ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΘΑΛΑΣΣΩΝ

ΣTOIXEIA Ω KEANOΓPAΦIAΣ- ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΘΑΛΑΣΣΩΝ

2.1  Θαλάσσια  γεωγραφία

 Oι   θάλασσες  καλύπτουν   το  71%  περίπου   της   επιφάνειας   της   γης ,  δηλαδή
μία  έκταση  περίπου  362  εκατομμύρια  km2
. M ε  ένα   μέσο  βάθος  3729m,  περιέχουν
έναν  υδάτινο  όγκο 1350x106 km3
,  που   αντιστοιχεί   στα 97%  περίπου   του   συνόλου
των  ελεύθερων  υδάτινων μαζών  όλης της  γης .
 H ξηρή  και  υγρή  επιφάνεια  της   γης   είναι   άνισα  κατανεμημένες   στα  δύο
ημισφαίρια . H  ξηρά  είναι   συγκεντρωμένη   κατά  τα  4/5 αυτής  περίπου   στο  βόρειο
ημισφαίριο ,  ενώ   η   υγρή  επιφάνεια  συγκεντρώνεται   κατά  τα  9/10  αυτής  περίπου   στο
νότιο  ημισφαίριο .  Όσον  αφορά   τη   διάταξη  της   υγρής   επιφάνειας ,  είναι   τέτοια ,  ώστε
στην  πραγματικότητα  οι   ωκεανοί  να  αποτελούν   μία  ενιαία   και  συνεχή  θάλασσα.
Έχουν   χωρισθεί   σε  τέσσερεις  μεγάλους  ωκεανούς  σύμφωνα  με  τη   μορφή   τους   και
τη   θέση  της   ξηράς   ως  προς  την   υγρή  επιφάνεια.  Στοιχεία  για  την   έκταση  και  τον
όγκο  των   υδάτινων  μαζών   κάθε  ωκεανού   δίνονται  στον  πίνακα 2.1. Kαθε   ωκεανός
περιλαμβάνει   μικρότερες ,  κατά  κανόνα  κλειστές ,  θάλασσες.  Έτσι  η  Mεσόγειος ,  μαζί
με  τη  Mαύρη  Θάλασσα,  με  συνολική   επιφάνεια 2.51x10
6
 km
2
,  θεωρείται  ότι  είναι
μέρος   του  A τλαντικού  ωκεανού .  Στον  ίδιο   ωκεανό  θεωρείται  ότι  ανήκουν   η  B αλτική ,
η  A ρκτική  και η  K αραϊβική  θάλασσα,  όπως επίσης και ο  κόλπος του  Mεξικού .

ΠΙΝΑΚΑΣ 2.1
Έκταση,  όγκος  και μέσο βάθος  των  ωκεανών.
Ωκεανός και γειτονικές
θάλασσες
Έκταση
(10
6
 km
2
)
Όγκος
(10
6
 km
3
)
Mέσο  βάθος
(m)
Eιρηνικός  181 714 3940  Aτλαντικός 94 337 3575  Iνδικός  74 285 3840  Aρκτικός 12 14 1117  Σύνολα και μέσο βάθος  361  1350  3729

O ι   υδάτινες   μάζες  βέβαια   ανήκουν   κατά  το   μεγαλύτερο  μέρος   στους
ωκεανούς,  αλλά  ένα   μικρό  ποσοστό   καλύπτουν   και  οι   λίμνες ,  οι   ποταμοί,  τα






38                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


εσωτερικά   ύδατα  ( βλ.  ενότητα 2),  τα   υπόγεια  ύδατα ,  οι   θαλάσσιοι  πάγοι  κ .λπ.  Στον
πίνακα 2.2  δίνεται  η  κατανομή των  υδάτινων μαζών  (Ross 1988).

ΠΙΝΑΚΑΣ 2.2  K ατανομή  υδάτινων μαζών  ( υδατικών πόρων).
Yδάτινη μάζα  Όγκος (km
3
)
% του  γενικού
συνόλου
Eπιφανειακά  ύδατα       Λίμνες  γλυκών υδάτων   124266.29 0.009
  Λίμνες  αλμυρών υδάτων και
  εσωτερικά  ύδατα  104137.74
0.008
  Ποταμοί και χείμαρροι 1249.65 0.0001   Mερικό  σύνολο 229653.68 0.0171  Yπεδάφια  ύδατα     Eδαφική υγρασία  66648.15 0.005   Yπόγεια  ύδατα  8331019.06 0.613    Mερικό  σύνολο  8397667.21 0.618
Πάγοι πόλων -  παγετώνες  29158566.70 2.144  Aτμόσφαιρα  12913.08 0.001  Ωκεανοί 1320466521.00 97.220  Γενικό σύνολο ( προσεγγιστικό)  1358265322.00 100

 Tο   σύνολο  των   υδάτων  που   βρίσκεται  στη  γη  σχηματίστηκε   είτε   κατά  το
πρώτο   στάδιο   της   διαμόρφωσης  της   γης   είτε   αργότερα  σε  διάφορες  γεωλογικές
εποχές  από   διαρρήξεις   και  καταβυθίσεις   τμημάτων  της . M ία   πολύ  προσεγγιστική
εκτίμηση   για  την   ηλικία   των   πρώτων   υδάτινων  σχηματισμών   και  των   πρώτων
θαλασσών   είναι   τα   τρία   δισεκατομμύρια   χρόνια ,  αλλά  οι   ωκεανοί  τότε   δεν  είχαν  τη
σημερινή  τους   μορφή . Tο   νερό  πρέπει  να  προήλθε   από   τους   υδρατμούς ,  που ,  μαζί
με  άλλα  αέρια,  έβγαιναν   σε  μεγάλες  ποσότητες  από   τα   ηφαίστεια  στην  αρχή  της
ιστορίας  της  γης ,  όταν η  ηφαιστειακή δραστηριότητα ήταν έντονη .
 H κίνηση   των   υδάτινων  μαζών   ανάμεσα   στα  συστήματα  “ωκεανοί”,
“ ατμόσφαιρα”  και “ ξηρά”  είναι   συνεχής   και  ονομάζεται   υδρολογικός  κύκλος ( βλ.  σχ.
2.1). H συνεχής   κίνηση   των   υδάτινων  μαζών   από   σύστημα   σε  σύστημα   οφείλεται
κυρίως  στην  εξάτμιση   των   επιφανειακών  υδάτων  και  τα   ατμοσφαιρικά
κατακρημνίσματα  ( βροχοπτώσεις  κ .λπ.). H εξάτμιση   είναι   γενικά   υψηλότερη   από   τα
κατακρημνίσματα   στους  ωκεανούς,  ενώ   το   αντίθετο   συμβαίνει  στην  ξηρά. H
απώλεια   υδάτων  στους  ωκεανούς  και  η   περίσσεια  στην  ξηρά,  λόγω  των
προηγουμένων   φαινομένων,  εξισορροπούνται   από   την   εισροή   υδάτινων  μαζών
από  τους  ποταμούς στις  ωκεάνιες  εκτάσεις .






39                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2



Σχ. 2.1  O  υδρολογικός κύκλος ( Τσούρης  1999).

2.2 Tο  θαλάσσιο  περιβάλλον
 
 2.2.1 Oι ιδιότητες του  θαλάσσιου  νερού
  Στην  ενότητα  αυτή  θα  αναφερθούν  συνοπτικά  ορισμένα  στοιχεία  για  τις
βασικές  ιδιότητες   του   θαλάσσιου   νερού   που   επιδρούν  στο  θαλάσσιο  περιβάλλον
και  είναι   από   τις  παραμέτρους   εκείνες  που   κατά  κανόνα  μετρώνται  στις   διάφορες
υδρογραφικές- ωκεανογραφικές μελέτες.

A λατότητα και αγωγιμότητα
  Tο   νερό  της   θάλασσας  αποτελείται  κατά 965‰  από   καθαρό  νερό  και 35‰
από   διαλυμένα  άλατα . O  όρος  αλατότητα (salinity)  ή  αλμυρότητα  δηλώνει   το   βάρος
όλων  των   αλάτων  σε  γραμμάρια  (gr),  που   περιέχονται  σε 1 kgr  θαλάσσιου   νερού . H
αλατότητα  του   θαλάσσιου   νερού   μεταβάλλεται   σε  περιορισμένα   όρια   από   τόπο  σε
τόπο,  ιδιαίτερα   μάλιστα  σε  παράκτιες  περιοχές   και  κοντά   στις   εκβολές   ποταμών. H
αλατότητα  γενικά   παρουσιάζει  μία  αύξηση  με  το   βάθος ,  ενώ   ταυτόχρονα  εξαρτάται
από   το   γεωγραφικό  πλάτος. H  αλατότητα  των   θαλάσσιων   υδάτων  δεν  φαίνεται  να






40                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


έχει   μεταβληθεί   σημαντικά  τα   τελευταία  εκατομμύρια   χρόνια ,  ενώ   εξαρτάται  από   την
εξάτμιση ,  τις  βροχές  και  τα   ύδατα   των   ποταμών  που   πέφτουν   στη  θάλασσα. H
αλατότητα  όλων  των   θαλασσών   και  των   ωκεανών  παρουσιάζει  μία  μέση  τιμή   ίση
περίπου   με 35‰. Aυτή  η   τιμή   ποικίλλει   από   περιοχή  σε  περιοχή  και,  όπως
προαναφέρθηκε,  εξαρτάται  από   πολλούς   παράγοντες.  Έτσι  στην  επιφάνεια  της
Mαύρης   θάλασσας  η   αλατότητα  είναι  18‰  και  στην Eρυθρά   θάλασσα 40‰, αλλά
αυτές  αποτελούν   ακραίες  τιμές. A κραίες   τιμές,  που   πλησιάζουν  μάλιστα  το  0‰,
έχουν   μετρηθεί   σε  κλειστούς  κόλπους   με  σημαντική  παροχή  από   νερά  ποταμών. H
αλατότητα  στην  ανατολική Mεσόγειο  και  το  Aιγαίο  πέλαγος   έχουν   τιμές  που
ποικίλλουν  από  35‰  μέχρι 39.5‰  ενώ   στη δυτική  Mεσόγειο είναι  περίπου  36.5‰.
 Aπό  αναλύσεις  έχει   προκύψει  ότι  τα   κύρια  άλατα ,  τα   οποία   υπάρχουν  σε
1kgr θαλάσσιου   νερού ,  είναι : NaCl 27.21 gr (77.76%),

MgCl2
 3.81 gr (10.88%),
 
MgSO4
1.66 gr (4.74%),
 
CaSO
4
 1.26 gr (6.60%). Eίναι   αξιοσημείωτο   ότι,  με  το
σύνολο  των   αλάτων  που   δέχονται   κάθε  χρόνο   οι   θάλασσες,  θα  έπρεπε  η   αλατότητά
τους   συνεχώς   να  αυξάνεται.  Όπως  όμως  αποδεικνύεται  από   τα   απολιθώματα
οργανισμών,  που   ζούσαν  πριν   από   εκατοντάδες  εκατομμύρια   χρόνια ,  η   αλατότητα
των   ωκεανών  δεν  έχει   μεταβληθεί   αισθητά. Aυτό  σημαίνει   ότι  τα   άλατα   αφαιρούνται
από   το   θαλάσσιο  νερό  με  την   ίδια   ταχύτητα   που   προστίθενται ,  με  τη   βοήθεια
πολύπλοκων   χημικών   αντιδράσεων ,  με  τα   ιζήματα   των   βυθών   και  τα   διάφορα
αιωρούμενα  σωματίδια.  Στο  σχήμα  2.2 δίνεται   η   κατανομή  της   αλατότητας  με  το
γεωγραφικό  πλάτος  και  το   βάθος   σε  μία  κατά  μήκος   τομή  του  Aτλαντικού  από
βορρά   προς  νότο,  δηλαδή  από  60°  βόρειο   γεωγραφικό  πλάτος  μέχρι 80° νότιο
γεωγραφικό  πλάτος.  Σημειώνεται  το   χαρακτηριστικό   σημείο   της   εκροής  της
Mεσογείου   στον Aτλαντικό   ωκεανό. A πό  το   σχήμα  2.2  προκύπτει  ότι  στον
Aτλαντικό   ωκεανό  σε  βόρειο   γεωγραφικό  πλάτος 30°  και  βάθος  1000 m  η
αλατότητα  είναι   περίπου  35.5‰,  ενώ   σε  νότιο  γεωγραφικό  πλάτος 30° και  στο  ίδιο
βάθος   η   αλατότητα  είναι   περίπου  34.4‰.  Στο  ίδιο   σχήμα ,  η   γεωγραφική  κατανομή
της   αλατότητας  εμφανίζει  μία  ζωνοειδή  ανάπτυξη  από   τον   ισημερινό   προς  τους
πόλους.
H άμεση   μέτρηση   της   αλατότητας  βασίζεται  στη  χημική   ανάλυση   όλων  των
αλάτων  που   περιέχονται  σε 1 kgr νερού   ή   στην  εξάτμιση   συγκεκριμένου  όγκου
νερού   και  ζύγιση   των   αλάτων. O ι   διαδικασίες   αυτές  όμως  είναι   χρονοβόρες. M ία
μέθοδος   υπολογισμού   της   αλατότητας,  που   ήταν  μέχρι  πρόσφατα  σε  εφαρμογή,
είχε   ως  βάση τον   προσδιορισμό  ενός   μόνον   ιόντος ,  του   ιόντος   του  χλωρίου ,  δηλαδή
τον   προσδιορισμό  της   χλωρίτητας   του   θαλάσσιου   νερού . H  αλατότητα
υπολογιζόταν  στη  συνέχεια   με  πολλαπλασιασμό   της   χλωρίτητας   με  ένα   σταθερό
συντελεστή.  Σήμερα,  κατά  κανόνα,  η   αλατότητα  προκύπτει  από   τη   μέτρηση   της
ηλεκτρικής    αγωγιμότητας   του    θαλάσσιου    νερού . Tο  νερό,  που    δεν περιέχει   ξένα 






41                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2



Σχ. 2.2  K ατανομή  της  αλατότητας στον A τλαντικό  ωκεανό

σωματίδια,  είναι   κακός   αγωγός  του   ηλεκτρικού   ρεύματος. Eντούτοις ,  όταν  στο  νερό
υπάρχουν  διαλυμένα  άλατα ,  τα   μόρια  των   αλάτων  αυτών   ιονίζονται  και  γίνονται  έτσι
καλοί  αγωγοί  του   ηλεκτρισμού.  Για  τον   λόγο  αυτόν  η  αγωγιμότητα   του   θαλασσινού
νερού   είναι   ευθέως  ανάλογη   προς  τον   αριθμό  των   μορίων  των   αλάτων  μέσα  στο
νερό.  Έχει   αποδειχθεί   ότι  η   χημική   σύσταση   του   θαλασσινού  νερού   παρουσιάζει
μικρές   μεταβολές  από   τόπο  σε  τόπο  και  με  το   βάθος . A υτό  σημαίνει   ότι,  και  αν
ακόμη   η   αναλογία  μεταξύ   των   ιόντων   μεταβληθεί ,  η  αγωγιμότητα   δεν  μεταβάλλεται ,
εφόσον  το   συνολικό   βάρος   των   διαλυμένων  ουσιών  παραμένει  σταθερό . H
αγωγιμότητα   βέβαια   είναι   συνάρτηση   τόσο  της   αλατότητας  όσο   και  της
θερμοκρασίας. E πομένως  για  τον   τελικό   καθορισμό   της   αλατότητας  απαιτούνται
τόσο  μετρήσεις  θερμοκρασίας  όσο   και  αγωγιμότητας.  Για  οποιαδήποτε   τιμή   της
αλατότητας  η   αγωγιμότητα   αυξάνεται  με  κάθε  αύξηση  της   θερμοκρασίας. O
υπολογισμός   της   αλατότητας  μέσω  της   αγωγιμότητας  του   θαλάσσιου   νερού
παρουσιάζει μία ακρίβεια  της  τάξης  του  0.002‰.
 Aπό  την   άποψη  των   χρησιμοποιούμενων   οργάνων ,  η   μέτρηση   της
αλατότητας  γίνεται   σήμερα  με  κάποιους  ειδικούς   αισθητήρες ,  που   βυθίζονται   στο
θαλάσσιο  νερό  σε  συγκεκριμένα   βάθη. O ι   αισθητήρες   αυτοί  μετρούν   συνήθως  και
άλλες  παραμέτρους   του   θαλάσσιου   νερού   ( πολυαισθητήρες).  Tύπος
πολυαισθητήρα  με ψηφιακή  καταχώριση των  μετρούμενων  παραμέτρων δίνεται  στο
τέλος της  ενότητας  αυτής.
 Eκτός   από   τη   συγκέντρωση  αλάτων,  στο  θαλάσσιο  νερό  υπάρχουν  και
αέρια,  όπως  το

CO
2
,  η   περιεκτικότητα  του   οποίου  εξαρτάται  από   τη   θερμοκρασία .
Όσο   αυξάνεται  η   θερμοκρασία   του   θαλάσσιου   νερού ,  τόσο  μειώνεται  η
περιεκτικότητα  του 
 
CO
2
  σε  αυτό. E πίσης  υπάρχει   οξυγόνο   και  άζωτο ,  αργό
υδρόθειο,  όπως  για  παράδειγμα  στις   εσωτερικές   θάλασσες (Eύξεινος  Πόντος),  στα






42                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


φιόρδ της  N ορβηγίας και αλλού .

