Η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού

Ε. Χότζα



Το Μαρξιστικό-Λενινιστικό κίνημα και η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού

Το άρθρο αυτό του σ. Ενβέρ Χότζα, που δημοσιεύεται σε συνέχειες, γράφτηκε τον Αύγουστο του 1979. Εκδόθηκε στα αλβανικά από το Ινστιτούτο Μαρξιστικών-Λενινιστικών Μελετών της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας. Στα ελληνικά δημοσιεύεται για πρώτη φορά.
Η διεθνής κατάσταση γίνεται όλο και περισσότερο περίπλοκη. Λέγοντας αυτό, έχω υπόψη ότι η κατάσταση δεν είναι ήρεμη ούτε για τον καπιταλισμό ούτε για τους επαναστάτες. Ο καπιταλισμός πάσχει από υψηλό πυρετό, βρίσκεται σε κρίση.
Κατά την γνώμη μου, εμείς οι Μαρξιστές-Λενινιστές, η εργατική τάξη, οι επαναστάτες και οι προοδευτικοί άνθρωποι όλου του κόσμου πρέπει να καταβάλλουμε περισσότερη προσπάθεια ώστε να ενισχύσουμε την υπεροχή των δυνάμεων της επανάστασης. Γιατί; Διότι ο καπιταλισμός, ο οποίος διέρχεται προς το παρόν μεγάλη αναταραχή, διαθέτει ισχυρά μέσα και ποικίλους τρόπους διακυβέρνησης, δράσης δολιοφθορών και αναταραχών που εμποδίζουν την πρόοδο της επανάστασης.
Νομίζω ότι τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα και τα προοδευτικά στοιχεία πρέπει να δουν αυτήν την κατάσταση ρεαλιστικά και, βασιζόμενα στη θεωρία των Μάρξ και Λένιν, να βρουν τέτοια μέσα και μορφές πάλης που να επηρεάσουν την κατάσταση προς όφελος της επανάστασης. Τούτο απαιτεί την δημιουργία νέων Μαρξιστικών-Λενινιστικών κομμάτων και, φυσικά, την ισχυροποίηση αυτών που ήδη υπάρχουν με ακλόνητη προσήλωση στην διδασκαλία των Μάρξ και Λένιν. Μόνο αυτά είναι σε θέση να προχωρήσουν σε λεπτομερή ανάλυση της κατάστασης σε κάθε χώρα, του συσχετισμού των τάξεων, της δύναμης της εργατικής τάξης, των δυνατών και των αδύνατων σημείων της, όπως επίσης και των μεθόδων που χρησιμοποιεί η αστική τάξη για να υποτάξει τους εργάτες και το λαό. Μια τέτοια ανάλυση θα συμβάλλει στην πάλη και δράση κάθε κόμματος, στις ιδιαίτερες συνθήκες στις οποίες δρα, και όχι σε άγονες συζητήσεις που δεν πρόκειται να φέρουν την απελευθέρωση της εργατικής τάξης ή της χώρας αλλά, αντίθετα, τη διάλυση και την υποταγή.
Ας μην ξεχνάμε ότι, ενώ ο καπιταλισμός και τα διάφορα κόμματα του περνούν βαθιά κρίση, προσπαθούν επίμονα να βρουν τρόπους για να σπείρουν σύγχυση στους Μαρξιστές-Λενινιστές που βρίσκονται επικεφαλείς της εργατικής τάξης, ώστε να μην κατορθώσουν να την κάνουν να συνειδητοποιήσει την ανάγκη να καταφύγει σε δράση και έτσι ο καπιταλισμός και τα κόμματα του να την κρατούν υπό την εξουσία τους διασπασμένη. Οι ξεκάθαρες μαρξιστικές-λενινιστικές ιδέες πρέπει οπωσδήποτε να συνδυαστούν με πράξεις. Είναι ανεπίτρεπτο να πάρουμε ως αφετηρία την ιδέα ότι η δράση πρέπει να αναλαμβάνεται μόνο όταν η δύναμη του κόμματος είναι μεγάλη ή ικανή να αντιταχθεί στην στρατιωτική μηχανή του ιμπεριαλισμού. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει ότι οι κομμουνιστές πρέπει να ριχτούν σε τυχοδιωκτικές ενέργειες. Η αποφυγή τυχοδιωκτισμών δεν πρέπει να εμποδίσει τους κομμουνιστές να δράσουν με μαρξιστικό-λενινιστικό τρόπο.
Εννοείται ότι οι ενέργειές μας πρέπει να είναι καλά προετοιμασμένες. Πρέπει να είμαστε σε θέση να προβλέπουμε τους κινδύνους που μας απειλούν όπως και τις πιθανότητες νίκης και πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι η επανάσταση θάχει τις καμπές της. Αυτό που πρέπει να είναι ξεκάθαρο σε όλους είναι ότι η υψηλή φήμη του κομμουνιστή και του αληθινού Μαρξιστικού-Λενινιστικού κόμματος δεν είναι δυνατό να κερδηθεί αν προσκολληθούμε στην ουρά των γεγονότων, αν παραμείνουμε στο στάδιο ατέρμονων συζητήσεων, και δεν γίνουμε ζωντανό παράδειγμα για την εργατική τάξη και τους υπόλοιπους επαναστάτες που θέλουν να παλέψουν εναντίον του κεφαλαίου.
Η θέση των Μαρξιστικών-Λενινιστικών κομμάτων, τόσο στις ιδέες όσο και στις πράξεις, βρίσκεται πάντα στην πρωτοπορία. Και αν οι ιδέες πρόκειται να συνδυαστούν με πράξεις, τότε πρέπει να πάμε στην μάχη, όχι μοναχοί μας, αλλά επικεφαλής της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Για να πάμε στην μάχη μαζί τους, είναι ανάγκη να διεισδύσουμε στις γραμμές τους και να γίνουμε ένα με αυτούς. Πρέπει να πούμε, ωστόσο, ότι προς αυτήν την κατεύθυνση υπάρχει ακόμη σύγχυση, δισταγμοί και έλλειψη προοπτικής.
Επομένως, το καθήκον που τίθεται σε μας, τους Μαρξιστές-Λενινιστές, είναι να διορθώσουμε αυτά τα ελαττώματα. Προκειμένου να το επιτύχουμε αυτό, πρέπει να έχουμε καταλάβει πλήρως την κατάσταση και να γνωρίζουμε τις μορφές, τους τρόπους και τους μηχανισμούς που χρησιμοποιούν στην εποχή μας ο ιμπεριαλισμός και ο καπιταλισμός για να παραμείνουν εν ζωή. Δεν καταθέτουν εύκολα τα όπλα με τα οποία τρομοκρατούν και καταπιέζουν τους λαούς. Εκτός απ΄ την ωμή βία, χρησιμοποιούν επίσης την πολιτική, τη διπλωματία και τη δημαγωγία. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε όλα αυτά τα όπλα του εχθρού χωρίς να τα υποτιμούμε αλλά χωρίς, την ίδια στιγμή, να τα υπερτιμούμε. Εάν μπορούμε να βρούμε αδύνατα σημεία στην ισχύ, στις ιδέες και τις ενέργειες του εχθρού, τότε θα είμαστε ικανοί να βρούμε ευκολότερα όχι μόνο την πορεία που πρέπει να ακολουθήσουμε στην πάλη μας αλλά και τις πιο κατάλληλες μορφές και μεθόδους γι’ αυτήν την πάλη.
Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός και καπιταλισμός έχουν υιοθετήσει νέες μορφές καταπίεσης και εκμετάλλευσης οι οποίες ουσιαστικά δεν διαφέρουν απ’ τις μεθόδους της παλιάς αποικιοκρατίας. Οι μητροπόλεις εφαρμόζουν, σήμερα, αυτές τις μορφές, που εμείς ονομάζουμε νεοαποικιακές, σε όλες εκείνες τις χώρες που ήταν αποικίες στο παρελθόν, δηλαδή, στις χώρες της Αφρικής, Ασίας, Λατινικής Αμερικής και σ’ άλλες που βρέθηκαν στη στρατιωτική κατοχή τους συνεχίζοντας να εκμεταλλεύονται, μέχρι σήμερα, τον ιδρώτα και το αίμα των λαών.
Η στρατιωτική κατοχή είχε τη δομή και το εποικοδόμημα του μονοπωλιακού καπιταλισμού των μητροπόλεων και την ίδια μέθοδο εκμετάλλευσης που χρησιμοποιούνταν εις βάρος του λαού της μητρόπολης αλλά σε περισσότερη βάρβαρη μορφή. Οι αποικίες αποτελούσαν το θήραμα του καπιταλισμού που καταπίεζε ανεμπόδιστα τους λαούς με τον πιο αδίστακτο τρόπο.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η αποικιοκρατία έλαβε νέες μορφές. Πολλές χώρες, με εξαίρεση τις λίγες που παραμένουν ακόμη αποικίες, αποκαλούνται «ελεύθερες», «κυρίαρχες», «δημοκρατικές» ή ό,τι άλλο θέλετε. Φυσικά, «ανεξάρτητο» καπιταλιστικό σύστημα έχει εγκαθιδρυθεί σ’ αυτές τις χώρες οι οποίες, όμως, είναι πάντα εξαρτημένες απ’ τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες.
Το Κόμμα μας και οι Μαρξιστές-Λενινιστές παντού στον κόσμο πρέπει να καταστήσουν σαφές στην εργατική τάξη και τους λαούς των χωρών τους ότι η παρούσα επαναστατική κατάσταση πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο, όχι μόνο καταφεύγοντας σε ιδεολογική και πολιτική δράση, αλλά καταφέρνοντας ισχυρά χτυπήματα όταν οι συνθήκες έχουν ωριμάσει και η καταπίεση έχει γίνει ανυπόφορη, όπως ο ίδιος ο λαός λέει: «Ο καθένας πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό του!» Πρέπει ξεκάθαρα να εξηγήσουμε στο λαό να καταλάβει ότι οι μορφές κυριαρχίας, εκμετάλλευσης και καταπίεσης της νεοαποικιοκρατίας, χρησιμοποιούνται σήμερα όχι μόνο στις χώρες τις οποίες εξουσίαζε προηγουμένως η αποικιοκρατία και τα καπιταλιστικά μονοπώλια, δηλαδή τις αποικίες, αλλά επίσης και στις ίδιες τις μητροπόλεις.
Στις αποικίες, η εργατική τάξη, οι φοιτητές και ο εργαζόμενος λαός υφίσταται διπλή καταπίεση: από τη μια μεριά, αυτή από το εγχώριο κεφάλαιο, και από την άλλη, εκείνη από το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο. Βρίσκονται κάτω από την αβάσταχτη πίεση των ξένων μονοπωλίων και των πολυεθνικών εταιριών. Τούτο είναι το νέο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοινωνίας στο ανώτατο στάδιο του ιμπεριαλισμού ο οποίος δεν κάνει διακρίσεις όσον αφορά την καταπίεση των λαών και την εξαγωγή τεράστιων κερδών εκμεταλλευόμενος το αίμα και τον ιδρώτα τους τόσο μέσα στις μητροπόλεις όσο και έξω απ’ αυτές. Το κεφάλαιο έχει γίνει διεθνές, χωρίς πατρίδα.
