"METRO 2033", Ντμίτρι Αλεξέγιεβιτς Γκλουχόφσκι
Προδημοσίευση: "METRO 2033", Ντμίτρι Αλεξέγιεβιτς Γκλουχόφσκι (Καστανιώτης)
2033: Ο κόσμος έχει μετατραπεί σε ερείπια. Λίγες χιλιάδες ανθρώπων έχουν επιζήσει, δεν γνωρίζουν όμως αν είναι οι τελευταίοι. Ζουν στο μετρό της Μόσχας – το μεγαλύτερο αντιπυρηνικό καταφύγιο. Ο κόσμος του μετρό δεν έχει αύριο. Το συναίσθημα έχει παραδοθεί στο ένστικτο. Στην ανάγκη για επιβίωση.
Ένας νέος άντρας που ζει εκεί, θα αναλάβει να εισχωρήσει στην καρδιά του μετρό, στη θρυλική Πόλη, για να φέρει σε πέρας την αποστολή που του ανατέθηκε. Είναι αυτός που κρατά στα χέρια του το μέλλον του σταθμού, το μέλλον της ανθρωπότητας.
Το μυθιστόρημά Μετρό 2033 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2005 και επανεκδόθηκε το 2007. Την ίδια χρονιά έλαβε το βραβείο Eurocon 2007. Προτού εκδοθεί, κεφάλαιά του είχαν δημοσιευθεί στο Internet και σε αρκετές διαδικτυακές βιβλιοθήκες. Καθώς τα κεφάλαια του βιβλίου δημοσιεύονταν στο Internet, οι αναγνώστες των ιστοσελίδων αυξάνονταν συνεχώς και μάλιστα πολλοί από αυτούς άρχισαν να διεκδικούν συμμετοχή στη διαμόρφωσή του.
«Δεν έχω πείρα εργάτη του μετρό, δεν υπηρέτησα στο στρατό, δεν έχτισα σπίτια, δεν είμαι οικονομολόγος, έτσι λοιπόν είχα στο κείμενό μου κάποια λάθη και ανακρίβειες», λέει ο ίδιος ο συγγραφέας. «Ακριβώς όμως επειδή το βιβλίο δημοσιευόταν κατά κεφάλαια και γύρω του είχε σχηματιστεί μια ολόκληρη κοινότητα, κατάφερα να “παρακολουθώ” την αντίδραση των ανθρώπων. Διευκρινίστηκε λοιπόν ότι μεταξύ των αναγνωστών μου υπήρχαν εργάτες του μετρό, μηχανοδηγοί, στρατιωτικοί, μέλη των ειδικών δυνάμεων που είχαν πολεμήσει στην Τσετσενία... Κι αυτοί διόρθωναν τα λάθη μου και έκαναν προγνώσεις».
Ο συγγραφέας έκανε τους αναγνώστες συμμέτοχους στην πλοκή και τον κόσμο του βιβλίου. Αν κρίνουμε από τις αντιδράσεις αυτών που το διάβασαν, θεωρούν το μεταπυρηνικό μετρό μια ολόκληρη εναλλακτική πραγματικότητα, κάτι ανάλογο με τον κόσμο του Τόλκιν. Την εποχή της δημοσίευσης του βιβλίου στο Internet, πάνω από διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι επισκέφθηκαν την ιστοσελίδα www.metro2033.ru.
Ο υπόγειος κόσμος ως εναλλακτική λύση απέναντι στην κατεστραμμένη γη έγινε γνωστό ηλεκτρονικό παιχνίδι με φανατικούς φίλους και θεωρείται πιθανή ακόμα και η μεταφορά του στον κινηματογράφο.