Θερμοκρασία
  H θερμοκρασία   των   θαλάσσιων   υδάτων  είναι   περισσότερο  ομοιόμορφη
από   τη   θερμοκρασία   της   ατμόσφαιρας . A υτό  συμβαίνει  για  δύο   λόγους: O  πρώτος
λόγος   είναι   ότι  το   νερό  θαλασσών   και  ωκεανών  δεν  θερμαίνεται  ούτε   ψύχεται
γρήγορα   λόγω  της   μεγάλης   θερμοχωρητικότητάς  του . O  δεύτερος   λόγος   είναι   ότι  η
διαρκής  κίνηση   έχει   ως  αποτέλεσμα  την   ανάμιξη  των   θαλάσσιων   μαζών   με
συνέπεια  το   θερμικό  ισοζύγιο .  Συνήθως  την   επιφάνεια  θαλασσών   και  ωκεανών  τη
διακρίνουμε  σε 9  ζώνες ,  ανάλογα   με  τη   θερμοκρασία  ( Σωτηριάδης 1978):  την
τροπική    ζώνη,  της   οποίας  η   θερμοκρασία   ποικίλλει   από  25°C   μέχρι 31°C, δύο
υποτροπικές    ζώνες   από  15°C  μέχρι 33°C, δύο   εύκρατες   ζώνες   από  10°C  μέχρι
25°C,  δύο   υποπολικές  ζώνες   από  5°C   μέχρι -10°C και  δύο   πολικές  ζώνες   από  -1.9°C  μέχρι -5°C.
 Oι  θερμοκρασιακές  μεταβολές  της   ατμόσφαιρας   επιδρούν  και  στις
θερμοκρασίες  των   επιφανειακών  θαλάσσιων   υδάτων.  Στις   τροπικές   περιοχές   η
θερμοκρασία   των   επιφανειακών  θαλάσσιων   υδάτων  είναι   κατά  μέσο  όρο   μικρότερη
της   θερμοκρασίας  των   υπερκείμενων  ατμοσφαιρικών   στρωμάτων,  ενώ   το   αντίθετο
συμβαίνει  στις   εύκρατες   και  ψυχρές  περιοχές . H  επίδραση  της   θερμοκρασίας  της
ατμόσφαιρας   στην  αντίστοιχη  θερμοκρασία   του   θαλάσσιου   ύδατος  λαμβάνει   χώρα
μέχρι  ένα   ορισμένο  βάθος .  Σε  μεγάλα  βάθη  η   επίδραση  αυτή  είναι   αμελητέα.  Πιο
συγκεκριμένα ,  σε  ένα   στρώμα  θαλάσσιου   ύδατος  μέχρι  τα  200 m  η   θερμοκρασία
είναι   παραπλήσια  της   θερμοκρασίας  των   επιφανειακών  υδάτων.  Σε  ένα   στρώμα
από   τα  200 μέχρι  τα  1000 m  παρατηρείται   μία  ραγδαία   ελάττωση  της   θερμοκρασίας
με  το   βάθος ,  ενώ   στα  μεγαλύτερα  βάθη  παρατηρείται   μία  ανεπαίσθητη   ελάττωση
της   θερμοκρασίας  και  πολλές  φορές   γίνεται   λόγος   για  σταθερή   θερμοκρασία   μετά
από   κάποιο  μεγάλο  βάθος  (>3000 m). Eίναι   προφανές  ότι  η   προηγούμενη
στρωματοποίηση   δεν  μπορεί  να  θεωρηθεί  ως  απόλυτη ,  αφού  σε  ορισμένες
υποθαλάσσιες  περιοχές   είναι   δυνατόν   η   θερμοκρασία   να  επηρεάζεται  από   θερμά   ή
ψυχρά   θαλάσσια  ρεύματα . H  ζώνη,  όπου  παρατηρείται   η   σημαντική  ελάττωση  της
θερμοκρασίας  με  το   βάθος ,  ονομάζεται   θερμοκλινές (thermocline).  Tο  εύρος   της
ζώνης   του   θερμοκλινούς  είναι   δύσκολο   να  προσδιορισθεί,  ιδιαίτερα   σε  περιοχές
όπου  η   μεταβολή  της   θερμοκρασίας  δεν  είναι   ιδιαίτερα   έντονη .  Στο  σχήμα  2.3 α
δίνεται   ένα   τυπικό   παράδειγμα  της   μεταβολής   της   θερμοκρασίας  με  το   βάθος   για
μέσα  πλάτη   και  παρουσιάζεται  ένα   εποχιακό  και  ένα   μόνιμο   θερμοκλινές
(Aλμπανάκης  1999).  Στο  σχήμα  2.3 β  δίνεται   η   κατανομή  της   θερμοκρασίας  με  το
βάθος   στο A ιγαίο,  όπου  φαίνεται  ότι  τους   θερινούς   μήνες  αναπτύσσεται  ένα   έντονο
θερμοκλινές,  με  θερμοκρασίες  στα  επιφανειακά  νερά  της   τάξης   των  22°C - 28°C. H
ψύξη  των   νερών   το   χειμώνα   εξαφανίζει   το   θερμοκλινές  και  δημιουργεί   ένα






43                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


ισοθερμοκρασιακό στρώμα νερού  (Aλμπανάκης  1999).  Γενικά ,   σε μέσα   και   μικρά

Σχ. 2.3  ( α ) Eποχιακό και μόνιμο  θερμοκλινές. ( β) M εταβολή  της  θερμοκρασίας των
ωκεάνιων υδάτων με το  βάθος  (Aλμπανάκης  1999, μετά  από  τροποποίηση ).

γεωγραφικά  πλάτη   η   ζώνη  του   θερμοκλινούς  υπάρχει   πάντοτε,  ανεξάρτητα  από
εποχιακές  μεταβολές  της   θερμοκρασίας  των   θαλάσσιων   υδάτων. E ίναι   γεγονός   ότι






44                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


οι   ελληνικές  θάλασσες  και  η  Mεσόγειος   είναι   θερμές  θάλασσες  όχι  μόνο  στην
επιφάνεια  αλλά  και  στα  βαθύτερα  στρώματα.  Στη Mεσόγειο  και  στο A ιγαίο  σε  βάθη
1000 m - 1500 m η  θερμοκρασία   είναι   της   τάξης   των  12°C - 13°C,  όταν  στα  ίδια
βάθη στους ωκεανούς οι  αντίστοιχες  θερμοκρασίες είναι  5°C - 8°C.
H μεταβολή  της   θερμοκρασίας  με  το   βάθος   εξαρτάται  και  από   το
γεωγραφικό  πλάτος  μιας   περιοχής.  Γενικά ,  παρατηρείται   μία  ελάττωση  της
θερμοκρασίας  των   επιφανειακών  υδάτων  από   τον   ισημερινό   προς  τους   πόλους
( από  27°C  σε -2°C  περίπου ).  Στο  σχήμα  2.4  δίνεται   η   κατανομή  της   θερμοκρασίας
με  το   γεωγραφικό  πλάτος  και  το   βάθος   σε  μία  κατά  μήκος   τομή  του  A τλαντικού  από
βορρά   προς  νότο,  δηλαδή  από  60°  βόρειο   γεωγραφικό  πλάτος  μέχρι 80° νότιο
γεωγραφικό πλάτος.
  H οριζόντια  κατανομή  της   θερμοκρασίας  στα  επιφανειακά  ύδατα   είναι
δύσκολο   να  περιγραφεί ,  γιατί   είναι   ένα   πολύπλοκο  φαινόμενο,  που   υφίσταται
σημαντικές   ετήσιες  μεταβολές. E ίναι   εμφανές   στο  σχήμα  2.4 ότι  ο   γεωγραφικός
ισημερινός   δεν  συμπίπτει  με  τον   θερμικό  ισημερινό   στον Aτλαντικό   ωκεανό  και
μάλιστα  ο   θερμικός   ισημερινός   βρίσκεται  βορειότερα   του   γεωγραφικού . A υτό  είναι
αποτέλεσμα  της   κίνησης  των   θαλάσσιων   μαζών   στην  περιοχή  του  Aτλαντικού
ωκεανού .


Σχ. 2.4  Mεταβολή  της  θερμοκρασίας στον A τλαντικό  ωκεανό.

H θερμοκρασία   των   θαλάσσιων   μαζών   μπορεί  να  μετρηθεί   σήμερα  με
πολλούς   και  διαφορετικούς  τρόπους ,  ανάλογα   με  το   είδος  της   εφαρμογής ,  την
επιζητούμενη   ακρίβεια ,  την   έκταση  που   θα  πραγματοποιηθούν  οι   μετρήσεις  και  εάν
αυτές θα γίνουν  κατά την  κίνηση  του  σκάφους  ή  όταν αυτό παραμένει ακίνητο.
  Στις   υδρογραφικές- ωκεανογραφικές  εργασίες   ενδιαφέρει   κατά  κανόνα  η
κατανομή  της   θερμοκρασίας  οριζόντια  και  κάθετα  στο  θαλάσσιο  νερό.  Έτσι,
χρησιμοποιούνται   συνήθως  κάποια  ειδικά   θερμόμετρα,  τα   αντιστρεφόμενα






45                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


θερμόμετρα,  που   δίνουν   μετρήσεις  κατά  την   έννοια   των   τριών   διαστάσεων  και
παρουσιάζουν  μία  ευαισθησία  ( ακρίβεια )  στις   μετρήσεις  της   τάξης   του  0.02°C. T ο
αντιστρεφόμενο   θερμόμετρο  είναι   ένα   είδος  υδραργυρικού  θερμομέτρου   το   οποίο
βυθίζεται   στο  θαλάσσιο  νερό  μαζί   με  ένα   δοχείο   συλλογής  δείγματος  νερού .  Σε
κάποιο  βάθος ,  με  ειδικό   μηχανισμό ,  το   δοχείο   του   δείγματος  αναστρέφεται   και
ταυτόχρονα  προκαλείται  αναστροφή   και  στο  υδραργυρικό   θερμόμετρο. M ε  τον
τρόπο   αυτό  παρατηρείται   ένα  “σπάσιμο ”  στη  στήλη   του   υδραργύρου,  με
αποτέλεσμα  το   άνω   άκρο  του   υδραργύρου  να  παραμένει  στη  θερμοκρασία   που
καταγράφηκε   στο  βάθος   αναστροφής  του   θερμομέτρου ,  έως   ότου  να  γίνει   η
καταγραφή   της   τιμής  της   θερμοκρασίας  επάνω   στο  σκάφος (συνήθως  στον
υπολογιστή  στις   σύγχρονες   αυτοματοποιημένες   υδρογραφικές  εργασίες ). M ε  τον
τρόπο   αυτό  είναι   δυνατόν   να  μετρηθεί   η   θερμοκρασία   σε  διάφορα   βάθη,  όταν  το
σκάφος  παραμένει  ακίνητο.  Για  την   καταγραφή   της   θερμοκρασίας  κατά  την   κίνηση
του   πλοίου,  παλαιότερα  χρησιμοποιούνταν  οι   βαθυθερμογράφοι ,  όργανα  σε  σχήμα
τορπίλλης   που   σύρονταν  από   το   πλοίο  και  μετρούσαν   θερμοκρασίες  μέχρι  ένα
βάθος  300 m,  που   αυτόματα  καταγράφονταν   σε  σχεδιαστικά  όργανα  ή   υπολογιστές
επάνω   στο  πλοίο. A ργότερα ,  ο   περιορισμός  αυτός  του   βάθους  ξεπεράστηκε   με  τη
χρησιμοποίηση   ειδικών  ηλεκτρονικών  θερμομέτρων ,  τα   οποία   έχουν   ως  αισθητήρα
κάποιο  “θερμίστορ”,   μία  αντίσταση  δηλαδή  που   η   τιμή   της   μεταβάλλεται   με  τη
θερμοκρασία . T α   ηλεκτρονικά  θερμόμετρα,  επειδή   είναι   δυνατόν   να  είναι   και
αυτογραφικά ,  ποντίζονται  στο  νερό  εφοδιασμένα   με  πολλούς   αισθητήρες ,  οπότε
καταγράφουν  θερμοκρασίες σε διαφορετικά βάθη της  υδάτινης  στήλης.
  Στις   σύγχρονες   υδρογραφικές- ωκεανογραφικές  εφαρμογές   οι   μετρήσεις  της
θερμοκρασίας  σε  κίνηση   πραγματοποιούνται   κατά  κανόνα  με  ειδικούς
πολυαισθητήρες,  που ,  εκτός  της   θερμοκρασίας,  μετρούν   και  άλλες  ιδιότητες   του
θαλάσσιου   νερού .  Όλα   αυτά  τα   στοιχεία  είναι   δυνατόν   να  αποδοθούν  σε
πραγματικό  χρόνο  ( κατά  τη   διάρκεια   της   μέτρησης)  στην  οθόνη   ενός   ηλεκτρονικού
υπολογιστή  επί  του   σκάφους  ( ηλεκτρονικός   χάρτης),  ή /και  να  αποθηκευθούν  με
ψηφιακό   τρόπο   σε  ειδική   δισκέτα  και  να  αξιοποιηθούν   αργότερα. Oι
πολυαισθητήρες  δεν  ποντίζονται  μόνον   από   πλοία  στο  θαλάσσιο  νερό,  αλλά
ορισμένες  παραλλαγές  τους   και  από   αεροπλάνα ,  σε  χαμηλές   πτήσεις  μικρής
ταχύτητας . H  αρχή  λειτουργίας  όλων  των   πολυαισθητήρων  βασίζεται  στη  μέτρηση
της  υπερκείμενης  στήλης νερού ,  η  οποία  μετατρέπεται  σε βάθος .
  Σήμερα,  η  επιστήμη  της   δορυφορικής   αλτιμετρίας   παρέχει  τη   δυνατότητα
καταγραφής  επιφανειακών  θερμοκρασιών  για  το   σύνολο  των   θαλάσσιων
επιφανειών  με  μετρήσεις  από   τους   ειδικούς   δορυφόρους ,  που   χρησιμοποιούνται
κατά  κύριο  λόγο  για  τον   προσδιορισμό  της   μέσης   στάθμης   της   επιφάνειας   της
θάλασσας.  Περισσότερες  λεπτομέρειες   για  την   εφαρμογή  αυτή  δίνονται  στο 3ο
κεφάλαιο. E πίσης,  και  δορυφόροι ,  που   χρησιμοποιούνται   για  εφαρμογές   της






46                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


τηλεπισκόπησης  στις   ωκεάνιες   εκτάσεις ,  δίνουν   επιφανειακές   θερμοκρασίες  του
θαλάσσιου   νερού . H  σημασία   των   δορυφορικών   αυτών   εφαρμογών  είναι   τεράστια
για  το   σύνολο  των   θαλάσσιων   επιστημών ,  καθώς   οι   εικόνες  των   τηλεπισκοπικών
δορυφόρων  καλύπτουν   εκτάσεις   εκατοντάδων   τετραγωνικών  χιλιομέτρων  και
λαμβάνονται   σε  ελάχιστο   χρόνο ,  με  αποτέλεσμα  να  υπάρχουν  διαθέσιμα  συγκριτικά
στοιχεία  για  την   επιφανειακή  θερμοκρασία   της   θάλασσας  ανάμεσα   σε  περιοχές   που
απέχουν   μεταξύ   τους   πολύ  μεγάλες  αποστάσεις. H  μέτρηση   της   θερμοκρασίας  από
τους   τηλεπισκοπικούς   δορυφόρους   βασίζεται  στο  φαινόμενο  της   ακτινοβολίας
ηλεκτρομαγνητικής  ενέργειας  από   κάθε  σώμα  ανάλογα   με  την   θερμοκρασία   του .
Bέβαια,  για  να  υπάρξουν  αξιοποιήσιμα   αποτελέσματα,  πρέπει  να  εφαρμοστούν
κάποιοι  ειδικοί   αλγόριθμοι   κατά  την   επεξεργασία   της   ψηφιακής  εικόνας  για  τη
διόρθωση  διαφόρων  σφαλμάτων,  που   οφείλονται   στην  επίδραση  της   ατμόσφαιρας ,
των  κυμάτων  και άλλων  αιτίων  (Robinson 1985, Mertikas 1999).