Έτσι, οι διεθνείς μονοπωλιστές δεν κάνουν διακρίσεις μεταξύ λαών και κρατών με την προϋπόθεση ότι τα κέρδη είναι μεγάλα. Τα μονοπώλια δεν αναγνωρίζουν ούτε την ελευθερία, ούτε την ανεξαρτησία, ούτε την κυριαρχία των λαών παρά μόνο τυπικά. Σ΄ αυτήν την πυρετώδη προσπάθεια, έχουν συμπήξει κοινό μέτωπο με σκοπό το μοίρασμα των κερδών. Αλλά στον καπιταλισμό ο νόμος της ζούγκλας κυριαρχεί σε κάθε κατεύθυνση: το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Ο ίδιος νόμος κυριαρχεί επίσης και στο μοίρασμα των κερδών.
Τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα και οι επαναστάτες ξέρουν πολύ καλά ότι οι λαοί των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών βρίσκονται σε περισσότερο ευνοϊκή θέση σε σύγκριση με αυτούς των πρώην αποικιακών ή των νεοαποικιακών χωρών. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι λαοί στις νεοαποικιακές χώρες υφίστανται εκμετάλλευση σε μεγαλύτερο βαθμό όπου οι πολυεθνικές εταιρίες επενδύουν τα κεφάλαιά τους. Η επίδραση του κεφαλαίου στους εργάτες των μητροπόλεων είναι κάπως λιγότερο επώδυνη αλλά ο σκοπός είναι ο ίδιος.
Φυσικά, στις διάφορες χώρες του λεγόμενου τρίτου, ή αδέσμευτου, κόσμου, υπάρχουν αδύνατα σημεία για το μεγάλο και ντόπιο κεφάλαιο, αλλά υπάρχουν αδύνατα σημεία επίσης για την εργατική τάξη και τα επαναστατικά στοιχεία λόγω πολιτικής, ιδεολογικής και πολιτικής οπισθοδρόμησης. Επομένως, για να διασφαλίσει το οικονομικό και στρατιωτικό του δυναμικό, το μεγάλο κεφάλαιο ισχυροποιεί, μέρα με τη μέρα, τις ντόπιες αστικές κλίκες με σκοπό να κρατούν τους λαούς υποταγμένους, μέσα στο σκοτάδι και την άγνοια, και να πνίξουν στο αίμα κάθε προσπάθεια του λαού να εξεγερθεί ή ανάμειξη του αντίπαλου κεφαλαίου σ’ αυτές τις χώρες.
Σε αυτήν την εποχή, ένα από τα κύρια εμπόδια της επανάστασης στις ανεπτυγμένες χώρες αποτελούν τα συνδικάτα τα οποία έχουν μετατραπεί σε όργανα της αστικής τάξης στην προσπάθειά της να συγκρατεί τα κινήματα της εργατικής τάξης. Η τάξη των ιδιοκτητών και οι εκπρόσωποί της, συμπεριλαμβανομένου και της εργατικής αριστοκρατίας που βρίσκεται προσδεμένη στα διάφορα κόμματα της σοσιαλδημοκρτίας και του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, έχουν το απάνω χέρι στα συνδικάτα.
Τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας και του σύγχρονου ρεβιζιονισμού είναι ρεφορμιστικά κόμματα, αντίθετα προς την επανάσταση και τάσσονται υπέρ μεταρρυθμίσεων της βάσης του καπιταλισμού και για μια διεφθαρμένη αντι-προλεταριακή υπερδομή με απώτερο σκοπό να υπονομεύσουν κάθε επαναστατικό αίσθημα και δράση. Όπως ακριβώς τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας, που ξεσκεπάστηκαν πριν από πολύ καιρό από τον Μάρξ και Ένγκελς ως υπηρέτες της αστικής τάξης, οι σημερινοί ρεβιζιονιστές αποτελούν ακριβώς τέτοια στοιχεία τα οποία παρέχουν άμεση βοήθεια στην σοσιαλδημοκρατία προκειμένου να πνίξουν την εξέγερση της εργατικής τάξης και των λαών, ενάντια στη σοσιαλιστική κοινωνία και την επανάσταση.
Επομένως, είναι αναγκαίο να θεωρηθούν τα συνδικάτα στις καπιταλιστικές χώρες ως όργανα των κομμάτων του κεφαλαίου και να καταπολεμηθούν ως τέτοια, χωρίς όμως να μπαίνει σε κίνδυνο η ενότητα της εργατικής τάξης. Κατά την γνώμη μου, τα συνδικάτα στις καπιταλιστικές χώρες θα διαδραματίσουν ένα σημαντικό ρόλο μόνο όταν σπάσουν την εξάρτησή τους από τα κόμματα της αστικής τάξης, είτε αυτά είναι σοσιαλδημοκρατικά είτε ρεβιζιονιστικά, και μόνο όταν εξαλειφθεί τελείως η επιρροή της εργατικής αριστοκρατίας σε αυτά. Με άλλα λόγια, τα συνδικάτα θα τεθούν στην υπηρεσία της εργατικής τάξης μόνο όταν αληθινοί εκπρόσωποι αυτής της τάξης, διεπαδαγωγημένοι με την Μαρξιστική-Λενινιστική ιδεολογία, μπούν επικεφαλείς σε αυτά, τα κινητοποιήσουν και τα ρίξουν στην πάλη εναντίον της κρατικής εξουσίας του κεφαλαίου. Κατα συνέπεια, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αυτή η εξουσία δεν έχει τίποτα το δημοκρατικό όπως προσπαθούν να δείξουν όσοι την υπηρετούν. Πρόκειται για τους ίδιους μηχανισμούς του παλιού καπιταλιστικού κράτους περιεντυμένων, όμως, με νέα στοιχεία που ανταποκρίνοται στις νέες καταστάσεις.
Είναι φυσικό ότι, η ανάπτυξη της οικονομίας και η τεχνική πρόοδος στις καπιταλιστικές χώρες έχουν δημιουργήσει υπερπαραγωγή που ευθύνεται για την παρούσα μεγάλη κρίση, μια γάγγρενα για τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Οι πλατιές εργατικές μάζες εξαθλιώνονται και η ζωή τους γίνεται ακόμα δυσκολότερη ενώ τα κέρδη των καπιταλιστών αυξάνονται. Την ίδια στιγμή οι καπιταλιστές διαισθάνονται τον κίνδυνο και προσπαθούν συνεχώς, μέρα με τη μέρα, να δημιουργήσουν οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές μορφές και δομές που θα συγκρατήσουν κάθε πιθανή αντίθεση ή εξέγερση από την πλευρά των καταπιεσμένων.
Έτσι, η εργατική τάξη με επικεφαλής το Μαρξιστικό-Λενινιστικό της κόμμα πρέπει να είναι σε θέση να καταλάβει πότε θα έλθει, σε εθνικό επίπεδο, η κατάλληλη στιγμή και να προχωρήσει στην εξέγερση. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, οι Μαρξιστές-Λενινιστές πρέπει να είναι οι πιο ικανοί, συνειδητοποιημένοι και καλύτεροι οργανωτές ώστε να γίνουν ο υποκειμενικός παράγοντας της επανάστασης. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να ξεκινάμε από την ιδέα ότι οι συνθήκες δεν είναι ακόμη ώριμες για την επανάσταση ή ότι η επανάσταση δεν είναι δυνατόν να εκδηλωθεί στις αναπτυγμένες χώρες και, επομένως, πρέπει να περιμένουμε μέχρις ότου να ωριμάσουν σε εκείνες όπου οι μορφές και οι μέθοδοι εκμετάλλευσης υποτίθεται ότι διαφέρουν από τις αντίστοιχες στις μητροπόλεις. Η εργατική τάξη και τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα στις μητροπόλεις πρέπει να βοηθήσουν πολύ τους λαούς των διάφορων χωρών στα επαναστατικά κινήματά τους. Η μεγαλύτερη υποστήριξη και βοήθεια είναι να κάνει το βίο αβίωτο για το μονοπωλιακό καπιταλισμό και το ξένο κεφάλαιο που συνεργάζεται με το ντόπιο στην καταπίεση των λαών στις αποικιακές και νεοαποικιακές χώρες.
Η κατάσταση σε πολλές χώρες σήμερα στον κόσμο είναι παρόμοιες με εκείνες που επικρατούσαν στην Αλβανία επί Αχμέτ Ζόγου ο οποίος εγκαθίδρυσε ένα βασίλειο, κωμικής όπερας, με μπέηδες, φεουδάρχες αντιδραστικούς με σκοπό την καταπίεση και την εκμετάλλευση του Αλβανικού λαού μέχρι το κόκαλο. Ο ίδιος ο Ζόγου, φυσικά, ήταν απένταρος. Απόκτησε χρήματα από την πώληση εθνικής περιουσίας στους ξένους και παραχωρήσεις σε αυτούς. Οι Σέρβοι και οι λευκοφρουροί του Βράνγκελ βοήθησαν τον Αχμέτ Ζόγου να επιστρέψει στην Αλβανία. Στη συνέχεια, έγινε υπηρέτης των Ιταλών ιμπεριαλιστών οι οποίοι, ήδη πριν την στρατιωτική κατοχή της Αλβανίας, είχαν ουσιαστικά μετατρέψει τη χώρα σε αποικία, ή για να χρησιμοποιήσουμε ένα σύγχρονο όρο, σε νεοαποικία τους. Μολονότι η φασιστική Ιταλία επένδυσε μικρά κεφάλαια στην Αλβανία, άρπαξε όλες τις θέσεις κλειδιά της οικονομίας και τα στρτηγικά σημεία της χώρας προετοιμάζοντας την κατοχή της.
Επομένως, τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα στις καπιταλιστικές χώρες θα πρέπει να παλέψουν ακούραστα για να αποδυναμώσουν το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο, τις πολυεθνικές εταιρίες που καταπιέζουν και εκμεταλλεύονται τους λαούς, και να τους κάνουν την ζωή δύσκολη έτσι ώστε οπουδήποτε οι κρίκοι της καπιταλιστικής αλυσίδας είναι οι πιο αδύνατοι οι λαοί να περάσουν στην επίθεση, δηλαδή να ξεσηκωθούν, να καταλάβουν την εξουσία, να προχωρήσουν σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και μετά να εγκαθιδρύσουν την δικτατορία του προλεταριάτου, σοσιαλιστική βάση και υπερδομή.
