του πηλού. Η κεραμικής αυτή, που στο εξής εξελίσσεται, χαρακτηρίζει ως ένα μεγάλο βαθμό τη Νεολιθική ΙΙ περίοδο (4500-3900 π.Χ.), που εκπροσωπείται κυρίως από τους συνοικισμούς της Χοιροκοιτίας (ανώτερα στρώματα) της Σωτήρας, της Φιλιάς-Δράκος και της Καλαβασού Α'.

Κατά την περίοδο αυτή έχουμε τη λεγόμενη κτενιστή κεραμική, που ονομάστηκε έτσι εξαιτίας του τρόπου της καλλιτεχνικής διακόσμησης των αγγείων: όταν τα πήλινα σκεύη κατασκευάζονταν και πριν ακόμη ψηθούν, με ένα εργαλείο που έμοιαζε με κτένι έξυναν την εξωτερική τους επιφάνεια αφαιρώντας έτσι τμήματα του καστανόχρωμου ή κοκκινόχρωμου αλειφώματός τους και δημιουργώντας διάκοσμο αποτελούμενο από πολλές παράλληλες ευθείες ή κυματιστές γραμμές.

Η εξέλιξη αυτή της κεραμικής τέχνης είναι χαρακτηριστική όσο και σημαντική, δεν ήταν όμως και η μόνη. Ανάλογες ήταν και οι εξελίξεις στους άλλους τομείς της καθημερινής ζωής. Η αρχιτεκτονική των συνοικισμών, κυρίως στη Σωτήρα και στην Καλαβασό, παρουσιάζει σημαντικά νέα στοιχεία. Ακόμη νέα έθιμα παρουσιάζονται στην ταφή τι νεκρών και νέες εξελίξεις σε άλλους τομείς. Οι κατοικίες, μάλιστα, στην Καλαβασό εντελώς διαφορετικές από τους λοιπούς συνοικισμούς, οδήγησαν στη διατύπωση της θεωρίας ότι νέοι άποικοι είχαν φτάσει τότε στην Κύπρο κι είχαν εγκατασταθεί στο νησί (οι κατοικίες στην Καλαβασό θυμίζουν την αρχιτεκτονική των κατοικιών στην Beersheba της Παλαιστίνης) . Αν πραγματικά είχε συμβεί νέα εγκατάσταση αποίκων στο νησί κατά την περίοδο αυτή, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτοί, εκτός από τη δική τους ιδιότυπη οικιακή αρχιτεκτονική, είχαν φέρει μαζί τους και τα δικά τους έθιμα, τις δικές τους αντιλήψεις και γνώσεις. Ιδιοτυπίες παρουσιάζονται και στην αρχιτεκτονική του συνοικισμού της Σωτήρας, όπου παρατηρούνται και χωριστά ταφικά έθιμα (οι νεκροί θάβονταν σε ειδικούς χώρους, δηλαδή σε νεκροταφεία και όχι μέσα στις κατοικίες), πράγμα που και πάλι οδήγησε στη θεωρία για εγκατάσταση νέων αποίκων στην Κύπρο.

Ο αρχιτεκτονικός τύπος της απλής κυκλικής και της διπλής κυκλικής κατοικίας που παρουσιάζεται κυρίως στο συνοικισμό της Χοιροκοιτίας, επαναλαμβάνεται στο συνοικισμό στην τοποθεσία Τέντα της Καλαβασού, εδώ όμως οι εξωτερικοί τοίχοι είναι πλινθόκτιστοι και οι εσωτερικοί λιθόκτιστοι. Μάλιστα οι εσωτερικοί τοίχοι είναι επενδυμένοι με στρώμα πηλού. Ακόμη στη λεία επιφάνεια της εσωτερικής όψης ενός τοίχου βρέθηκαν ίχνη κόκκινου χρώματος, που στο σύνολό τους σχηματίζουν μια ανθρώπινη μορφή με ανυψωμένα χέρια. Το ίδιο χρώμα επαναλαμβάνεται και σε άλλα σημεία του τοίχου και δεν αποκλείεται η μορφή εκείνη ν' αποτελούσε μέρος μιας μεγαλύτερης σύνθεσης. Αποτελεί, πάντως, το πρώτο δείγμα ζωγραφικής στην αρχαία Κύπρο, χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ. και είναι η αρχαιότερη τοιχογραφία στην ιστορία του Κυπριακού πολιτισμού. Τα κατάλοιπα ενός τμήματος λιθόκτιστου αμυντικού τοίχου στα νότια του συνοικισμού φανερώνουν ότι υπήρξαν και οχυρωματικά έργα.

Στο συνοικισμό της Σωτήρας μερικές κατοικίες είναι ακανόνιστες, κυκλικές ή ελλειψοειδείς, άλλες ακανόνιστες τετράγωνες ή τετράπλευρες με στρογγυλεμένα άκρα, ενώ άλλες συνδυάζουν το τετράπλευρο με το ημικυκλικό σχήμα. Τα θεμέλια και το κάτω μέρος των τοίχων ήταν κτισμένα με αργούς λίθους, ενώ το μέρος με πλίνθους ή καλάμια και ξύλα και με επένδυση από παχύ στρώμα πηλού. Σημαντικό στοιχείο είναι η υποδιαίρεση του εσωτερικού χώρου (στις μεγάλες καλύβες) σε μικρότερα δωμάτια.

Ήδη, όπως έχει λεχθεί πιο πριν, από τα αρχαιότατα αυτά χρόνια υπήρχε επαφή μεταξύ των διαφόρων, κατάσπαρτων στο νησί, συνοικισμών και διεξαγόταν μεταξύ των κατοίκων τους κάποιο είδος "εμπορίου" με ανταλλαγή προϊόντων. Πέρασαν, ωστόσο, πολλοί αιώνες μέχρι να ανακαλυφτεί και να γίνει κατορθωτή η εκμετάλλευση ενός από τα πιο σημαντικά στοιχεία που έκρυβε στα σπλάχνα της η κυπριακή γη: του χαλκού. Και επρόκειτο να διαβούν και άλλοι ακόμη αιώνες μέχρι να επιτευχθεί η εκμετάλλευση του προϊόντος αυτού σε πλήρη κλίμακα. Ο χαλκός ήταν η μεγάλη κυπριακή ανακάλυψη που θα επισφράγιζε την τύχη του νησιού και θα προδιέγραφε την πορεία του στις χιλιετίες που θ' ακολουθούσαν. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ανακάλυψη του μετάλλου αυτού έγινε τυχαία, όταν ο χαλκός, λιωμένος ίσως από κάποιες δασικές πυρκαγιές, είχε ελκύσει την περιέργεια και τραβήξει την προσοχή των ανθρώπων της εποχής του Λίθου. Από τη στιγμή όμως που ο προϊστορικός εκείνος άνθρωπος είχε πάρει για πρώτη φορά στα χέρια του και είχε εξετάσει με ενδιαφέρον το πρώτο ασύμμετρο και μαυρισμένο από τη φωτιά κομμάτι κυπριακού χαλκού, μέχρι την ώρα που αντιλήφτηκε ότι ήταν δυνατό να το επεξεργαστεί και να δημιουργήσει μ' αυτό χρήσιμα αντικείμενα, μεσολάβησαν και πάλι αιώνες πολλοί. Η μεταβατική αυτή περίοδος, από την ανακάλυψη του χαλκού μέχρι την εντατική εκμετάλλευσή του, καθορίζεται ως η Χαλκολιθική εποχή (3900-2500 π.Χ.) . Η εποχή αυτή στην ουσία αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό βήμα του ανθρώπου της Κύπρου προς την εξέλιξη και την ευημερία που ακολούθησαν την εγκατάλειψη της πέτρας. Αντιπροσωπεύεται δε η εποχή από αρκετούς συνοικισμούς που έχουν βρεθεί και κυρίως από τους συνοικισμούς Ερήμη - Παμπούλα, Καλαβασός Β' και Σουσκιού για την πρώτη περίοδο, αργότερα δε από τους συνοικισμούς Λέμπα - Λάκκοι, Κισσόνεργα -Μοσφύλια, Κισσόνεργα - Μηλούθκια, Φιλιά Β', Αμπελικού - Άγιος Γεώργιος, Κυρά, Διόριος και Χρυσηλιού (περιοχή Μόρφου) . Η ανθρώπινη εξέλιξη είναι αργή αλλά σταθερή και αποδεικνύεται από τα ποικίλα ευρήματα της εποχής αυτής, τόσο τα αμετακίνητα (συνοικισμοί, νεκροταφεία) όσο και τα κινητά. Μεταξύ των κινητών αντικειμένων ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν πλήθος σταυρόσχημα ανθρωπόμορφα ειδώλια που προέρχονται από τάφους στη Σουσκιού και άλλες περιοχές, τα περισσότερα κατασκευασμένα από γκρίζο ή πράσινο στεατίτη. Τα ειδώλια αυτά, από τα οποία τα μεγαλύτερα πιθανότατα χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικές τελετές, είναι εξαίρετης τέχνης. Μερικά παριστάνουν διπλή θεότητα, αρσενική και θηλυκή. Σημαντικά είναι και πολλά πήλινα ειδώλια, προερχόμενα από διάφορους χαλκολιθικούς συνοικισμούς. Πέτρινοι επίσης φαλλοί, καθώς και ένα σημαντικό ειδώλιο γυμνής θεάς που βρέθηκε στη Λέμπα, σχετίζονται με τη διαδεδομένη λατρεία της θεάς της Γονιμότητας. Η θεά παρουσιάζεται σχηματοποιημένη στο ύψος 36 εκατοστομέτρων αγαλματίδιο της Λέμπας, απαντά όμως και σε αρκετά άλλα πήλινα ειδώλια που έχουν βρεθεί. Πρόκειται για τη θεά του νησιού που στο μέλλον θα εξελιχθεί και θα τιμηθεί ιδιαίτερα στην Κύπρο με το όνομα: Αφροδίτη.

Πέρα από την οικιακή και ταφική αρχιτεκτονική, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κεραμική της εποχής, τομέας στον οποίο παρουσιάζονται τολμηρές καινοτομίες κυρίως σ' ότι αφορά τα σχήματα των αγγείων και το διάκοσμό τους με κυρίαρχα τα γεωμετρικά και φυτικά μοτίβα.

Η εξελικτική πορεία συνεχίζεται. Ο χαλκός, που έχει πλέον ανακαλυφτεί, χρησιμοποιείται ήδη σε περιορισμένη κλίμακα, αλλά θ' αποτελέσει βασικότατο χαρακτηριστικό κατά την επόμενη φάση της κυπριακής προϊστορίας που, γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, είναι γνωστή ως η εποχή του Χαλκού.
Ο χαλκός

Η εποχή του Χαλκού καθορίζεται από το 2500 μέχρι το 1050 π.Χ. και χωρίζεται σε τρεις κύριες υποδιαιρέσεις: στην Πρώιμη εποχή του Χαλκού (2500-1900 π.Χ.), στη Μέση εποχή του Χαλκού (1900-1650 π.Χ.) και στην Ύστερη εποχή του Χαλκού (1650-1050 π.Χ.) .