Πυκνότητα
  H πυκνότητα   του   θαλάσσιου   νερού   εξαρτάται  από   την   αλατότητα  S ,  τη
θερμοκρασία   T   και  την   πίεση  P ,  που   μεταβάλλεται   σε  πολύ  στενά  όρια . M ία   μέση
τιμή  για  την   πυκνότητα   είναι  1.027 gr/cm
3
 (1027 kgr/m
3
). H  μέτρηση   της   πυκνότητας
γίνεται   με  τη   χρήση   αραιομέτρου   με  χαμηλή  σχετικά  ακρίβεια . E πίσης  μπορεί  να
γίνει   με  οπτικές  μεθόδους  με  βάση  τη   μεταβολή  της   τιμής  της   διάθλασης ,  όταν  το
φως   διέρχεται   από   υγρά  διαφορετικής   πυκνότητας.  Ένας  άλλος   τρόπος
προσδιορισμού   της   πυκνότητας  επιτυγχάνεται  με  τη   βοήθεια  της   θερμοκρασίας  και
της   αλατότητας  των   θαλάσσιων   υδάτων  και  τη   χρήση   ειδικών  πινάκων  ( πίνακες
Knudsen-Ekman)  που   ήταν  σε  χρήση   μέχρι  το  1980. Mετά  το  1980 για  τον
υπολογισμό  της   πυκνότητας  ( ) P T S , , ρ   καθιερώθηκε   από   την  UNESCO  η   διεθνής
καταστατική  εξίσωση   του   θαλάσσιου   νερού  (International Equation of State, 1980 -
IES80),   που   δίνει   την   πυκνότητα   μέσω  μιας   σειράς   πολυωνυμικών   όρων  ως
συνάρτηση   της   αλατότητας,  της   θερμοκρασίας  και  της   πίεσης (Pond and Pickard
1983). H  ακρίβεια   προσδιορισμού   της   πυκνότητας  με  την   εξίσωση   αυτή  είναι
καλύτερη από  την  ακρίβεια  που  παρείχαν οι  πίνακες των  Knudsen-Ekman.
 Aξίζει   να  αναφερθεί  ότι,  ανάλογα   με  την   υδρογραφική - ωκεανογραφική
εφαρμογή,  η   πυκνότητα   ορίζεται  με  διάφορους   τρόπους  (Pond and Pickard 1983,
Aλμπανάκης  1999):
()P T S , , ρ :  πυκνότητα  τυχαίου δείγματος θαλάσσιου  νερού .
()0, , T S ρ  :  πυκνότητα   τυχαίας  αλατότητας  και  θερμοκρασίας  στην  επιφάνεια
της      θάλασσας.
()0, , 35T ρ :  πυκνότητα  νερού  αλατότητας 35‰,  τυχαίας θερμοκρασίας στην
   επιφάνεια της  θάλασσας.






47                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


Πολλές  φορές ,  όταν  συγκρίνονται   θαλάσσιες   μάζες  σε  ίδια   βάθη,  το
αποτέλεσμα  της   πίεσης  παραλείπεται   και  ορίζεται  η   ποσότητα
t
σ ,  που   ονομάζεται
συντελεστής πυκνότητας και δίνεται  από  τη  σχέση

()1000 0, , − = T S
t
ρ σ ,                   (2.1)

όπου  η   πυκνότητα   εκφράζεται   σε kgr/m
3
. H  εξάρτηση  του
t
σ   από   την   θερμοκρασία
και  την   αλατότητα  είναι   μία  πολύπλοκη  μη  γραμμική  σχέση   και  υπολογίζεται   από
πίνακες  ή  από   ένα   νομογράφημα  της   μορφής  αυτού   που   δίνεται   στο  σχήμα  2.5. Στα
νομογραφήματα  αυτά  η  πυκνότητα   παριστάνεται   με  διαγώνιες  καμπύλες  που
ονομάζονται  ισόπυκνες ,  δηλαδή  σημεία   επί  της   αυτής  καμπύλης  έχουν   την   ίδια
πυκνότητα .
Στο  σχήμα  2.5  παριστάνεται   ο   ετήσιος  κύκλος  μεταβολής   θερμοκρασίας  και
αλατότητας  στην  επιφάνεια  της   θάλασσας,  σε  ένα   σταθμό  δυτικά   της   Θάσου,  στον
κόλπο   της  Kαβάλας (Kαλούμενος  1987),  όπου  έγιναν   μετρήσεις  των   παραμέτρων
του   θαλάσσιου   νερού   την   περίοδο 1978-1982. A πό  την   ίδια   μελέτη ,  που   έγινε  στα
πλαίσια  των   ερευνητικών   δραστηριοτήτων  της  YY Π N, προκύπτει  ότι  όταν  μελετάται
η   κατανομή  της   πυκνότητας  σε  μεγάλα  βάθη,  η   πίεση  της   υπερκείμενης   υδάτινης
στήλης  παίζει  σημαντικό  ρόλο.  Για  παράδειγμα,  το   θαλάσσιο  νερό  στο  σταθμό A με
S =35‰, T =13
o
C έχει   στην  επιφάνεια  της   θάλασσας
t
σ =26.45 kgr/m
3
περίπου
( βλ.  σχήμα  2.5), αλλά  σε  μεγαλύτερα  βάθη  ο  ίδιος  συντελεστής  αυξάνεται
προοδευτικά λόγω της  αντίστοιχης αύξησης  της  πίεσης του  θαλάσσιου  νερού .







48                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2



Σχ. 2.5  Διάγραμμα   θερμοκρασίας - αλατότητας ( T - S ),  ισόπυκνες   καμπύλες  και
ετήσιος  κύκλος  μεταβολής  ( T - S )  στην  επιφάνεια  της   θάλασσας. (O ι  αριθμοί  στα
σημεία   καμπής  του   ετήσιου  κύκλου  υποδηλώνουν  το   μήνα  που
πραγματοποιήθηκαν οι  μετρήσεις).
 
  O ι   θαλάσσιες  μάζες
1
  σχηματίζονται  με  την   αλληλεπίδραση   θαλάσσιου
νερού   και  ατμόσφαιρας   ή  με  ανάμιξη  δύο   ή  περισσοτέρων  θαλάσσιων   μαζών . M ετά
το   σχηματισμό  τους   μεταναστεύουν   κατακόρυφα  στην  υδάτινη  στήλη  και
ισορροπ o ύν  σε  περιοχές ,  όπου  η   πυκνότητά   τους   σε  συνδυασμό  με  την   πυκνότητα
των   υποκείμενων   μαζών   επιτρέπει  ισορροπία  (Aλμπανάκης  1999). O ι   θαλάσσιες
μάζες  αναμιγνύονται  αργά  με  τις  περιβάλλουσες   μάζες  νερού ,  αλλά  διατηρούν  κατά
κανόνα  τις  αρχικές  ιδιότητες   της   θερμοκρασίας  και  της   αλατότητας,  ακόμη   και  αν
έχουν   μετακινηθεί   πολύ  μακριά  από   την   αρχική   θέση.  Έτσι  μπορεί  να
αναγνωρισθούν   σχετικά  εύκολα,  γεγονός   πολύ  σημαντικό  για  την   έρευνα  της
κυκλοφορίας   τόσο  στα  επιφανειακά  όσο   και  στα  βαθύτερα  θαλάσσια  στρώματα.
Eίναι   προφανές  λοιπόν  ότι  για  τον   καθορισμό   μιας   θαλάσσιας   μάζας   είναι
απαραίτητο  να  είναι   γνωστές ,  εκτός  της   πυκνότητας,  η   αλατότητα  και  η
                                                     
1
  Θαλάσσια  μάζα  είναι   όγκος   νερού   με   καθορισμένα   όρια   θερμοκρασίας  και  αλατότητας   από
συγκεκριμένη   περιοχή  προέλευσης  και  με   συγκεκριμένο   τρόπο   σχηματισμού .






49                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


θερμοκρασία   της   μάζας . H  αρτιότερη  περιγραφή   μιας   θαλάσσιας   μάζας   γίνεται
μέσω  ενός   διαγράμματος  T - S ,  όπως  αυτό  του   σχήματος 2.5,  που   είναι
αποτέλεσμα  συλλογής  στοιχείων  θερμοκρασίας  και  αλατότητας  καθ ’  όλο   το   ύψος
της   στήλης  του   θαλάσσιου   νερού   σε  κάποιο  υδρογραφικό  -  ωκεανογραφικό   σταθμό
( μετρήσεις  σε  διαφορετικά  βάθη). O ι   θαλάσσιες   μάζες  σε  ένα   διάγραμμα   T - S
ορίζουν ζώνες  με συγκεκριμένα  όρια  θερμοκρασίας και αλατότητας.
  Όταν  ένας  όγκος   νερού   έχει   απόλυτα   καθορισμένη   θερμοκρασία   και
αλατότητα,  ονομάζεται   τύπος   νερού .  Δύο   τύποι   νερού   ίδιας  πυκνότητας ( βρίσκονται
επάνω   στην  ίδια   ισόπυκνο)  και  διαφορετικής   θερμοκρασίας  και  πίεσης,  όταν
αναμιχθούν  σε  ίσες   ποσότητες,  θα  δώσουν  τύπο  νερού   με  μεγαλύτερη  πυκνότητα ,
που   θα  κινηθεί   προς  τα   βαθύτερα  στρώματα ( βλ.  σχ. 2.5). E ίναι   προφανές  ότι  για
τις  θερμοκρασίες  και  αλατότητες   μπορούν   να  υπολογισθούν  μέσοι  όροι ,
π.χ . () ( )2/ , 2/
2 1 3 2 1 3
S S S T T T + = + = ,  επειδή   παρουσιάζουν  γραμμική
συμπεριφορά,  κάτι  που  δεν ισχύει  για τις πυκνότητες ( σχ. 2.5).
Με  τη   βοήθεια  ειδικών  οργάνων ,  των   πολυαισθητήρων,  είναι   δυνατή  η
ταυτόχρονη  μέτρηση   και  καταγραφή   διαφόρων  παραμέτρων  του   θαλάσσιου   νερού .
Στο σχήμα  2.6  δίνεται  η  τυπική  διάταξη ενός  τέτοιου πολυαισθητήρα .







50                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2



Σχ. 2.6 Ο  πολυαισθητήρας Horiba U-10.






51                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


2.2.2 O βυθός  των  θαλασσών και  ωκεανών
  Στην  ενότητα  αυτή  θα  αναφερθούν  ορισμένα  στοιχεία  σχετικά  με  το   βυθό
των   θαλασσών   και  ωκεανών.  Πρέπει  να  αναφερθεί  ότι  η   μορφολογία  του   βυθού
των   ωκεανών  και  των   θαλασσών   παρουσιάζει  αρκετά  έως   πολλά   κοινά
χαρακτηριστικά .
 Tο   μέρος   των   ωκεανών  που   βρίσκεται  κοντά   στις   ηπείρους  χαρακτηρίζεται
από   ένα   βυθό  με  πολύ  μικρή  μέση  κλίση,  περίπου  2‰. H  κλίση  αυτή  επεκτείνεται
σε  μία  απόσταση   από   την   ακτή  μέχρι 65 km  και  φθάνει   σε  ένα   βάθος   μέχρι 130 m.
Όλες  αυτές  οι   τιμές  συνιστούν  μέσους  όρους   και  σε  ορισμένες  περιοχές   μπορεί  να
σημειωθούν  σημαντικές   αποκλίσεις . Tο  τμήμα   αυτό  των   θαλασσών   καλύπτει   το  7%
της   όλης  επιφάνειας   των   ωκεανών  και  ονομάζεται   υφαλοκρηπίδα (continental
shelf). H  ομαλή   μετάβαση  προς  τον   ωκεανό  έχει   ως  αποτέλεσμα  τη   δημιουργία
μεγάλων   λεκανών   απορροής  στη  γειτονική   ήπειρο  και  συνακόλουθα  τη   δημιουργία
σημαντικών  ποταμών  που   μεταφέρουν  και  αποθέτουν   στην  υφαλοκρηπίδα  μεγάλες
ποσότητες  ιζημάτων. O ι   θαλάσσιες   περιοχές   της   υφαλοκρηπίδας   είναι   συνήθως
περιοχές   με  έντονη   βιολογική  παραγωγικότητα  και  πληθώρα  αλιευμάτων,  λόγω  δε
του   μικρού   σχετικά  βάθους  προσφέρονται  για  την   εκμετάλλευση  τυχόν   υπαρχόντων
υδρογονανθράκων  και  άλλων   ορυκτών   πόρων. Mετά  την   περιοχή  αυτή
παρουσιάζεται  μία  σημαντική  και  απότομη   κλίση  του   βυθού   σε  σχέση   προς  την
κλίση  της   υφαλοκρηπίδας ,  περίπου  7%. H  περιοχή  αυτή  της   θάλασσας,  που
καλύπτει   το  8% της   όλης  επιφάνειας   των   ωκεανών,  ονομάζεται   υφαλοπρανές  ή
διαφορετικά  ηπειρωτική   ή  θαλάσσια  κατωφέρεια  (continental slope)   και  συνήθως
έχει   μικρό  πλάτος,  δηλαδή  μερικές  δεκάδες  χιλιόμετρα   και  φθάνει   σε  βάθος  1500-3000m.  Στο  υφαλοπρανές  συναντώνται   έντονες  τοπογραφικές  εξάρσεις   με
σημαντικά  υποβρύχια   φαράγγια  και  βουνά .  Ένας  τύπος   από   υποθαλάσσιες
χαράδρες  που   συναντώνται  στο  υφαλοπρανές,  μετά   τα  2000 m,  είναι   τα   canyon,
στα  οποία   δημιουργούνται   ρεύματα   που   μεταφέρουν  ιζήματα   και  τα   αποθέτουν   σε
μεγαλύτερα  ακόμη   βάθη. Tο   υφαλοπρανές  και  η   υφαλοκρηπίδα  έχουν   πολλά   κοινά
γεωλογικά   χαρακτηριστικά   με  τις  ηπείρους  και  θεωρείται  ότι  αποτελούν   στην
πραγματικότητα  μία  φυσική  προέκτασή   τους   κάτω  από   τη   θάλασσα. M ετά  το
υφαλοπρανές  αρχίζει   πάλι   μία  ομαλή   κλίση  γύρω  στο 1% που   επεκτείνεται  σε
μερικές  εκατοντάδες  χιλιόμετρα   και  φθάνει   σε  βάθος  4-6 km. T ο   τμήμα   συτό  λέγεται
ηπειρωτικό   ανύψωμα (continental rise)  και  αποτελείται  κυρίως  από   ιζήματα . T ο
ηπειρωτικό   ανύψωμα,  που   αποτελεί   το  5%  του   συνόλου   των   θαλασσών ,  δεν
εμφανίζεται  σε  όλες   τις  θάλασσες. H  υφαλοκρηπίδα,  το   υφαλοπρανές  και  το
ηπειρωτικό   ανύψωμα  συνιστούν  το   υφαλοπλαίσιο (continental margin)  με  συνολική
επιφάνεια ίση  περίπου  με τη  μισή  έκταση της  επιφάνειας  των  ηπείρων .
 Mετά  το   υφαλοπλαίσιο  ακολουθεί  η   ωκεάνιος  λεκάνη (oceanic basin)   ή
διαφορετικά  ζώνη  βαθιών  ωκεάνιων  τάφρων   ή   αβυσσική  ζώνη.  Πρόκειται  για






52                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


οριζόντια  σχεδόν  περιοχή  με  μέσο  βάθος  4750 m,  που   καλύπτει   το  4.7% της
επιφάνειας   των   ωκεανών.  Περιλαμβάνει   πολλά   υποθαλάσσια  βουνά   και  λόφους
που   προήλθαν  από   παλιά  ηφαίστεια,  τα   οποία   έχουν   συνήθως  σχήμα   κωνικό  και
ύψος  μερικά   χιλιόμετρα .  Στον Eιρηνικό  ωκεανό  υπάρχει   ένας   πολύ  μεγάλος
αριθμός  τέτοιων  υποβρύχιων  σχηματισμών ,  πολλά   από   τα   οποία   βρίσκονται   πάνω
από   την   επιφάνεια  της   θάλασσας ( π.χ .  τα   νησιά  της  Xαβάης ).  Στην  ίδια   περιοχή
συναντώνται  ρηξιγενείς  ζώνες   και  σημαντικές   βυθίσεις ,  οι   ωκεάνιες   βυθίσεις   ή
ωκεάνιες   τάφροι ,  που   φθάνουν   μέχρι  τα  10 km  βάθος . Tα   υποθαλάσσια  βουνά   και
φαράγγια καλύπτουν  το  5%  της  επιφάνειας  των  ωκεανών.
  Στη  μέση  των   ωκεανών  υπάρχει   ένα   ανύψωμα  σχετικά  ανώμαλο,  το
ωκεάνιο  ανύψωμα (oceanic rise) ,  που   στη  μέση  συνήθως  καταλήγει  στην  ωκεάνια
οροσειρά (oceanic ridge). T ο   μέσο  βάθος   είναι   λιγότερο   από  4000 m. A υτή  η
ραχιαία  ανύψωση,  όπως  λέγεται  διαφορετικά,  παρουσιάζει  μία  μέση  ανύψωση
γύρω  στα 800 m  και  καλύπτει   το  33%  της   όλης  επιφάνειας   των   ωκεανών. H
ανύψωση  αυτή  είναι   έντονη   στον A τλαντικό   ωκεανό,  με  διεύθυνση  από   βορρά   προς
νότο  περίπου ,  εκτείνεται  σε  μήκος  16000km και  πλάτος 1000 - 1400km. O ι
περιοχές   του   κεντρικού Eιρηνικού   είναι   μία  αλληλουχία  ραχιαίων   ανυψώσεων  με
μικρού   μήκους  προεξοχές ,  οι   οποίες   είναι   σχηματισμοί  ηφαιστειογενών   και
κοραλλιογενών   νήσων  (Πολυνησία   κ .λπ.).  Στο  σχήμα  2.7  δίνεται   μία
χαρακτηριστική  τομή του  αναγλύφου  του  θαλάσσιου  και ωκεάνιου πυθμένα .
 Aξίζει   να  μνημονευθεί  ότι  η  Mεσόγειος   θάλασσα  μαζί   με  τη  Mαύρη  θάλασσα
έχουν   μία  επιφάνεια 2.510.000 km
2
  με  μέσο  βάθος  1500m. To 20%  της   επιφάνειας
έχει   βάθος   μικρότερο  από  500m. H  υφαλοκρηπίδα  και  το   υφαλοπρανές  αποτελούν
το  58%  και  το   ηπειρωτικό   ανύψωμα  το   υπόλοιπο 42%  αυτής  της   επιφάνειας . H
Mεσόγειος  δεν έχει  ωκεάνια λεκάνη.