Σήμερα, σε διάφορες, λιγότερο ανεπτυγμένες, καπιταλιστικές χώρες οι λαοί εξεγείρονται και επαναστατούν. Το βλέπουμε αυτό στο Ιράν, στην Νικαράγουα, στην Κεντρική Αμερική, στη πάλη του Παλαιστιανιακού λαού εναντίον των Αμερικανών και Ισραηλινών και, ως ένα βαθμό, το βλεπουμε στην, ακόμη, ανοργάνωτη αντίσταση των αραβικών χωρών εναντίον των υπερδυνάμεων οι οποίες χειραγωγούν αυτήν την αντίσταση προς όφελος των δικών τους συμφερόντων. Ακόμη και στην Αφρική βλέπουμε λαϊκά κινήματα και εξεγέρσεις. Μολονότι, όμως, οι λαοί σ’ αυτές τις χώρες επαναστατούν, πολεμούν και υφίστανται θυσίες, τα αστικά στοιχεία, ενωμμένα με το μεγάλο κεφάλαιο, κάνουν ό,τι είναι δυνατό, χρησιμοποιούν αναρίθμητα τεχνάσμα και δολοπλοκίες προκειμένου να πνίξουν την εξέγερση ή να την μετατρέψουν σ’ ένα κίνημα που θα υπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα και σ’ αυτήν την περίπτωση, το μόνο που μπορεί να επιτύχει ένα τέτοιο κίνημα είναι η εξάλειψη αυτής ή της άλλης κλίκας απ΄την πολιτική σκηνή και η άνοδος στην εξουσία μιας άλλης, περισσότερο μετριοπαθούς, μα καπιταλιστικής κλίκας που θα ενεργεί σε συμφωνία με το μεγάλο μονοπωλιακό κεφάλαιο. Φυσικά, αυτό γίνεται εξαιτίας της πολιτικής σύγχυσης και έλλειψης οργάνωσης της εργατικής τάξης. Έτσι, ο θυμός και το μίσος αυτής της τάξης, η πολιτικο-οικονομική καταπίεση της ίδιας και της φτωχής αγροτιάς αξιοποιούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο προς όφελος της αστικής τάξης.
Απ΄ όλα αυτά προκύπτει ότι εμείς οι κομμουνιστές πρέπει να αναλύουμε την κατασταση γενικά και ειδικά έτσι ώστε να την κατανοούμε και, μετά, περνάμε στην δράση. Δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε το φόβο του πολέμου που έχει καλλιεργήσει το μεγάλο κεφάλαιο. Αποτελεί γεγονός ότι όταν η κρίση κορυφωθεί είναι δυνατό να ξεσπάσουν, πόλεμοι μικρής κλίμακας ή, ίσως ακόμα, και παγκόσμιος πόλεμος. Μόνο η επανάσταση σε μαρξιστικό-λενινιστικό δρόμο μπορεί να αποτρέψει ή, ακόμα και να σταματήσει ένα παγκόσμιο πόλεμο. Αλλιώτικα, οι κύριες αντιθέσεις μεταξύ των υπερδυνάμεων και των πολυεθνικών μπορεί να τον πυροδοτήσουν.
Επομένως, εφόσον κατανοήσουμε αυτό το σημαντικό ζήτημα κατά αυτό τον τρόπο, πρέπει να κάνουμε κάθε προσπάθεια για να ανατρέψουμε τα σχέδια και τις ενέργειες της μπουρζουαζίας και των λακέδων της που κάνουν προετοιμασίες για έναν αιματηρό γενικευμένο πόλεμο. Αυτή μπορεί να είναι μια επανάσταση η οποία καθοδηγείται από την εργατική τάξη η οποία έχει ως οδηγό της τις μαρξιστικές-λενινιστικές Αρχές.
Ο αποστάτης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας, Καρίγιο, κηρύσσει τη μετάβαση στο σοσιαλισμό μέσω μεταρρυθμίσεων. Κηρύσσει ότι δεν πρέπει να επιτεθούμε στον αστικό στρατό, δε θα πρέπει ούτε καν να αλλάξουμε την ιδεολογία του, αλλά θα πρέπει να εισάγουμε συντρόφους και στοιχεία της εργατικής τάξης στις γραμμές του και να τον κάνουμε υπερασπιστή του συστήματος της! Και σύμφωνα με τον Καρίγιο, αυτό το σύστημα στο οποίο η αστική τάξη, οι παπάδες, η αστυνομία, και ούτω καθ’ εξής, θα είναι στην εξουσία, θα είναι τάχα σοσιαλιστικό(!).
Γι’ αυτό το λόγο, αν σκεφτούμε όπως αυτός ο προδότης, τότε δε θα καταφέρουμε να συντρίψουμε τη δύναμη κρούσης της καπιταλιστικής μπουρζουαζίας. Έτσι, δεν πρέπει να σκεφτόμαστε και να πράττουμε όπως κηρύσσει ο Καρίγιο, αλλά προκειμένου να πολεμήσουμε τον στρατό των καπιταλιστών πρέπει να οργανώσουμε τις λαϊκές επαναστατικές δυνάμεις και να τις καταστήσουμε πολιτικά συνειδητές για το μεγάλο ρόλο τους, να τους ξεκαθαρίσουμε ποιοι είναι αυτοί που είναι κατά της επίθεσης στο κράτος και κατά της επίτευξης της νίκης. Κάτι τέτοιο είναι κάτι περισσότερο από δυνατό.
Είδαμε ότι ο επαναστατημένος λαός στο Ιράν αντιμετώπισε τις βαριά οπλισμένες δυνάμεις του Σάχη και την τρομερή δύναμη της ασφάλειας του, την SAVAK (σ.τ.μ. εθνική οργάνωση πληροφοριών και ασφάλειας του Ιράν). Μέχρι εκείνη τη στιγμή φαινόταν αδιανόητο ότι η εξέγερση του λαού του Ιράν θα ήταν ικανή να αντιμετωπίσει επιτυχώς ένα στρατό εξοπλισμένο με την πιο εξελιγμένα όπλα και εκπαιδευμένο από τη CIA και Αμερικανούς αξιωματικούς. Αλλά συνέβη! Συνεπώς, όλη η φλυαρία του Καρίγιο, ότι πρέπει να παρεισφρήσουμε στις τάξεις του αστικού στρατού και να πείσουμε την κάστα των αξιωματικών και τους υπερασπιστές του κεφαλαίου προκειμένου να τους φέρουμε κοντά στο σοσιαλισμό, είναι μια αδίστακτη απάτη.









Σ’ αυτήν την κατεύθυνση η αστική τάξη και ο καπιταλισμός προχωρούν σε βάρβαρα μέτρα κατάπνιξης. Ένα απ’ αυτά είναι και η τρομοκρατία. Η τρομοκρατία αποτελεί το προκαταρκτικό στάδιο για τα φασιστικά στρατιωτικά καθεστώτα τα οποία εγκαθιδρύει η αστική τάξη όταν, σε στιγμές όξυνσης της ταξικής πάλης, βλέπει πως δεν είναι σε θέση να αντισταθεί στην ισχύ και την επίθεση του λαού και η εξουσία περνάει στα χέρια μιας στρατιωτικής χούντας. Προκειμένου, όμως, να επιτευχθεί τούτο πρέπει να προηγηθεί κάποια προετοιμασία και είναι φανερό ότι αυτή η προετοιμασία γίνεται με τη συνδρομή διάφορων ένοπλων συμμοριών που δρουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, σε κάθε κράτος και που κρύβονται πίσω από ποικίλους «κομμουνιστικούς» ή «μαρξιστικούς» τίτλους, όπως «Ερυθρές Ταξιαρχίες» κ.α., ακριβώς για να σπείρουν το φόβο και τη σύγχυση στις πλατιές εργαζόμενες μάζες και να δικαιολογήσουν το φασιστικό πραξικόπημα. Η δράση αυτών των συμμοριών περιλαμβάνει επίθεση σε τράπεζες και σε διευθυντές μεγάλων επιχειρήσεων, δολοφονία ή απαγωγή πλουσίων ατόμων για την απελευθέρωση των οποίων ζητούν κολοσσιαία ποσά. Όλα αυτά τα κάνουν για να εξαπατήσουν, αλλά και για φοβίσουν επίσης, την εργατική τάξη και τις ευρύτερες εργαζόμενες μάζες. Αξίζει να προσεχθεί ότι η εργατική αριστοκρατία και όλα τα σοσιαλδημοκρατικά και ρεβιζιονιστικά κόμματα δεν αναλαμβάνουν καμία ενεργό δράση εναντίον της τρομοκρατίας.
Έτσι, η τρομοκρατία προετοιμάζει το έδαφος για να έρθει στην εξουσία ο φασισμός. Με τη δράση αυτών των συμμοριών, η αστική τάξη απειλεί τους εργάτες και τους δίνει να καταλάβουν ότι η υπάρχουσα τάξη που έχει εγκαθιδρύσει ο καπιταλισμός πρέπει να προστατευθεί, διαφορετικά η ανατροπή της θα τους στοιχίσει ακόμα και αυτά τα «περιορισμένα» δικαιώματα που έχουν κατακτήσει στον οικονομικό τομέα, στην κοινωνική ασφάλιση και αλλού με αγώνες και θυσίες. Στις διαδηλώσεις που γίνονται στις καπιταλιστικές χώρες, μετά από κάθε τρομοκρατική ενέργεια οι σοσιαλδημοκράτες και οι ρεβιζιονιστές ηγέτες φωνασκούν εναντίον της τρομοκρατίας ενώ η ίδια αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς.
Οι αντιμαρξιστές ιδεολόγοι καταδικάζουν την τρομοκρατία με τις μορφές που εκδηλώνεται σήμερα, αλλά δεν κάνουν καμία διάκριση μεταξύ τρομοκρατικών πράξεων και ριζοσπαστικών ενεργειών τις οποίες πρέπει να αναλάβει η εργατική τάξη υπό την καθοδήγηση ενός Μαρξιστικού-Λενινιστικού κόμματος προς την κατεύθυνση της επανάστασης. Όντας ενάντια στην επανάσταση, είναι εναντίον κάθε δράσης ενώ η κρατική εξουσία της αστικής τάξης μαζί με τους σοσιαλδημοκράτες και ρεβιζιονιστές υπερασπιστές της ονομάζουν οποιασδήποτε τέτοια δράση που πραγματοποιείται από την εργατική τάξη υπό την καθοδήγηση του Μαρξιστικού-Λενινιστικού κόμματος ως τρομοκρατική πράξη. Και πραγματικά, οι ρεβιζιονιστές υπερψηφίζουν κάθε νομοθετική ενίσχυση της αστυνομίας και των σωμάτων ασφαλείας προκειμένου δήθεν να καταπολεμηθεί η τρομοκρατία και η αναρχία. Τούτο σημαίνει ότι η αστική τάξη αποκτάει το ελεύθερο να επιτίθεται σε κάθε είδους οργάνωση και πάλη της εργατικής τάξης και της εμπροσθοφυλακής της που αποσκοπεί στην απελευθέρωση της ίδιας από το ζυγό του καπιταλισμού.