Η Πρώιμη εποχή του Χαλκού, που επίσης διαχωρίζεται σε τρεις μικρότερες υποδιαιρέσεις, εκπροσωπείται κυρίως από τους συνοικισμούς της Φιλιάς, της Βασίλειας, της Μόρφου και της Χρυσηλιού (που βρίσκονται όλοι στη δυτική πεδιάδα), καθώς και της Αγίας Παρασκευής (Λευκωσία), της Κυράς, των Βουνών Α', και της Σωτήρας. Λίγο μεταγενέστεροι είναι οι συνοικισμοί των Βουνών Β', της Λαπήθου, της Καλαβασού, της Επισκοπής, της Λεμεσού, της Αυδήμου, της Λάρνακας, της Δένειας, καθώς και του Αγίου Σωζομένου, του Μαργί και του Κοτσιότη στην κεντρική Κύπρο.

Κατά τη Μέση εποχή του Χαλκού αρχίζουν ν αναπτύσσονται τα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Καλοψίδα και η Έγκωμη. Η Έγκωμη φτάνει στην πλήρη ακμή της κατά την Ύστερη εποχή του Χαλκού, που κι αυτή διαχωρίζεται σε έξι μικρότερες υποδιαιρέσεις. Κατά την τρίτη αυτή περίοδο της εποχής του Χαλκού αναπτύσσονται και αρκετές άλλες πόλεις που ιδρύονται από Αχαιούς αποίκους. Η άφιξη κι εγκατάσταση των Αχαιών στην Κύπρο ήταν ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα της κυπριακής προϊστορίας κι εκείνο ακριβώς το γεγονός που καθόρισε την όλη ιστορική πορεία του νησιού δια μέσου των αιώνων που ακολούθησαν.

Από την αρχή της νέας και σημαντικής αυτής εποχής, δηλαδή από το 2500 π.Χ., έχουν ήδη αποκτηθεί αρκετές γνώσεις γύρω από τη συλλογή και την επεξεργασία του χαλκού, του οποίου θ' αρχίσει σε λίγο και η εμπορία σε μεγάλη κλίμακα. Από την (άγνωστη) ονομασία του χαλκού στην ετεοκυπριακή γλώσσα, πιθανότατα θα πάρει στη συνέχεια το νησί και την αρχαιότατη αλλά επικρατήσασα ονομασία Κύπρος και από την ονομασία αυτή θα παραχθεί και το όνομα του χαλκού σε αρκετές γλώσσες (cuprum, kupfer, cuiνre κλπ.) .

Οι Κύπριοι θα αρχίσουν τώρα να εξορύσσουν τη γη και από τις γαλαρίες των πλούσιων σε μετάλλευμα περιοχών των Σόλων, της Ταμασσού, της Καλαβασού, της Αμπελικού, της Λίμνης κ.ά., θα αρχίσουν να εξάγουν τον χαλκό. Μπορούμε να φανταστούμε τους μακρινούς εκείνους προγόνους να ανοίγουν με πρωτόγονα μέσα χαμηλές γαλαρίες και με τόλμη να εισέρχονται βαθιά στα σπλάχνα της κυπριακής γης για να βρουν το πολύτιμο υλικό το οποίο μεγάλες ουρές εργατών μετέφεραν αδιάκοπα στην επιφάνεια μέσα σε πλεκτά καλάθια. Μπορούμε να φανταστούμε τη σκληρή προσπάθεια και το μεγάλο κόπο, ακόμη και τα συχνά δυστυχήματα από την υποχώρηση των γαλαριών, που στη συνέχεια αντικαθίστανται από άλλες και άλλες, οι οποίες στηρίζονται κι ενισχύονται με κορμούς δέντρων. Επίσης, το κυριότερο πρόβλημα στα αρχαία εκείνα μεταλλεία ήταν το νερό: όταν οι γαλαρίες των προϊστορικών μεταλλωρύχων έφταναν σε επίπεδα όπου υπήρχαν υδροφόρα στρώματα, ή στρώματα γης διαπερατά από το νερό, τότε οι γαλαρίες πλημμύριζαν, η εργασία δεν μπορούσε να συνεχιστεί και το μεταλλείο εγκαταλειπόταν για να συνεχιστεί η δουλειά αλλού. Η άντληση μεγάλων ποσοτήτων ήταν αδύνατη, και το πρόβλημα αυτό υπήρχε και σ' όλες τις μεταγενέστερες εποχές της Αρχαιότητας.

Οι προϊστορικοί, λοιπόν, Κύπριοι έσκαβαν, ανακάλυπταν το χαλκό, τον επεξεργάζονταν και τον εμπορεύονταν. Κι όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότέρο αυξάνονται οι στρατιές των εργατών που σκάβουν στις βαθιές γαλαρίες. Η δουλειά είναι αποκλειστικά χειρωνακτική και ιδιαίτερα κουραστική. Γύρω από τα μεταλλεία δημιουργούνται μικροί ή μεγαλύτεροι συνοικισμοί εργατών. Κοντά σ' αυτούς γίνεται και η πρώτη επεξεργασία του χαλκού σε καμίνια που ανάβουν με τη χρησιμοποίηση της άφθονης ξυλείας. Είναι γνωστό από σχετικές αναφορές αρχαίων συγγραφέων, ότι κατά την Αρχαιότητα τα δάση ήταν πολύ πυκνά αλλά κι εκτεταμένα, κάλυπταν δε σχεδόν ολόκληρο το νησί φτάνοντας μέχρι χαμηλά στην κεντρική πεδιάδα. Έτσι, δεν υπήρχε ούτε το πρόβλημα της καύσιμης ύλης.

Μετά την πρώτη επιτόπια επεξεργασία του, ο χαλκός χυνόταν σε πρωτόγονα καλούπια και σχημάτιζε μακρόστενες πλάκες (σε διαστάσεις περίπου 70 Χ 40 εκατοστών) . Οι πλάκες αυτές μεταφέρονταν με αμάξια στα μεγάλα κέντρα επεξεργασίας ή και στα λιμάνια για εξαγωγή. Στα κέντρα επεξεργασίας του, δηλαδή στις πόλεις και στους διάφορους συνοικισμούς, τεχνίτες εργάζονταν επίσης αδιάκοπα μέσα σε σειρές από μικρά πετρόχτιστα εργαστήρια, αναπλάθοντας το πολύτιμο μέταλλο και κατασκευάζοντας απ' αυτό ένα σωρό θαυμαστά αντικείμενα: ποικίλα οικιακά σκεύη, σπαθιά και άλλα όπλα, γεωργικά εργαλεία, κοσμήματα. Μια νέα εποχή, με πολλές προοπτικές αρχίζει. Μεγάλο εμπορικό κέντρο στην ανατολική πεδιάδα (κοντύτερα προς τις χώρες της Ανατολής, δηλαδή την απέναντι της Κύπρου συροπαλαιστινιακή ακτή), γίνεται η Καλοψίδα. Θα ακολουθήσει η Έγκωμη, κι αργότερα θα εξελιχτεί σημαντικά το Κίτιον. Γενικότερα, η εκμετάλλευση του χαλκού θα επιφέρει τον πλούτο και την ευημερία. Η ανάγκη δημιουργεί μεγάλη ζήτηση του προϊόντος και στις αγορές των γύρω χωρών. Έτσι, πολύ σύντομα, αναπτύσσεται και το εξαγωγικό εμπόριο. Όμως το εμπόριο με άλλες χώρες σημαίνει ταυτόχρονα και επαφές με άλλους λαούς, που μοιραία θα έχουν σημαντικές πολιτιστικές και άλλες επιπτώσεις και θα διαδραματίσουν σοβαρό ρόλο στη διαμόρφωση του Κυπριακού πολιτισμού.

Όμως μετά το μεγάλο άλμα και το πέρασμα από την εποχή της Πέτρας στην εποχή του Χαλκού τα περιθώρια περαιτέρω εξέλιξης παραμένουν ευρύτατα. Η πείρα που αποκτήθηκε γύρω από την όλη υπόθεση του χαλκού επιδέχεται βελτιώσεις κι οδηγεί σε νέες ανακαλύψεις. Ο χαλκός από μόνος του δεν αποτελεί ανθεκτικό μέταλλο που να είναι δυνατό να χρησιμοποιείται με περισσότερες δυνατότητες. Ανακαλύφτηκε λοιπόν (κι η ανακάλυψη αυτή έγινε πιθανότατα εκτός Κύπρου) πως όταν ο χαλκός αναμειχθεί με κασσίτερο, τότε δίνει ένα κράμα αρκετά στερεό και σκληρό που μπορεί να χρησιμεύει για πάρα πολλά πράγματα. Το κράμα αυτό λέγεται ορείχαλκος. Όμως κασσίτερος δεν υπήρχε στην Κύπρο κι αυτό αποτελούσε πρόβλημα, που τελικά λύθηκε με τις εμπορικές ανταλλαγές. Η Κύπρος εξακολούθησε να εξάγει χαλκό σε μεγάλες ποσότητες αλλά άρχισε κιόλας να εισάγει κασσίτερο σε πολύ μικρότερες ποσότητες, επειδή για την παραγωγή ορείχαλκου η αναλογία κασσίτερου κυμαίνεται μόνο μέχρι και 14% περίπου. Έτσι, είναι φανερό ότι στις εμπορικές αυτές πράξεις η Κύπρος είχε τεράστια κέρδη. Η ευμάρεια που ακολούθησε αντικατοπτρίζεται και στον εντυπωσιακό πλούτο των κτερισμάτων που προέρχονται από τους τάφους της Πρώιμης εποχής του Χαλκού. Τα κτερίσματα αυτά αποδεικνύουν, μεταξύ άλλων, και τις πυκνές επαφές της Κύπρου με τις γύρω απ' αυτήν κοντινές ακτές αλλά και τις μακρινότερες ακόμη, όπως η Αίγυπτος, η Κρήτη και το Αιγαίο πέλαγος. Διάφορα από τα αντικείμενα που βρίσκονται στους τάφους, είχαν εισαχθεί στην Κύπρο από τις γύρω χώρες κι αυτό σημαίνει ότι οι Κύπριοι όταν απέκτησαν τον πλούτο εξαιτίας των εμπορικών τους δραστηριοτήτων, αγόραζαν και πολλά ξένα πράγματα (ακριβά και φθηνά) για τις ανάγκες τους.

Ο χαλκός όμως δεν επισκίασε τα πάντα. Πολλοί Κύπριοι ασχολούνταν βέβαια με την ανόρυξη, την επεξεργασία και την εμπορία του. Όμως παράλληλα ο γεωργός εξακολουθούσε να καλλιεργεί, όχι χωρίς προβλήματα τα χωράφια, ο κτηνοτρόφος να φροντίζει και να εκμεταλλεύεται τα ζώα του, ο αγγειοπλάστης να εργάζεται με δεξιοτεχνία και να δημιουργεί νέα κι ενδιαφέροντα αντικείμενα, σε μια μεγάλη ποικιλία ειδών, σχημάτων και διακόσμου, ο υφαντής να κατασκευάζει ωραία υφαντά, και όλοι να βρίσκονται υπό την επίδραση μιας θρησκείας στην οποία κυριαρχούν ξόανα και σύμβολα (όπως ταύροι και φίδια) και η οποία ασφαλώς θα αποτελούσε κράμα πρωτόγονων αντιλήψεων για τη Γονιμότητα τη Ζωή και το Θάνατο, εμπλουτισμένη με ποικίλες προλήψεις και δεισιδαιμονίες. Ιεροτελεστίες και μυστήρια για τους μυημένους γίνονταν επίσης.