Το METRO 2033 θα βγει στα βιβλιοπωλεία τη Δευτέρα 21 Μαρτίου
*Ο Ντμίτρι Αλεξέγιεβιτς Γκλουχόφσκι γεννήθηκε το 1979 στη Ρωσία. Δούλεψε για αρκετά χρόνια ως δημοσιογράφος-ανταποκριτής στο Ισραήλ, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Μιλάει πέντε γλώσσες. Άλλα έργα του: Νύχτα (1998), Οκτώ λεπτά (1998), Ιστορίες για ζώα (1999), Infinita tristessa (2005), Μετρό 2034 (2009), Ιστορίες για την πατρίδα (2010), Επιστροφήστην Κόρντοβα (2010).
http://vimeo.com/20516197
http://vimeo.com/20602575
Προδημοσίευση: "Γεννημένοι για να σέρνονται"
Η κυλιόμενη σκάλα φαινόταν ατέλειωτη. Έπρεπε να περπατά πάνω της αργά και πολύ προσεχτικά, τα σκαλοπάτια τριζοβολούσαν και χτυπούσαν κάτω από τα βήματά του, σε κάποιο σημείο μάλιστα
εντελώς απροσδόκητα έφυγαν κάτω, κι ο Αρτιόμ μόλις που πρόλαβε να τραβήξει το πόδι του. Παντού υπήρχαν απομεινάρια μεγάλων κλαδιών σκεπασμένα με βρύα και δεντράκια που θα πρέπει να πετάχτηκαν
εδώ την εποχή της καταστροφής, ίσως με την έκρηξη. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι κληματσίδες και βρύα, κι από τις τρύπες των πλαστικών καλυμμάτων στις πλαϊνές μπάρες διακρίνονταν οι σκουριασμένοι μηχανισμοί τους.
Δεν έριξε ούτε μια ματιά πίσω του.
Ψηλά όλα ήταν κατάμαυρα. Αυτό δεν προμήνυε τίποτα ευχάριστο. Αν ξαφνικά η είσοδος γκρεμιστεί κι εκείνος δεν καταφέρει να βγει από τους σωρούς των ερειπίων; Και αν το μόνο πρόβλημα ήταν η ασέληνη
νύχτα, και πάλι θα ήταν άσχημα τα πράγματα: Με μικρή ορατότητα δεν θα ήταν εύκολο να κατευθυνθεί στο στόχο της μια συστοιχία πυραύλων. Όσο όμως πλησίαζε προς το τέλος της σκάλας, τόσο εντονότερες γίνονταν οι κηλίδες στους τοίχους και οι λεπτές αχτίδες που περνούσαν από τις χαραμάδες. Η έξοδος στο υπέργειο περίπτερο ήταν όντως κλεισμένη, όχι όμως με πέτρες, αλλά με σωριασμένα δέντρα. Έπειτα από
αρκετά λεπτά ψάξιμο, ο Αρτιόμ ανακάλυψε ανάμεσά τους ένα στενό άνοιγμα από το οποίο μόλις χωρούσε να περάσει.
Στη σκεπή της εισόδου του σταθμού έχασκε μια τεράστια τρύπα που έπιανε όλο σχεδόν το ταβάνι, και από μέσα της περνούσε το ωχρό φως του φεγγαριού. Το δάπεδο ήταν επίσης γεμάτο σπασμένα κλαράκια,
ακόμα κι ολόκληρα δέντρα, έτσι πατικωμένα που έφτιαχναν ένα πραγματικό στρώμα. Σε έναν από τους τοίχους ο Αρτιόμ παρατήρησε μερικά παράξενα αντικείμενα: Μεγάλες δερμάτινες σκούρες γκρίζες σφαίρες, στο ύψος ενός ανθρώπου, ήταν βυθισμένες μέσα στα ξερόκλαδα.
Έδειχναν αποκρουστικές, και ο Αρτιόμ φοβήθηκε να τις πλησιάσει περισσότερο. Για κάθε ενδεχόμενο, βγήκε στο δρόμο ανάβοντας το φακό του. Η πάνω είσοδος του σταθμού βρισκόταν στο κέντρο ενός σωρού
κατεστραμμένων σκελετών από άλλοτε κομψά εμπορικά περίπτερα και κιόσκια. Μπροστά διακρινόταν ένα τεράστιο κτήριο με παράξενο κυρτό σχήμα, που μία από τις πτέρυγές του είχε μισογκρεμιστεί. Ο Αρτιόμ κοίταξε εξεταστικά· ο Ούλμαν και ο σύντροφός του δεν φαίνονταν πουθενά, θα πρέπει να είχαν καθυστερήσει στο δρόμο. Του έμενε λίγη ώρα για να εξερευνήσει τη γύρω περιοχή.