Επομένως, εμείς οι Μαξιστές-Λενινιστές και η εργατική τάξη πρέπει να κατανοήσουμε αυτό το ζήτημα βαθιά και να είμαστε σε θέση να κάνουμε τη διάκριση αφού διαφέρουμε πολύ απ’ τους αναρχικούς και τους τρομοκράτες. Απ’ την άλλη μεριά, όμως, τα παραπάνω δεν πρέπει να ερμηνευθούν ότι προκειμένου να εμποδίσει την τρομοκρατία η εργατική τάξη με την εμπροσθοφυλακή της και οι προοδευτικοί άνθρωποι δεν θα πρέπει ν’ αναλαμβάνουν δράση ή, ακόμα, ν’ αγωνίζονται με τα όπλα εναντίον του κράτους που τους καταπιέζει όσο και εναντίον όλων των τρομοκρατικών, αναρχικών και ρεβιζιονιστικών πρακτικών που υποστηρίζουν την κρατική εξουσία της αστικής τάξης. Εάν δεν κατανοήσουμε τούτο το ζήτημα σωστά, εάν εξισώσουμε την επαναστατική δράση με τη τρομοκρατία και τον αναρχισμό, τότε θα είναι αδύνατο για την επανάσταση να προχωρήσει και η εργατική τάξη θα παραμείνει στο έλεος του κεφαλαίου και θα υφίσταται την τυραννία των νόμων της αστικής τάξης, με συνέπεια, να ατονούν συνεχώς οι προσπάθειές της να απελευθερωθεί από τη δουλεία. Έτσι σε κάποιες στιγμές, είναι αναγκαίο να εντρυφήσουμε βαθύτερα την σημασία του παραπάνω ζητήματος που θα πρέπει να είναι διαφορετική από αυτή στην οποία καταλήγουν οι ρεβιζιονιστές και οι σοσιαλδημοκρατία προς όφελος των συμφερόντων των μονοπωλίων και του κράτους τους.
Στην παρούσα φάση, υπάρχουν δυσκολίες και κίνδυνοι για τα νέα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα που εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1960 και ιδιαίτερα γι αυτά που δημιουργήθηκαν κάτω από την επιρροή της κινεζικής πολιτιστικής επανάστασης. Σε μερικά από αυτά τα νέα «Μαρξιστικά-Λενινιστικά» κόμματα, ιδιαίτερα σε ορισμένες χώρες της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής, η εμφάνισή τους στο προσκήνιο η οργάνωση και η σύμπηξη των γραμμών τους πραγματοποιήθηκε όχι από υγιή στοιχεία της εργατικής τάξης αλλά από απομονωμένα στοιχεία με μόνη εμπειρία την αδύνατη, αντιμαρξιστική, ρεφορμιστική δουλειά που γίνονταν στα ρεβιζιονιστικά κόμματα. Επιπλέον, τα συγκεκριμένα κόμματα σχηματίστηκαν και αναπτύχθηκαν σε συνθήκες, ας πούμε, πλήρους νομιμότητας και εισχώρησαν στις γραμμές τους άτομα που παρίσταναν τους Μαρξιστές-Λενινιστές χωρίς, στην πραγματικότητα, να είναι.
Ορισμένοι ηγέτες αυτών των κομμάτων αντιμετώπισαν το πρόβλημα πολύ ελαφρά, γεγονός το οποίο φυσικά βρήκε έκφραση στη δουλειά τους. Θεώρησαν την αποχώρηση από τα ρεβιζιονιστικά κόμματα ως μια πολύ σημαντική πράξη. Στην πραγματικότητα ήταν, όντως, μια σημαντική πράξη αλλά η πορεία που ακολούθησαν, οι μορφές και οι μέθοδοι οργάνωσης της δουλειάς τους, ιδιαίτερα, η οργανωτική και η πολιτική γραμμή που υιοθέτησαν και ακολούθησαν έμελλε να έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία. Όπως φάνηκε, σε κάποια διεθνή προβλήματα και θεωρητικά ζητήματα πήραν μια λίγο πολύ σωστή στάση αλλά στο βαθμό που η πολιτική τους γραμμή, όσον αφορά κάποιες πλευρές, διαμορφώθηκε στην ίδια μορφή με τη γραμμή των ρεβιζιονιστικών κομμάτων, δεν μπόρεσαν να βγάλουν σωστά συμπεράσματα για την κατάσταση στις δικές τους χώρες και στο διεθνή στίβο. Τούτο είχε να κάνει με σπουδαία γεγονότα στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα όπως η πάλη ενάντια στο σοβιετικό ρεβιζιονισμό και, αργότερα, οι αναλύσεις που έγιναν για την εξέλιξη της κατάστασης στη Κίνα, τη φραξιονιστική διαμάχη που εκτυλίσσονταν εκεί και την κινεζική πολιτιστική επανάσταση. Σε πολλές περιπτώσεις, ήταν φανερό ότι δεν υπήρχε Μαρξιστικό-Λενινιστικό βάθος στις θέσεις τους αλλά είχαν αρκετή αλαζονεία ώστε να πιστεύουν ότι αυτές ήταν πέραν κάθε αμφιβολίας.
Στην πράξη, ήταν φανερό ότι, από τη στιγμή που σχηματίστηκαν αυτά τα κόμματα, ανάμεσα στα μέλη τους υπήρχαν στοιχεία που δεν είχαν εμπεδώσει τις Μαρξιστικές-Λενινιστικές ιδέες και η όποια γνώση τους ήταν επιφανειακή και βασίζονταν σε συναισθηματικούς λόγους. Για παράδειγμα, πολλοί δεν έκαναν καμία προσπάθεια να κατανοήσουν πλήρως το ρόλο του κόμματος ως πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης και τις δυσκολίες που θα συναντούσαν στη δουλειά και την πάλη τους κάτω από συνθήκες βάρβαρου, καταπιεστικού εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού καθεστώτος, ενός καθεστώτος εχθρικού πρώτα απ’ όλα προς τους Μαρξιστές-Λενινιστές.
Γι’ αυτούς, λοιπόν, τους λόγους σε μερικά από τα μικρά κόμματα, ευθύς εξαρχής, σημειώθηκαν τριβές και διασπάσεις, κανένα μέτρο δεν πάρθηκε εναντίον των φραξιονιστών αφού οι ηγέτες και τα μέλη των εν λόγω κομμάτων δεν ήταν επαρκώς εξοικειωμένα με τις Λενινιστικές-Σταλινικές μορφές κομματικής οργάνωσης μέσα στις επικίνδυνες και πολύπλοκες συνθήκες των χωρών τους. Επιπρόσθετα, δεν προέβλεψαν την αντίδραση που θα προκαλούσε η δραστηριότητα του κόμματος με τα μέλη του κάτω από μόνιμη παρακολούθηση και την εισχώρηση αμφίβολων στοιχείων, ταλαντευόμενων συμπαθούντων και πρακτόρων στις γραμμές τους.
Εκπληρώνοντας το διεθνιστικό μας καθήκον, όπου υπήρχε η δυνατότητα και οι επαφές με μερικά από αυτά τα κόμματα, εμείς, το Κόμμα Εργασίας της Αλβανίας, τους τονίσαμε την εμπειρία μας και τους είπαμε ότι το Κόμμα μας, καθόλη τη γραμμή του, συμπεριλαμβανομένων των ζητημάτων οργανωτικής δομής, παρέμενε αφοσιωμένο στον Μαρξισμό-Λενινισμό, χωρίς να τον θεωρεί δόγμα ή θεωρητική διακόσμηση, τον οποίο εφάρμοσε στην πράξη με τη μεγαλύτερη αυστηρότητα και σοβαρότητα κάτω από τις δύσκολες συνθήκες της χώρας μας, συγκεκριμένα, στον αγώνα εναντίον των ξένων κατακτητών και της ντόπιας αστικής τάξης που τους υπηρέτησε.
Επομένως, στον οργανωτικό τομέα μερικά από αυτά τα νέα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα, τα οποία αποκόπηκαν από τα ρεβιζιονιστικά κόμματα, υιοθέτησαν, ας πούμε, τις ίδιες νομικές μορφές με τα ρεβιζιονιστικά κόμματα και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ώστε το σύνολο της αστικής πολιτικής και ιδεολογικής αντίληψης δεν μπορεί παρά μα ασκεί επιρροή στις γραμμές τους. Υπάρχουν μέλη αυτών των κομμάτων που, μέχρι ακόμα και σήμερα, πιστεύουν ότι μπορούν να δραστηριοποιηθούν με Μαρξιστικούς-Λενινιστικό τρόπο χωρίς παρενόχληση από τον καπιταλισμό και τους καταπιεστικό μηχανισμό του. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, δύσκολα μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχει εκείνος ο υγιής πυρήνας, όσο ισχυρός μπορεί να κρατηθεί σε συνθήκες παρανομίας, και που είναι σε θέση να αντέξει ένα ξαφνικό, αλλά σίγουρο, χτύπημα στο κόμμα από την αντίδραση.
Oι πολύ επικίνδυνες συνέπειες τέτοιων τρόπων δουλειάς σε μερικά από αυτά τα κόμματα, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, φάνηκαν αργότερα, μετά το ξεσκέπασμα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και των ιδεών του Μάο Τσε Τούνγκ. Σημειώθηκαν διασπάσεις, εμφανίστηκαν αντιμαρξιστικές ιδέες οι οποίες, σε μερικές περιπτώσεις, έφεραν σε δύσκολη θέση ακόμα και τους ηγέτες τους. Έτσι εξηγείται γιατί μερικά από αυτά τα μικρά, αλλά ακόμα όχι καθιερωμένα, κόμματα που ξεκίνησαν την δράση τους με σωστούς σκοπούς πάνω στο δρόμο του Μαρξισμού-Λενινισμού και ήταν υπέρ επαναστατικών πράξεων, παρέκκλιναν. Τούτο συνέβη με τα Κομμουνιστικά (Μαρξιστικά-Λενινιστικά) Κόμματα της Γαλλίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας, των Σκανδιναβικών χωρών, και, πρόσφατα, με το Κομμουνιστικό (Μαρξιστικό-Λενινιστικό) Κόμμα της Ιταλίας και άλλα.
Εν συντομία, μερικά από αυτά τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα διασπάστηκαν γιατί δεν είχαν κατανοήσει σωστά το ρόλο τους στην επανάσταση, γιατί δεν είχαν οργανωθεί για ένα αδυσώπητο αγώνα εναντίον της οργανωμένης, ένοπλης αντίδρασης και των ρεβιζιονιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων τα οποία έχουν μακρά εμπειρία και πολυάριθμα μέσα στην καταπολέμηση οποιουδήποτε νεοεμφανιζόμενου αντιπάλου, στην υπονόμευση της δουλειάς του, ως όργανα του κεφαλαίου που είναι.