Το πλήθος των χάλκινων όπλων που απαντά στους τάφους της εποχής ίσως να σημαίνει ότι υπήρξαν πολεμικές συγκρούσεις. Εξάλλου τα διάφορα φρούρια που κτίστηκαν σε διάφορα μέρη του νησιού κατά τη Μέση εποχή του Χαλκού (όπως τα φρούρια Νιτοβίκλας στην Καρπασία, Αγίου Σωζομένου στην κεντρική Κύπρο κοντά στο Δάλι, και Κρηνιού, κοντά στη βόρεια ακτή) φανερώνουν μια κατάσταση επιφυλακής. Εξάλλου, σε νεκροταφεία στο βόρειο τμήμα του νησιού βρέθηκαν ίχνη από ομαδικές ταφές και οι θάνατοι αν δεν οφείλονταν σε επιδημίες, τότε θα πρέπει να προήλθαν από αναταραχή που οδήγησε σε πολεμικές συγκρούσεις. Η περίοδος πάντως αυτή συμπίπτει με επιδρομές των Υκσώς, κουρσάρων από την Ανατολή, όμως δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτοί είχαν καταλάβει κάποιο τμήμα του νησιού.

Ο χαλκός πρόσφερε και προοπτικές απασχόλησης. Στην αρχιτεκτονική φρουρίων όπως εκείνο της Νιτοβίκλας, στην αρχιτεκτονική των τάφων μερικών νεκροταφείων και σε άλλα αρχαία ευρήματα, απαντούν στοιχεία συγγενικά με αντίστοιχες κατασκευές γειτονικών χωρών. Έτσι, οδηγούμαστε και πάλι στη θεωρία ότι κατά τη Μέση εποχή του Χαλκού νέοι άποικοι είχαν φτάσει κι είχαν εγκατασταθεί σε διάφορες περιοχές του νησιού. Μήπως η κατάσταση επιφυλακής σχετιζόταν με τις αφίξεις αυτές; Μήπως με την άφιξη των πιθανών αποίκων σχετίζονται και οι αυξημένοι θάνατοι; Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε.

Είτε όμως εγκαταστάθηκαν νέοι άποικοι στην Κύπρο, (βίαια ή ειρηνικά), είτε όχι, πάντως οι πυκνές εμπορικές και άλλες επαφές της Κύπρου με τις γειτονικές της χώρες συνεχίζονται αδιάκοπες. Ένα από τα πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν τις επαφές αυτές είναι η εισαγωγή στην Κύπρο, γύρω στα τέλη του 16ου π.Χ. αιώνα, ενός συστήματος γραφής που συγγενεύει με τη Γραμμική Α' γραφή της Κρήτης, και που είναι γνωστή ως Κυπρομινωική γραφή. Τέτοια δείγματα Κυπρομινωικής γραφής βρέθηκαν στην Έγκωμη, χαραγμένα σε πήλινες πινακίδες, όμως παρ' όλες τις προσπάθειες, η γραφή αυτή δεν έχει ακόμη αποκρυπτογραφηθεί.

Η Έγκωμη είναι πια, κατά την Ύστερη εποχή του Χαλκού, το μεγάλο εμπορικό κέντρο της Κύπρου που εκμεταλλεύεται κυρίως το χαλκό. Αυτό το χαλκό που θα ελκύσει και τους εμπόρους των Μυκηνών, από τη μακρινή Πελοπόννησο, να επεκτείνουν τις εμπορικές δραστηριότητές τους μέχρι την Κύπρο. Η εμπορία του χαλκού θα ήταν, ασφαλώς, βασικότατη για τους Μυκηναίους, που θα τροφοδοτούσαν τους τεχνίτες στην πατρίδα τους με την πολύτιμη αυτή πρώτη ύλη στην κατασκευή αντικειμένων περιζήτητων μεταξύ των φιλοπόλεμων Αχαιών: σπαθιά κι ακόντια, ασπίδες, θώρακες και περικεφαλαίες.

Η Κύπρος, πιθανότατα ως ενιαίο βασίλειο, είναι γνωστή με την ονομασία Αλάσια ή και Άσυ, επεκτείνει δε τις στενές της σχέσεις μέχρι την Αίγυπτο, διατηρώντας επαφή και με τους ίδιους τους Φαραώ. Εκείνοι όμως που θα επιδράσουν ριζικά πάνω στην Κύπρο και θα διαμορφώσουν τελεσίδικα το χαρακτήρα της, δε θα είναι ούτε οι κοντινοί λαοί της Συρίας και της Παλαιστίνης, ούτε οι γείτονες της Μικράς Ασίας, ούτε οι Κρήτες έμποροι, ούτε οι Φαραώ της αξιοθαύμαστης αρχαίας Αιγύπτου. Θα είναι οι σκληροτράχηλοι πολεμιστές αλλά και δημιουργοί ενός από τους πιο αξιόλογους αρχαίους πολιτισμούς, οι κάτοικοι της μακρινής Πελοποννήσου, οι Μυκηναίοι, γνωστοί στα Ομηρικά έπη και ως Αχαιοί.
Οι Αχαιοί

Σημαντικές πόλεις είχαν ήδη γνωρίσει ακμή στο νησί, κι όλες ήταν παραθαλάσσιες γιατί έτσι εξυπηρετούνταν οι εμπορικές τους δραστηριότητες με τον έξω κόσμο: η Έγκωμη στην ανατολική ακτή, η Λάπηθος στη βόρεια ακτή, η Παλαίπαφος στη νοτιοδυτική ακτή, δύο πόλεις στις δύο πλευρές της αλυκής της Λάρνακας στη νοτιοανατολική ακτή, κι ίσως κι άλλες. Σε τέτοιες παραθαλάσσιες πόλεις έφτασαν κι εγκαταστάθηκαν Μυκηναίοι έμποροι ήδη από το 14ο π.χ. αιώνα, δηλαδή κατά την Ύστερη εποχή του Χαλκού. Η περίοδος κατά την οποία εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο έμποροι από τις Μυκήνες συμπίπτει χρονολογικά με την εξαφάνιση του Μινωικού πολιτισμού της Κρήτης, την ακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού και την επικράτηση των Μυκηναίων στο χώρο του Αιγαίου πελάγους.

Στα Ομηρικά Έπη το όνομα Αχαιοί χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει όλες τις ελληνικές φυλές που είχαν πάρει μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Το ίδιο και τα ονόματα Αργείοι και Δαναοί. Όμως οι Αχαιοί είναι μια μόνο από τις ελληνικές φυλές, απόγονοι, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, του Αχαιού, γιου του Ξούθου και εγγονού του Έλληνα. Από το γενάρχη τους Αχαιό πήραν και το όνομά τους. Ωστόσο γλωσσολογικά πιστεύεται πως το όνομά τους σήμαινε Λαός των Ποταμών.

Κατά την Προϊστορική περίοδο, γύρω στο 2000 ή 1900 π.Χ., οι Αχαιοί κατέβηκαν στον ελλαδικό χώρο από τα βόρεια ή τα βορειοανατολικά, ίσως από τα Ουράλια όρη και τις περιοχές της Κασπίας θάλασσας. Το πρώτο κύμα αποίκων-μεταναστών, οι Πρωτοαχαιοί, με φυλετική προέλευση ινδοευρωπαϊκή, αφομοιώθηκε από τους αυτόχθονες. Λίγο αργότερα οι Αχαιοί μετανάστες νίκησαν τους Πελασγούς που προϋπήρχαν στον ελλαδικό χώρο κι εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές, όπως στη Θεσσαλία. Τελικά συμπτύχθηκαν, κυρίως στην Πελοπόννησο, όπου ίδρυσαν ισχυρά και πλούσια κράτη με πιο σημαντική την Αργολίδα με κέντρο τις Μυκήνες. Δημιούργησαν έναν από τους αξιολογότερους πολιτισμούς, το Μυκηναϊκό Πολιτισμό. Ήρθαν σε σύγκρουση με τους Κρήτες, πάνω στους οποίους επιβλήθηκαν γύρω στο 1400 π.Χ., όμως θαύμαζαν το μεγάλο Κρητικό Πολιτισμό από τον οποίο πήραν πολλά στοιχεία.

Οι Αχαιοί απέκτησαν σημαντική ναυτική δύναμη και επέβαλαν την κυριαρχία τους στο Αιγαίο, θεωρούνται δε απ' τους πρωτοπόρους λαούς της μετανάστευσης. Ξαπλώθηκαν στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, κατέβηκαν μέχρι την Κύπρο την οποία ουσιαστικά κατέλαβαν και, δυτικά, έφτασαν μέχρι την Ιταλία (κόλπος του Τάραντα) .

Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, τα δύο μνημειώδη και καθοριστικά Ομηρικά Έπη μπορούν να θεωρηθούν ως τα κορυφαία πνευματικά δημιουργήματα του πολιτισμού τους. Ο ίδιος ο Τρωικός πόλεμος, τον οποίο διεξήγαγαν επικεφαλής των Ελλήνων, είναι ένα από τα κατορθώματά τους.

Η κάθοδος των Δωριέων, καθώς και άλλων ελληνικών φύλων, από το βορρά προς το νότο, αποτέλεσε αποφασιστικό πλήγμα για τον πολιτισμό τους.

Οι Δωριείς, στην μυθολογία, ισχυρότεροι και οπλισμένοι με σιδερένια όπλα, ανάγκασαν μέρος των Αχαιών να μετακινηθεί. Με αρχηγό τον Τισαμενό, γιο του Ορέστη, κατέφυγαν στην περιοχή της σημερινής Αχαΐας, εκδίωξαν τους Ίωνες (που πήγαν στην Αττική) και οργανώθηκαν σε μια συμμαχία 12 πόλεων. Άλλες ομάδες Αχαιών εγκαταστάθηκαν σε νησιά (Λέσβος, Τένεδος κ.α.) στα Μικρασιατικά παράλια και σε άλλα μέρη. Ακόμη, ομάδες Αχαιών και Αρκάδων πήγαν στην Κρήτη, ενώ αποίκησαν και στην Κύπρο. Έτσι ή κάθοδος και η επιβολή των Δωριέων σήμανε και το τέλος του Μυκηναϊκού Πολιτισμού.
Ο αποικισμός της Κύπρου

Το όλο, όσο και σημαντικότατο, για την Κύπρο ζήτημα του αποικισμού της από τους Αχαιούς είναι πολυσυζητημένο, εκφράστηκαν δε κατά καιρούς πολλές απόψεις από επιστήμονες. Γίνεται αποδεκτό ότι το κύριο μεταναστευτικό ρεύμα Αχαιών προς την Κύπρο πραγματοποιήθηκε μετά την κάθοδο των Δωριέων και ήταν αποτέλεσμά της, αφού οι τελευταίοι εκδίωξαν τους Αχαιούς. Ωστόσο επαρκείς μαρτυρίες αποδεικνύουν ότι Αχαιοί άποικοι είχαν εγκατασταθεί στην Κύπρο και πιο πριν.