53                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


στάθμη  θάλασσας
Μέση  κλίση 
 
Ποσοστό   επιφάν. 
 
Μέσο  βάθος
ΥΦΑΛΟΚΡΗ- 
ΠΙΔΑ
ΥΦΑΛΟ-
ΠΡΑΝΕΣ
ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ
Α ΝΥΨΩΜΑ
BOYNO
ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ 
ΧΩΡΑ
ΥΦΑΛΟΠΛΑΙΣΙΟ  ΩΚΕΑΝΙΟΣ  ΛΕΚΑΝΗ
ΤΑΦΡΟΣ
ΩΚΕΑΝΙΟ  ΑΝΥΨΩΜΑ
7%
<130 m
7%
8%
0.2%
4000-6000 m 3000 m
1%
5%
0.1%
47%
4750 m
33%
4000 m
Σχ. 2.7  Mορφολογία  του  πυθμένα  θαλασσών  και ωκεανών
( Δουκάκης 1988, μετά  από  τροποποίηση ).

 O βυθός   των   θαλασσών   και  των   ωκεανών  αποτελείται  από   ιζηματογενείς
αποθέσεις . Aνάλογα  με  τις  φυσικές  συνθήκες  του   περιβάλλοντος  έχουμε  ανάπτυξη
διαφόρων  τύπων   ιζημάτων,  που   κατατάσσονται  σε  ζώνες   ως  εξής :  α )  Παραλιακή
ζώνη.  Περιλαμβάνεται   ανάμεσα   στο  ανώτερο   και  κατώτερο  όριο   των   παλιρροιών. O
χαρακτήρας  των   ιζημάτων  είναι   γενικά   χονδροκλαστικός   και  εξαρτάται  από   τη
μορφολογία  των   ακτών   και  το   πλάτος  της   παλίρροιας .  Στις   χαμηλές   ακτές
διακρίνονται  συνήθως  αμμώδεις  αποθέσεις .  β)  N ειρητική  ζώνη. Eκτείνεται   μέχρι  την
ισοβαθή   των  200m  ( ζώνη  της   ηπειρωτικής  υφαλοκρηπίδας ) . T α   επικρατούντα
ιζήματα   είναι   χερσαίας  προέλευσης  με  άμμο,  μάργα   κ .λπ. E δώ  αναπτύσσονται
επίσης  διάφορες  μορφές  ζωικών  και  φυτικών  οργανισμών.  γ)  Bαθύαλος   ζώνη.
Περιλαμβάνεται   ανάμεσα   στις   ισοβαθείς   των  200m και  των  2000m. T α   ιζηματογενή
πετρώματα   που   συναντώνται  στη  ζώνη  αυτή  είναι   άμμος ,  ψαμμίτες ,  ασβεστόλιθοι .
δ )  Aβυσσική   ζώνη. Tα   ιζήματα   της   ζώνης   αυτής,  όπου  επικρατεί  απόλυτη   ακινησία
των  υδάτων,  διακρίνονται σε οργανικής και ανόργανης  προέλευσης.









54                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


2.3 Tο   νομικό καθεστώς   των  θαλασσών

 Tο   συνεχώς   αυξανόμενο  ενδιαφέρον  των   ανθρώπων   για  τη   θάλασσα  και  η
τεχνολογική  εξέλιξη,  που   συνέβαλε  στην  όσο   το   δυνατό  μεγαλύτερη  εκμετάλλευσή
της ,  οδήγησαν  σε  προβλήματα  κυριαρχίας   και  ιδιοκτησίας   σε  θαλάσσιες   περιοχές
ανάμεσα   στα  διάφορα   κράτη .  Συνέπεια  αυτού   ήταν  να  αναπτυχθούν   τα   τελευταία
χρόνια   διεθνείς  οργανισμοί ,  που   ασχολούνται  με  τη   θεσμοθέτηση   κανόνων   για  τη
χρήση   και  εκμετάλλευση  των   θαλασσών  ( βλ.  ενότητα 2.3.1),  εκτός  βέβαια   του
O ργανισμού  Hνωμένων Eθνών (O.H.E.). T αυτόχρονα ,  αναπτύχθηκε   ένας  νέος
κλάδος  δικαίου,  το   Διεθνές  Δίκαιο   της   Θάλασσας,  που   προσπαθεί   να  επιλύσει
διαφορές  γειτονικών   ιδιαίτερα   χωρών  ως  προς  τη   "χρήση   και  κυριαρχία"  στη
θάλασσα  με  τη   δημιουργία   ενός   συγκεκριμένου  νομικού  πλαισίου . E πίσης  διεθνείς
συμβάσεις ,  όπως  οι   τέσσερις   Συμβάσεις  της   Γενεύης  το  1958   και  η   Σύμβαση   των
H νωμένων Eθνών  για  το  "Δίκαιο   της   Θάλασσας"  το  1982 ,  προσπαθούν   να
καθορίσουν  μία  πάγια  διεθνή   πρακτική,  κατά  κανόνα  εθιμική,  σχετικά  με  την   έκταση
μέχρι  την   οποία   φθάνει   η  "κυριαρχία"  στη  θάλασσα  μιάς   παράκτιας  χώρας ,  τον
ορισμό  και  καθορισμό   της   υφαλοκρηπίδας   μεταξύ   γειτονικών   κρατών  κ .ο .κ. O ι
ανωτέρω  Συμβάσεις   υπήρξαν   προϊόν  των   συνδιασκέψεων  του  O.H.E.  για  το   δίκαιο
της   θάλασσας  (UNCLOS I, II, III - United Nation s Conference on the Law of the
Sea).  Συγκεκριμένα ,  οι   Συμβάσεις   της   Γενέυης  ήταν  αποτέλεσμα  του  UNCLOS I, II
και η  Σύμβαση του  1982  του  UNCLOS III.
 H σύμβαση  για  το   Δίκαιο   της   Θάλασσας  του  1982  υπογράφηκε   και  τέθηκε
σε  ισχύ   στις  16 N οεμβρίου 1994  στην  πόλη  Montego Bay   της  T ζαμάικα   και  μέχρι  το
N οέμβριο  του  1997 είχε   υπογραφεί   από  158  κράτη   μεταξύ   των   οποίων  και  η
Eλλάδα ,  ενώ   την   είχαν  επικυρώσει  ή  είχαν  προσχωρήσει 122  κράτη . A πό  τα
ελάχιστα   πλέον  κράτη   που   δεν  έχουν   υπογράψει   τη  Σύμβαση  είναι   και  η  T ουρκία . O
λόγος   που   προκάλεσε   τη   δωδεκαετή   καθυστέρηση   για  να  τεθεί  σε  ισχύ   η   Σύμβαση
υπήρξε  το   τμήμα  της  XI,  που   περιέχει  τις  ρυθμίσεις για  την   εκμετάλλευση  του   βυθού
των   θαλασσών   πέρα  από   τα   όρια   της   εθνικής  κυριαρχίας . O ι   ρυθμίσεις  αυτές
ευνοούσαν   τα   αναπτυσσόμενα  κράτη ,  αλλά  όχι  και  τα   βιομηχανικά  αναπτυγμένα
( και  κυρίως  τις H.Π .A.), τα   οποία   όμως  ήταν  εκείνα   που   διέθεταν   την   τεχνολογία   για
την   εκμετάλλευση  του   βυθού  (Iωάννου  και  Στρατή 1998). T ελικά  μετά   από
πρωτοβουλίες  του  O.H.E.  επιτεύχθηκε  ένας  συγκερασμός   απόψεων  και  με  τη
“ Συμφωνία  της  Nέας  Y όρκης ”  το  1994  υιοθετήθηκε  και  τέθηκε   σε  ισχύ   και  το   τμήμα
XI της  Σύμβασης του  1982.
 Tα   δεκαεπτά (17)  μέρη  της   Σύμβασης  του  1982 για  το   Δίκαιο   της
Θάλασσας  είναι   τα   ακόλουθα (I ωάννου  και  Στρατή 1998): (I) E ισαγωγή , (II) X ωρική
θάλασσα  και  συνορεύουσα  ζώνη, (III)  Στενά  διεθνούς   ναυσιπλοΐας, (IV)
Aρχιπελαγικά  κράτη , (V) Aποκλειστική  οικονομική   ζώνη, (VI) Y φαλοκρηπίδα , (VII)






55                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


Aνοικτή   θάλασσα, (VIII) K αθεστώς   των   νήσων , (IX) Kλειστές  ή   ημίκλειστες
θάλασσες, (X)  Δικαίωμα  πρόσβασης  των   άνευ  ακτών   κρατών  προς  και  από   τη
θάλασσα  και  ελευθερία  διέλευσης, (XI) H  Περιοχή ( Διεθνής B υθός), (XII) Προστασία
και  διατήρηση   του   θαλάσσιου   περιβάλλοντος, (XIII)  Θαλάσσια  επιστημονική
έρευνα, (XIV) A νάπτυξη   και  μεταφορά  θαλάσσιας   τεχνολογίας, (XV) Eπίλυση
διαφορών, (XVI)  Γενικές  διατάξεις , (XVII) T ελικές   διατάξεις . O ι   κανόνες   της
σύμβασης  διακρίνονται  σε: (α ) K ανόνες  κωδικοποίησης   του   υφισταμένου   ήδη
εθιμικού   δικαίου  για  τη   θάλασσα, ( β) Kανόνες  μικτού   χαρακτήρα ,  που   περιέχουν  εν
μέρει  προϋφιστάμενο   εθιμικό  δίκαιο ,  αλλά  συμπληρώνονται  και  με  νέες   ρυθμίσεις
και ( γ) Kανόνες που  αποτελούν  νέες  ρυθμίσεις.
 Aιγιαλίτιδα   ζώνη  ή   χωρικά  ύδατα : Tα  παράκτια  κράτη   έχουν   μία  θαλάσσια
ζώνη  γύρω  από   τις  ακτές  τους ,  που   ονομάζεται   αιγιαλίτιδα  ζώνη  ή   χωρικά  ύδατα   ή
χωρική  θάλασσα   (territorial sea),  στην  οποία   έχουν   πλήρη   κυριαρχία  και  κάθε
δικαίωμα  για  χρήση   και  εκμετάλλευση.  Δεν  έχουν   όμως  δικαίωμα  να  απαγορεύουν
την   ασφαλή  διέλευση   σε  πλοία  άλλων   κρατών  από   την   περιοχή  αυτή,  αρκεί  αυτά  τα
πλοία  να  συμμορφώνονται  με  τη   σχετική  νομοθεσία   του   παράκτιου  κράτους . T ο
πλάτος  της   ζώνης   αυτής  ορίζεται  από   το   παράκτιο  κράτος  και  είναι   συνήθως 3 ή  6
ή  12  ν.μ. H Eλλάδα   είχε   ορίσει   για  πρώτη   φορά  το  1936  τα  6 ν.μ.  για  την   αιγιαλίτιδα
ζώνη. E ίναι   σκόπιμο   να  αναφερθεί  ότι  η   ζώνη  αυτή  επεκτείνεται  στο  βυθό,  στο
υπέδαφος  και  τον   εναέριο  χώρο  και  ότι  αιγιαλίτιδα  ζώνη  έχουν   και  τα   νησιά. M ε  τη
Σύμβαση των  H νωμένων E θνών του  1982  ορίζεται ότι:
"Kάθε Kράτος  έχει   το   δικαίωμα   να  καθορίσει  το   εύρος   της   χωρικής   του   θάλασσας.
Tο   εύρος   αυτό  δεν  υπερβαίνει   τα  12 ν .μ.,  μετρούμενα  από   γραμμές   βάσεως
καθοριζόμενες σύμφωνα με  την  παρούσα Σύμβαση " ( βλ.  άρθρο  3).
2

  Γραμμές  βάσης,  εσωτερικά   ύδατα : Tο   πλάτος  της   αιγιαλίτιδας  ζώνης
μετράται   ή   από   τη   φυσική  ακτογραμμή ( αυτή  που   αντιστοιχεί   στην  κατώτατη  ρηχία)
ή   από   τις  λεγόμενες  γραμμές   βάσης   που   είναι   ευθείες  και  συνδέουν  τα   σημεία   της
φυσικής ακτογραμμής . O ι  γραμμές   βάσης   δεν  πρέπει  να  υπερβαίνουν   τα  24  ν.μ.  και
χρησιμοποιούνται  για  να κλείσουν   κόλπους   ή   κοιλότητες   της   ακτής. H  θάλασσα που
βρίσκεται  μέσα  από   τις  γραμμές   βάσης   αποτελεί   τα   εσωτερικά   ύδατα . M ε  το   άρθρο
5  της   Σύμβασης  του  1982, εισάγεται   ο   όρος  της   κανονικής  γραμμής   βάσης :  “ Πλην
εάν   άλλως   προβλέπεται  στην  παρούσα  Σύμβαση ,  ως  φυσική  ακτογραμμή  για  την
μέτρηση   του   εύρους  της   χωρικής   θάλασσας  λαμβάνεται   η   γραμμή  της   κατωτάτης
ρηχίας   κατά  μήκος   της   ακτής  όπως  αυτή  εμφαίνεται   στους  ναυτικούς  χάρτες
μεγάλης  κλίμακας  που  αναγνωρίζονται  επίσημα  από  το  παράκτιο K ράτος”.
                                                     
2
 Oλα  τα   άρθρα   του   Διεθνούς   Δικαίου  των   Θαλασσών   της   Σύμβασης  του  1982,  που
παρατίθενται  στο  παρόν   κεφάλαιο  είναι   από   την   επίσημη   μετάφραση   του  Eλληνικού
Yπουργείου E ξωτερικών  (Tεύχος   Πρώτο,  ΦEK 138, 23-6-1995).






56                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


Στη συνέχεια  το  άρθρο  7 της  ίδιας σύμβασης καθορίζει:
“1.  Σε  περιοχές   όπου  η   ακτογραμμή  παρουσιάζει  βαθειές  κολπώσεις   και
οδοντώσεις  ή  υπάρχει   κατά  μήκος   της   και  σε  άμεση   γειτνίαση   με   αυτή  συστάδα
νησιών,  η   μέθοδος   των   ευθειών   γραμμών  που   συνδέουν  κατάλληλα   σημεία
μπορεί  να  χρησιμοποιηθεί   για  την   χάραξη  της   γραμμής   βάσεως  από   την   οποία
μετριέται   το  εύρος  της  χωρικής  θάλασσας.
2. Eκεί  όπου,  εξ   αιτίας  της   παρουσίας   ενός   δέλτα  και  άλλων   φυσικών   συνθηκών,  η
ακτογραμμή  παρουσιάζεται  άκρως   ασταθής ,  τα   κατάλληλα   σημεία   μπορούν   να
επιλεγούν  κατά  μήκος   της   απώτατης  προς  τα   ανοικτά  της   θάλασσας  γραμμής
κατωτάτης   ρηχίας   και,  παρά  την   περίπτωση   μεταγενέστερης   αναστροφής  της
γραμμής   αυτής,  οι   ευθείες  γραμμές   βάσεως  παραμένουν  σε  ισχύ   μέχρι  την
τροποποίησή   τους   από   το   παράκτιο Kράτος  σύμφωνα  με   την   παρούσα
Σύμβαση .
3. H  χάραξη  ευθειών   γραμμών  βάσεως  δεν  θα  πρέπει  να  αφίσταται  κατά  τρόπο
σημαντικό  από   τη   γενική   κατεύθυνση  της   ακτής  και  οι   θαλάσσιες  περιοχές   που
κείνται   εντός  των   γραμμών  θα  πρέπει ,  για  να  υπαχθούν  στο  καθεστώς  των
εσωτερικών υδάτων,  να είναι  επαρκώς συνδεδεμένες με  την  χερσαία περιοχή.
4. Eυθείες   γραμμές   βάσεως  δεν  πρέπει  να  χαράσσονται   προς  ή   από   σκοπέλους
εκτός  αν  φάροι  ή   παρόμοιες  εγκαταστάσεις  που   βρίσκονται   μόνιμα   πάνω  από
την   επιφάνεια  της   θάλασσας  έχουν   κτισθεί   επ’  αυτών   ή   πλην  των   περιπτώσεων
όπου  η   χάραξη  των   ευθειών   γραμμών  βάσεως  προς  και  από   αυτούς  τους
σκοπέλους  έχει  αναγνωρισθεί διεθνώς.”
 O λόγος   για  τον   οποίο   η   κατώτατη  ρηχία  υιοθετείται   ως  κανονική   γραμμή
βάσης   και  όχι  αυτή  της   μέγιστης   ή   ανώτατης  πλήμμης ,  είναι   ότι  στη  δεύτερη
περίπτωση   είναι   ενδεχόμενη  η   μετάθεση  του   εξωτερικού   ορίου  της   αιγιαλίτιδας
ζώνης   προς  την   ξηρά  και  ιδιαίτερα   στις   περιοχές ,  όπου  η   παλίρροια  είναι   μεγάλη.
Aπό  τα   προαναφερθέντα  άρθρα   για  τις  γραμμές   βάσης ,  αλλά  και  από   άλλα  συναφή
ως  προς  το   περιεχόμενο  άρθρα   της   ίδιας  σύμβασης,  καταφαίνεται   ότι  η   Σύμβαση
του  1982  θεσπίζει   ειδικούς   κανόνες ,  περιορισμούς  και  προϋποθέσεις  για  τη   χάραξη
των   ευθειών   γραμμών  βάσης . H  ευθεία   γραμμή  βάσης   αποτελεί   μία  μέθοδο
χάραξης   του   εσωτερικού  ορίου  της   αιγιαλίτιδας  ζώνης ,  η   οποία   εφαρμόζεται   όταν  η
φυσική  ακτογραμμή  παρουσιάζει  γεωγραφικές   ιδιομορφίες.  Σύμφωνα  με  τη   λογική
αυτή,  χαράσσεται  μία  νοητή   γραμμή  που   ενώνει   τα   διάφορα   σημεία   της   φυσικής
ακτογραμμής .  Ως  ευθεία   γραμμή  νοείται   η   γραμμή  της   πιο  σύντομης  απόστασης
μεταξύ   των   δύο   σημείων . H  βασική  διαφορά   δηλαδή  μεταξύ   της   κανονικής  γραμμής
βάσης   και  της   ευθείας  γραμμής   βάσης   είναι   ότι  η  πρώτη   αποτελεί   γραμμή  της