Πιστεύω ότι, ξεκινώντας από την εμπειρία του Κόμματος και της χώρας μας, όπως επίσης και την εμπειρία των αυθεντικών κομμουνιστικών κομμάτων του παρελθόντος, τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα δεν πρέπει να απομονώνονται, δηλαδή, δεν πρέπει να είναι στέκονται απόμακρα από τις πλατιές μάζες του λαού και, ιδιαίτερα, την εργατική τάξη. Σ’ αυτό το ζήτημα, εμείς οι Μαρξιστές-Λενινιστές σχηματίζουμε τις γνώμες και τις κρίσεις μας παίρνοντας ως αφετηρία το γεγονός ότι η εργατική τάξη στις καπιταλιστικές χώρες, τουλάχιστο στη συντριπτική πλειοψηφία αυτών, εμπνέεται και οργανώνεται από τα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας, τους εργοδότες, τους σύγχρονους ρεβιζιονιστές, τα ελεγχόμενα απ’ αυτούς συνδικάτα, ότι το αστικό κράτος έχει δημιουργήσει ένα ολόκληρο δίκτυο πληροφοριοδοτών και έχει περάσει πολυάριθμους νόμους προκειμένου να εμφυτεύσει την αστική νοοτροπία στην εργατική τάξη, να την διαφθείρει ιδεολογικά και πολιτικά, να την εκφοβίσει έτσι ώστε να μην αναλαμβάνει δράση επικίνδυνη για το κεφάλαιο. Έτσι, αν τα μέλη των Μαρξιστικών-Λενινιστικών κομμάτων θέλουν να πάνε μπροστά, να προχωρήσουν πάνω στο δρόμο χάρη του οποίου αυτά τα κόμματα δημιουργήθηκαν, πρέπει να εισχωρήσουν σε μεγάλες ομάδες του προλεταριάτου, να πάνε ανάμεσα στις γραμμές των δημοκρατικών προοδευτικών στοιχείων που είναι εναντίον του καπιταλιστικού καθεστώτος, εναντίον του συντάγματος της χώρας, εναντίον της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης και εναντίον της αντιδραστικής ιδεολογίας που παίρνει ποικίλες μορφές με σκοπό να επιφέρει την σύγχυση στη σκέψη των ανθρώπων.



Τα νέα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα δε μπορούν να περιορίζονται μόνο στην έκδοση μιας εφημερίδας ή ενός περιοδικού, τα οποία, φυσικά, έχουν περιορισμένη κυκλοφορία. Αυτά τα μέσα προπαγάνδας έχουν τη σημασία τους, αλλά συχνά αποτυγχάνουν να επιφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα μέσα στις μάζες, πόσο μάλλον να διεισδύσουν και να οργανώσουν τη δουλειά μέσα στους μαζικούς χώρους. Τόσο οι Μαρξιστικές-Λενινιστικές νόρμες οι οποίες οργανώνουν, παθιάζουν και κάνουν το κόμμα συνεπές και μαχητικό, όσο και η διείσδυση, οργάνωση και πάλη μέσα στα συνδικάτα ή σε άλλους μαζικούς χώρους της εργατικής τάξης, είναι ζητήματα μεγάλης σημασίας για την επανάσταση. Τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα, ειδικά στην Ευρώπη, δεν πρέπει να μένουν παθητικοί θεατές πίσω από τα οδοφράγματα στα οποία μάχεται η εργατική τάξη. Στη Λατινική Αμερική, πολλά Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα που συγκροτήθηκαν πρόσφατα, μετά το 1960, αγωνίζονται στην παρανομία έδρασαν σε γενικές γραμμές όχι μόνο σωστά για την ανάπτυξή τους και την εκπαίδευση τους με τη θεωρία του Μαρξισμού-Λενινισμού, αλλά συνόδευσαν αυτή τους τη δραστηριότητα με συγκεκριμένες δράσεις, με επιθέσεις κατά τις απεργίες και τις διαδηλώσεις, δίνοντας το αγωνιστικό παράδειγμα. Βέβαια, υπέστησαν και απώλειες σε αυτές τις επιθέσεις, αλλά το κόμμα δε μπορεί να βαδίσει στον επαναστατικό δρόμο, δε μπορεί να είναι η εμπροσθοφυλακή του προλεταριάτου και των προοδευτικών και επαναστατικών στοιχείων, χωρίς απώλειες και χωρίς να δίνει ένα τέτοιο μαχητικό παράδειγμα.
Βέβαια, πρέπει να γίνεται νόμιμη δουλειά, αλλά παράλληλα με αυτή τη δουλειά το κόμμα πρέπει να δημιουργήσει μια παράνομη δύναμη η οποία θα διευθύνει τη νόμιμη δουλειά. Ακριβώς αυτή η δύναμη του κόμματος είναι η πιο μαχητική, το πιο αποφασιστικό του τμήμα, το οποίο κατανοεί πλήρως και σωστά την κατάσταση και διευθύνει τη δράση. Μερικά Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα δεν έχουν κατά νου αυτό το δίδαγμα του Μαρξισμού-Λενινισμού. Με την απατηλή προπαγάνδα τους, με τα δήθεν αριστερά συνθήματα, τα οποία στην πραγματικότητα ήταν αντιδραστικά συνθήματα στην υπηρεσία του κεφαλαίου, τα κόμματα της αστικής τάξης εξαπάτησαν την εργατική τάξη και τα επαναστατικά στοιχεία, γιατί, όπως ξέρουμε, τα ρεβιζιονιστικά κόμματα σε όλη τους τη δραστηριότητα στοχεύουν να επιτύχουν συμμαχίες με την αστική τάξη και τα κόμματα της, ικανοποιούμενα με τις λίγες παραχωρήσεις που προσφέρει η αστική τάξη μέσω μεταρρυθμίσεων. Αυτοί οι σύντροφοι είναι ικανοποιημένοι με μερικές επιτυχίες που είχαν μέσω διαδηλώσεων στους δρόμους και συγκεντρώσεων και ομιλιών στις πλατείες. Αλλά αυτό δεν αρκεί για να διδάξουμε την εργατική τάξη πώς να αγωνίζεται και να κάνει ένα ένα τα βήματα προς την επανάστασης μέχρι και το τελευταίο βήμα, που είναι η αποφασιστική επίθεση ενάντια στο μηχανισμό της καπιταλιστικής καταπίεσης.
Αναλογιζόμενα ότι σε χώρες στις οποίες δρουν, υπάρχουν συνθήκες ώστε να δημιουργηθεί η δυνατότητα για τη νομιμοποίηση τους, κάποια κόμματα, τα οποία τώρα είναι στην παρανομία, ήρθαν αντιμέτωπα με το ερώτημα: «πώς πρέπει να δράσουμε;». Θεωρώ ότι η νομιμοποίηση του κόμματος είναι δίκοπο μαχαίρι: είναι θετική από την άποψη ότι γίνονται αντιληπτές οι μορφές και τα όρια αυτής της νομιμοποίησης, αλλά από την άλλη, είναι αρνητική από την άποψη ότι τα στοιχεία της αστικής τάξης, αντιδραστικά στοιχεία, ρεβιζιονιστικά στοιχεία και πράκτορες της αντίδρασης διεισδύουν στις τάξεις του κόμματος στην περίοδο της νομιμότητας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, δημιουργείται η δυνατότητα να διεισδύσουν από το νόμιμο τμήμα του κόμματος στο τμήμα που δουλεύει στην παρανομία, άνθρωποι εκπαιδευμένοι για σαμποτάζ. Για να μπορέσει το κόμμα να δρα αποτελεσματικά στη φάση της παρανομίας, τα μέλη του δεν πρέπει να περιορίζονται στην άσκηση προπαγάνδας για κοινοβουλευτικές μεταρρυθμίσεις, όπως κάνουν τα ρεβιζιονιστικά κόμματα που συνδέονται ανοιχτά με την αντίδραση, αλλά πρέπει να πάνε μέσα τις μάζες, να δουλέψουν μαζί τους και να τις οργανώσουν μ’ ένα επαναστατικό τρόπο, κερδίζοντας τες και απομακρύνοντάς τες από την επιρροή του κεφαλαίου και των κομμάτων του. Διαφορετικά, τα επιθυμητά αποτελέσματα δε μπορούν να επιτευχθούν.
Είναι αλήθεια ότι το τμήμα του κόμματος που θα εμφανίζεται νόμιμα, θα έχει τη δυνατότητα να κινηθεί μέσα στις πλατιές μάζες πιο εύκολα και να οργανώσει ενιαία μέτωπα με αυτές ενάντια στην εξουσία της μπουρζουαζίας, να διεξάγει προπαγάνδα και να τις επηρεάσει με δράσεις. Αλλά το κόμμα πρέπει να τις επηρεάζει με δράσεις, όχι στην σοσιαλδημοκρατική και ρεβιζιονιστική κατεύθυνση, γιατί σε αυτή την περίπτωση η εργατική τάξη δε θα μπορεί να ξεχωρίσει τους Μαρξιστές-Λενινιστές από τους ρεβιζιονιστές και δε θα υποκινείται σε πιο προωθημένες ενέργειες από αυτές που τις έχουν διδάξει η σοσιαλδημοκρατία και ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός. Αντίθετα, η δημιουργία μετώπων και η διεύρυνση της επιρροής του τμήματος του κόμματος που είναι νόμιμο και το οποίο είναι στενά συνδεδεμένο με το άλλο τμήμα του κόμματος που δρα στην παρανομία, πρέπει να μεγαλώνει τον ξεσηκωμό του λαού και με αυτό τον τρόπο η επαναστατική κατάσταση που δημιουργείται να μετατρέπεται σε πλεονέκτημα. Είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε πώς να εκμεταλλευόμαστε τις αντιθέσεις που υπάρχουν μεταξύ του ντόπιου και του ξένου κεφαλαίου, μεταξύ της ντόπιας αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Αυτό το έργο θα εδραιώσει την ύπαρξη του κόμματος και την μαχητική γραμμή του, θα διαδώσει το γνήσιο Μαρξισμό-Λενινισμό και θα αποκαλύψει τον ρεβιζιονισμό.
Είναι απολύτως απαραίτητο να ξεμπροστιαστεί ο ρεβιζιονισμός και τα κόμματα του, με το περιεχόμενο τους, τις μεθόδους και τις πολιτικές τους, αν και η αποκάλυψη τους μέσω των εφημερίδων, των περιοδικών και των ομιλιών πρέπει να συνοδευτεί με δράσεις έτσι ώστε το προλεταριάτο να δει ξεκάθαρα τη διαφορά μεταξύ των Μαρξιστικών-Λενινιστικών κομμάτων και των ρεβιζιονιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, όχι μόνο επειδή οι πολιτικοί και ιδεολογικοί σκοποί τους διαφέρουν, αλλά ιδιαίτερα επειδή το κόμμα του προλεταριάτου παλεύει να βάλει τους σκοπούς του σε εφαρμογή και με αυτό τον τρόπο θα ενισχύσει τις γραμμές του με τέτοια στοιχεία με την αποδοχή τους ως μέλη του κόμματος. Μόνο μέσω μιας τέτοιας δουλειάς μπορούν τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα των καπιταλιστικών χωρών να είναι σίγουρα ότι θα ενισχυθούν οι γραμμές τους με πεπεισμένους και πειθαρχημένους ανθρώπους, πιστούς στο Μαρξισμό-Λενινισμό, έτοιμους για την επανάσταση μέσω της βίας και όχι μέσω μεταρρυθμίσεων.