Στενές σχέσεις των Αχαιών με την Κύπρο αναφέρονται στην εποχή αμέσως πριν την έναρξη του Τρωικού πολέμου. Στην Ιλιάδα του Ομήρου για παράδειγμα βρίσκουμε αναφορά σε σχέσεις του Κυπρίου βασιλιά Κινύρα με τον αρχηγό των Μυκηναίων-Αχαιών Αγαμέμνονα. Η Παλαίπαφος ευημερούσε ήδη τότε, βρισκόμενη στη νοτιοδυτική Κύπρο κι όχι μακριά από τη θάλασσα. Ο μυθικός βασιλιάς της (και ίσως βασιλιάς ολόκληρης της Κύπρου) Κινύρας, είχε στείλει δώρο στον αρχηγό των Ελλήνων Αγαμέμνονα ένα θαυμάσιο θώρακα που τον περιγράφει ο Όμηρος (Ιλιάς, Λ 15-28) :...Κι εβόησε των Αχαιών ν' αρματωθούν ο Ατρείδης και με χαλκόν αστραφτερό ο ίδιος οπλιζόταν. Τα σκέλη πρώτα με λαμπρές κνημίδες έζωσε όλα οπού εθηλυκώνονταν με ολάργυρες περόνες. Το στήθος σκέπασε έπειτα με θώρακα οπού δώρο φιλοξενίας άλλοτε του έδωσε ο Κινύρας, ότι το μέγα άκουσμα στην Κύπρο είχε φθάσει πως αρμένιζαν οι Αχαιοί ν' ανέβουν εις την Τροία. όθεν εφιλοδώρησε αυτός τον βασιλέα και δώδεκα είχε ο θώρακας κλωστές από χρυσάφι, δέκα από μαύρον χάλυβα κι είκοσι κασσιτέρου, και δράκοντες χαλυβικοί τρεις από κάθε μέρος ως τον λαιμό απλώνονταν, ως Ίριδες, που ο Δίας σταίνει στα νέφη φοβερό σημάδι στους ανθρώπους...

Το ακριβό δώρο του Κύπριου βασιλιά, αντάξιο του αρχιστράτηγου των Ελλήνων, δε φανερώνει μόνο τις συνθήκες ευημερίας του νησιού. Φανερώνει και τη στενή επαφή μεταξύ Μυκηναίων και Κυπρίων ήδη πριν από τον Τρωικό πόλεμο αλλά εμπεριέχει και συμβολισμό. Η αναφορά επίσης του Ομήρου ότι "ο Αγαμέμνονας με χαλκόν αστραφτερό οπλιζόταν", παραπέμπει στο τόσο σημαντικό μέταλλο της κυπριακής γης, αφού συνδέεται με το πολύτιμο δώρο που του είχε έρθει από την Κύπρο.

Την αναμφισβήτητη εγκατάσταση Αχαιών στην Κύπρο και την ειρηνική επιβολή στο ντόπιο στοιχείο, τους λεγόμενους Ετεοκυπρίους, αποδεικνύουν πολλές μαρτυρίες από αρχαιολογικά ευρήματα, φιλολογικές πηγές, γλωσσολογικές ομοιότητες, μύθους, παραδόσεις και λατρείες.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν ότι επαφές της Κύπρου με την Κρήτη και το Αιγαίο πραγματοποιούνται τουλάχιστον από το 2000 π.Χ. περίπου. Μεταξύ 1400 και 1300 π.Χ., οπότε οι Μυκηναίοι επιβλήθηκαν στους Κρήτες και κυριάρχησαν στο Αιγαίο, στην Κύπρο ανθούσε μια κερδοφόρα βιομηχανία, η εκμετάλλευση του χαλκού. Ήταν φυσικό, η εμπορία του πολύτιμου μετάλλου που εξορυσσόταν, γινόταν αντικείμενο επεξεργασίας στο νησί και εξαγόταν στις γύρω χώρες, να ελκύσει την κυρίαρχη πια δύναμη στην Ελλάδα, τους Μυκηναίους. Έτσι την εποχή αυτή Μυκηναίοι έμποροι έφτασαν στην Κύπρο και εγκαταστάθηκαν κυρίως στα εμπορικά κέντρα που υπήρχαν στα ανατολικά και στα νότια παράλια του νησιού.

Οι Μυκηναίοι έμποροι που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο δε φαίνεται να ασχολήθηκαν αποκλειστικά και μόνο με την εμπορία του χαλκού. Αντίθετα, με βάση τους την Κύπρο, επέκτειναν τις εμπορικές τους δραστηριότητες και στις χώρες της Εγγύς Ανατολής. Είναι επίσης πολύ πιθανό ότι μαζί με τους Μυκηναίους εμπόρους είχαν έρθει κι εγκατασταθεί στην Κύπρο και τεχνίτες από την Αργολίδα της Πελοποννήσου. Ίσως ήταν προτιμότερη η κατασκευή εμπορεύσιμων στην Ανατολή αντικειμένων εδώ στην Κύπρο, παρά η μεταφορά τους από τη μακρινή Πελοπόννησο, μια μεταφορά που συνεπαγόταν αρκετούς θαλασσινούς κινδύνους με απώλειες και ζημιές. Η πληθώρα μυκηναϊκών αγγείων και άλλων ειδών που βρίσκονται στην Κύπρο, καθώς και των κυπριακής κατασκευής αντικειμένων με ζωηρή την επίδραση μυκηναϊκών και αιγαιακών στοιχείων που μάλιστα αναμειγνύονται και με κυπριακά, καθιστά σχεδόν βέβαιη την υπόθεση για την άφιξη κι εγκατάσταση στην Κύπρο Μυκηναίων τεχνιτών, που ασκούν τώρα στο νησί τις τέχνες τους. Μεταξύ του τεράστιου αριθμού μυκηναϊκών αγγείων που απαντώνται τώρα στην Κύπρο, προσφιλέστερα είναι τα αγγεία ζωγραφικού ρυθμού, με παραστάσεις κυρίως αρμάτων, ζώων και πουλιών.

Παράλληλα υπάρχει και η θεωρία ότι τα πολλά μυκηναϊκά αγγεία, παρά το μεγάλο αριθμό τους, κατασκευάζονταν στην Πελοπόννησο και μεταφέρονταν στην Κύπρο, απ' όπου γινόταν η εμπορία τους στις γύρω χώρες. Αλλά είτε κατασκευάζονταν στην Κύπρο τα αγγεία αυτά από εγκατεστημένους στο νησί Μυκηναίους τεχνίτες, είτε μεταφέρονταν εδώ από Μυκηναίους εμπόρους, το γεγονός των στενών και πυκνών εμπορικών σχέσεων των Αχαιών με την Κύπρο παραμένει. Και βέβαια οι εμπορικές αυτές σχέσεις δεν ήταν δυνατό να μη συνοδεύονται και από άλλες ή να επηρεάζουν άλλες σχέσεις, όπως πολιτικές και πολιτιστικές.

Σημαντικό είναι το γεγονός ότι η άφιξη και εγκατάσταση των Αχαιών στην Κύπρο, και κυρίως στην Έγκωμη, στο Κίτιον, στην Παλαίπαφο, στην Αθηένου κ.α., πραγματοποιήθηκε σε μία εποχή κατά την οποία και άλλοι λαοί ([Χετταίοι]], Αιγύπτιοι) εποφθαλμιούσαν το νησί, που δέχτηκε και επιδρομές. Αυτή την περίοδο αναφέρονται επιδρομές θαλασσινού λαού, των Υκσώς, στην Κύπρο.

Οι Υκσώς, που λυμαίνονταν την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, κατατροπώθηκαν τελικά από τους Αιγυπτίους κι επικράτησαν συνθήκες ασφαλέστερης διεξαγωγής του εμπορίου μεταξύ της Κύπρου και των γειτονικών της χωρών. Ίσως η ευεργεσία αυτή των Αιγυπτίων να ήταν που εκφράστηκε με την καταβολή από τη μεριά της Κύπρου κάποιου είδους φόρου, πληρωμένου στην Αίγυπτο με τάλαντα χαλκού, όπως προκύπτει από τις πινακίδες της Τελ ελ-Αμάρνα που περιέχουν αλληλογραφία μεταξύ του (άγνωστου) βασιλιά της Αλασίας (Κύπρου) και του Φαραώ Ακενατών.

Εκτός όμως από τους Υκσώς, σε πινακίδες της Τελ ελ Αμάρνα και του Μπογκάζκιοϊ (Μικρά Ασία) υπάρχουν αναφορές και για επιδρομές κατά της Κύπρου των Λούκι, προερχομένων από τη Μικρά Ασία, κατά τις αρχές του 14ου π.Χ. αιώνα. Ακόμη, στις πινακίδες του Μπογκάζκιοϊ υπάρχει και αναφορά για υποταγή της Κύπρου στους Χετταίους. Δεν υπάρχουν όμως σαφείς ενδείξεις για μια τέτοια υποταγή και η σχετική αναφορά είναι, πιθανότατα, μια από τις συχνές σε ανατολικά κείμενα κομπαστικές εκφράσεις για μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες, που όμως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Τα κτερίσματα, πάντως, που προέρχονται από τους τάφους της εποχής αυτής της Ύστερης Χαλκοκρατίας, περιλαμβάνουν πολλά μυκηναϊκά αγγεία, χρυσά κοσμήματα, αντικείμενα από αλάβαστρο και φαγεντιανή σκαραβαίους, σφραγιδοκύλινδρους, μέχρι και αυγά στρουθοκαμήλων και άλλα εξωτικά είδη που εισάγονταν, αποδεικνύουν δε τον πλούτο και την ευμάρεια που χαρακτήριζε μια, τουλάχιστον, τάξη του πληθυσμού, εκείνη των εμπόρων.

Οι έμποροι από τις Μυκήνες προχώρησαν σταδιακά και στα ενδότερα του νησιού, και φαίνεται ότι είχαν εγκατασταθεί και σε περιοχές όπως η Σίντα, η Αθηένου, ακόμη και η Λευκωσία. Σε αρκετές από τις περιοχές στις οποίες εγκαταστάθηκαν, και παρά το γεγονός ότι ήταν έμποροι, επηρέασαν τους ντόπιους πληθυσμούς με τις γνώσεις και την πείρα τους και σε τομείς όπως ο στρατιωτικός. Έτσι, σε χώρους όπως η Έγκωμη, το Κίτιον, η Σίντα και η Μάα-Παλαιόκαστρο (στην Πάφο), βλέπουμε να κτίζονται "κυκλώπεια" τείχη.

Οι σχέσεις των Μυκηναίων εμπόρων και, ίσως, και άλλων που ζούσαν κι εργάζονταν στην Κύπρο, με τον ντόπιο πληθυσμό φαίνεται να ήταν όχι μόνο αρμονικές αλλά και στενότερες ακόμη, κι αντικατοπτρίζονται και στις γενικότερες σχέσεις της Κύπρου με τις Μυκήνες, που κι αυτές εκφράζονται με το πολύτιμο δώρο που ο βασιλιάς της Κύπρου Κινύρας - χάρισε στον αρχηγό των Μυκηναίων - και όλων των Ελλήνων - Αγαμέμνονα, τις παραμονές της εκστρατείας στην Τροία, γεγονός που υπογραμμίζεται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα, κι έχει αναφερθεί πιο πάνω.

Η Κύπρος, ωστόσο, δε συμμετείχε στην πανελλήνια εκστρατεία κατά της Τροίας. Το γεγονός τούτο εξηγείται όχι μόνο από την απόσταση και τη γεωγραφική θέση της Κύπρου, αλλά και από το ότι παρά τις υπάρχουσες ήδη σχέσεις του νησιού με τον ελληνικό χώρο, ο εξελληνισμός του δεν είχε ακόμη επιτευχθεί, αλλά έμελλε να συντελεστεί μετά το τέλος του θρυλικού εκείνου πολέμου.