Κρατώντας για ένα δευτερόλεπτο την αναπνοή του, αφουγκράστηκε προσπαθώντας να πιάσει το σπαρακτικό ουρλιαχτό των Μαύρων. Ο Βοτανικός Κήπος δεν απείχε πολύ, και ο Αρτιόμ δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί αυτά τα πλάσματα δεν είχαν μπει κι από δω ως τώρα στο σταθμό τους. Όλα ήταν ήσυχα, μονάχα κάπου μακριά άγρια σκυλιά αλυχτούσαν μελαγχολικά, θλιβερά, σαν να έκλαιγαν. Ωστόσο ο Αρτιόμ δεν είχε καμιά διάθεση να τα συναντήσει: Αν κατάφεραν να επιζήσουν στην επιφάνεια της γης όλα αυτά τα χρόνια, τότε σε κάτι θα έπρεπε να διαφέρουν από τα συνηθισμένα σκυλιά που είχαν οι κάτοικοι του μετρό.
Λίγο πιο πέρα από την είσοδο του σταθμού έκανε ακόμα μία παράξενη ανακάλυψη: Το περίπτερο περιβαλλόταν από ένα ρηχό, άτεχνα σκαμμένο χαντάκι. Κι αυτό το χαντάκι, που θύμιζε μικρή τάφρο οχυρού, ήταν γεμάτο από στάσιμο, σκούρο υγρό. Ο Αρτιόμ δρασκέλισε το χαντάκι, πλησίασε ένα από τα κιόσκια και έριξε μια ματιά στο εσωτερικό του. Ήταν εντελώς άδειο. Στο δάπεδο ήταν πεσμένα σπασμένα γυαλιά από μπουκάλια – οτιδήποτε άλλο υπήρχε το είχαν ήδη πάρει. Ερεύνησε μερικά ακόμα κιόσκια, ώσπου συνάντησε ένα που προμηνυόταν πιο ενδιαφέρον από τα υπόλοιπα. Εξωτερικά θύμιζε μικροσκοπικό φρούριο:
Ήταν ένας κύβος, φτιαγμένος από χοντρές λαμαρίνες, μ’ ένα γυάλινο παραθυράκι. Μια επιγραφή πάνω από το παραθυράκι έλεγε «ΑνΤΑΛΛΑΚΤΗριΟ ΣυνΑΛΛΑΓΜΑΤΟΣ».
Η πόρτα έκλεινε μ’ ένα ασυνήθιστο λουκέτο, δεν χρειαζόταν καν κλειδί, αλλά το σωστό κωδικό. Ο Αρτιόμ πλησίασε το παραθυράκι και επιχείρησε να το ανοίξει, αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Παρατήρησε όμως
στο περβάζι μια σχεδόν σβησμένη έπειτα από τόσα χρόνια επιγραφή.
Το ενισχυμένο κιόσκι τού κίνησε το ενδιαφέρον, και ξεχνώντας τις όποιες προφυλάξεις άναψε το φακό του. Με το ζόρι κατάφερε να διαβάσει κάποια ορνιθοσκαλίσματα, γραμμένα θαρρείς με το αριστερό χέρι: «ΘΑΨΤΕ ΜΕ ΣΑν ΑνΘρΩΠΟ. ΚΩΔιΚΟΣ 767». Και μόλις κατάλαβε τι μπορούσε να σημαίνει αυτό, από μακριά ακούστηκε ένα οργισμένο σκούξιμο. Ο Αρτιόμ το αναγνώρισε αμέσως: Έτσι ακριβώς έσκουζε το ιπτάμενο τέρας πάνω από το Καλίνινσκι.