Είναι θεμελιώδες να καταλάβουν τα μέλη των κομμάτων που δρουν σε καπιταλιστικές χώρες ότι βρίσκονται σε ανηλεή πάλη με τη μπουρζουαζία και τον κατασταλτικό μηχανισμό της, ιδιαίτερα με τα κόμματα της, συμπεριλαμβανομένων των ρεβιζιονιστικών κομμάτων. Επομένως, πρέπει να είναι ξεκάθαρο και να θυμούνται πάντα ότι αυτός ο αγώνας απαιτεί κόπο και υλικές και πνευματικές θυσίες.
Αν δεν αντιληφθούν κατ’ αυτό τον τρόπο την ύπαρξη τους ως μέλη του κόμματος και τη δουλειά και τον αγώνα τους στις γραμμές του, τότε το κόμμα στο οποίο στρατεύονται δε μπορεί να χαρακτηριστεί ένα γνήσιο επαναστατικό κόμμα, αλλά θα είναι ένα επαναστατικό κόμμα μόνο στα λόγια. Ένα τέτοιο κόμμα θα διαλυθεί στην πρώτη δύσκολη στιγμή, μάλιστα είναι πιθανό να διαλυθεί ακόμα και πριν φτάσει μια τέτοια στιγμή. Σε περιόδους οι οποίες είναι φαινομενικά ήσυχες, αλλά οι οποίες δεν είναι και ποτέ δε μπορούν να γίνουν ήσυχες, ένα τέτοιο κόμμα παραμένει ενωμένο απλά επειδή δεν αποτελεί πνευματική, πολιτική ή υλική απειλή για κανέναν.
Εμείς τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα πρέπει να δουλεύουμε ώστε να δημιουργήσουμε από μόνοι μας τα μέσα της προπαγάνδας και του αγώνα μας, χωρίς την υλική βοήθεια κανενός, γιατί κανένας δε θα δώσει τη βοήθεια του χωρίς καταστροφικά πολιτικά κίνητρα.
Για εμάς τους Μαρξιστές-Λενινιστές είναι ανεπίτρεπτο να δουλεύουμε με τα πρότυπα και τις μεθόδους δουλειάς των μόνιμων γραφειοκρατών των ρεβιζιονιστικών κομμάτων, οι οποίοι ασχολούνται με εμπορικές συμφωνίες αντί του επαναστατικού έργου. Είναι καθήκον μας να διδάξουμε στα μέλη του κόμματος και στα στοιχεία που κινητοποιούνται γύρω από αυτό, να κάνουν μικρές θυσίες, ενώ παράλληλα να προετοιμάζονται για μεγαλύτερες θυσίες, μέχρι και να δώσουν τη ζωή τους στον αγώνα που διεξάγεται τώρα και σ’ αυτούς που θα ακολουθήσουν στο μέλλον ενάντια στην αστική τάξη.
Υπό αυτή την έννοια, το ζητούμενο για τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα που δρουν στις καπιταλιστικές χώρες είναι να γίνουν κόμματα των οδοφραγμάτων, κόμματα των καταλήψεων εργοστασίων, των συγκρούσεων με τις δυνάμεις του συστήματος, και όχι κόμματα που υποτάσσονται στους νόμους, τους κανονισμούς και τους τύπους που έχει δημιουργήσει η αντίδραση. Αυτό είναι λογικό και θεμιτό, επειδή όλα αυτά τα δημιουργήματα της αντίδρασης και του κεφαλαίου έχουν ως στόχο την καταστολή της επανάστασης και τα γνήσια κόμματα έχουν το χρέος να μην υπακούν σ’ αυτά, αλλά να τους επιτίθονται. Λέγοντας αυτό, δεν συνηγορώ στο να δρούμε με περιπετειώδεις τρόπους. Όπως υπογράμμισα παραπάνω, πρέπει να λογαριάζουμε που βρίσκονται τα αδύναμα σημεία, αν και, για μια ακόμη φορά, χωρίς ιδεολογικο-πολιτικά σωστή και οργανωτική δραστηριότητα δε μπορούμε να τα εκμεταλλευτούμε.
Η σημαντική περίοδος που διανύει σήμερα ο καπιταλιστικός κόσμος, η περίοδος της μεγάλης κρίσης, είναι αντικειμενικά η κατάλληλη για να εξαπολυθούν επιθέσεις στο κεφάλαιο στα αδύναμα του σημεία. Εξαρτάται από εμάς τους Μαρξιστές-Λενινιστές να κατανοήσουμε αυτές τις αδυναμίες σε βάθος έτσι ώστε η πάλη και η αντίσταση να αναπτυχθεί τόσο στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες όσο και στις υπανάπτυκτες χώρες. Η ευθύνη που βαρύνει τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα των αναπτυγμένων χωρών είναι να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους και να δώσουν το παράδειγμα στα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα ή τα επαναστατικά στοιχεία των υπανάπτυκτων χωρών.
Επί του παρόντος μπορούμε να πούμε ότι οι εργαζόμενες μάζες και τα προοδευτικά στοιχεία στις οικονομικά υπανάπτυκτες χώρες, οι οποίες υποφέρουν από την καταπίεση του κεφαλαίου, είναι περισσότερο πρωτοπόρες, περισσότερο δραστήριες, περισσότερο μαχητικές από αυτές των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και παρόλο που δεν υπάρχουν Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα σε αυτές, έχουν αποδείξει την ανωτερότητα τους στη διεξαγωγή αγωνιστικών δραστηριοτήτων ενάντια στην εσωτερική αντίδραση και την εξωτερική επέμβαση. Αυτό δείχνει ότι η καπιταλιστική μπουρζουαζία των μητροπόλεων έχει μεγάλη πείρα στην καταπίεση και εκμετάλλευση και, προφανώς, αν και υπάρχουν εκεί Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα, ο λαός έχει συνηθίσει να υπομένει αυτή την καταπίεση και να παραπλανάται από την ψεύτικη δημοκρατία και ελευθερίες, τις οποίες προασπίζονται τα υποτιθέμενα δημοκρατικά κόμματα.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι οι μητροπόλεις συνεχίζουν να καταπιέζουν τις υπανάπτυκτες, νέο-αποικιακές χώρες και λογικά, ότι τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα σε μερικές χώρες καταπιεστές δεν αντιδρούν με την απαιτούμενη επαναστατική δύναμη για να αποτρέψουν αυτή την καταπίεση. Μπορεί να διαπιστωθεί ότι η απαραίτητη διεθνιστική αλληλεγγύη με τους προοδευτικούς λαούς των ηπείρων που επαναστατούν ενάντια στο διπλό ζυγό του ξένου και του ντόπιου κεφαλαίου, δεν υπάρχει σε αυτές τις χώρες. Αυτό είναι ένα μείζον πρόβλημα κεφαλαιώδους σημασίας, το όποίο πρέπει να ενδιαφέρει όλους του Μαρξιστές-Λενινιστές, και πρώτα από όλα, τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα στις χώρες που κυβερνούνται από το κεφάλαιο.
Το κόμμα μας γνωρίζει αυτά τα προβλήματα, τα έχει στην ημερήσια διάταξη, καταβάλει κάθε προσπάθεια και έχει προσανατολίσει όλη του την πολιτική, προπαγάνδα και αγκιτάτσια, όπως επίσης και τις ενέργειές του, στην κατεύθυνση της διεθνιστικής βοήθειας προς τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα και τον εθνικό απελευθερωτικό αγώνα των λαών. Σε αυτό το στάδιο, οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες των λαών των υπανάπτυκτων χωρών έχουν μεγάλη σημασία, γιατί αποδυναμώνουν γενικά το καπιταλιστικό σύστημα και διευκολύνουν την ανάπτυξη αστικών δημοκρατικών επαναστάσεων και το μετασχηματισμό τους σε προλεταριακές επαναστάσεις. Ως εκ τούτου, είναι καθήκον των κομμουνιστικών δυνάμεων, όπου και αν βρίσκονται, να βασίζουν τις δράσεις και τις δραστηριότητες τους και να καθοδηγούνται από τη μεγάλη μας επαναστατική θεωρία, το Μαρξισμό-Λενινισμό, να την αφομοιώσουν καλά και με ακρίβεια και μέσω πρακτικών ενεργειών, να υποκινούν και να οδηγούν τις μάζες στην επανάσταση.
Παρατηρούμε με λύπη ότι μερικά Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα δεν κατανοούν σωστά το ζήτημα αυτό, δεν ενεργούν δραστήρια, δηλαδή δε συνοδεύουν την προπαγάνδα τους, όσο αδύναμη κι αν είναι, με συγκεκριμένες δράσεις, τις οποίες μπορούν να πραγματοποιήσουν μόνο αν το αγωνιστικό πνεύμα υπάρχει στις γραμμές τους. Πράγματι, σε μερικές χώρες υπάρχουν περιπτώσεις που δε βλέπουμε τις Μαρξιστικές-Λενινιστικές ομάδες ή κόμματα να έχουν διακριτή δράση είτε με πολιτικές ενέργειες, είτε πυροδοτώντας απεργίες, αντιστάσεις και διαδηλώσεις. Τέτοιες ενέργειες θα κέντριζαν το ενδιαφέρον των εργατών οι οποίοι θα έβλεπαν ότι οι πρακτικές των Μαρξιστών-Λενινιστών έρχονται σε σύγκρουση με τα συνθήματα που λένε οι ρεβιζιονιστές και οι σοσιαλδημοκράτες στις απεργίες και στις διαδηλώσεις. Δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι διαδηλώνουν στις πλατείες διαφόρων πόλεων και τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα θα δυναμώσουν και θα επιβληθούν αν οι εκπρόσωποι τους βρουν το θάρρος να βγουν με τα μικρόφωνα τους και να απευθυνθούν στο λαό με τη γραμμή τους προκειμένου να τους εξηγήσουν πώς οφείλουν να μετατρέψουν τις απεργίες και τις διαδηλώσεις που κάνουν σε πολιτικές απεργίες και διαδηλώσεις, και να μην περιορίζονται σε οικονομικές απεργίες ή «ειρηνικές» απεργίες.