Ο μαζικός, κατά αλλεπάλληλα κύματα, αποικισμός της Κύπρου από τους Αχαιούς συνδέθηκε στις αρχαίες παραδόσεις με το τέλος του Τρωικού πολέμου και τις περιπλανήσεις των Ομηρικών ηρώων που επέστρεφαν μαζί με τους πολεμιστές, τους σκλάβους και τα λάφυρά τους, από την πυρπολημένη και λεηλατημένη Τροία. Ωστόσο θεωρείται σήμερα βέβαιο ότι ο αποικισμός της Κύπρου από τους Αχαιούς (όπως κι ο αποικισμός από τους ίδιους των ακτών της Μικράς Ασίας καθώς και άλλων περιοχών) οφείλεται σε εκτοπισμό τους από τους ισχυρότερους Δωριείς μετά την κάθοδο των τελευταίων μέχρι την Πελοπόννησο.

Στις αρχαίες παραδόσεις, όμως, που διασώζονται από αρχαίους συγγραφείς, οι επώνυμοι Έλληνες ιδρυτές των κυπριακών πόλεων-βασιλείων ήταν ήρωες του Τρωικού πολέμου: Ο Τεύκρος, από το νησί της Σαλαμίνας, διωγμένος από τον πατέρα του Τελαμώνα, ίδρυσε στην Κύπρο την ένδοξη Σαλαμίνα.

Ο Αγαπήνωρ, από την Αρκαδία της Πελοποννήσου, ήρθε στην Κύπρο εξαιτίας μιας θαλασσοταραχής και έκτισε τη Νέα Πάφο.

Ο Χαλκάνωρ, ή Χαλκήνωρ, υπήρξε ο οικιστής του Ιδαλίου.

Ο Πράξανδρος, από τη Λακωνία, ίδρυσε τη Λάπηθο.

Ο Δημοφών έκτισε την Αίπεια, κοντά στους Σόλους.

Ο Χύτρος έδωσε το όνομά του στην πόλη Χύτροι.

Οι Αργείοι ίδρυσαν την Ασίνη, πόλη με το ίδιο όνομα σημαντικής πόλης στην Αργολίδα της Πελοποννήσου.

Ακόμη αναφέρεται ο Ακάμας, που ίδρυσε την Ακαμαντίδα και έδωσε το όνομά του στην δυτική χερσόνησο της Κύπρου. Οι κάτοικοι του Κουρίου, σύμφωνα με μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, θεωρούσαν τους εαυτούς τους απογόνους Αργείων αποίκων, ενώ και άλλες πόλεις που ιδρύθηκαν στο νησί διέσωσαν ονομασίες αρχαίων ελληνικών πόλεων, που αντικατοπτρίζουν τις μνήμες που έφεραν οι νέοι άποικοι μαζί τους (Κερύνεια, Δύμες, Αχαιών Ακτή κ.α.) .

Αναφέρονται ακόμη, σε φιλολογικές πηγές, και άλλοι Έλληνες που ήρθαν στην Κύπρο μετά τα Τρωικά, όπως ο Φείδιππος, ο Φάληρος, ο Μενέλαος, ο Κηφεύς.

Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, το τοπωνύμιο Αχαιών Ακτή στις βόρειες ακτές της Καρπασίας, κοντά στο χωριό Γιαλούσα, υποδηλώνει το μέρος στο οποίο αποβιβάστηκαν οι πρώτοι Αχαιοί άποικοι με αρχηγό τον Τεύκρο τον Τελαμώνιο.

Βέβαια οι αναφερόμενοι κτήτορες κυπριακών πόλεων μετά τον Τρωικό πόλεμο δεν είναι όλοι Αχαιοί με την έννοια Αχαιοί-Μυκηναίοι, είναι όμως όλοι Αχαιοί με την ομηρική έννοια Αχαιοί-Έλληνες.

Ο Ηρόδοτος διασώζει μαρτυρία ότι μεταξύ του κυπριακού πληθυσμού, στις μέρες του, περιλαμβάνονταν απόγονοι Αθηναίων, Αργείων, Αρκάδων, Σαλαμινίων και άλλων αποίκων από διάφορα ελληνικά μέρη. Θα πρέπει ν' αποδεχτούμε ότι, εκτός από τους Αχαιούς (Μυκηναίους), η Κύπρος δέχτηκε στη συνέχεια και άλλους άποικους από διάφορα ελληνικά μέρη, γι' αυτό κι είναι επιτρεπτό, όταν μιλάμε για αποικισμό του νησιού από Αχαιούς, με τον όρο Αχαιοί να εννοούμε όλους τους Έλληνες, πράγμα που απαντά και στα Ομηρικά έπη, κι όχι μόνο τους Μυκηναίους.

Είδαμε ότι ήδη πριν από τον Τρωικό πόλεμο βρίσκονταν εγκατεστημένοι στην Κύπρο Μυκηναίοι έμποροι και, ίσως, και τεχνίτες διαφόρων επαγγελμάτων. Συνεπώς οι σχέσεις μεταξύ Κύπρου κι ελληνικού χώρου υπήρχαν και τα κύματα των Αχαιών αποίκων που έφτασαν αργότερα, έπλευσαν, ακολουθώντας έναν γνωστό ήδη, και πολυσύχναστο, θαλάσσιο εμπορικό δρόμο, κι όχι πλέοντας στα τυφλά, προς το άγνωστο, και φθάνοντας τυχαία είτε παρασυρόμενοι από θαλασσοταραχή, όπως θέλει η αρχαία παράδοση.

Τα ποικίλα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν ότι ο κύριος και μαζικός αποικισμός της Κύπρου από τους Αχαιούς μπορεί να τοποθετηθεί χρονολογικά μεταξύ του 1230 και του 1190 π.Χ. Η εγκατάστασή τους στο νησί δε φαίνεται να έγινε βίαια και δε μαρτυρείται καμιά σοβαρή αναταραχή ή σύγκρουση των νεοφερμένων με τους αυτόχθονες. Αν συνέβαινε βίαια η μεταφύτευσή τους στην κυπριακή γη, οπωσδήποτε θα υπήρχαν αρνητικές επιπτώσεις σε πολλούς τομείς και θα παρατηρούνταν ανακοπή ή διαταραχή της πολιτιστικής και της γενικότερης ανάπτυξης του τόπου εξαιτίας των συγκρούσεων, ενώ αντίθετα τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν, ομαλή εξέλιξη και μάλιστα ώθηση σε μερικούς τομείς, όπως η μεταλλοτεχνία.

Μια ανωμαλία, προϊόν βιαιότητας, που παρατηρείται προς το τέλος της περιόδου μετανάστευσης των Αχαιών στην Κύπρο, οφείλεται σε επιδρομές των Λαών της θάλασσας, που αναφέρονται σε ανατολικές πηγές και που θεωρείται ότι ήταν οι Φιλισταίοι. Νικήθηκαν όμως από τους Αιγυπτίους, που είχαν αρχηγό το Φαραώ Ραμσή Γ', το 1191 π.Χ., και η ηρεμία αποκαταστάθηκε στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.

Η εγκατάσταση των Αχαιών στην Κύπρο ήταν ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα στην ιστορία του νησιού και επηρέασε αποφασιστικά την μετέπειτα πορεία των κατοίκων του. Οι Αχαιοί ζούσαν αρμονικά δίπλα στους Ετεοκυπρίους και σιγά-σιγά επέβαλαν τη δική τους παρουσία. Πήραν την πολιτική και στρατιωτική εξουσία στα δικά τους χέρια και ουσιαστικά εξελλήνισαν την Κύπρο.

Η επίδρασή τους ήταν αποφασιστική σ' όλους τους τομείς: θρησκεία, τέχνη, πολιτισμό, αρχιτεκτονική κλπ. Αλλά και πιο γενικά, οργάνωσαν και δημιούργησαν τις πόλεις-βασίλεια σύμφωνα με τα δικά τους πρότυπα. Ταυτόχρονα οι ίδιοι οι Αχαιοί αφομοίωσαν πολλά στοιχεία του πολιτισμού των αυτοχθόνων κατοίκων του νησιού, ενώ οι ανατολικές επιδράσεις, όπως και το εμπόριο και άλλες επαφές, δε σταμάτησαν.

Οι Αχαιοί έφεραν μαζί τους στην Κύπρο τον ελληνικό τους πολιτισμό. Στη θρησκεία, για παράδειγμα, συναντάμε αρχικά τη λατρεία του Απόλλωνα Κεραιάτη, θεού προστάτη των βοσκών στην Αρκαδία, και αργότερα τη λατρεία σημαντικών θεοτήτων του ελληνικού πανθέου (Ζευς, Αθηνά, Άρτεμις, Ήρα, Απόλλων) . Στον τομέα της επικής ποίησης έχουμε τα Κύπρια Έπη. Στον τομέα της αρχιτεκτονικής, έχουμε πολλά συγγενικά στοιχεία. Στον τομέα της γλώσσας, οι μελετητές ταξινομούν την κυπριακή διάλεκτο μαζί με την αρκαδική, στη νοτιοαχαϊκή γλωσσολογική ομάδα, δηλαδή στη γλώσσα που χρησιμοποιούνταν στην Πελοπόννησο πριν από την κάθοδο των Δωριέων και την παρακμή του Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Τον πολιτισμό τους αυτό οι άποικοι από την Ελλάδα τον μεταφύτεψαν στην Κύπρο, και το γεγονός τούτο ήταν καθοριστικό στην ιστορική εξέλιξη και πορεία των Κυπρίων μέσα στο χρόνο.

Λίγο μετά την αποίκηση των Αχαιών, ισχυροί σεισμοί φαίνεται ότι κατέστρεψαν τις κυπριακές πόλεις, ενώ ταυτόχρονα νέα κύματα Ελλήνων αποίκων, κυρίως από τα νησιά του Αιγαίου, έφτασαν στην Κύπρο. Η κοινή προσπάθεια ανοικοδόμησης των πόλεων και ίδρυσης καινούριων θα πρέπει να συνέδεσε ακόμη πιο πολύ τους αποίκους με αυτόχθονες. Σημαντικές μέχρι τότε πόλεις, όπως η Έγκωμη, εγκαταλείπονται. Άλλες, όπως η Παλαίπαφος και το Κίτιον, ανοικοδομούνται. Οι νέες πόλεις που ιδρύονται (από τους ήρωες του Τρωικού πολέμου κατά την παράδοση), αναπτύσσονται με κυρίαρχη την αριστοκρατική τάξη των Μυκηναίων-Αχαιών και με αρχηγό το βασιλιά, οργανώνονται δε σε πόλεις-κράτη, που θα διατηρήσουν τη δομή τους αυτή μέχρι και τα Ελληνιστικά χρόνια (Σαλαμίνα, Λάπηθος, Κίτιον, Κούριον, Σόλοι, Πάφος κ.α.) .

Ακολούθησε μια "σκοτεινή περίοδος" (από το 950 ως το 850 π.Χ. περίπου), για την οποία ελάχιστα είναι γνωστά. Οι Φοίνικες, που άρχισαν τότε να εγκαθίστανται στην Κύπρο (και κυρίως στο Κίτιον) και οι εισβολείς και κατακτητές που ακολούθησαν (Ασσύριοι, Αιγύπτιοι, Πέρσες), καθώς και όλοι οι μετέπειτα κατακτητές μέχρι τη σύγχρονη εποχή, δεν μπόρεσαν να επιβάλουν στο νησί ουσιαστικές εθνολογικές αλλαγές. Η ελληνική συνείδηση, την οποία μεταφύτεψαν στην Κύπρο οι πρώτοι Αχαιοί άποικοι, παραμένει ζωντανή και, μέχρι σήμερα, αντικατοπτρίζεται έντονα στη ζωή του νησιού, στον πολιτισμό του και στους άρρηκτους δεσμούς του με την Ελλάδα.