57                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


φύσης  ( του   χερσαίου  εδάφους ),  ενώ   η   δεύτερη  είναι   νοητή . O  τρόπος  χάραξης   των
γραμμών  βάσης   για  τον   υπολογισμό  του   εύρους  της   αιγιαλίτιδας  ζώνης   αποτελεί   το
βασικό  σημείο   αφετηρίας  για  τον   υπολογισμό  και  των   υπολοίπων  θαλάσσιων
ζωνών  (Pούκουνας 1982).  Σύμφωνα  με  τη   Σύμβαση  του  1982,  κάθε  παράκτιο
κράτος,  εκτός  της   απεικόνισης  των   γραμμών  βάσης   που   δεν  ακολουθούν  τη   φυσική
ακτογραμμή  σε  χάρτες   μεγάλης   κλίμακας ,  υποχρεούται   να  προσδώσει  στους
χάρτες   αυτούς  επαρκή  δημοσιότητα  (Iωάννου  και  Στρατή 1998).  Πάντως,  αντί
χαρτών,  το   παράκτιο  κράτος  δικαιούται  να  χρησιμοποιήσει   πίνακες  συντεταγμένων
χαρακτηριστικών  σημείων   χάραξης   των   γραμμών  βάσης ,  αρκεί  να  προσδιορίσει   το
γεωδαιτικό   σύστημα   αναφοράς  αυτών   των   συντεταγμένων .  Στην  ενότητα 2.3.2
περιγράφονται  γεωδαιτικές  και  γεωμετρικές  τεχνικές   προσδιορισμού   των
θαλάσσιων  ζωνών .
 Aξίζει   να  αναφερθεί  ότι  η  Eλλάδα   δεν  έχει   υιοθετήσει   ευθείες  γραμμές
βάσης ,  καθώς ,  κατά  την   υπογραφή   των   Συμβάσεων  που   προαναφέρθηκαν ,  όντας
ένα   κράτος  με  ισχυρή  ποντοπόρα  ναυτιλία ,  ήταν  υπέρμαχος   μιας   στενής
αιγιαλίτιδας  ζώνης ,  ώστε  να  υπάρχουν  ευρύτερες  περιοχές   ανοικτής   θάλασσας
(Pούκουνας 1982, I ωάννου  και  Στρατή 1998). H  χάραξη  τέτοιων  γραμμών  θα
σήμαινε  μία  μικρή  αύξηση  της   αιγιαλίτιδας  ζώνης   για  την  Eλλάδα  ( περίπου   κατά
5%). Bέβαια,  στα  πλαίσια  της   κύρωσης  των   Συμβάσεων  για  το   Δίκαιο   της
Θάλασσας,  υπάρχουν  δηλώσεις  της  Eλλάδας  με  τις  οποίες   αποδέχεται   τη   φυσική
γραμμή βάσης  σε ενδεχόμενους καθορισμούς  των  ορίων  της  υφαλοκρηπίδας .
 H οριοθέτηση  της   χωρικής   θάλασσας  μεταξύ   κρατών,  που   οι   ακτές  τους
είναι   γειτονικές  ή   οι   ακτές  του   ενός   είναι   απέναντι   των   ακτών   του   άλλου ,  γίνεται   με
βάση το  άρθρο  15  της  σύμβασης των  H νωμένων E θνών του  1982:
“ Στην  περίπτωση   που   οι   ακτές  δύο  Kρατών   κείνται   έναντι   αλλήλων   ή   συνορεύουν,
κανένα  από   τα   δύο  Kράτη  δεν  δικαιούται,  ελλείψει   αντιθέτου  συμφωνίας   μεταξύ
τους ,  να  εκτείνει  την   χωρική  του   θάλασσα   πέραν   της   μέσης   γραμμής   της   οποίας  όλα
τα   σημεία   βρίσκονται   σε  ίση   απόσταση  από   τα   εγγύτερα   σημεία   των   γραμμών
βάσεως  από   τις  οποίες   μετράται   το   εύρος   της   χωρικής   θάλασσας  καθενός   από   τα
δύο  Kράτη. H  παραπάνω   διάταξη  δεν  εφαρμόζεται  όμως  όπου  λόγω  ιστορικού
τίτλου   ή   άλλων   ειδικών  περιστάσεων   παρίσταται   ανάγκη  να  οριοθετηθούν   οι
χωρικές θάλασσες των  δύο  K ρατών  κατά διαφορετικό τρόπο ”.
 
A νοικτή  θάλασσα:  H  θάλασσα  που   βρίσκεται  έξω   από   τα   χωρικά  ύδατα
θεωρείται  ως  ανοικτή  θάλασσα  (high sea)   και  σ'  αυτήν  ισχύει   η   αρχή  της   ελεύθερης
ναυσιπλοΐας,  αεροπλοΐας,  αλιείας,  πόντισης  καλωδίων  και  αγωγών   και  η
απαγόρευση   άσκησης   πράξης  εξουσίας   σε  πλοία  με  ξένη   σημαία. O  όρος “ ανοικτή
θάλασσα”  δεν  έχει   γεωγραφικό  αντίστοιχο  και  θεωρείται  καθαρά  νομικός  όρος.






58                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


Yπάρχει  μάλιστα  στο  σημείο   αυτό  μία  διαφοροποίηση   της   Σύμβασης  της   Γενέυης
του  1958  και  της   Σύμβασης  του  1982. Σύμφωνα  με  την   πρώτη ,  ανοικτή  θάλασσα
είναι   “ όλα   τα   θαλάσσια  τμήματα   που   δεν  συμπεριλαμβάνονται  στην  αιγιαλίτιδα  ζώνη
ή   στα  εσωτερικά   ύδατα   ενός   κράτους ”. A ντίθετα,  στη  Σύμβαση  του  1982 η
αποκλειστική   οικονομική   ζώνη ( βλ.  συνέχεια   της   παρούσας  ενότητας   και  σχήματα
2.8, 2.9) και  τα   αρχιπελαγικά   ύδατα
3
  περιέκοψαν  σημαντικά  τη   γεωγραφική  έκταση
εφαρμογής  του  καθεστώτος της  ανοικτής  θάλασσας.
 H ανοικτή  θάλασσα  είναι   συνδεδεμένη   με  τον   όρο   “ Περιοχή”  ή   “ Διεθνής
Bυθός” ( βλ.  και  σχήμα  2.8),  βρίσκεται  ουσιαστικά   πέρα  από   το   εξωτερικό  όριο   της
υφαλοκρηπίδας   και  βέβαια   περιλαμβάνει   το   έδαφος  και  το   υπέδαφος  που
βρίσκονται  κάτω από  την  επιφάνεια της  θάλασσας.
  Συνορεύουσα  ζώνη :  Mία   ζώνη  της   ανοικτής   θάλασσας,  συνέχεια   της
χωρικής ,  που   δεν  μπορεί  να  υπερβαίνει   τα  24  ν.μ.  μαζί   με  την   αιγιαλίτιδα  ζώνη,
λέγεται  συνορεύουσα  ζώνη (contiguous zone).  Έτσι,  εάν   ένα   κράτος  έχει   αιγιαλίτιδα
ζώνη 12  ν.μ.,  η   μέγιστη  συνορεύουσα  ζώνη  θα  είναι   και  αυτή 12  ν.μ. Eάν  αντιθέτως
η   αιγιαλίτιδα  ζώνη  είναι  6 ν.μ.,  τότε   η   συνορεύουσα  ζώνη  μπορεί  να  εκτείνεται  στα
18  ν.μ.  κ .ο .κ . H  συνορεύουσα  ζώνη  λοιπόν  είναι   μία  θαλάσσια  περιοχή
παρακείμενη  στην  αιγιαλίτιδα  ζώνη,  επί  της   οποίας  το   παράκτιο  κράτος  ασκεί
περιορισμένα   δικαιώματα   ελέγχου ,  κυρίως  διοικητικού   χαρακτήρα ,  προς  το   σκοπό
εφαρμογής   της   παράκτιας  υγειονομικής ,  τελωνειακής ,  δημοσιονομικής  ή
μεταναστευτικής νομοθεσίας,  αλλά και δικαιώματα  σχετικά με την  ασφάλειά του .
  Yφαλοκρηπίδα:  H  ζώνη  που   παρουσιάζει  ιδιαίτερο   ενδιαφέρον  και  που
ορίσθηκε  με  την   τέταρτη  σύμβαση  της   Γενεύης  του  1958  είναι   η   υφαλοκρηπίδα
(continental shelf) . O  ορισμός   που   δόθηκε  με  τη   σύμβαση  αυτή  δεν  είχε   γεωλογικό
χαρακτήρα   και  έλεγε  ότι  η   υφαλοκρηπίδα  ορίζεται  ως  ο   βυθός   και  το   υπέδαφος  των
υποθαλάσσιων   περιοχών  που   εκτείνονται   από   τα   χωρικά  ύδατα   μέχρι  την   ισοβαθή
των  200 m  ή  μέχρι  εκεί   που   το   βάθος   της   θάλασσας  επιτρέπει  την   εκμετάλλευση
του   βυθού . Aυτός   ο   κανόνας   διατηρείται   και  στη  Σύμβαση  του  1982, αλλά,  όπως  θα
σχολιασθεί   ευθύς   αμέσως,  η   νομική   αυτή  διατύπωση   εξετάζεται  σε  συνδυασμό  με
τους   γεωλογικούς   όρους   και  δίνονται  εναλλακτικές   ερμηνείες  και  νέοι   κανόνες . O
ορισμός   αυτός  ήταν  γενικά   πολύ  ασαφής  και  ο  καθορισμός  των   ορίων   της
υφαλοκρηπίδας   μεταξύ   παράκτιων   κρατών  αποτελεί   ένα   δισεπίλυτο   πρόβλημα,
όταν  οι   υφαλοκρηπίδες   επικαλύπτονται .  Σε  ορισμένες  περιπτώσεις  μετά   τη
Σύμβαση  της   Γενεύης  του  1958,  ακολουθήθηκε  η   λύση  της   χάραξης   της   μέσης
                                                     
3
  Mε   τον   όρο   αρχιπέλαγος   και  αρχιπελαγικά   ύδατα   νοείται   σύμπλεγμα   νήσων ,
περιλαμβανομένων  και  τμημάτων  νήσων ,  αλληλοσυνδεόμενα  ύδατα   και  άλλα  φυσικά
χαρακτηριστικά   τα   οποία   είναι   τόσο  συνδεδεμένα   μεταξύ   τους   ώστε  να  σχηματίζουν  μία
αυτοτελή   γεωγραφική,  οικονομική   και  πολιτική  ενότητα  ή  που   θεωρούνται  ιστορικά   ότι
σχηματίζουν  τέτοια   ενότητα. (H  Σύμβαση   του   Διεθνούς   Δικαίου  της   Θάλασσας  του  1982).






59                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


γραμμής ,  δηλαδή  της   γραμμής   που   απέχει   εξίσου   από   τις  δύο   ακτές,  μετά   βέβαια
από  συμφωνία των  ενδιαφερομένων κρατών.
  Στη  συνέχεια   δίνονται  τα   άρθρα  76  και 83  της   Σύμβασης  των  Hνωμένων
Eθνών του  1982, τα  σχετικά με τον  ορισμό και την  οριοθέτηση της  υφαλοκρηπίδας .

O ρισμός  της  υφαλοκρηπίδας :
“1. H  υφαλοκρηπίδα  ενός   παράκτιου Kράτους  αποτελείται   από   το   θαλάσσιο  βυθό
και  το   υπέδαφός  του   που   εκτείνεται  πέραν   της   χωρικής   του   θάλασσας  καθ ’  όλην
την   έκταση  της   φυσικής  προέκτασης  του   χερσαίου  του   εδάφους   μέχρι  του
εξωτερικού   ορίου  του   υφαλοπλαισίου   ή   σε  μία  απόσταση 200  ν .μ.  από   τις
γραμμές   βασης   από   τις  οποίες   μετράται   το   πλάτος  της   χωρικής   θάλασσας  όπου
το  εξωτερικό όριο  του  υφαλοπλαισίου  δεν εκτείνεται μέχρι αυτή την  απόσταση.
2. H  υφαλοκρηπίδα  ενός   παράκτιου K ράτους  δεν  εκτείνεται  πέραν   των   ορίων   που
προβλέπονται στις  παραγράφους 4 μέχρι 6.
3. Tο   υφαλοπλαίσιο  περιλαμβάνει   την   υποθαλάσσια   προέκταση   της   χερσαίας
μάζας   του   παράκτιου Kράτους  και  αποτελείται   από   το   θαλάσσιο  βυθό  και
υπέδαφος  της   υφαλοκρηπίδας ,  του   υφαλοπρανούς   και  του   ηπειρωτικού
ανυψώματος .  Δεν  περιλαμβάνει   το   βυθό  του   ωκεανού   με   τις  ωκεάνιες   ράχες   του
και το  υπέδαφός του .
4. (α)  Για  τους   σκοπούς   της   παρούσας  Σύμβασης  το   παράκτιο Kράτος  καθορίζει
το   εξωτερικό  όριο   του   υφαλοπλαισίου   όπου  αυτό  εκτείνεται  πέραν   των  200
ναυτικών   μιλίων   από   τις  γραμμές   βάσης   από   τις  οποίες   το   πλάτος  της   χωρικής
θάλασσας μετράται  είτε :
1. M ε  μία  γραμμή  που   χαράσσεται  σύμφωνα  με   την   παράγραφο 7 δι ’  αναφοράς
προς  τα   απώτατα   σταθερά   σημεία   σε  κάθε  ένα   από   τα   οποία   το   πάχος   των
ιζηματογενών   πετρωμάτων  είναι   τουλάχιστον 1  τοις   εκατό   της   μικρότερης
απόστασης  από  το  σημείο  αυτό μέχρι τους  πρόποδες του  υφαλοπρανούς .
2.  Με  μία  γραμμή  που   χαράσσεται  σύμφωνα  με   την   παράγραφο 7 δι ’  αναφοράς  σε
σταθερά   σημεία   όχι  περισσότερο  από  60 ν .μ.  από   τους   πρόποδες  του
υφαλοπρανούς .
( β)  αν  δεν  υπάρχουν  αποδεικτικά  στοιχεία  για  το   αντίθετο ,  οι   πρόποδες  του
υφαλοπρανούς   καθορίζονται   ως  σημείο   της   μέγιστης   αλλαγής   της   κλίσης   στη
βάση του .