Ο εχθρός, που βρίσκεται στην εξουσία, φοβάται τέτοιες πολιτικές απεργίες, γι’ αυτό το λόγο τις αποκαλεί άγριες απεργίες. Το ζήτημα εδώ δεν είναι να βγούμε έξω με τα όπλα ή να ανοίξουμε πυρ εναντίον τους, αλλά πρέπει να αντισταθούμε στα όργανα καταστολής του συστήματος, την αστυνομία, τους καραμπινιέρους, το στρατό και την ίδια στιγμή, να αποκαλύψουμε τα κακά των καπιταλιστικών και ρεβιζιονιστικών κομμάτων στο λαό που συγκεντρώνεται στους δρόμους και τις πλατείες. Αυτό, για παράδειγμα, είναι ένα πεδίο στο οποίο μπορούν οι Μαρξιστές-Λενινιστές να κινητοποιήσουν τις μάζες. Αλλά υπάρχουν και άλλα πεδία και μέθοδοι δουλειάς όπως αυτή, οι οποίες προετοιμάζουν τη κοινή γνώμη για ποιο σκληρές ενέργειες ενάντια στην υπάρχουσα άθλια κατάσταση, έτσι ώστε οι λαοί να δουν περισσότερο καθαρά την κρίση του καθεστώτος, την παγκόσμια οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, τη μεγάλη ενεργειακή κρίση, που όλες οι συνέπειές τους, σε τελική ανάλυση, φορτώνονται στις πλάτες της εργατικής τάξης.
Η εργατική τάξη δε μπορεί να ακολουθήσει τους αγωνιστές μας, τις Μαρξιστικές-Λενινιστικές ομάδες ή κόμματα, αν δε μας δει σε δράση, γιατί όσον αφορά τα μέσα προπαγάνδας τα οποία κατέχει η καπιταλιστική αστική τάξη και τα κόμματα της, αυτά είναι πολύ πιο ισχυρά από τα δικά μας. Επομένως, οι λαϊκές μάζες πρέπει να δουν εμάς, τους κομμουνιστές και τους ανθρώπους της δράσης, σε ενέργειες ενάντια στην επιβαλλόμενη τάξη, ενάντια στο status quo, ενάντια στην περιορισμένη δραστηριότητα που επιβάλει η αστική τάξη.
Ο σκοπός της προπαγάνδας της μπουρζουαζίας είναι να διατηρήσει τους ψηφοφόρους της. Με το να λέει ότι ψηφίζοντας αυτό ή το άλλο αστικό κόμμα η κατάσταση θα αλλάξει, το κάθε αστικό κόμμα προσπαθεί να καλλιεργήσει κούφιες ελπίδες στην εργατική τάξη και τις εργαζόμενες μάζες, και μ’ αυτό τον τρόπο ψηφοθηρεί. Το μοναδικό αποτέλεσμα αυτής της προπαγάνδας είναι να νανουρίζει την επαναστατική ενέργεια των μαζών για να αποκοιμηθεί, ενώ εμείς οι Μαρξιστές-Λενινιστές έχουμε το καθήκον να κινητοποιήσουμε τις μάζες σε συγκεκριμένες δράσεις.
Οπουδήποτε η καπιταλιστική αστική τάξη ενεργεί, παλεύει με όλη της τη δύναμη να αντιμετωπίσει την τρομερή οικονομική κρίση που την έχει καταλάβει, και η οποία αντί να μειώνεται, γίνεται βαθύτερη με την μετακύλιση των συνεπειών της στις πλάτες των μαζών. Η ενεργειακή κρίση, η οικονομική κρίση, οι αυξήσεις στις τιμές, ο πληθωρισμός, η ανεργία και η τρομοκρατία που μέρα με τη μέρα παίρνει φοβερές διαστάσεις, ξυπνούν τη δυσπιστία των πλατιών μαζών του λαού προς τα καθεστώτα που τους διαφεντεύουν, αλλά ταυτόχρονα, τρομοκρατούν τα μεσαία λαϊκά στρώματα, συσκοτίζουν την εικόνα τους για το μέλλον, για τους τρόπους και τα μέσα για να ξεφύγουν από την κρίση, δηλαδή να βρουν διέξοδο από το καθεστώς που γεννά όλα τα δεινά. Ακριβώς εδώ και σε αντίθεση με αυτή την κατάσταση, το φορτίο πέφτει σε εμάς τους Μαρξιστές-Λενινιστές και στα κόμματα μας να αντιμετωπίσουμε το αντίθετο ρεύμα, να βρούμε τρόπους, μέσα και φόρμες για να κινητοποιήσουμε τις μάζες.
Σε πολλές καπιταλιστικές χώρες όπου η κρίση είναι μεγάλη, η τρομοκρατία, η οποία υποστηρίζεται από το κεφάλαιο, παίρνει μεγάλες διαστάσεις. Προκειμένου να ξεφύγουν από την κρίση και να συντρίψουν οποιαδήποτε πιθανότητα εξέγερσης και επανάστασης της εργατικής τάξης και του λαού, οι αντιδραστικές δυνάμεις σε αυτές τις χώρες προετοιμάζουν το έδαφος για ένα απολυταρχικό κράτος, για τη φασιστική δικτατορία. Αν οι εργαζόμενες μάζες, εμείς τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα και οι προοδευτικοί λαοί δεν αντιληφθούμε ότι η φασιστική δικτατορία έρχεται ως αποτέλεσμα της δύσκολης κατάστασης την οποία αντιμετωπίζει η εξουσία των καπιταλιστών και δεν παλέψουμε εναντίον της, τότε, αργά ή γρήγορα ο φασισμός θα εγκαθιδρυθεί, γιατί η κρίση θα συνεχιστεί, αφού ο καπιταλισμός θα παλέψει για να προστατέψει το εισόδημα του σε βάρος των εργαζόμενων μαζών που θα φτωχύνουν ακόμα περισσότερο. Με το να είναι απροετοίμαστες, επειδή δεν αντιλαμβάνονται πως συμβαίνει κάτι τέτοιο και δεν αγωνίζονται ενάντια σε αυτή και στις άλλες ενέργειες του κεφαλαίου, οι μάζες θα αποδεχτούν την κατοχή του φασιστικού κύκλου, νομίζοντας ότι θα είναι μια διέξοδος από την κρίση. Στην πραγματικότητα, δε θα είναι μια διέξοδος για την εργατική τάξη και τους εργαζόμενους, γιατί ο φασισμός αντιπροσωπεύει την πιο θηριώδη δικτατορία του κεφαλαίου, η οποία θα καταπιέζει τις λαϊκές μάζες ακόμα περισσότερο από ότι σήμερα. Είναι το τελευταίο καταφύγιο του κεφαλαίου.
Σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, ξεχωριστά ή στο σύνολο τους, στον πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό οργανισμό στον οποίο έχουν συσπειρωθεί, υπάρχει μια κατάσταση τρομερής κρίσης, η οποία έχει επιφέρει συνέπειες στην οικονομία και σε όλους τους άλλους τομείς της ζωής της χώρας και έχει προκαλέσει κατάσταση εσωτερικής αποσύνθεσης του καπιταλιστικού κράτους και έξαρση του εθνικισμού. Γι’ αυτό το λόγο, στις καπιταλιστικές και ρεβιζιονιστικές χώρες, βλέπουμε την ανάπτυξη βαθιών αντιθέσεων, όχι μόνο μεταξύ των κρατών που συνεργάζονται μέσα σ’ αυτά τα μπλοκ, αλλά επίσης μέσα στα ξεχωριστά κράτη. Ακόμα και στη λεγόμενη σοσιαλιστική κοινότητα υπάρχει σήμερα μια πολύ μεγάλη κρίση, που προκλήθηκε από τις σχέσεις εξάρτησης στη Σοβιετική Ένωση, η οποία βρίσκεται και η ίδια σε μεγάλη οικονομική-χρηματοοικονομική κρίση. Οι άλλες χώρες, οι δορυφόροι της Σοβιετικής Ένωσης, παρομοίως, υποφέρουν τις συνέπειες της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Έτσι, τελευταία είδαμε μια μεγάλη αύξηση της τιμής κάθε είδους εμπορευμάτων σ’ αυτές τις χώρες, μιας αύξησης που έφτασε το 50%. Αυτό έχει οδιγήσει τις πλατιές μάζες του λαού σε μια σιωπηρή εξέγερση, και σε μερικές περιπτώσεις, όπως στη Σοβιετική Ένωση, την Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία, σε ανοιχτές συγκρούσεις.
Τα εξωτερικά χρέη αυτών των χωρών είναι κολοσσιαία. Ανέρχονται σε δισεκατομμύρια δολάρια. Αυτά τα κράτη αντιμετωπίζουν τη χρεοκοπία, γιατί δε δύνανται να αναπτύξουν περαιτέρω την οικονομία τους, ή ακόμα να πληρώσουν τα υπάρχοντα χρέη τους στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες καπιταλιστικές χώρες. Γι’ αυτό υπάρχει μεγάλη δυσαρέσκεια μέσα σε αυτό μπλοκ. Όπου δεν υφίσταται εθνική ενότητα, έχουν αρχίσει να εκδηλώνονται εθνικιστικές ομάδες.
Έχω πει σε άλλες περιστάσεις ότι ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός δημιούργησε δύσκολες και πολύπλοκες οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές καταστάσεις. Διασπά την πολιτική ενότητα των χωρών και υποδαυλίζει τον απεγνωσμένο εθνικισμό. Μ’ άλλα λόγια, ο μοντέρνος ρεβιζιονισμός υποκινεί τα πιο αντιδραστικά, φασιστικά εθνικιστικά στοιχεία για να δημιουργήσει τέτοιες καταστάσεις οι οποίες είναι προς το συμφέρον του καπιταλιστικού κόσμου. Επομένως, τόσο στα καπιταλιστικά κράτη όσο και στα κράτη που κυβερνούνται από τους ρεβιζιονιστές, η επαναστατική κατάσταση, σαν αντικειμενικός όρος για το θρίαμβο της επανάστασης, έχει ωριμάσει. Το μόνο πράγμα που λείπει είναι η σπίθα που θα ανάψει την επανάσταση, που θα οργανωθεί και θα καθοδηγηθεί, για την ανατροπή της αστικής τάξης, είτε αυτή είναι της καπιταλιστικής Δύσης, είτε της ρεβιζιονιστικής Ανατολής.
Το πιο τρανταχτό παράδειγμα αυτής της κατάστασης βρίσκουμε στη Γιουγκοσλαβία, όπου το εθνικό ζήτημα έχει γίνει τόσο οξύ όσο ήταν την περίοδο του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου. Η κατάσταση δεν έχει φτάσει ακόμα στο στάδιο όπου γίνεται ανάφλεξη, αλλά η φωτιά μπορεί να ξεσπάσει λόγω του τιτοϊκού καθεστώτος, το οποίο, αντίθετα με την προπαγάνδα του για «ενότητα και αδελφοσύνη», διχάζει τα έθνη και τις εθνότητες όλο και περισσότερο στη Γιουγκοσλαβία. Οι αντιδραστικοί κύκλοι από τα πιο ισχυρά κέντρα λειτουργούν για τη διάσπαση, τον κατακερματισμό και την κατάκτηση της ηγεμονίας στη Γιουγκοσλαβίας. Αυτοί οι κύκλοι είναι οι απόγονοι του αντιμαρξιστικού, καπιταλιστο-ρεβιζιονιστικού καθεστώτος, οι οποίοι πυροδοτούν έχθρες και διαχωρισμούς ανάμεσα στους λαούς.