Τα πολλά και ανεξάρτητα βασίλεια που ιδρύθηκαν μετά τον αποικισμό του νησιού από τους Αχαιούς, αντικατέστησαν το ένα κι ενιαίο κυπριακό βασίλειο που πιθανότατα κάλυπτε ολόκληρο το νησί με την εξουσία του πριν από τον αποικισμό. Τα νέα βασίλεια, που οργανώθηκαν στον τύπο της πόλης-κράτους, εκτός από τις ίδιες τις πόλεις που έγιναν οι έδρες τους, κατείχαν και μικρότερες ή μεγαλύτερες εκτάσεις κυπριακής γης γύρω από τις πρωτεύουσές τους. Άλλα απ' αυτά θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ήταν πλουσιότερα (με περισσότερες εκτάσεις γης για καλλιέργειες ή με φυσικούς πόρους για εκμετάλλευση) και άλλα φτωχότερα. Τα περισσότερα είχαν παραθαλάσσια πόλη-πρωτεύουσα με λιμάνι.

Επειδή ιδρυτές των νέων βασιλείων ήταν οι Αχαιοί άποικοι, οι οποίοι κι είχαν σε σχετικά σύντομο διάστημα κυριαρχήσει στον ντόπιο πληθυσμό και καταστεί η άρχουσα τάξη, τα βασίλεια ήταν ελληνικού τύπου με Έλληνες βασιλιάδες. Δεν επέζησαν όμως μέχρι το τέλος του θεσμού των βασιλείων και τα δώδεκα, και δεν παρέμειναν όλα καθαρά ελληνικά. Μερικά καταργήθηκαν γρηγορότερα, ενώ άλλα (όπως το Ιδάλιον και η Ταμασσός) υποδουλώθηκαν σε άλλα (στην περίπτωση των δύο που αναφέρθηκαν, η υποδούλωσή τους έγινε στο Κίτιον) . Το Κίτιον, πάλι, περιήλθε κατά την Κυπρογεωμετρική εποχή στην κατοχή Φοινίκων αποίκων και στο εξής παρέμεινε η κυριότερη αποικία και βάση των Φοινίκων στο νησί. Επίσης, κατά καιρούς, τα υπόλοιπα βασίλεια απέκτησαν είτε Φοίνικες είτε φιλοπέρσες ηγεμόνες.

Περίπου στο τέλος της εποχής του Χαλκού, δηλαδή κάπου μεταξύ 1150 και 1050 π.Χ., η Κύπρος χτυπήθηκε από ισχυρούς σεισμούς που προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές. Μερικές από τις μεγάλες πόλεις του νησιού, όπως η Έγκωμη, που έπαθαν εκτεταμένες καταστροφές, εγκαταλείφτηκαν. Άλλες πόλεις, όπως το Κίτιον και η Παλαίπαφος, ανοικοδομήθηκαν. Επειδή η περίοδος αυτή των καταστροφών χρονολογικά συμπίπτει περίπου με την άφιξη του τελευταίου κύματος Αχαιών αποίκων, οι άποικοι αυτοί δεν εγκαταστάθηκαν, όπως οι προηγούμενοι, στις υπάρχουσες πόλεις αλλά οικοδόμησαν καινούργιες.

Εκτός από την πολεμική πείρα τους, οι Αχαιοί έφεραν μαζί τους στη νέα τους πατρίδα και τις γνώσεις τους στους άλλους τομείς (όπως για παράδειγμα στην αρχιτεκτονική) . Έφεραν ακόμη μαζί τους τα ήθη και τα έθιμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία τους, τις ικανότητές τους σε τέχνες (όπως για παράδειγμα στη μεταλλοτεχνία που θα γνωρίσει τώρα μια νέα ανάπτυξη), γενικά τον πολιτισμό τους. Όπως όμως ήταν φυσικό, σημαντικά στοιχεία του δικού τους πολιτισμού σύντομα όσο και μοιραία αναμείχτηκαν με στοιχεία του πολιτισμού των Ετεοκυπρίων, δίνοντας τελικά μια νέα όσο κι ενδιαφέρουσα σύνθεση. Αλλά και στους αιώνες που ακολούθησαν, κι επειδή γεωγραφικά η Κύπρος βρίσκεται σε ένα καίριο σταυροδρόμι, δεν έλειψαν οι συνεχείς ξένες επιδράσεις και κυρίως οι επιδράσεις από την Ανατολή. Έτσι, στην Κύπρο συναντήθηκαν, μετά την άφιξη κι εγκατάσταση των Αχαιών, ο δυτικός κι ο ανατολικός πολιτισμός, και από την ανάμειξη αυτή εξελίχθηκε ο πολυσύνθετος αρχαίος Κυπριακός πολιτισμός. Οι επαφές και με τον ελληνικό χώρο συνεχίστηκαν, μάλιστα τώρα αυξήθηκαν. Έτσι σαν σταυροδρόμι, η Κύπρος δεν έπαιρνε μόνο αλλά έδινε κιόλας. Στον τομέα της θρησκείας, για παράδειγμα, είναι αποδεκτό ότι πολλές από τις σημιτικές, αιγυπτιακές και άλλες θεότητες της Ανατολής έφτασαν στην Ελλάδα περνώντας από την Κύπρο, κι εκεί προσαρμόστηκαν στις τοπικές συνθήκες κι εξελίχτηκαν σε θεότητες του ελληνικού πανθέου, για να επανέλθουν στην Κύπρο με τη νέα, ελληνική υπόστασή τους. Βλέπουμε έτσι να λατρεύονται κατά καιρούς στην Κύπρο θεότητες καθαρά ελληνικές, θεότητες ανατολικές που εξελληνίστηκαν, θεότητες αιγυπτιακές, θεότητες φοινικικές κλπ. Η Αφροδίτη Αστάρτη είναι ένα παράδειγμα. Ο Ηρακλής- Μελκάρτ είναι επίσης ένα παράδειγμα, η Αθηνά-Ανάτ, όπως κι ο Δίας- Άμμων κλπ.

Παρ' όλες όμως τις ανατολικές επιδράσεις, όσο κι αν αυτές άφηναν τα ίχνη τους και συνέβαλαν στη διαμόρφωση του Κυπριακού πολιτισμού, μάλιστα δε παρ' όλη τη μακρόχρονη υποδούλωση του νησιού σε λαούς της Ανατολής (κυρίως στους Πέρσες) που ακολούθησε, αξιοθαύμαστο παραμένει το γεγονός ότι από αυτό το σημείο και στο εξής η Κύπρος θα διατηρήσει την ελληνικότητά της και δε θα επηρεαστεί σε καίριο βαθμό από πλησιέστερους σ' αυτήν ανατολικούς πολιτισμούς.

Ο εξελληνισμός του νησιού, που πραγματοποιήθηκε μετά την άφιξη κι εγκατάσταση των Αχαιών-Ελλήνων, θα είναι τελεσίδικος και θ' αντέξει στο χρόνο.

Ανακτήθηκε από: www.live-pedia.gr
Λίθινη εποχή
Χάλκινη εποχή

Ο όρος Ετεοκύπριοι υποδηλώνει τους αυτόχθονες ή γνήσιους ή γηγενείς κατοίκους της Κύπρου κατά την αρχαιότητα. Εκείνους, δηλαδή, που κατοικούσαν στο νησί πριν από την άφιξη και εγκατάσταση των Αχαιών αποίκων και άλλων όπως οι Φοίνικες.

Ο όρος δεν απαντά σε αρχαίες φιλολογικές ή άλλες πηγές αλλά αποτελεί εύρημα των νεότερων μελετητών, οι οποίοι ονόμασαν έτσι τους "πρώτους Κυπρίους" κατά το πρότυπο του όρου Ετεόκρητες που υποδηλώνει τους αυτόχθονες Κρητικούς και απαντά στον Όμηρο (Οδύσσεια, Τ, 176):...εν μεν Αχαιοί εν δ' Έτεόκρητες μεγαλήτορες, εν δε Κύδωνες Δωριέες τε τριχαϊκες διοί τε Πελασγοί....

Μερικοί επιστήμονες υποστήριξαν ότι η χρήση του όρου Ετεοκύπριοι δεν ήταν επιτυχής. Ωστόσο ο όρος καθιερώθηκε και σημαίνει τους Προέλληνες κατοίκους της Κύπρου, των οποίων η παρουσία και δραστηριότητα στο νησί είναι γνωστή τουλάχιστον από την έβδομη χιλιετία π.Χ.

Μεταξύ των πολλών αρχαίων κυπριακών επιγραφών που έχουν βρεθεί, υπάρχουν κι εκείνες που είναι γραμμένες σε συλλαβική γραφή, αλλά σε μια γλώσσα που δεν είναι ελληνική. Η γλώσσα αυτή δεν έγινε μέχρι σήμερα κατορθωτό ν' αποκρυπτογραφηθεί και να διαβαστεί, παρά τις προσπάθειες. Παραμένει, συνεπώς, άγνωστη ακόμη. Η γλώσσα αυτή πιστεύεται ότι ανήκε στους Ετεοκυπρίους, γι' αυτό κι επικράτησε να λέγεται ετεοκυπριακή. Η τελευταία επιγραφή που έχει βρεθεί και που είναι γραμμένη στην ετεοκυπριακή γλώσσα (και ταυτόχρονα σε αλφαβητική ελληνική γλώσσα), προέρχεται από την Αμαθούντα και είναι του 4ου π.Χ. αιώνα. Μετά την εποχή αυτή, δεν έχει βρεθεί καμιά άλλη επιγραφική μαρτυρία σχετική με Ετεοκυπρίους.

Πιστεύεται ότι οι Ετεοκύπριοι, που είχαν ζήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα μαζί με τους Αχαιούς, ήταν πιθανότατα δίγλωσσοι, μιλούσαν δηλαδή και τη δική τους γλώσσα και τη γλώσσα των αποίκων. Ακόμη, είναι φυσικό ότι η μια επηρεάστηκε από την άλλη, όπως και από τρίτες γλώσσες (φοινικική κ.α.).

Η ανάμειξη των Αχαιών με το ετεοκυπριακό στοιχείο και η κυριαρχία τους πάνω σ' αυτό είχε εξελιχτεί φυσιολογικά. Ωστόσο ο Θεόπομπος (Φώτιος, Βιβλιοθήκη, 176) αναφέρει ότι οι Έλληνες οι συν Αγαμέμνονι την Κύπρον κατέσχον, απελάσαντες τους μετά Κινύρου, ων εισίν υπολιπείς Αμαθούσιοι... Δηλαδή αφήνει να υπονοηθεί ότι οι Έλληνες, αυτοί που ήταν με τον Αγαμέμνονα (οι Αχαιοί), κατέλαβαν την Κύπρο κι έδιωξαν το λαό του Κινύρα από τον οποίο λαό απομεινάρια είναι οι Αμαθούσιοι.

Ο Σκύλαξ, εξάλλου, στο έργο του Περίπλους, γράφει ότι από τις κυπριακές πόλεις είναι ελληνικές η Σαλαμίνα, το Μάριο και οι Σόλοι, φοινικικές η Λάπηθος και άλλες, ενώ στα ενδότερα υπάρχουν κι άλλες πόλεις βάρβαροι (μη ελληνικές). Για την Αμαθούντα όμως γράφει ότι οι κάτοικοί της αυτόχθονες εισίν.