Έσβησε βιαστικά το φακό του, αλλά ήταν αργά. Το σκούξιμο ακούστηκε πάλι, τούτη τη φορά ακριβώς πάνω από το κεφάλι του. Ο Αρτιόμ κοίταξε βιαστικά ολόγυρα, αναζητώντας ένα μέρος για να κρυφτεί.
Ίσως η μοναδική λύση ήταν να επαληθεύσει την υπόθεσή του. Πάτησε τα πλήκτρα με τους αριθμούς στην απαραίτητη σειρά και τράβηξε το πόμολο προς το μέρος του. Η σκέψη του αποδείχτηκε σωστή: Η κλειδαριά έκανε ένα υπόκωφο κροτάλισμα κι η πόρτα υποχώρησε με κόπο, τρίζοντας διαβολεμένα πάνω στους σκουριασμένους μεντεσέδες της.
Ο Αρτιόμ μπήκε μέσα, αμπαρώθηκε και άναψε πάλι το φως. Στη γωνία, με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο, καθόταν κατάχαμα η μούμια μιας γυναίκας. Στο ένα χέρι της έσφιγγε ένα χοντρό μαρκαδόρο, στο άλλο ένα πλαστικό μπουκάλι. Οι ντυμένοι με μουσαμά τοίχοι ήταν γεμάτοι από πάνω ως κάτω με σημειώσεις, γραμμένες με έναν κομψό, γυναικείο γραφικό χαρακτήρα. Στο πάτωμα ήταν πεταμένα ένα άδειο κουτί από χάπια, ζωηρόχρωμα περιτυλίγματα σοκολάτας, τενεκεδένια κουτάκια αναψυκτικών, ενώ σε μια γωνιά βρισκόταν ένα μισάνοιχτο χρηματοκιβώτιο. Ο Αρτιόμ δεν φοβήθηκε το πτώμα, μονάχα ένιωσε συμπόνια για την άγνωστη κοπέλα. Χωρίς κι ο ίδιος να ξέρει γιατί, είχε την εντύπωση πως ήταν κοπέλα.
Ακούστηκε πάλι η κραυγή του ιπτάμενου τέρατος, και η σκεπή δέχτηκε ένα δυνατό χτύπημα, πράγμα που έκανε το κιόσκι να ταρακουνηθεί. Ο Αρτιόμ έπεσε στο πάτωμα περιμένοντας. Οι επιθέσεις δεν επαναλήφθηκαν, το κρώξιμο του φουρκισμένου τέρατος άρχισε να απομακρύνεται, κι εκείνος αποφάσισε να σηκωθεί. Λόγω ανωτέρας βίας, μπορούσε να καθίσει στην κρυψώνα του όσο χρειαζόταν· άλλωστε το πτώμα της κοπέλας είχε μείνει τόσο καιρό άθικτο, αν και θα πρέπει να ήταν πολλοί οι μερακλήδες που το λιγουρεύονταν. Μπορούσε βέβαια να προσπαθήσει να σκοτώσει, ή έστω να τραυματίσει, το τέρας, τότε όμως θα έπρεπε να βγει έξω. Κι αν αστοχούσε ή αν το τέρας τού έβγαινε θωρακισμένο, δεν θα του παρουσιαζόταν δεύτερη ευκαιρία σε ανοιχτό χώρο. Πιο λογικό ήταν να περιμένει τον Ούλμαν. Αν ήταν κι αυτός ζωντανός...