Ο λαός μας έχει ένα σοφό γνωμικό: «η φτώχεια γεννά το διχασμό», και αυτή η φτώχεια είναι αποτέλεσμα των καπιταλιστικών καθεστώτων. Ο λαός σ’ αυτές τις χώρες είναι φτωχός, επομένως, για να ξεφύγουν από τη φτώχεια, πρέπει οπωσδήποτε οι εξαθλιωμένοι να γίνουν συνειδητοί και να κατανοήσουν τις καταστάσεις, πρέπει να οργανωθούν και να κοπιάσουν για να οργανώσουν την αντίσταση ενάντια στην καταπίεση, να οργανώσουν τη λαϊκή δύναμη κρούσης, η οποία σταδιακά θα γίνει μια τρομερή δύναμη ενάντια στο σάπιο καπιταλιστικό καθεστώς, όπου η κατάσταση είναι ώριμη για επαναστατική δράση.
Η Μαρξιστική-Λενινιστική μας θεωρία διδάσκει: κάθε επαναστατική δραστηριότητα πρέπει να κατευθύνεται από τη Μαρξιστική-Λενινιστική επαναστατική θεωρία την οποία κατέχει, υπερασπίζεται και εφαρμόζει πιστά το Μαρξιστικό-Λενινιστικό κόμμα. Ο σκοπός κάθε γνήσιου επαναστατικού κινήματος πρέπει να είναι η εγκαθίδρυση της δικτατορίας της εργατικής τάξης. Αυτή η δικτατορία με κανένα τρόπο δε συνεπάγεται ότι η εργατική τάξη και το Μαρξιστικό-Λενινιστικό κόμμα της δεν πρέπει να συνδεθούν με όλες αυτές τις τάξεις και τα στρώματα του πληθυσμού τα οποία ενδιαφέρονται να εναντιωθούν στο καταπιεστικό καπιταλιστικό και ρεβιζιονιστικό σύστημα. Αντιθέτως, η δικτατορία της εργατικής τάξης προϋποθέτει συμμαχία με την εργαζόμενη αγροτιά, την προοδευτική διανόηση, κλπ.
Στις γραμμές των ανέργων στις καπιταλιστικές-ρεβιζιονιστικές χώρες υπάρχει μια μεγάλη δύναμη ανθρώπων που εξεγείρονται γιατί δεν έχουν φαγητό. Σε αυτές τις χώρες υπάρχει μια μεγάλη δύναμη ανθρώπων που εξεγείρονται γιατί οι προοπτικές για μια αξιοπρεπή ζωή έχουν κλείσει για αυτούς. Δε μπορούν να βρουν δουλειά, και απελπισμένοι από αυτή την κατάσταση, διαφθείρονται εύκολα και παρασύρονται από την ειδική εντατική προετοιμασία του καθεστώτος να εμπλακούν σε τρομοκρατικές πράξεις. Αυτή είναι η πηγή της συμμετοχής νέων ανθρώπων στις τρομοκρατικές «ερυθρές ταξιαρχίες». Πολλοί από αυτούς τους νέους ανθρώπους δε βλέπουν άλλη διέξοδο εκτός από τις τρομοκρατικές ενέργειες. Εμείς, οι Μαρξιστές-Λενινιστές, πρέπει να δείξουμε σ’ αυτούς ότι οι μεμονωμένες τρομοκρατικές ενέργειες και ο γκανγκστερισμός, στις οποίες τους έχει εμπλέξει το καπιταλιστικό καθεστώς και προσπαθεί να τους εμπλέξει ακόμα περισσότερο, δεν φέρνουν καμιά βελτίωση της κατάστασης για το λαό, τη νεολαία, ή τους άνεργους, αλλά, αντιθέτα, προκαλούν το φασιστικό πραξικόπημα της αντιδραστικής μπουρζουαζίας. Αυτές οι ομάδες νέων δεν είναι τίποτα άλλο από την εμπροσθοφυλακή του φασισμού. Μπροστά σε αυτά τα καπιταλιστικά φαινόμενα, εμείς οι Μαρξιστές-Λενινιστές δεν πρέπει να μείνουμε αδρανείς. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να τρομοκρατούνται οι μάζες από τις ενέργειες των αναρχικών και των τρομοκρατών, αλλά αντίθετα πρέπει να δουλέψουμε ώστε ο λαός αυτής ή της άλλης καπιταλιστικής χώρας να μη τους φοβάται.
Όταν οι Μαρξιστές δρουν ενάντια στους τρομοκράτες, είναι πιθανό οι ταξικοί εχθροί να τους χρεώσουν ότι "παίρνουν μέρος στη δραστηριότητα στοιχείων που στηρίζουν το καπιταλιστικό καθεστώς", αλλά οι συκοφαντίες των εχθρών δεν πρέπει να εμποδίσουν την επαναστατική δραστηριότητα. Οι Μαρξιστές-Λενινιστές δρουν σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις: τόσο ενάντια στο καθεστώς που βρίσκεται στην εξουσία, ενάντια στα αστικά κόμματα, είτε είναι σοσιαλδημοκρατικά, είτε σοσιαλιστικά ή ρεβιζιονιστικά, και την ίδια στιγμή, επίσης, ενάντια στην τρομοκρατία. Οι επαναστάτες δε μπορούν να διεξάγουν αυτόν τον αγώνα, μόνο με την έκδοση μιας εφημερίδας, αλλά με το να διεξάγουν εκτεταμένη πολιτική, ιδεολογική προπαγάνδα και να δρουν μαζί με τις μάζες προκειμένου να κάνουν ολοφάνερη σε αυτές την αλήθεια και να τις πείσουν με συγκεκριμένες ενέργειες, ενάντια στα δεινά της παλιάς κοινωνίας. Οι εχθροί πρέπει να δεχτούν επίθεση σε όλα τα μέτωπα σε ενότητα με τις μάζες, αλλιώς, δε μπορεί να έρθει η επιτυχία. Για να γίνει αυτό απαιτείται γερή οργάνωση, θάρρος και πολλές θυσίες από τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματά μας.
Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, που ο εβρισκόμενος σε κρίση καπιταλισμός επιδιώκει να εγκαθιδρύσει τη βάρβαρη δικτατορία του, είναι απαραίτητες οι θυσίες από τη μεριά των Μαρξιστών-Λενινιστών, της εργατικής τάξης και των προοδευτικών στοιχείων, αλλά κάθε επαναστατική πράξη απαιτεί θάρρος, ευφυΐα και ρωμαλέες ενέργειες. Δεν πρέπει να υπάρξει καμιά υποχώρηση μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση.
Ένα καλό παράδειγμα είναι ο δίκαιος και ηρωικός αγώνας του παλαιστινιακού λαού για την απελευθέρωση των εδαφών του, τα οποία έχει καταλάβει και κατέχει το Ισραήλ. Τον υποστηρίζουμε παρόλο που δεν καθοδηγείται από Μαρξιστές-Λενινιστές. Τον υποστηρίζουμε αφού είναι αγώνας εθνικοαπελευθερωτικός, αντι-ιμπεριαλιστικός. Αποτιμώντας τον αγώνα τους πρέπει να θαυμάσουμε τη γενναιότητα με την οποία αντιμετωπίζουν αμέτρητες δυσκολίες ενάντια σε εξαιρετικά ισχυρές δυνάμεις, οπλισμένες μέχρι τα δόντια, όπως οι αμερικανοί ιμπεριαλιστές και οι ισραηλινοί σιωνιστές. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε το γεγονός ότι, την ίδια στιγμή, οι παλαιστίνιοι έχουν να παλέψουν επίσης ενάντια στις αντιδραστικές αραβικές δυνάμεις. Έχουν μείνει χωρίς πατρίδα, αλλά έχουν τη δύναμη της ψυχής τους και τη δύναμη των όπλων τους , το θάρρος και τους τίμιους στόχους τους να απελευθερώσουν την πατρίδα τους, πράγμα που τους κρατάει ζωντανούς. Αγωνίζονται με νύχια και με δόντια ενάντια στους Ισραηλινούς Σιωνιστές, αγωνίζονται για την ύπαρξη τους ως λαός και για το δικαίωμα τους να έχουν μια δική τους πατρίδα. Είναι χρήσιμο για τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα των καπιταλιστικών χωρών να έχουν κατά νου αυτή την αξιοθαύμαστη πείρα για να οργανώσουν τον αγώνα τους, να εμπνευστούν από το παράδειγμα της αντίστασης αυτού του μικρού λαού ο οποίος, αν και είναι εκτοπισμένος και διασπαρμένος, είναι σε θέση να συγκεντρώνει τις δυνάμεις του για το μεγάλο σκοπό. Αγωνίζονται με τις μεθόδους που τους επιτρέπουν οι συνθήκες της αστικής κυριαρχίας για τη δημιουργία ενός Παλαιστινιακού κράτους, προβάλλοντας αντίσταση στις μεγάλες δυνάμεις του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού.
Παρά τις κάποιες ενέργειες τρομοκρατικού χαρακτήρα από μερικές ομάδες, ενέργειες που εμείς οι Μαρξιστές-Λενινιστές δεν υποστηρίζουμε, ο αγώνας του παλαιστινιακού λαού, γενικά, είναι ένας απελευθερωτικός αγώνας και πρέπει να βοηθηθεί.
Τα καθήκοντα που προκύπτουν για εμάς τους Μαρξιστές-Λενινιστές σ’ αυτές τις περιστάσεις είναι σίγουρα πολύ μεγάλα και πολύ δύσκολα, γιατί οι εχθροί μας είναι πολυάριθμοι, καλά οργανωμένοι και πολύ ισχυροί. Αυτά τα καθήκοντα γίνονται ακόμα μεγαλύτερα και περισσότερο δύσκολα για τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα που δρουν στις καπιταλιστικές χώρες. Αλλά, η βαθιά και σωστή κατανόηση του Μαρξισμού-Λενινισμού, αυτού του αλάνθαστου οδηγού που μας καθοδηγεί και μας κατευθύνει σε κάθε βήμα της ζωής και της ιδεολογικής γραμμής, όπως επίσης και στον οργανωτικό τομέα, ο αποτελεσματικός συνδυασμός της νόμιμης και παράνομης δραστηριότητας, η επιλογή αξιόπιστων συμμάχων και συμμαχιών, κλπ, θα κάνουν τον αγώνα μας και την υπερνίκηση των δυσκολιών ευκολότερη και θα μας οδηγήσουν στη νίκη ενάντια στους αστούς-ρεβιζιονιστές εχθρούς.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Διατλαντικές Σχέσεις: Μια Σύνθετη και Κρίσιμη Δυναμική το 2025

Ανησυχία της Ελλάδας για τις εκλογές στην Αλβανία

Αιγαίο Πέλαγος