Οι αναφορές αυτές του Θεόπομπου και του Σκύλακα ερμηνεύθηκαν με τη θεωρία ότι τελευταίο προπύργιο των Ετεοκυπρίων ήταν η Αμαθούς, στην οποία και είχαν συγκεντρωθεί.

Γεγονός όμως είναι ότι η ομαλή εξέλιξη που συμπεραίνεται από τα αρχαιολογικά δεδομένα, σημαίνει πως δεν είχαν σημειωθεί στο νησί πολεμικές συγκρούσεις και βιαιότητες, γιατί, αν σημειώνονταν, η ομαλή εξέλιξη θα διακοπτόταν απότομα.

Οι Αχαιοί έγιναν η άρχουσα τάξη στην Κύπρο. Έφεραν μαζί τους τη θρησκεία, τα ήθη, τα έθιμα, τη γλώσσα, τις τέχνες και τις συνήθειές τους. Τα στοιχεία αυτά αναμείχτηκαν με τα αντίστοιχα των Ετεοκυπρίων και οι μεν άντλησαν πολλά από τους δε. Οι Αχαιοί και οι Ετεοκύπριοι έζησαν στο εξής μαζί στον ίδιο χώρο, όμως οι συνθήκες που δημιουργήθηκαν ευνοούσαν περισσότερο τους πρώτους σε βάρος των δεύτερων. Ταυτόχρονα οι Ετεοκύπριοι παραμερίζονταν σταδιακά και από άλλους που είχαν εγκατασταθεί σε κυπριακές πόλεις, όπως τους Φοίνικες. Ο υψηλός πολιτισμός των Αχαιών όμως, υπερίσχυσε. Σιγά-σιγά οι Ετεοκύπριοι εξελληνίζονταν και αφομοιώνονταν. Μαζί μ' αυτούς οι Έλληνες αφομοίωσαν και τα σημαντικότερα στοιχεία του πολιτισμού τους, τα οποία και υιοθέτησαν σε εξελληνισμένες και περισσότερο εξελιγμένες μορφές (όπως, για παράδειγμα, θρησκευτικά στοιχεία και μερικές θεότητες).

Έτσι, με τον εξελληνισμό και την αφομοίωσή τους από το κυρίαρχο πια ελληνικό στοιχείο της Κύπρου, οι Ετεοκύπριοι όλο και λιγόστευαν και, μέχρι τον 4ο π.Χ. αιώνα, ουσιαστικά εξαφανίστηκαν.

Η Αμαθούς, που θεωρούνταν από τους επιστήμονες και μελετητές μέχρι και πριν λίγα χρόνια ότι αποτελούσε το ύστατο προπύργιο των Ετεοκυπρίων στο νησί τους, παρουσιάζει πολύ διαφορετική εικόνα ύστερα από τις ανασκαφές και τα ευρήματα που ήρθαν στο φως πρόσφατα: Ελληνικές θεότητες, μαζί με άλλες, λατρεύονταν κι εκεί, ελληνικά ονόματα έφεραν βασιλιάδες και κάτοικοι της πόλης, ελληνικά κυρίως ήταν τα έθιμα που επικρατούσαν και ελληνικά τα αρχιτεκτονικά και άλλα στοιχεία.

Οδηγούμαστε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε ποτέ κάποιο προπύργιο - ύστατο ή όχι - των Ετεοκυπρίων, που προϋποθέτει αντιπαράθεσή τους προς τους Αχαιούς αποίκους. Βρέθηκαν βέβαια στην Αμαθούντα και ευρήματα όχι Ελληνικά, όπως βέβαια βρέθηκαν και στις λοιπές αρχαίες πόλεις του νησιού. Γενικά, η εικόνα που δίνεται με τις μέχρι σήμερα αρχαιολογικές γνώσεις και αποδείξεις, είναι τούτη: Οι μεγάλες και σημαντικές αρχαίες πόλεις του νησιού - όλες παραθαλάσσιες - είχαν πολλές επαφές με τις γύρω από την Κύπρο χώρες με τις οποίες διεξήγαγαν εκτεταμένο εμπόριο. Στις κυπριακές πόλεις βρίσκονταν επίσης εγκατεστημένοι πολλοί εμπορευόμενοι (Φοίνικες, Αχαιοί, Κρήτες, Αιγύπτιοι κλπ.), που αποτελούσαν άλλοτε μεγαλύτερες και άλλοτε μικρότερες κοινότητες. Τα καράβια, πολλών εθνικοτήτων, που πηγαινοέρχονταν, προσέθεταν πολλά στο "κοσμοπολίτικο" χρώμα των πόλεων αυτών. Οι μικρές ή μεγάλες κοινότητες είχαν τα δικά τους ήθη και έθιμα βέβαια, έκτιζαν τους δικούς τους ναούς και τιμούσαν τους δικούς τους θεούς (μήπως σήμερα, στις μεγαλουπόλεις του κόσμου δεν απαντούν κάτοικοι τόσων διαφορετικών εθνικοτήτων και δε βρίσκουμε ναούς κοντά σε εβραϊκές συναγωγές ή συναγωγές δίπλα σε μουσουλμανικά τεμένη;). Συνεπώς λίγες ή πολλές μη ελληνικές επιγραφές ή και άλλα αντικείμενα που αποκαλύπτονται από τις ανασκαφές δε σημαίνουν οπωσδήποτε ότι οι χώροι όπου βρίσκονται δεν υπήρξαν ελληνικοί. Εκτός από μερικά βασίλεια (όπως το Κίτιο και η Λάπηθος) που γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι βρέθηκαν κάτω από τη φοινικική κυριαρχία (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε σταματήσει να είναι έντονη η παρουσία του ελληνικού στοιχείου), δεν μπορούμε να μιλούμε με απόλυτη βεβαιότητα για ύπαρξη καθαρά Ετεοκυπριακών εστιών στο νησί. Οι Ετεοκύπριοι αποτελούσαν μεγάλο μέρος του ενεργού πληθυσμού των κυπριακών αρχαίων βασιλείων κι εξακολουθούσαν να ζουν σε ολόκληρο το νησί μέχρι την πλήρη αφομοίωσή τους που έγινε πολύ αργά αλλά σταθερά.

Ωστόσο δεν έχουμε ακριβή εικόνα ούτε κι απόλυτα ξεκάθαρη γνώμη ως προς το ποιοι και τι ήταν αυτοί οι "πρώτοι Κύπριοι", δηλαδή οι Ετεοκύπριοι. Όπως έχει τονιστεί και στο πρώτο κεφάλαιο αυτού του μέρους, οι προϊστορικοί εκείνοι κάτοικοι του νησιού είχαν δημιουργήσει έναν αξιόλογο δικό τους πολιτισμό που περιλάμβανε και δική τους γλώσσα. Ποιοι όμως ήταν, δεν μπορεί να καθοριστεί με απόλυτη σαφήνεια, μάλιστα πολύ περισσότερο επειδή υπάρχει και η περίπτωση άφιξης κατά καιρούς αποίκων από τη Μικρά Ασία και την συροπαλαιστινιακή ακτή, που είχαν προστεθεί και αυτοί στον πληθυσμό των Προϊστορικών χρόνων που καθορίζεται με τον όρο Ετεοκύπριοι.



Σύγχρονη εποχή

Η Κύπρος, επίσημα Κυπριακή Δημοκρατία ιδρύθηκε το 1960, στη βάση των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου που προέβλεπαν την ανεξαρτητοποίηση της Κύπρου από τη Βρετανία, αποικία της οποίας αποτελούσε πριν. Επίσης τότε ορίστηκαν οι τρεις επίσημες γλώσσες του κράτους , η Ελληνική , η Τουρκική και η Αγγλική ( όρος της Βρετανίας ) . Το 1963 με αφορμή τις προτάσεις για τροποποιήσεις του Συντάγματος των συμφωνιών Ζυρίχης οι Τουρκοκύπριοι αυτοαπομονώθηκαν σε κλειστούς εδαφικούς θύλακες[9]. Μετά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο (αφορμή της οποίας απετέλεσε το φασιστικό πραξικόπημα της ελλαδικής Χούντας και της κυπριακής Ε.Ο.Κ.Α. Β’[10]) και την κατοχή του 1974, η Κυπριακή Δημοκρατία πρακτικά ελέγχει μόνο τα δύο τρίτα του νησιού, ενώ το βόρειο τρίτο κατέχεται παράνομα από την Τουρκία.

Το 1983 η Τουρκία παρανόμως ανακήρυξε τα κατεχόμενα εδάφη σε κράτος, ονομάζοντάς το «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου» , το λεγόμενο << ψευδοκράτος >>. Η ενέργεια αυτή καταδικάστηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. Το κράτος αναγνωρίζεται σήμερα μόνο από την Τουρκία.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν την εισβολή οι εναπομείναντες εγκλωβισμένοι Ελληνοκύπριοι εκδιώχθηκαν και 120.000 έποικοι από την Τουρκία μεταφέρθηκαν στο βόρειο μέρος της Κύπρου. Επίσης αμέσως μετά την εισβολή οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι μετακινήθηκαν στο κατεχόμενο μέρος. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα το κατεχόμενο μέρος να κατοικείται κυρίως από Τούρκους (τους εναπομείναντες Τουρκοκύπριους και δεκάδες χιλιάδες εποίκους).

Το 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ένα τμήμα του εδάφους να βρίσκεται υπό Τουρκική κατοχή. Αυτό σημαίνει ότι το κοινοτικό κεκτημένο εφαρμόζεται μόνο στο ελεύθερο μέρος της Κύπρου. Δηλαδή, η συμφωνία ένταξης καλύπτει την ένταξη ολόκληρης της Κύπρου, αλλά υπάρχει πρόνοια ώστε το κοινοτικό κεκτημένο να εφαρμόζεται μόνο στις ελεύθερες περιοχές, διότι αυτές είναι που ελέγχει η κυπριακή κυβέρνηση. Η μη εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στο βόρειο τρίτο του νησιού έχει γεωγραφική ισχύ και όχι κοινωνική, και η Τουρκική μειονότητα της Κύπρου απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα της ένταξης.
Πολίτευμα - Αρχές

Το πολίτευμα της Κύπρου είναι Προεδρική Δημοκρατία. Αρχηγός κράτους και κυβέρνησης είναι ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας που εκλέγεται με καθολική ψηφοφορία για περίοδο πέντε ετών. Πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄. Από το 2008 στο αξίωμα αυτό είναι ο Δημήτρης Χριστόφιας τέως γενικός γραμματέας του ΑΚΕΛ.
Η Εκτελεστική εξουσία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ένα εντεκαμελές Υπουργικό Συμβούλιο που διορίζεται από τον Πρόεδρο. Σημειώνεται ότι οι Τουρκοκύπριοι από το 1963 αρνούνται τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση.
Η Νομοθετική εξουσία ασκείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων τα μέλη της οποίας εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία με σύστημα απλής αναλογικής και για περίοδο πέντε ετών. Η Βουλή των Αντιπροσώπων περιλαμβάνει 80 έδρες (56 για τους ελληνοκύπριους και 24 για τους τουρκοκύπριους - οι 24 έδρες παραμένουν κενές). Κύριες σήμερα πολιτικές δυνάμεις στην Κύπρο που συμμετέχουν στη Βουλή είναι τα κόμματα Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού(ΑΚΕΛ) (19 έδρες), Δημοκρατικός Συναγερμός (ΔΗΣΥ) (20 έδρες), Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗΚΟ) (9 έδρες), Κίνημα Σοσιαλδημοκρατών (ΚΣ ΕΔΕΚ]] (5 έδρες), Ευρωπαϊκό Κόμμα (ΕΥΡΩΚΟ) (2 έδρες) και το Κίνημα Οικολόγων Περιβαλλοντιστών (1 έδρα).
Η Δικαστική εξουσία, (απονομή δικαιοσύνης) στην Κύπρο, ασκείται από το Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας, τα Κακουργιοδικεία και τα Επαρχιακά Δικαστήρια, που αποτελούν ανεξάρτητη εξουσία.
Ανεξάρτητες Αρχές - Σώματα