Για να περάσει την ώρα του, ο Αρτιόμ άρχισε να διαβάζει τις σημειώσεις στους τοίχους:
... Γράφω επειδή βαριέμαι και για να μην τρελαθώ. Πάνε τρεις μέρες που κάθομαι σ’ αυτό το κιόσκι, φοβάμαι να βγω στο δρόμο. Μπροστά στα μάτια μου δέκα άνθρωποι που δεν πρόφτασαν να τρέξουν ως το μετρό πέθαναν από ασφυξία, και από τότε κείτονται στη μέση του δρόμου. Πάλι καλά που διάβασα στις εφημερίδες πώς πρέπει να φράζουμε με κολλητική ταινία τις χαραμάδες. Περιμένω να πάρει ο αέρας το νέφος, οι εφημερίδες έγραψαν ότι αν περάσει μια μέρα δεν θα υπάρχει πια κίνδυνος.
9 ιουλίου. Δοκίμασα να φτάσω στο μετρό. Μετά την κυλιόμενη σκάλα αρχίζει ένα σιδερένιο παραπέτασμα, δεν κατάφερα να το σηκώσω, κι όσο κι αν χτυπούσα δεν άνοιγε κανείς. Έπειτα από δέκα λεπτά άρχισα να νιώθω πολύ άσχημα, ξαναγύρισα στο κιόσκι μου. Ολόγυρα υπάρχουν πολλοί νεκροί. Όλοι τους είναι φριχτοί, έχουν τουμπανιάσει, βρωμίσανε. Έσπασα ένα τζάμι στο περίπτερο των τροφίμων, πήρα σοκολάτες και μεταλλικό νερό. Τώρα δεν θα πεθάνω από την πείνα. Ένιωθα μια φριχτή αδυναμία. Ένα ολόκληρο χρηματοκιβώτιο γεμάτο δολάρια και ρούβλια, και να μην μπορώ να κάνω τίποτα μ’ αυτά. Παράξενο.
Απο δεικνύεται ότι είναι σκέτα χαρτάκια.
10 ιουλίου. Συνέχισαν να βομβαρδίζουν. Από τα δεξιά, από την Προσπέκτ Μίρα, μια ολόκληρη μέρα ακουγόταν ένας φοβερός πάταγος. νόμιζα ότι δεν θα έχει μείνει πια κανείς, αλλά το απόγευμα ένα τανκ διέσχισε με μεγάλη ταχύτητα το δρόμο. Ήθελα να βγω και να προκαλέσω την προσοχή τους, αλλά δεν πρόλαβα. νοσταλγώ πολύ τη μαμά και τον Λιόβα. Όλη τη μέρα έκανα εμετό. Έπειτα με πήρε ο ύπνος.
11 ιουλίου. Πέρασε από δω ένας άνθρωπος με φριχτά εγκαύματα. Δεν ξέρω πού κρυβόταν όλο αυτό το διάστημα. Έκλαιγε ασταμάτητα και έβγαζε ένα ρόγχο. Ήταν φριχτό. Πήγε προς το μετρό, και μετά άκου σα ένα δυνατό χτύπημα. Ίσως χτυπούσε κι αυτός το παραπέτασμα. Έπειτα απλώθηκε ησυχία. Αύριο θα πάω να δω αν του άνοιξαν. Ένα νέο χτύπημα ταρακούνησε το κιόσκι· το τέρας δεν έλεγε να παραιτηθεί από τη λεία του. Ο Αρτιόμ παραπάτησε και λίγο έλειψε να πέσει πάνω στο πτώμα – μόλις που κατάφερε να κρατηθεί κι αρπάχτηκε από τον πάγκο. Έμεινε καμπουριασμένος, περίμενε για ένα λεπτό ακόμα, κι έπειτα συνέχισε να διαβάζει:
12 ιουλίου. Δεν μπορώ να βγω. Με πιάνει ρίγος, δεν καταλαβαίνω αν κοιμάμαι ή όχι. Σήμερα κουβέντιαζα μία ώρα με τον Λιόβα, εκείνος είπε ότι θέλει σύντομα να με παντρευτεί. Έπειτα ήρθε η μαμά· της είχαν βγει τα μάτια. Έπειτα έμεινα πάλι μόνη. νιώθω τόση μοναξιά. Πότε θα τελειώσουν όλ’ αυτά, πότε θα μας σώσουν; Ήρθαν σκυλιά και τρώνε τα πτώματα. Επιτέλους, ευχαριστώ. Έκανα εμετό.