5. Tα  σταθερά   σημεία   που   περιλαμβάνουν   τη   γραμμή  των   εξωτερικών  ορίων   της






60                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


υφαλοκρηπίδας   πάνω  στο  βυθό,  που   χαράσσεται  σύμφωνα  με   την   παράγραφο
4( α)(i)  και (ii), ή   δεν  υπερβαίνουν   τα  350  ναυτικά  μίλια  από   τις  γραμμές   βάσης
από   τις  οποίες   μετράται   το   πλάτος  της   χωρικής   θάλασσας  ή   δεν  θα
υπερβαίνουν   τα  100 ν .μ.  από   την   ισοβαθή   καμπύλη   των  2.500 μέτρων,  η   οποία
είναι  μία γραμμή που  συνδέει το  βάθος  των  2.500 μέτρων.
6. Eπιφυλασσομένων   των   διατάξεων  της   παραγράφου  5,  στις   υποθαλάσσιες
ράχες ,  το   εξωτερικό  όριο   της   υφαλοκρηπίδας   δεν  θα  υπερβαίνει   τα  350 ναυτικά
μίλια  από   τις  γραμμές   βάσης   από   τις  οποίες   μετράται   το   πλάτος  της   χωρικής
θάλασσας. H  παρούσα  παράγραφος   δεν  εφαρμόζεται  ως  προς  τα   υποθαλάσσια
υψώματα  που   είναι   φυσικά  συστατικά  τμήματα   του   υφαλοπρανούς   όπως  το
οροπέδιό του ,  τα  ανυψώματα,  οι  αιχμές ,  οι  μπάγκοι  και τα  αντερείσματα .
7. Tο   παράκτιο K ράτος  καθορίζει  τα   εξωτερικά  όρια   της   υφαλοκρηπίδας   του ,  όπου
αυτή  εκτείνεται  πέραν   των  200 ναυτικών   μιλίων   από   τις  γραμμές   βάσης   από   τις
οποίες   μετράται   το   πλάτος  της   χωρικής   θάλασσας,  με   ευθείες  γραμμές   που   δεν
υπερβαίνουν   σε  μήκος   τα  60  ναυτικά  μίλια  και  που   συνδέουν  σταθερά   σημεία ,
οριζόμενα από  συντεταγμένες πλάτους  και μήκους.
8.  Πληροφορίες   για  τα   όρια   της   υφαλοκρηπίδας   πέραν   των  200  ναυτικών   μιλίων
από   τις  γραμμές   βάσης   από   τις  οποίες   μετράται   το   πλάτος  της   χωρικής
θάλασσας θα υποβάλλονται από  το  παράκτιο K ράτος στην E πιτροπή για τα  όρια
της  Y φαλοκρηπίδας  που   θα  συσταθεί   σύμφωνα  με   το   παράρτημα  II επί  τη   βάσει
δίκαιης  γεωγραφικής   εκπροσώπησης . H E πιτροπή  προβαίνει  σε  συστάσεις
προς  τα   παράκτια Kράτη  σε  θέματα  που   σχετίζονται   με   την   καθιέρωση   των
εξωτερικών  ορίων   της   υφαλοκρηπίδας   τους . T α  όρια   της   υφαλοκρηπίδας   που
καθορίζονται   από   το   παράκτιο Kράτος  με   βάση  αυτές  τις  συστάσεις  θα  είναι
οριστικά  και δεσμευτικά .
9. Tο   παράκτιο Kράτος  καταθέτει  στον  Γενικό   Γραμματέα   των  Hνωμένων Eθνών
χάρτες   και  σχετικές   πληροφορίες   συμπεριλαμβανομένων  και  γεωδαιτικών
στοιχείων  που   περιγράφουν   μόνιμα   τα   εξωτερικά  όρια   της   υφαλοκρηπίδας   του .
O  Γενικός Γραμματέας δίνει  τη  δέουσα δημοσιότητα σ ’  αυτά.
10. O ι  διατάξεις   αυτού   του   άρθρου  δεν  θίγουν   το   θέμα  της   οριοθέτησης  της
υφαλοκρηπίδας  μεταξύ  K ρατών  με  έναντι  ή  προσκείμενες  ακτές”.
   
O ριοθέτηση  της   υφαλοκρηπίδας   μεταξύ   κρατών  με   αντικείμενες  ή   παρακείμενες
ακτές: 
“1. H  οριοθέτηση   της   υφαλοκρηπίδας   μεταξύ  Kρατών   με   έναντι   ή  προσκείμενες
ακτές  πραγματοποιείται  κατόπιν  συμφωνίας   με   βάση  το   διεθνές  δίκαιο ,  όπως






61                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


αναφέρεται   στο  Άρθρο  38 του  Kαταστατικού  του   Διεθνούς   Δικαστηρίου
προκειμένου να επιτευχθεί μία δίκαιη  λύση.
2. Aν   η  συμφωνία  δεν  μπορεί   να  επιτευχθεί  μέσα  σε  εύλογο  χρονικό  πλαίσιο,  τα
ενδιαφερόμενα  Kράτη  προσφεύγουν  στις   διαδικασίες   που   προβλέπονται  στο
μέρος    XV.
3. Eκκρεμούσης  συμφωνίας   όπως  προβλέπεται  στην  παράγραφο 1, τα
ενδιαφερόμενα  Kράτη  σε  πνεύμα  κατανόησης  και  συνεργασίας ,  θα  καταβάλουν
κάθε  προσπάθεια  για  να  συνάψουν  προσωρινές  διευθετήσεις  πρακτικής  φύσης
και,  κατά  τη   διάρκεια   αυτής  της   μεταβατικής  περιόδου,  να  μην   θέτουν   σε  κίνδυνο
ή   παρεμποδίζουν   την   επίτευξη   τελικής  συμφωνίας . A υτές   οι   διευθετήσεις  δεν
επηρεάζουν την  τελική  οριοθέτηση .
4.  Όταν  υφίσταται  συμφωνία  εν   ισχύ   μεταξύ   των   ενδιαφερομένων K ρατών ,  θέματα
σχετιζόμενα  με   την   οριοθέτηση   της   υφαλοκρηπίδας   θα  καθορίζονται   σύμφωνα
με  τις διατάξεις  εκείνης της  συμφωνίας .”

H υφαλοκρηπίδα (που   αποκαλείται  και  ηπειρωτική   υφαλοκρηπίδα  ή
ηπειρωτική   κρηπίδα )  αποτελεί   ένα   γεωλογικό   φαινόμενο (Shalowitz 1975,
Pούκουνας 1982, I ωάννου  και  Στρατή 1998).  Στη  Σύμβαση  του  1982  καταβλήθηκε
προσπάθεια  συγκερασμού  των   γεωλογικών  όρων  και  ορισμών   με  τους   αντίστιχους
νομικούς ,  κάτι   που   αγνοήθηκε   στη  Σύμβαση  του  1958, και  υιοθετήθηκε  αυστηρή
νομική   ορολογία.  Όπως  αναφέρθηκε  στην  ενότητα 2.2.2 ( βλ.  και  σχήμα  2.7),  το
πρώτο   τμήμα   του   υφαλοπλαισίου ,  που   αρχίζει   από   την   ακτή  και  συνεχίζεται   μέχρι
το   σημείο   που   σημειώνεται  μία  σημαντική  κλίση  του   πυθμένα ,  ονομάζεται   στη
γεωλογία  υφαλοκρηπίδα. Tο   σημείο   αυτό  βρίσκεται  κατά  κανόνα  σε  απόσταση  40 -
45 ν.μ.  από   την   ακτή,  ανάλογα   με  την   περιοχή,  με  ένα   μέσο  βάθος   μικρότερο  από
130 m,  με  μέγιστες   τιμές  ανάμεσα   στα 150 - 200 m.  Στο  σημείο   που   τελειώνει   η
ηπειρωτική   υφαλοκρηπίδα  σημειώνεται  σημαντική  κλίση  του   θαλάσσιου   πυθμένα
και  αρχίζει   το   υφαλοπρανές.  Όπως  διαπιστώνεται  από   όλα   τα   προαναφερθέντα,  οι
γεωλογικές   διακρίσεις  του   βυθού   δεν  συμπίπτουν  κατ’  ανάγκη  με  τις  νομικές. O ι
γεωλογικοί   όροι ,  που   μόλις  σχολιάστηκαν,  χρησιμοποιούνται   από   τη   Σύμβαση  του
Δικαίου  της   Θάλασσας  του  1982,  αλλά  σε  κάθε  περίπτωση   είναι   αναγκαίο  να
εντοπίζεται   και  ο  νομικός  ορισμός . A υτό  είναι   απαραίτητο  για  την   έννοια   της
υφαλοκρηπίδας ,  σύμφωνα  και  με  τα   άρθρα  76  και 83  της   Σύμβασης  του  1982  που
παρατέθηκαν ,  όπου  η  γεωλογική   ερμηνεία   περιλαμβάνει   περιοχές   του   βυθού ,  όπως
για  παράδειγμα  το   βυθό  της   αιγιαλίτιδας  ζώνης ,  οι   οποίες   δεν  αποτελούν
υφαλοκρηπίδα  από   νομική   άποψη. Aντίστοιχα ,  η   νομική   έννοια   της   υφαλοκρηπίδας
περιλαμβάνει   περιοχές ,  όπως  το   υφαλοπρανές  και  το   ηπειρωτικό   ανύψωμα,  οι
οποίες   δεν  αποτελούν   υφαλοκρηπίδα  από   γεωλογική   άποψη (I ωάννου  και  Στρατή






62                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


1998,  βλ.  και σχήματα  2.7, 2.8, 2.9).
  A ποκλειστική   οικονομική  ζώνη:   Στις   διατάξεις   της   σύμβασης  των
H νωμένων Eθνών  του  1982,  περιλήφθηκε  η   οικονομική   ζώνη  με  τον   όρο
"αποκλειστική   οικονομική   ζώνη"  (exclusive economic zone)  ( βλ.  άρθρα  55, 56, 57,
58, 74).  Ως  αποκλειστική   οικονομική   ζώνη  ορίζεται  η   πέραν   και  παρακείμενη  της
αιγιαλίτιδας  ζώνης   θαλάσσια  περιοχή,  το   πλάτος  της   οποίας  μπορεί  να  φθάσει  τα
200  ν.μ.  από   τις  γραμμές   βάσης ,  από   τις  οποίες   μετράται   το   εύρος   της   αιγιαλίτιδας
ζώνης  ( βλ.  και  σχήματα  2.7, 2.8, 2.9).  Έναυσμα  για  τη   δημιουργία   της   ζώνης   αυτής,
ο   θεσμός  της   οποίας  αποτελεί   σχετικά  πρόσφατη  εξέλιξη  του   διεθνούς   δικαίου  της
θάλασσας,  ήταν  η   επιδίωξη   παράκτιων   χωρών  να  καθιερώσουν   μία  αλιευτική   ζώνη
αποκλειστικής  εκμετάλλευσης .  Στην  αποκλειστική   οικονομική   ζώνη  το   παράκτιο
κράτος  έχει   κυριαρχικά   δικαιώματα   για  την   εξερεύνηση  και  εκμετάλλευση,
διατήρηση   και  διαχείριση  των   φυσικών   πόρων  ζώντων  ή   μη,  στον  υποθαλάσσιο
χώρο  και  στον  πυθμένα   της   θάλασσας,  καθώς   και  στην  παραγωγή   ενέργειας  από
το   νερό,  τα   ρεύματα   και  τους   ανέμους . E πίσης,  το   παράκτιο  κράτος  έχει
δικαιοδοσίες  στην  αποκλειστική   οικονομική   ζώνη  για  δημιουργία   και  χρήση
τεχνητών  νησιών  και  κατασκευών,  θαλάσσια  επιστημονική   έρευνα  και  προφύλαξη
και  διατήρηση   του   θαλάσσιου   περιβάλλοντος. M έσα   στη  ζώνη  αυτή  τα   άλλα  κράτη ,
παράκτια  ή   μη,  έχουν   το   δικαίωμα  της   ναυσιπλοΐας  και  υπερπτήσεως,  της   πόντισης
υποβρυχίων  καλωδίων  και  άλλων   διεθνών   νόμιμων   χρήσεων   της   θάλασσας
σύμφωνα με  τα  άρθρα  της  Σύμβασης του  1982  των  H νωμένων E θνών.
Στο  σχήμα  2.8  παρουσιάζονται  όλες   οι   προαναφερθείσες   θαλάσσιες   ζώνες
και  τα   όριά   τους   σύμφωνα  με  τη   Σύμβαση  του   Διεθνούς   Δικαίου  του  1982. Πρέπει
να  τονιστεί  εδώ ,  ότι,  όταν  στα  ανοίγματα  κόλπων   υπάρχουν  νησιά,  τα   σημεία   για
τον   καθορισμό   των   γραμμών  βάσης   ορίζονται  από   τα  “ εξωτερικά”  νησιά,  τα   πιο
απομακρυσμένα  από   την   ακτή. E κείνο  δε  που   είναι   σημαντικό  και  απορρέει  ως
γενικός  κανόνας   από   τη   Σύμβαση  του  1982  είναι   ότι  γύρω  από   τα   νησιά  υφίστανται
όλες   οι   θαλάσσιες   ζώνες   και  κατά  συνέπεια  τα   νησιά  έχουν   αιγιαλίτιδα  ζώνη  και
υφαλοκρηπίδα. E ίναι   επίσης  εμφανές ,  κάτι   που   έχει   αποδειχθεί   στην  πρακτική
εφαρμογή  του   Διεθνούς   Δικαίου  της   Θάλασσας (I ωάννου  και  Στρατή 1998),  ότι  σε
πολλές  περιπτώσεις  κατά  την   οριοθέτηση ( καθορισμό )  των   θαλάσσιων   ζωνών   τα
εξωτερικά  όρια   της   υφαλοκρηπίδας   και  της   αποκλειστικής  οικονομικής  ζώνης
συμπίπτουν.







63                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2



ανοικτή θάλασσα
εσωτερικά
ύδατα
ευθείες  γραμμές   βάσης
όριο   αιγιαλίτιδας  ζώνης
όριο   συνορεύουσας  ζώνης
αποκλειστική   οικονομική   ζώνη
υφαλοπλαίσιο
ανοικτή  θάλασσα

12 ν. μ .
12 ν. μ .
υφαλοκρηπίδα ( νομικός  ορισμός  1982)
200
ν. μ .

υφαλοπλαίσιο
“ ΠΕΡΙΟΧΗ”  – διεθνής  βυθό ς
ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΧΩΡΑ

Σχ. 2.8  Oι  θαλάσσιες  ζώνες  σύμφωνα με τη  σύμβαση του  Δικαίου της  Θάλασσας
του  1982.

 
Στο  σχήμα  2.9 είναι   εμφανείς   οι   διαφορές  ανάμεσα   στους  γεωλογικούς
όρους   και  τους   αντίστοιχους   νομικούς .  Γεωμετρικές  και  γεωδαιτικές  μέθοδοι  για  την
οριοθέτηση  όλων  των   ζωνών   που   απεικονίζονται  στα  σχήματα  2.7, 2.8  και 2.9
δίνονται στην ενότητα 2.3.2.







64                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2



στάθμη  θάλασσας
ΥΦΑΛΟΚΡΗΠΙΔΑ
ΥΦΑΛΟ-
ΠΡΑΝΕΣ
ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ
Α ΝΥΨΩΜΑ
ΥΦΑΛΟΠΛΑΙΣΙΟ ΩΚΕΑΝΙΟΣ ΛΕΚΑΝΗ
ΩΚΕΑΝΙΟ  
Α ΝΥΨΩΜΑ
ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ
ΥΔΑΤΑ
γραμμή 
βάσης
· αιγιαλίτιδα    
ζώνη
συνορεύουσα  
ζώνη
< 12
ν. μ .
< 12
ν. μ .
< 24 ν. μ .
<200 ν. μ. 
αποκλειστική   οικονομική   ζώνη
νομική   υφαλοκρηπίδα
<350 ν. μ .
από   τις  γραμμές   βάσης
ή
<100 ν. μ .  από   τις  ισοβαθείς
των  2500 m

Σχ. 2.9   Tο  νομικό  καθεστώς των  θαλασσών  και οι  αντιθέσεις νομικών  και
γεωλογικών όρων.