Στην Κύπρο υφίσταται κάποιος αριθμός πολιτικών αξιωματούχων, Αρχών και Σωμάτων που δεν υπάγονται σε κανένα υπουργείο. Σύμφωνα με το υφιστάμενο σύνταγμα αυτοί είναι:
α) Ανεξάρτητοι αξιωματούχοι της Δημοκρατίας: Ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Γενικός Ελεγκτής, που προΐστανται της νομικής και ελεγκτικής υπηρεσίας αντίστοιχα, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, και το Γραφείο Προγραμματισμού, που λειτουργούν ως ανεξάρτητα συλλογικά όργανα.
β) Ανεξάρτητα Σώματα της Δημοκρατίας: Σ΄ αυτά περιλαμβάνονται το Γενικό Λογιστήριο, η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, το Γραφείο Επιτρόπου Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Κανονισμών, το Γραφείο Επιτρόπου Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ο Κυπριακός Οργανισμός Αγροτικών Πληρωμών, η Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Τοπικές Αρχές

Την ευθύνη για θέματα τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν τα Δημοτικά και Κοινοτικά Συμβούλια. Τα μεν Δημοτικά ασχολούνται με παροχή υπηρεσιών με διοικητικές αρμοδιότητες στις πόλεις και σε μεγάλες αγροτικές κοινότητες, ενώ τα κοινοτικά συμβούλια παρέχουν υπηρεσίες με διοικητικές αρμοδιότητες σε χωριά. Και τα δύο αυτά είδη Συμβουλίων είναι ανεξάρτητα σώματα τα μέλη των οποίων εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία στη περιφέρειά τους.
Εκλογές του 2011

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.[9]. Διεξάγονται ξεχωριστές βουλευτικές και προεδρικές εκλογές, και από το 2004 διεξάγονται και εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στις 22 Μαΐου 2011. Στις εκλογές εκείνες πρώτο κόμμα αναδείχθηκε ο Δημοκρατικός Συναγερμός (ΔΗΣΥ), επιβεβαιώνοντας τις δημοσκοπήσεις.[11]





Η λεγόμενη Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου

Στο κατεχόμενο από την Τουρκία βόρειο μέρος της Κύπρου, ντε φάκτο δεν ασκείται πολιτικός έλεγχος από την νόμιμη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, και έχει ανακηρυχθεί ένα ανεξάρτητο "κράτος" το 1983. Το "κράτος" που αυτοαποκαλείται Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου δεν αναγνωρίζεται από καμία χώρα στον κόσμο πλην της Τουρκίας. Το πολίτευμα του είναι Κοινοβουλευτική Δημοκρατία με λεγόμενο Πρόεδρο τον Ντερβίς Έρογλου.

Διοικητική διαίρεση της Κύπρου

Για διοικητικούς σκοπούς, η Κύπρος χωρίζεται σε γεωγραφικές και διοικητικές διαιρέσεις και υποδιαιρέσεις. Συνολικά, η χώρα διαιρείται σε έξι Επαρχίες, και αυτές με τη σειρά τους σε 386 Τοπικές Αρχές. Οι Τοπικές Αρχές, ανάλογα με το μέγεθος και τη δυνατότητα αυτοδιοίκησής τους, είναι είτε Δήμοι, είτε Κοινότητες.

Αυτό το σύστημα διοίκησης δεν συμπεριλαμβάνει τις Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο, οι οποίες θεωρούνται κυρίαρχο βρετανικό έδαφος.

Επαρχίες

Οι έξι επαρχίες της Κύπρου είναι: Αμμοχώστου, Κερύνειας, Λάρνακας, Λεμεσού, Λευκωσίας, και Πάφου. Η κάθε Επαρχία διοικείται από μια Επαρχιακή Διοίκηση. Οι Επαρχιακές Διοικήσεις με τη σειρά τους υπάγονται κατευθείαν στο Υπουργείο Εσωτερικών. Επικεφαλής των Επαρχιακών Διοικήσεων είναι οι Έπαρχοι, ο οποίοι διορίζονται από την εκάστοτε Κυβέρνηση, θεωρούνται Ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι του Υπουργείου Εσωτερικών και ο ρόλος τους είναι συντονιστικός και συνδετικός για τις δραστηριότητες όλων των Υπουργείων στην Επαρχία τους.

Οι Επαρχιακές Διοικήσεις ασχολούνται κυρίως με ζητήματα έκδοσης/ανανέωσης ταυτοτήτων και διαβατηρίων, συντήρηση του Εκλογικού καταλόγου και των βιβλιαρίων, ληξιαρχικές λειτουργίες, πολεοδομικές λειτουργίες και εκπόνηση στεγαστικών σχεδίων, και έκδοση και ανανέωση επαγγελματικών αδειών και αδειών κυνηγίου.[1] Επίσης, παρέχουν τεχνική και διοικητική βοήθεια στις μικρές ή στις όχι αρκετά εύπορες Κοινότητες.[2]
Τοπικές Αρχές

Οι Τοπικές Αρχές είναι οι διαιρέσεις των Επαρχιών, και είναι δύο ειδών: Δήμοι και Κοινότητες, οι οποίοι εκπροσωπούν περίπου το 60% και το 40% του πληθυσμού, αντίστοιχα.[3]
Δήμοι

Συνολικά σε όλες τις επαρχίες υπάρχουν τριάντα τρεις δήμοι,[4] από τους οποίους οι εννιά είναι κατεχόμενοι.[5] Οι κατεχόμενοι Δήμοι έχουν παύσει τη λειτουργία τους μετά το 1974 και εδρεύουν προσωρινά στις ελεύθερες περιοχές. Οι δημοτικές εκλογές διενεργούνται κανονικά.[2]

Η λειτουργία των Δήμων καθορίζεται από τον Νόμο περί Δήμων, του 1985[6]. Οι Δήμοι διοικούνται από το Δημοτικό Συμβούλιο, του οποίου ηγείται ο Δήμαρχος. Αυτοί εκλέγονται ανά πενταετία. Για τον συντονισμό των εργασιών τους, οι Δήμοι της Κύπρου έχουν συγκροτήσει την Ένωση Δήμων Κύπρου, πρόεδρος της οποίας είναι ο Ανδρεάς Χρίστου, δήμαρχος Λεμεσού.[7]
Κοινότητες

Οι κοινότητες είναι μικρότερες υποδιαιρέσεις των Επαρχιών. Υπάρχουν 353 κοινότητες στην Κύπρο,[3] η καθεμιά από τις οποίες διοικείται από Κοινοτικό Συμβούλιο, του οποίου ηγείται ο πρόεδρος της Κοινότητας. Αυτοί εκλέγονται ανά πενταετία. Για τον συντονισμό των εργασιών τους, οι Δήμοι της Κύπρου έχουν συγκροτήσει την Ένωση Κοινοτήτων Κύπρου.

Η λειτουργία τους καθορίζεται από τον Νόμο περί Κοινοτήτων, του 1999, ο οποίος μεταξύ άλλων συγκεντρώνει στο κοινοτικό συμβούλιο τις λειτουργίες των -πλέον ξεπερασμένων- Συμβουλίων Βελτίωσης, Χωριτικών Αρχών, Επιτροπών Υγείας και Επιτροπών Υδάτων.[8].

Σύμφωνα με τον Νόμο περί Δήμων, οποιαδήποτε Κοινότητα μπορεί να αναβαθμιστεί σε Δήμο αν αριθμεί τουλάχιστον 5.000 κατοίκους, και έχει την οικονομική δυνατότητα να λειτουργήσει ως Δήμος.[9]
Άλλες διαιρέσεις
Υποδιαιρέσεις των Τοπικών Αρχών

Οι Τοπικές Αρχές άτυπα μπορεί να διαιρούνται σε Ενορίες, Συνοικίες ή Οικισμούς. Αυτές οι υποδιαιρέσεις προκύπτουν είτε ιστορικά είτε γεωγραφικά, αλλά δεν είναι ξεχωριστές διοικητικές οντότητες. Από αυτές, οι Οικισμοί έχουν δημιουργηθεί από συνοικίσεις προσφύγων από την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο.
Συμπλέγματα κοινοτήτων

Με δημοψήφισμα των εγγραγραμμένων εκλογέων τους, δύο ή περισσότερες κοινότητες μπορούν να ζητήσουν από το Υπουργείο Εσωτερικών την συγκρότησή τους σε Σύμπλεγμα κοινοτήτων.[10] Μέχρι το 2011, υπάρχει μόνο ένα τέτοιο σύμπλεγμα, το Πέρα Χωριό-Νήσου.
Παραπομπές

    ↑ "Δραστηριότητες Επαρχιακών Διοικήσεων". Υπουργείο Εσωτερικών Κύπρου. Ανακτήθηκε την 7 Σεπτεμβρίου 2011.
    ↑ 2,0 2,1 "Οι τοπικές αρχές της Κύπρου". Ένωση Δήμων Κύπρου. Ανακτήθηκε την 7 Σεπτεμβρίου 2011.
    ↑ 3,0 3,1 "Γενικές πληροφορίες". Κυβερνητική Πύλη Διαδικτύου. Ανακτήθηκε την 6 Σεπτεμβρίου 2011.
    ↑ "Ένωση Δήμων Κύπρου". Ανακτήθηκε την 7 Σεπτεμβρίου 2011.
    ↑ "Κατεχόμενοι Δήμοι". Ένωση Δήμων Κύπρου. Ανακτήθηκε την 7 Σεπτεμβρίου 2011.
    ↑ "Δήμοι". Κυβερνητική Πύλη Διαδικτύου. Ανακτήθηκε την 7 Σεπτεμβρίου 2011.
    ↑ "Δήμοι στα όρια της οικονομικής κατάρρευσης". Εφημερίδα Φιλελεύθερος. 9 Φεβρουαρίου 2012. Ανακτήθηκε την 9 Φεβρουαρίου 2012.
    ↑ "Κοινοτικά Συμβούλια". Κυβερνητική Πύλη Διαδικτύου. Ανακτήθηκε την 7 Σεπτεμβρίου 2011.
    ↑ Άρθρο 4 "Ο περί Δήμων Νόμος του 1985". Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (2082). 18 Οκτωβρίου 1985. (pdf)
    ↑ "Σύμπλεγμα Κοινοτήτων". Κυβερνητική Πύλη Διαδικτύου. Ανακτήθηκε την 7 Σεπτεμβρίου 2011.
































































































Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ανησυχία της Ελλάδας για τις εκλογές στην Αλβανία

Το χρονικό του «Σκοπιανού»

Ριζική οικονομική μεταρρύθμιση ή υποταγή στους διεθνείς τραπεζίτες;