13 ιουλίου. Έχουν μείνει κονσέρβες, σοκολάτες και μεταλλικό νερό, αλλά εγώ δεν τα θέλω πια. Για να ξαναβρεί η ζωή το συνηθισμένο ρυθμό της, θα περάσει τουλάχιστον ένας χρόνος. Ο Πατριωτικός Πόλεμος *
κράτησε πέντε χρόνια, τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει περισσότερο. Όλα θα πάνε καλά. Θα με βρουν.
14 ιουλίου. Δεν αντέχω άλλο. Δεν αντέχω άλλο. Θάψτε με σαν άνθρωπο, δεν θέλω να μείνω μέσα σε τούτο το καταραμένο σιδερένιο κουτί... Είναι τόσο στενό. Ευχαριστώ το Φενεζαπάμ.** Καληνύχτα.
Παραδίπλα υπήρχαν μερικές ακόμα σημειώσεις που γίνονταν όλο και πιο ασυνάρτητες και αποσπασματικές, καθώς και σχέδια: διαβολάκια, κοριτσάκια με μεγάλα καπέλα ή φιόγκους, ανθρώπινα πρόσωπα.
Ήλπιζε σοβαρά ότι ο εφιάλτης που της έλαχε να ζήσει σύντομα θα τελείωνε, σκέφτηκε ο Αρτιόμ. Ένα δυο χρόνια και τα πράγματα θα ξανάκαναν τον κύκλο τους, όλα θα ήταν όπως παλιά. Η ζωή θα συνεχιζόταν κι όλοι θα ξεχνούσαν το συμβάν. Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε;
Σ’ όλο αυτό το διάστημα η ανθρωπότητα το μόνο που έκανε ήταν να απομακρύνεται από την επιστροφή στην επιφάνεια της γης. να μπορούσε άραγε εκείνη να σκεφτεί ότι θα επιζούσαν μόνον όσοι κατάφεραν να κατέβουν στο μετρό, και οι λίγοι τυχεροί για τους οποίους, κατά παράβαση οδηγιών και κανονισμών, άνοιξαν οι πόρτες μέσα στις επόμενες λίγες μέρες;
Ο Αρτιόμ σκέφτηκε τον εαυτό του. Κι ο ίδιος ήθελε πάντα να πιστεύει ότι κάποτε οι άνθρωποι θα μπορέσουν να βγουν από το μετρό για να ξαναζήσουν όπως παλιά, για να αποκαταστήσουν τα μεγαλειώδη κτήρια που ύψωσαν οι πρόγονοί τους και να τα κατοικήσουν, για να μη μισοκλείνουν τα μάτια τους βλέποντας τον ήλιο να ανατέλλει, για να μην ανασαίνουν με το άνοστο μείγμα οξυγόνου και αζώτου που περνά μέσα από το φίλτρο της αντιασφυξιογόνου μάσκας, και να ρουφούν με απόλαυση τον αέρα το γεμάτο αρώματα λουλουδιών... Ο ίδιος δεν ήξερε πώς μύριζαν παλιά αυτά τα λουλούδια, θα πρέπει όμως να ήταν κάτι υπέροχο, ιδίως τα λουλούδια εκείνα που θυμόταν η μητέρα του.
** Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος είναι η ονομασία που δίνουν οι ρώσοι στο Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος για την τότε Σοβιετική Ένωση άρχισε τον ιούνιο του 1941, με την εισβολή των χιτλερικών στρατευμάτων στην Ουκρανία, και έληξε το Μάιο του 1945 με την είσοδο των σοβιετικών στρατευμάτων στο Βερολίνο.
(Σ.τ.Μ.)