2.3.1 Oι επιστημονικές  γεωδαιτικές  επιτροπές  και το νομικό καθεστώς  των 
          θαλασσών
 
  Στα  πλαίσια  της   Σύμβασης  του  1982 για  το   Δίκαιο   των   Θαλασσών ,  ο
O.H.E. υπέβαλε   πρόταση   στη  διεθνή   γεωδαιτική   κοινότητα  να  συνδράμει  στις
προσπάθειές   του   με  την   ανάπτυξη  και  εφαρμογή  σύγχρονων  γεωδαιτικών  τεχνικών
για  την   επίλυση   προβλημάτων  σχετικών ,  κατά  κύριο  λόγο,  με  την   οριοθέτηση   των
θαλάσσιων   ζωνών (delimitation of maritime spaces). H  Διεθνής  Ένωση  Γεωδαισίας
(IAG)  ανταποκρίθηκε   στην  πρόταση   αυτή  με  την   ίδρυση  στις  21 A πριλίου 1989  μιας
επιστημονικής  ομάδας  εργασίας   (working group)  με  την   ονομασία  “ Γεωδαιτικές
Aπόψεις  επί  του   Δικαίου  των   Θαλασσών ” (Geodetic Aspects of the Law of the Sea -
GALOS). H  απόφαση  αυτή  επικυρώθηκε   από   την   εκτελεστική  επιτροπή  της  IAG
στις  30 Mαρτίου  1990. H  ομάδα  GALOS  διοικείται   από   ένα   γραμματέα   και
εικοσαμελή   επιτροπή,  η  οποία   αποτελείται  από   επιστήμονες   και  αξιωματούχους
διαφόρων  χωρών.  Σύμφωνα  με  την   εντολή  (mandate)  της  IAG, οι   κύριες
γεωδαιτικές  ερευνητικές  και  επιστημονικές  ενασχολήσεις  της   ομάδας GALOS είναι






65                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


οι  εξής :
  •  Oριοθέτηση των  γραμμών βάσης .
  •  Aκριβής  προσδιορισμός  εμβαδού  θαλάσσιων  ζωνών .
 • Προσδιορισμός   των   θαλασσίων   ορίων   των   εσωτερικών  υδάτων,  της
αιγιαλίτιδας  ζώνης  ( χωρικών   υδάτων),  της   συνορεύουσας  ζώνης ,  της   αποκλειστικής
οικονομικής ζώνης  και της  υφαλοκρηπίδας .
 • Mελέτη  μεθόδων   για  τον   καθορισμό   των   θαλάσσιων   ορίων   και  την
οριοθέτηση θαλασσίων  ζωνών .
  Πιο  συγκεκριμένα ,  έχει   γίνει   προσπάθεια,  μέσω  της  GALOS,  να  καταστεί
διεθνώς  αποδεκτό  ότι  η   οριοθέτηση  των   διαφόρων  θαλάσσιων   ζωνών   είναι   ένα
διεπιστημονικό   αντικείμενο ,  που   αντιμετωπίζεται   επαρκώς  μέσα  από   ένα   διεθνές
νομικό   πλαίσιο,  όπως  αυτό  που   καθορίζεται  με  τη   σύμβαση  του  1982.  Για  την
πραγματοποίηση  του   γενικού  αυτού   στόχου,  στα  διάφορα   συνέδρια  της  GALOS,
ορισμένα  των   οποίων  έχουν   πραγματοποιηθεί  και  υπό   την   αιγίδα   του  O.H.E.  και
της   UNESCO (United Nations Educational, Scientific and Cultural Organization),
έχουν   ληφθεί   αποφάσεις   για  στενή  συνεργασία  με  συναφείς  διεθνείς  επιστημονικές
ενώσεις   και  κυβερνητικούς  ή   μη  οργανισμούς  (IAG, IHO, FIG, UNESCO, κ .λπ.).
Eπίσης,  τα   μέλη  της  GALOS,  για  την   επαρκέστερη   ερμηνεία   των   διατάξεων  του
Δικαίου  της   Θάλασσας,  έχουν   δημοσιεύσει  έναν  οδηγό   με  τεχνικά  θέματα  και
προτάσεις,  που   σχετίζονται   με  τις  γεωεπιστήμες. E νδεικτικά   αναφέρονται  στο
σημείο   αυτό  οι   προτάσεις  που   διατυπώθηκαν  στα  πλαίσια  των   προαναφερθέντων
συνεδρίων   για  ορισμένα  ειδικά   τεχνικά  θέματα  που   συνδέονται   με  το   Δίκαιο   της
Θάλασσας:
 • Συνιστάται   ο   καθορισμός  ενός   παγκόσμιου  γεωειδούς  ( κοινής   επιφάνειας
αναφοράς)  υψηλής  ακριβείας  και  διακριτικής   ικανότητας   και  ο   ταυτόχρονος
καθορισμός ενός  ενιαίου datum  με βάση το  γεωειδές  και την  κατώτατη ρηχία.
 • Προτείνεται  σύστημα   αναφοράς  για  το   συνολο  των   εργασιών  στη
θάλασσα  το   γεωδαιτικό   γεωκεντρικό  σύστημα   WGS84 (World Geodetic System
1984). 
 • Προτείνεται  σύστημα   αναφοράς  για  τις  συντεταγμένες  σημείων   επί  των
ορίων   των   θαλάσσιων   ζωνών   το   Διεθνές Eπίγειο  Σύστημα  Aναφοράς  ITRS
(International Terrestrial Reference System).
 • Συνιστάται   η   στενή  συνεργασία  γεωδαιτών ,  υδρογράφων ,
ωκεανογράφων ,  γεωλόγων   και  νομικών   για  την   εφαρμογή  των   όρων  της   Σύμβασης
του  1982  και  επίλυση   των   διαφορών  μεταξύ   γειτονικών   χωρών  που   προκύπτουν
από  αυτήν.
 Mε  την   πάροδο  των   ετών  η   ομάδα   εργασίας  GALOS εξελίχθηκε   σε  μόνιμη
επιτροπή  της  IAG  υπό   την   ευρεία   ονομασία  “Eιδική  Διεθνής Eπιτροπή  για  τον
Θαλάσσιο Eντοπισμό” (International Special Commission on Maritime Positioning -






66                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


ISCOMAP). H  γραφειοκρατική   ως  επι  το   πλείστον   αυτή  μεταβολή  δεν  επηρέασε
καθόλου   τους   στόχους   και  την   λειτουργία   της   επιτροπής  GALOS,  που   συνεχίζει   να
είναι   μία  δραστήρια   ομάδα   εργασίας ,  που   δρά   εν   μέρει  και  ως  μία  επιτροπή
διεθνών   εμπειρογνωμόνων  σε  θέματα  υδρογραφίας ,  ωκεανογραφίας   και
γεωεπιστημών  γενικότερα ,  που   σχετίζονται   με  το   Διεθνές  Δίκαιο   της   Θάλασσας  και
τα  οποία  χρήζουν  τεχνικών  και γεωδαιτικών διασαφηνίσεων  και πληροφοριών.
 Tο   Σεπτέμβριο  του  1994  ο  IHO  και  η  IAG  αποφάσισαν  την   ίδρυση  μιας
συμβουλευτικής  ανεξάρτητης  επιτροπής   με  τη   μορφή   ενός   διεθνούς   γνωμοδοτικού
οργάνου ,  με  κύριο  σκοπό   την   παροχή  υπηρεσιών   και  συμβουλών  σε  όλους   τους
συγγενείς  οργανισμούς   και  τα   κράτη  - μέλη  των   οργανισμών  αυτών ,  μετά   από
εκδήλωση   ενδιαφέροντος. H  επιτροπή  αυτή  είναι   γνωστή  ως  ABLOS (Advisory
Board on Hydrographic and Geodetic  Aspects of the Law of the Sea)  και
γνωμοδοτεί  συνήθως  επί  διαφορών  γειτονικών   χωρών. O ι   διαφορές  αυτές  είναι
κατά  κανόνα  τεχνικού  -  γεωδαιτικού  και  υδρογραφικού  χαρακτήρα   και  αναφέρονται
στις   διατάξεις   του   νομικού  πλαισίου   του   Δικαίου  των   Θαλασσών . E πίσης
προτείνονται  από   την   επιτροπή  σύγχρονες   γεωδαιτικές  τεχνικές   για  την   χάραξη,
π.χ .,  της   υφαλοκρηπίδας   και  των   ορίων   των   διαφόρων  θαλασσίων   ζωνών . H
επιτροπή ABLOS  έχει   τέσσερα   μέλη  από   τον  IHO,  τέσσερα   μέλη  από   την  IAG  και
έναν  εκπρόσωπο  από   τον  O.H.E. ως ex-officio μέλος.  Στα  πλαίσια  των
δραστηριοτήτων  της   επιτροπής   έχει   δημοσιευθεί  και  ένα   τεχνικό  εγχειρίδιο  επί
τεχνικών   θεμάτων ,  το   εγχειρίδιο  “TALOS” (Technical Aspects of the United Nations
on the Law of the Sea),  που   αφορά   τη   Σύμβαση  του  1982  για  το   Διεθνές  Δίκαιο   της
Θάλασας.
 Aξίζει   να  αναφερθεί  ότι  οι   τεχνικές  -  γεωδαιτικές  επιτροπές   που
προαναφέρθηκαν   δρουν   υπό   την   αιγίδα   των   Διεθνών  Δικαστηρίων  για  την   επίλυση
συνοριακών  και  άλλων   διαφορών  μεταξύ   γειτονικών   χωρών  και  τονίζεται   για  μία
ακόμη   φορά  ότι  έχουν   γνωμοδοτικό  -  συμβουλευτικό  χαρακτήρα .  Πληροφορίες   για
θέματα  Διεθνούς   Δικαίου  και  Διεθνών  Δικαστηρίων  πρέπει  να  αναζητηθούν   σε
νομικά  συγγράμματα ( βλ.  π.χ . Pούκουνας 1982, I ωάννου και Στρατή 1998).

2.3.2 Γεωδαιτικές  μέθοδοι  καθορισμού  και οριοθέτησης  των  θαλάσσιων
          ζωνών

 Aπλές  έως   και  πιο  σύνθετες ,  από   μαθηματική  άποψη,  γεωδαιτικές  μέθοδοι
χρησιμοποιούνται   σε  πολλές  περιπτώσεις  προσδιορισμού   και  οριοθέτησης  των
θαλάσσιων   ζωνών .  Στη  συνέχεια   γίνεται   μία  σύντομη   περιγραφή   δύο   μεθόδων ,  που
έχουν  χρησιμοποιηθεί  και σε πρακτικές εφαρμογές  οριοθέτησης θαλάσσιων  ζωνών .







67                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


H μέθοδος  του  ημικυκλίου
 Xρησιμοποιείται  συνήθως  για  τη   χάραξη  της   γραμμής   που   ορίζει  το
εξωτερικό  όριο   της   αιγιαλίτιδας  ζώνης .  Λαμβάνονται   υπόψη  σημεία   τα   οποία
απέχουν   από   την   ακτή  ή  από   τις  γραμμές   βάσης   συγκεκριμένες  αποστάσεις,  ίσες
με  το   εύρος   της   χωρικής   θάλασσας. M ε  κέντρα   αυτά  τα   σημεία   γράφονται
συνεχόμενα  ημικύκλια  με  ακτίνα   το   δεδομένο  εύρος   της   χωρικής   θάλασσας ( βλ.  σχ.
2.10 α). O ι   κορυφές   των   ημικυκλίων   ενώνονται   με  μία  νοητή   γραμμή  η   οποία
αποτελεί   το   εξωτερικό  όριο   της   χωρικής   θάλασσας. H  τεχνική  αυτή  είναι   κάπως
διαφορετική  από   την   τεχνική  της   παράλληλης  χάραξης   ή   πολυγωνικής   χάραξης ,
που   παρουσιάστηκε   ήδη   στο  σχήμα  2.8,  όπου  το   εξωτερικό  όριο   της   αιγιαλίτιδας
ζώνης   προκύπτει  με  παράλληλη  χάραξη  γραμμών  προς  τις  ευθείες  γραμμές   βάσης .
Στο  σχήμα  2.10  τα   συνεχόμενα  ημικύκλια  από   τα   οποία   ορίζεται  το   εξωτερικό  όριο
της   αιγιαλίτιδας  ζώνης   είναι   αρκετά  εμφανή.  Στο  εξωτερικό  όριο   της   συνορεύουσας
ζώνης   τα   ημικύκλια  αυτά  αντιστοιχούν   σε  πολύ  μεγαλύτερες  ακτίνες  και  είναι   πιο
εξομαλυσμένα.
 H διεθνής  νομολογία   χρησιμοποίησε   αρκετές  φορές   τη   μέθοδο  του
ημικυκλίου   στον  καθορισμό   θαλάσσιων   ζωνών   σε  διενέξεις   μεταξύ   διαφόρων
κρατών.  Πιο  χαρακτηριστική   είναι   η   διευθέτηση   της   αποκλειστικής  οικονομικής
ζώνης  μεταξύ  N ορβηγίας και H νωμένου  B ασιλείου .  
H μέθοδος  της  μέσης  γραμμής
 Xρησιμοποιείται  για  την   οριοθέτηση  θαλάσσιων   ζωνών   μεταξύ   γειτονικών
κρατών  με  έναντι   κείμενες  ( βλ.  σχ. 2.10 β)  ή   προσκείμενες   ακτές ( βλ.  σχ. 2.10 γ).  Στις
περιπτώσεις  αυτές,  οι   γεωλογικοί   ορισμοί  και  η  νομολογία   του   Διεθνούς   Δικαίου
των   θαλασσών  (βλ.  κεφάλαια 2.2  και 2.3)  δεν  ισχύουν   απόλυτα ,  αφού  τα
ελάχιστα /μέγιστα  εύρη  των   διαφόρων  ζωνών ,  λόγω  της   γεωμετρίας   των   ακτών ,  δεν
είναι   δυνατό  να  εφαρμοστούν .  Έτσι,  ορίζεται  μία  μέση  γραμμή  μεταξύ   των   ακτών
των   δύο   κρατών.  Σημειώνεται  ότι  η   λύση  που   προκύπτει  από   τη   μέθοδο  της   μέσης
γραμμής    ισχύει  υπό  την  αίρεση  ότι τα  ενδιαφερόμενα  κράτη  θα την  αποδεχθούν.  
  Στη  μέθοδο  χάραξης   της   μέσης   γραμμής ,  που   θα  αποτελεί   το   όριο   των
χωρικών   υδάτων  μεταξύ   κρατών  με  έναντι   κείμενες   ακτές,  η   πιο  βασική  εργασία
είναι   η   ανεύρεση  ενός   αρχικού  σημείου (initial point) ,  που   θα  κείται  επί  της   μέσης
γραμμής . H  ανεύρεση  του   σημείου  αυτού   προκύπτει  από   μία  διαδικασία   δοκιμών .
Mε  κέντρο   ένα   σημείο   της   ακτής  του   κράτους  A (βλ.  σχ. 2.10 β)  γράφεται   τόξο
κύκλου  που   τέμνει   την   απέναντι   ακτογραμμή ( κράτος B)  σε  ένα   ή   περισσότερα
σημεία . A πό  αυτά  επιλέγουμε   εκείνο   που   βρίσκεται  στη  μικρότερη (ευθεία )
απόσταση   από   το   σημείο  A. Aυτό  επιβεβαιώνεται ,  εάν   με  κέντρο   το   σημείο   επί  της
ακτογραμμής   του   κράτους  B και  την   ίδια   ακτίνα   γραφεί   εκ   νέου  τόξο   κύκλου  ακτίνας
ίδιας  με  την   προηγούμενη. Tο   μέσο  της   ευθείας  που   ενώνει   τα   δύο   σημεία   επί  των
έναντι   κειμένων   ακτών   των   κρατών A  και B  είναι   σημείο   της   μέσης   γραμμής .  Στο






68                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


σχήμα  2.10β  a   και  b  είναι   τα   σημεία   επί  των   δύο   ακτογραμμών  και  m  το   σημείο   επί
της   μέσης   γραμμής . M ε  τη   διαδικασία   που   περιγράφηκε ,  αν  τα   δύο   σημεία   a  και b
δεν  συνιστούν  τη   συντομότερη   απόσταση   μεταξύ   των   δύο   ακτογραμμών,
γράφονται   νέα   τόξα   κύκλων  και  προκύπτει  νέο  ζεύγος   σημείων . M ετά  την   εύρεση
του   αρχικού  σημείου  m,  η   διαδικασία   προσδιορισμού   και  άλλων   σημείων   της   μέσης
γραμμής  έχει  ως εξής :
•   Φέρεται  η  κάθετη  omp   στην  ευθεία   ab  στο  σημείο   m.  Ένα   τμήμα   της   omp   είναι
τμήμα   της   μέσης   γραμμής ,  καθώς   κάθε  σημείο   της   απέχει   εξίσου   από   τα   a   και  b .
Eίναι  ma=mb.
•  Eπιλέγεται ,  με  τη   μέθοδο  εγγραφής  τόξων   κύκλου,  ένα   σημείο   q   επί  της   omp ,
τέτοιο   ώστε  qa=qb=qc,  όπου  το  c βρίσκεται  σε  μία  από   τις  δύο   ακτογραμμές .
Φέρεται  κάθετη  o΄ m΄ p ΄  επί  της   γραμμής   bc,  διερχομένη   από   το   q . E ντοπίζεται
σημείο   r   επί  της   o ΄ m΄ p ΄ ,  τέτοιο   ώστε rb=rc=rd,  όπου  d   είναι   σημείο   μιας   των   δύο
ακτογραμμών. E ίναι   ευνόητο   ότι  οι   αποστάσεις  qc  και  rd   είναι   οι   συντομότερες
αποστάσεις  των   σημείων   c   και  d   των   ακτών   από   τα   σημεία   q   και  r   της   μέσης
γραμμής .
•  Mε  την   ίδια   διαδικασία   των   μεσοκαθέτων   και  καθέτων   προσδιορίζονται  και  τα
υπόλοιπα σημεία  s , t ,  κ .λπ.,  που  ορίζουν τη  μέση γραμμή.
  Ένα   ενδιαφέρον  θέμα  είναι   το   πρόβλημα  του   καθορισμού  του   ορίου  των
χωρικών   υδάτων  ανάμεσα   στο  νησιωτικό  σύμπλεγμα  της   ανατολικής  Eλλάδας  και
στην T ουρκία   με  τη   μέθοδο  της   μέσης   γραμμής .  Σε  μια  τέτοιας  έκτασης   εφαρμογή
είναι   απαραίτητος   ο   υπολογισμός   των   προβολικών  συντεταγμένων   των   τεσσάρων
γωνιών  όλων  των   χαρτών  που   καλύπτουν   την   υπό   μελέτη   περιοχή  από   βορρά
προς  νότο,  σε  όσο   το   δυνατό  μεγαλύτερη  κλίμακα ( στη  διπλωματική   εργασία
χρησιμοποιήθηκαν  χάρτες   της   Γ .Y.Σ .  σε  κλίμακα 1:50000  για  ευνόητους   λόγους).
Eπίσης  είναι   αναγκαίος  ο   υπολογισμός   των   μηκών   γεωδαισιακών  γραμμών  κατά
την   έννοια   της   διαγωνίου  σε  όλους   τους   χάρτες   και  ο   υπολογισμός   των   αντιστοίχων
διαγωνίων . O  υπολογισμός   των   στοιχείων  αυτών   είναι   δυνατό  να  πραγματοποιηθεί
μέσω γεωδαιτικών λογισμικών  σε περιβάλλον GIS. H  κλίμακα στις  εφαρμογές  αυτές
είναι   καθοριστική,  τόσο  από   την   άποψη  της   τελικής  ακρίβειας  του   προσδιορισμού
των   θαλάσσιων   συνόρων,  όσο   και  από   την   άποψη  των   τεχνικών   δυσκολιών   που
εμφανίζονται  στα διάφορα  στάδια  της  μελέτης.
  Στη  μέθοδο  χάραξης   της   μέσης   γραμμής ,  που   θα  αποτελεί   το   όριο   μεταξύ
των   χωρικών   υδάτων  των   δύο   κρατών  με  προσκείμενες  ακτές ( βλ.  σχ. 2.10 γ ),
ακολουθείται  μία παρόμοια με την  προηγούμενη διαδικασία :
•  Oρίζεται   ένα   αρχικό   σημείο   t  με  τη   μέθοδο  των   δοκιμών ,  όπως  και  στην
περίπτωση   των   κρατών  με  τις  έναντι  κείμενες   ακτές,  έτσι   ώστε  ta=tb. O ι   δοκιμές
συνίστανται  στην  εγγραφή   τόξων   κύκλου  με  ακτίνες  μεγαλύτερες  από   το   εύρος
της   αιγιαλίτιδας  ζώνης ,  το   οποίο   είναι   υιοθετημένο  από   τις  δύο   χώρες
( σχ.2.10γ). O ι  γραμμές   ta   και  tb   είναι  οι   συντομότερες  αποστάσεις  του   σημείου  t