** Πρόκειται για ηρεμιστικό. (Σ.τ.Μ.)
Κοιτώντας όμως το μουμοπιοποιημένο πτώμα της κοπέλας, που δεν θα μπορούσε πια να προσδοκά τη μέρα της επαγγελίας και το τέλος του εφιάλτη, άρχισε να αμφιβάλλει ότι ο ίδιος θα ζήσει ως τότε. Σε τι διέφερε η δική του ελπίδα να δει την επιστροφή της παλιάς ζωής από τη δική της βεβαιότητα ότι αυτό θα συμβεί οπωσδήποτε, και μάλιστα το πολύ σε πέντε χρόνια; Στα χρόνια της ζωής του στο μετρό ο άνθρωπος δεν συσσώρευσε δυνάμεις ώστε να ανεβεί θριαμβευτικά τα σκαλοπάτια μιας αστραποβόλας σκάλας που να οδηγεί σε παλιές δόξες και μεγαλεία. Αντιθέτως, έγινε μικροπρεπής, εθίστηκε στο σκοτάδι και το
συνωστισμό. Στην πλειοψηφία τους οι άνθρωποι είχαν λησμονήσει την άλλοτε απόλυτη εξουσία του ανθρώπου στον κόσμο, καθώς αυτή ήταν πια αχρείαστη – άλλοι συνέχισαν να τη νοσταλγούν, άλλοι πάλι την κα-
ταριόντουσαν. Με ποιους απ’ αυτούς ήταν το μέλλον;
Απ’ έξω ακούστηκε ένα κλάξον, και ο Αρτιόμ έτρεξε στο παράθυρο. Στη μικρή στρογγυλή πλατεία ανάμεσα στα κιόσκια σταμάτησε ένα αυτοκίνητο με τελείως ασυνήθιστη όψη. Του είχε τύχει και παλιότερα
να δει αυτοκίνητα, στην αρχή στα μακρινά παιδικά του χρόνια, έπειτα σε εικόνες και φωτογραφίες σε βιβλία, και τέλος την προηγούμενη φορά που ανέβηκε στην επιφάνεια της γης. Κανένα απ’ αυτά όμως δεν
έμοια ζε σε τούτο.
Το τεράστιο εξάτροχο φορτηγό ήταν βαμμένο σε κόκκινο χρώμα. Πίσω από την ευρύχωρη καμπίνα του με τις δύο σειρές καθισμάτων υπήρχε μια μεταλλική καρότσα για φορτία που είχε στο πλάι της μια λευκή γραμμή, ενώ στη σκεπή του ήταν τοποθετημένοι σωριασμένοι σωλήνες, καθώς και δύο στρογγυλές φιάλες που μέσα τους ανα βόσβηναν γαλάζιες λάμπες.
Αντί να βγει από το κιόσκι, ο Αρτιόμ άναψε μέσα από το τζάμι το φακό του περιμένοντας το σινιάλο της απάντησης. Τα φανάρια του φορτηγού αναβόσβησαν μερικές φορές, και ο Αρτιόμ θέλησε πια να
βγει, αλλά δεν πρόλαβε. Από ψηλά, η μια μετά την άλλη, εφορμούσαν δυο πελώριες μαύρες σκιές. Η πρώτη άρπαξε με τα νύχια της τη σκεπή και προσπάθησε να σηκώσει στον αέρα το αυτοκίνητο, αλλά το φορτίο
τής έπεφτε πολύ βαρύ. Αφού σήκωσε την καρότσα του αυτοκινήτου μισό μέτρο πάνω από τη γη, το τέρας ξερίζωσε τους δυο σωλήνες, έσκουξε δυσαρεστημένο και τους πέταξε χάμω. Το δεύτερο τέρας χτύπησε μ’ ένα
κρώξιμο το αυτοκίνητο από το πλάι, υπολογίζοντας να το ανατρέψει.
Η πόρτα άνοιξε και στην άσφαλτο πήδησε ένας άντρας με στολή προστασίας και ένα τεράστιο πολυβόλο στα χέρια. Σήκωσε την κάνη καταπάνω, περίμενε μερικά δευτερόλεπτα, προφανώς για να αφήσει το
τέρας να πλησιάσει, κι έπειτα έριξε μια ριπή. Από ψηλά ακούστηκε ένα πονεμένο κρώξιμο. Ο Αρτιόμ άνοιξε βιαστικά την πόρτα κι έτρεξε έξω.