69                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


από  τις δύο  ακτογραμμές .
•   Φέρεται  η   μεσοκάθετος   otp  στην  ευθεία   ab ( βλ.  σχ. 2.10 γ ). E πί   της   μεσοκαθέτου
και  προχωρώντας  προς  τις  ακτές  ορίζεται  ένα   σημείο  u τέτοιο   ώστε  ua=ub=uc,
όπου  το   σημείο   c   ευρίσκεται   στην  ακτή  του   κράτους  A ( θα  μπορούσε  να  είναι   και
στην  προσκείμενη  ακτή  του   κράτους  B). To  c   είναι   το   σημείο   που   απέχει   τη
μικρότερη  απόσταση   από   αυτή  τη   μεσοκάθετο  σε  σύγκριση  με  τα   άλλα  σημεία
της  ακτογραμμής . Tο  u  είναι  σημείο  της  μέσης  γραμμής .
•   Φέρεται  η   μεσοκάθετος   προς  την   ευθεία   cb  που   διέρχεται   από   το   u   και  κατά
μήκος   της   μεσοκαθέτου   ορίζεται  ένα   σημείο  v τέτοιο   ώστε  vb=vc=vd,  όπου  το
σημείο   d   είναι   επί  της   ακτογραμμής   του   κράτους  A  και  απέχει   τη   μικρότερη
απόσταση   από   τη   μεσοκάθετο  σε  σύγκριση  με  τα   άλλα  σημεία   των   δύο   ακτών .
Tο  v είναι  σημείο  της  μέσης  γραμμής .
•   Φέρεται  νέα   μεσοκάθετος   προς  την   ευθεία   db,  που   διέρχεται   από   το  v και  κατά
μήκος   της   μεσοκαθέτου   ορίζεται  το   σημείο   w ,  τέτοιο   ώστε  wb=wd=we . Tο   σημείο
e  είναι  επί της  ακτής του  κράτους  B και είναι  το  πλησιέστερο προς το  σημείο  w .
•  Mε την  ίδια  τεχνική,  φέρνοντας  μεσοκαθέτους στις  νέες  βάσεις  που  ορίζονται επί
των  ακτών ,  βρίσκεται και το  σημείο  x  και τα  υπόλοιπα σημεία  που  ορίζουν τη
μέση γραμμή,  μέσω πάντοτε των  σημείων  επί των  ακτών  των  δύο  κρατών που
απέχουν  ίσες  αποστάσεις από  τα  σημεία  της  μέσης  γραμμής  και ταυτόχρονα
αυτές οι  αποστάσεις είναι  οι  συντομότερες δυνατές.







70                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2



Σχ. 2.10  ( α )  Όρια θαλάσσιων  ζωνών  - M έθοδοι  ημικυκλίου .
( β) M έση  γραμμή ( όριο  χωρικών  υδάτων)  μεταξύ  κρατών με  έναντι  κείμενες  ακτές.
( γ) M έση  γραμμή ( όριο  χωρικών  υδάτων)  μεταξύ  κρατών με προσκείμενες ακτές.
(Shalowitz 1962,  μετά  από  τροποποίηση ).






71                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


2.3.3 O καθορισμός  του  αιγιαλού και της  παραλίας

 Mία   ζώνη  της   στεριάς  γύρω  από   τις  ακτές  ορίζεται  από   πολλά   κράτη  ( και
την  Eλλάδα )  ως  ιδιοκτησία   του   Δημοσίου. H  ζώνη  αυτή  ονομάζεται   αιγιαλός   και
ορίζεται  από   τη   γραμμή  της   ανώτατης  πλήμμης   ή   ακτογραμμή  μέχρι  τη   γραμμή
εκείνη   που   φθάνει   το   χειμέριο  κύμα.   Συγκεκριμένα ,  ο  Aναγκαστικός Nόμος (A.N.)
του  2344/1940 αναφέρει :
“O  αιγιαλός ,  ήτοι   η   περιστοιχούσα  την   θάλασσαν  χερσαία  ζώνη,  η   βρεχομένη   από
τας   μεγίστας   πλην  συνήθεις   αναβάσεις  των   κυμάτων ,  είναι   κτήμα   κοινόχρηστον,
ανήκει  ως τοιούτον  εις το  Δημόσιον και προστατεύεται και διαχειρίζεται υπ’  αυτού .”
 Mία   πρώτη   παρατήρηση  στον  ως  άνω   ορισμό  είναι   ότι  βασική  στάθμη
αναφοράς  στην  ελληνική   νομοθεσία   θεωρείται  η  ανώτατη   ή   μέγιστη  πλήμμη,  ενώ
στη διεθνή  νομοθεσία  η  κατώτατη ρηχία ( βλ.  κεφ . 2.3).
 Tη   διαδικασία   καθορισμού  του   αιγιαλού   σε  μία  παράκτια  περιοχή  στην
Eλλάδα   μπορεί  να  κινήσει  είτε   ένας  ιδιώτης,  είτε   το   Δημόσιο   δια  του  Yπουργείου
O ικονομικών   μέσω  μιας   τεχνικής   υπηρεσίας   κάποιας   νομαρχίας   της   χώρας .  Σε
πρώτη   φάση  απαιτείται  λεπτομερής  τοπογραφική  (οριζοντιογραφική   και
υψομετρική)  αποτύπωση  της   περιοχής  σε  μία  αρκετά  μεγάλη  ακτίνα    από   τις  ακτές
( από  200-600 m  περίπου ). O μηχανικός  που   πραγματοποιεί  την   αποτύπωση,  έχει
υποχρέωση  να  υλοποήσει   έναν  αριθμό  σταθερών  σημείων   κοντά   στην  ακτή,  σε
συμπαγές  κατά  το   δυνατό  έδαφος,  καθόλο  το   μήκος   της   περιοχής  στην  οποία
πρόκειται  να  καθοριστεί   ο   αιγιαλός . T α   σημεία   αυτά  είναι   τσιμεντένια   βάθρα
κυκλικής   ή   τετραγωνικής   διατομής ,  εξέχουν   δύο   με  τρία   εκατοστά  από   το   έδαφος
και  φέρουν  κατάλληλη   σήμανση   μεταλλική  στην  άνω   επιφάνεια. O ι   συντεταγμένες
των   σημείων   αυτών   δίνονται  σε  πίνακα  επί  του   τοπογραφικού  διαγράμματος  στο
σύστημα  αναφοράς που  έγινε η  αποτύπωση της  ευρύτερης  περιοχής.
 Mετά  την   υποβολή   της   τοπογραφικής  μελέτης  στην  αρμόδια   τεχνική
υπηρεσία  της   νομαρχίας ,  συγκαλείται  μία  επιτροπή  από   έναν  ή  δύο   τεχνικούς,  έναν
οικονομικό   υπάλληλο  της   αντίστοιχης  εφορίας   και  έναν  αξιωματικό   του   Γενικού
Eπιτελείου Nαυτικού ( Γ EN)  ή   του   Λιμενικού  Σώματος ,  εξετάζουν  την   πληρότητα   της
μελέτης  και  καθορίζουν  το   εύρος   και  τη   γραμμή  του   αιγιαλού   επάνω   στο
τοπογραφικό   διάγραμμα   με  βάση  τα   προαναφερθέντα  σταθερά   σημεία ,  που
οπωσδήποτε   δεν  είναι   σημεία   της   γραμμής   του   αιγιαλού . H  οριογραμμή  του
αιγιαλού   χαράσσεται  με  χρώμα  ερυθρό  επί  του   τοπογραφικού  διαγράμματος. H
μελέτη   με  χαραγμένο   πλέον  αιγιαλό  στο  χάρτη   υποβάλλεται   για  έγκριση  στο
υπουργείο   οικονομικών. M ετά  την   έγκριση  δημοσιεύεται   στην  εφημερίδα   της
κυβερνήσεως  όλο   το   σκεπτικό   της   επιτροπής   και  το   τοπογραφικό   διάγραμμα   και
θεωρείται  πλέον  ότι  η  συγκεκριμένη   περιοχή  έχει   καθορισμένο   αιγιαλό  και  μπορεί
να  γίνουν   οικοδομικές  εργασίες   ( πίσω  από   τη   γραμμή  του   αιγιαλού )   από   ιδιοκτήτες






72                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


ή   το   δημόσιο .  Πρέπει  να  αναφερθεί  στο  σημείο   αυτό,  ότι  από   το   σύνολο  της
νομοθεσίας  για  δόμηση  σε  παραλιακές  περιοχές ,  δεν  προκύπτει  ότι  πρέπει  να
προηγείται   ο   καθορισμός  της   οριογραμμής   του   αιγιαλού   πρίν   χορηγηθεί  οικοδομική
άδεια. E πειδή  όμως  η   ιδιότητα   του   αιγιαλού   δεν  δημιουργείται   με  πράξη   της
πολιτείας,  αλλά  προκύπτει  εκ   φυσικών   φαινομένων,  δηλαδή  εκ   των   μεγίστων   αλλά
συνήθων  αναβάσεων  των   κυμάτων ,  όπου  δεν  έχει   γίνει   ακόμη   διοικητικός
καθορισμός  των   ορίων   του   αιγιαλού ,  οφείλει  η   Διοίκηση   να  κρίνει  από   τα
πραγματικά  περιστατικά  και  να  προβεί  είτε   στο  διοικητικό  καθορισμό   του   αιγιαλού
είτε   να  χορηγήσει   με  ειδικές   προϋποθέσεις  άδεια  δόμησης   σε  παραλιακό   γήπεδο
( βλ.  και P ωμαλιάδης  1991).
  Όταν  κατά  τον   χρόνο   καθορισμού  των   ορίων   του   αιγιαλού   είναι   εμφανές   ότι,
λόγω  προσχώσεων,  διαβρώσεων   ή   άλλων   γεωλογικών  και  υδρογραφικών
φαινομένων,  ή   από   μαρτυρικές   καταθέσεις   μαρτύρων  εξεταζομένων  ενόρκως ,  ο
αιγιαλός   είναι   διαφορετικός   από   αυτόν  που   υπήρχε  στο  παρελθόν,  ορίζεται  η
παλαιά  θέση  του   αιγιαλού  (βλ.  και  άρθρο  2, A.N. 2344/1940),  η   οποία   και
χαράσσεται  επί  του   τοπογραφικού  διαγράμματος  με  κυανή   γραμμή. H  έννοια   του
παλαιού  αιγιαλού   είναι   δυνατό  χρονικά  να  φθάνει   μέχρι  το  1884  εάν   υφίστανται
ιδιοκτησίες   ιδιωτών ,  ή   και  παλαιότερα  ακόμη   εάν   δεν  υφίστανται   τέτοιες   ιδιοκτησίες .
O ι   εμπλεκόμενοι   με  την   οριοθέτηση  του   αιγιαλού   σε  παράκτιες  περιοχές   καλό  είναι
να  συμβουλεύονται  επιπρόσθετα   διαθέσιμες   για  την   περιοχή  αεροφωτογραφίες
παλαιότερες  και  πρόσφατες . X ρήσιμες  επίσης  είναι   οι   υδρογραφικές  πληροφορίες
για  την   περιοχή  οι   σχετικές   με  παλίρροιες ,  ρεύματα   και  κυματισμούς   και  η   γνώση
της  γεωμορφολογίας της  ευρύτερης  παράκτιας ζώνης  και της  λεκάνης  απορροής.
  Ένας  από   τους   βασικούς  προορισμούς   του   αιγιαλού   είναι   η   εξυπηρέτηση
της   επικοινωνίας   μεταξύ   στεριάς  και  θάλασσας.  Όταν  αυτό  δεν  συμβαίνει  λόγω
τοπογραφικών   ιδιομορφιών   της   περιοχής,  τότε   επιτρέπεται  η   διαπλάτυνση   του
αιγιαλού   με  προσθήκη  λωρίδας   γης   μέχρι  πλάτους   πενήντα (50)  μέτρων  από   το
προς  την   ξηρά  όριο   του   αιγιαλού . H  ζώνη  αυτή,  κατά  την   οποία   προσαυξάνεται   ο
αιγιαλός ,  ονομάζεται   παραλία.  H  οριογραμμή  της   παραλίας  καθορίζεται  και
χαράσσεται  με  κίτρινη   γραμμή  επί  του   προαναφερθέντος  τοπογραφικού
διαγράμματος,  από   την   ίδια   επιτροπή  πού   οριοθέτησε   και  τον   αιγιαλό. H  απόφαση
της   επιτροπής   επικυρώνεται   από   τον   αρμόδιο  Yπουργό  των  Oικονομικών   με
ταυτόχρονη  γνωμοδότηση  του   Γ EN  και  δημοσιεύεται   στην  εφημερίδα   της
κυβερνήσεως. T υχόν  υφιστάμενες  στη  ζώνη  της   παραλίας  ιδιοκτησίες   υπό   μορφή
κτισμάτων   ή  γηπέδων  υπόκεινται   πλέον  στις   εκάστοτε   κείμενες   διατάξεις   περί
αποζημίωσης  απαλλοτριουμένων  ακινήτων  λόγω  δημόσιας  ανάγκης   ή   κοινής
ωφέλειας ( βλ.  και άρθρο  6, A.N. 2344/1940).

 






73                                                                                                                                               Κεφάλαιο 2


Βιβλιογραφία και αναφορές
Αλμπανάκης K., 1999:  Μαθήματα  Ωκεανογραφίας . University Studio Press,
Θεσσαλονίκη .
Ιωάννου   Κ.  και  Στρατή  Α., 1998:  Δίκαιο   της   θάλασσας.  Εκδόσεις  Σάκκουλα,  Αθήνα -Κομοτηνή.
Μερτίκας  Σ., 2000:  Τηλεπισκόπηση  και  ψηφιακή   ανάλυση   εικόνας.  Εκδόσεις  ΙΟΝ ,
Αθήνα .
Pond S. and Pickard G.L., 1983: Introductory Dynamical Oceanography. 2
nd

edition, Pergamon Press.
Ross D.A.,  1988: Introduction to oceanography. 4
th
 edition, Prentice Hall.
Robinson I.S. 1985: Satellite oceanography. Ellis Horwood and John Willey and
Sons, New York.
Ρούκουνας  Ε., 1982:  Διεθνές Δίκαιο  ΙΙ .  Εκδόσεις Σάκκουλα,  Αθήνα .
Shalowitz A.L., 1962: Shore and sea boundar ies. U.S. Department of Commerce,
Publ. 10-1.
Τσούρης   Σ.Ε., 1999:  Θέματα  προστασίας  περιβάλλοντος.  Εκδόσεις  Γαρταγάνη ,
Θεσσαλονίκη .
 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Διατλαντικές Σχέσεις: Μια Σύνθετη και Κρίσιμη Δυναμική το 2025

Ανησυχία της Ελλάδας για τις εκλογές στην Αλβανία

Αιγαίο Πέλαγος