Το ένα φτερωτό τέρας διέγραψε έναν κύκλο κάπου τριάντα μέτρα πλατύ πάνω από τα κεφάλια τους, έτοιμο να επιτεθεί ξανά, το άλλο προς το παρόν δεν φαινόταν πουθενά.
«Έμπα στο αυτοκίνητο!» του φώναξε ο άντρας με το πολυβόλο. Ο Αρτιόμ όρμησε προς το μέρος του, μπήκε στην καμπίνα και κάθισε σ’ ένα μακρύ κάθισμα. Ο πολυβολητής έριξε μερικές φορές ακόμα, έπειτα πήδησε στο μαρσπιέ, μπήκε στο αυτοκίνητο και βρόντησε πίσω του την πόρτα. Το αυτοκίνητο μούγκρισε, ξεκινώντας απότομα.
«Τα περιστέρια ταΐζεις;» σφύριξε ο Ούλμαν κοιτάζοντας τον Αρτιόμ πίσω από τη μάσκα του.
Ο Αρτιόμ περίμενε ότι τα ιπτάμενα τέρατα θα τους κυνηγούσαν, αλλά τα πλάσματα, αφού πέταξαν κάπου εκατό μέτρα ακολουθώντας το αυτοκίνητο, γύρισαν πίσω στη ΒΕ-νΤΕ-Εν-ΧΑ.
«υπερασπίζονται τη φωλιά τους», διευκρίνισε ο μαχητής. «Το έχουμε ακούσει αυτό. Δεν επιτέθηκαν έτσι απλά στο αυτοκίνητο, δεν είναι στα μέτρα τους. Άραγε πού να έχουν τη φωλιά τους;»
Ξαφνικά ο Αρτιόμ κατάλαβε και πού είχαν στήσει τη φωλιά τους τα τέρατα, και γιατί πλάι σε τούτη την έξοδο της ΒΕ-νΤΕ-Εν-ΧΑ δεν τολμούσε να ξεμυτίσει κανένα ζωντανό πλάσμα, συμπεριλαμβανομένων
προφανώς των Μαύρων. «Ακριβώς στο περίπτερο του σταθμού μας, πάνω από τις κυλιόμενες σκάλες», είπε.
«ναι; Περίεργο. Συνήθως φωλιάζουν ψηλότερα, στα σπίτια», απάντησε ο μαχητής. «Μάλλον θα πρόκειται για άλλο είδος... ναι... Με συγχωρείς που καθυστερήσαμε».
Με τις στολές και το βαρύ οπλισμό, μέσα στην καμπίνα του αυτοκινήτου ήταν πολύ στενάχωρα. Το πίσω κάθισμα ήταν πιασμένο από σακίδια και μπαούλα. Ο Ούλμαν καθόταν στην άκρη, ο Αρτιόμ βρέθηκε στο κέντρο, και στ’ αριστερά του, πίσω από το τιμόνι, καθόταν ο Πάβελ, ο σύντροφος του Ούλμαν από την Προσπέκτ Μίρα.
«Γιατί ζητάς συγγνώμη; Δεν εξαρτιόταν από σένα», είπε ο οδηγός. «Ο συνταγματάρχης δεν μας ειδοποίησε για την Προσπέκτ Μίρα, κι εννοώ το δρόμο που πάει από τη ρίζσκαγια και πέρα. Είχαμε την εντύ-
πωση ότι πέρασε από εκεί οδοστρωτήρας. Δεν ξέρω γιατί εκείνη η γέφυρα δεν κατέρρευσε τελείως. Εκεί δεν είχαμε πού να κρυφτούμε, με το ζόρι γλυτώσαμε από τα σκυλιά».
«Εσύ ακόμα δεν είδες σκυλιά;» ρώτησε ο Ούλμαν.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου