Ελληνική Επανάσταση του 1821
Πήδηση στην πλοήγηση
Πήδηση στην αναζήτηση
Η Ελληνική Επανάσταση ή Επανάσταση του 1821 ήταν η ένοπλη εξέγερση την οποία διεξήγαγαν επαναστατημένοι Έλληνες εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με σκοπό την αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας και τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους.
Η αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων, ή κατ' άλλους η ανάδυση του ελληνικού εθνισμού εντοπίζεται κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, περί τον 13ο έως 15ο αιώνα,[7][8][9][10] αλλά οι απαρχές του ελληνικού εθνικού κινήματος που οδήγησε στην Επανάσταση εμφανίζονται πολλούς αιώνες αργότερα, στην ώριμη φάση του νεοελληνικού Διαφωτισμού το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.[11] Την περίοδο αυτή, η διάδοση της παιδείας συνοδεύτηκε με τη διάδοση -αρχικά μεταξύ των Ελλήνων που ζούσαν στις παροικίες της Δυτικής Ευρώπης και είχαν φιλοδυτικό προσανατολισμό[12]- της ιδέας της ύπαρξης ενός ελληνικού έθνους που συνδεόταν με την αρχαία Ελλάδα και δικαιούταν χωριστή πολιτική ύπαρξη. Μία από τις οργανώσεις που δημιουργήθηκαν μέσα σε αυτό το ιδεολογικό και πολιτικό κλίμα ήταν η Φιλική Εταιρεία, μια μυστική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό από τρεις Έλληνες εμπόρους με σκοπό την προετοιμασία μιας ελληνικής επανάστασης. Οι Φιλικοί είχαν αρχικά περιορισμένη επιτυχία, οικειοποιούμενοι, όμως, μια παράδοση ορθόδοξων προφητειών για την ανασύσταση της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και αφήνοντας να εννοηθεί ότι είχαν τη στήριξη της τσαρικής Ρωσίας, κατάφεραν εν μέσω μιας κρίσης της εμπορικής ναυτιλίας, από το 1815 και εξής, να προσεταιριστούν τα παραδοσιακά ελληνορθόδοξα στρώματα.[13]
Τον Φεβρουάριο του 1821 ο αρχηγός της Εταιρείας, Αλέξανδρος Υψηλάντης, εισέβαλε στη Μολδοβλαχία, ενώ τον επόμενο μήνα οι Φιλικοί δημιούργησαν επαναστατικές εστίες από τη Μακεδονία ως την Κρήτη. Οι επαναστάτες αφορίστηκαν από τη σύνοδο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, αλλά οι οθωμανικές αρχές προχώρησαν σε σφαγές αμάχων και εκτελέσεις προυχόντων, συμπεριλαμβανομένου του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε'. Η εκστρατεία του Υψηλάντη απέτυχε και σε σύντομο χρονικό διάστημα τα οθωμανικά στρατεύματα έσβησαν τις περισσότερες από τις επαναστατικές εστίες της ηπειρωτικής Ελλάδας, όμως οι επαναστάτες κατάφεραν να υπερισχύσουν στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και σε πολλά νησιά του Αιγαίου.
Τα επόμενα δύο χρόνια οι Έλληνες νίκησαν τις στρατιές που έστειλε εναντίον τους ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄, οργανώθηκαν πολιτικά και συνέστησαν προσωρινή κεντρική διοίκηση, η οποία επέβαλε την εξουσία της στους επαναστατημένους μετά από δύο εμφυλίους πολέμους. Οι οθωμανικές δυνάμεις με τη συνδρομή του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά την επανάσταση, αλλά η πτώση του Μεσολογγίου, το 1826, σε συνδυασμό με το κίνημα του Φιλελληνισμού, συνέβαλαν στη μεταβολή της διπλωματικής στάσης των ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων, που είχαν αντιμετωπίσει με δυσαρέσκεια το ξέσπασμα της επανάστασης. Η διπλωματική ανάμιξη της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας και η ένοπλη παρέμβασή τους με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, τη γαλλική εκστρατεία του Μοριά και το ρωσοτουρκικό πόλεμο συνέβαλαν στην επιτυχή έκβαση του αγώνα των Ελλήνων, αναγκάζοντας την Πύλη να αποσύρει τις δυνάμεις της αρχικά από την Πελοπόννησο και έπειτα από τη Στερεά Ελλάδα.
Το 1827 επιλέχτηκε ως πρώτος Κυβερνήτης της Ελληνικής Πολιτείας ο Ιωάννης Καποδίστριας, που ως τη δολοφονία του το 1831 ασχολήθηκε με την αναδιοργάνωση στο εσωτερικό και την προώθηση των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό. Από το 1827 και εξής συνομολογήθηκε μια σειρά συνθηκών και τελικά η ελληνική ανεξαρτησία αναγνωρίστηκε το 1830 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου. Τα σύνορα του νέου κράτους οριστικοποιήθηκαν το 1832 στη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού και αναγνωρίστηκαν τον ίδιο χρόνο με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης.[14] Μετά από χίλιες μάχες[15] και μεγάλες ανθρώπινες απώλειες, το κράτος που προέκυψε ήταν περιορισμένο εδαφικά δίχως να περιλαμβάνει όλα τα εδάφη που κατοικούνταν από ελληνικούς πληθυσμούς. Ως πολίτευμα καθορίστηκε η μοναρχία, και μετά την άρνηση τού Σάξονα πρίγκιπα του Οίκου της Σαξονίας-Κόμπουρκ Λεοπόλδου, βασιλιάς διορίστηκε ο Βαυαρός πρίγκηπας Όθωνας, που έφτασε στην Ελλάδα το 1833. Το σύνθημα της επανάστασης, «Ελευθερία ή θάνατος», έγινε το εθνικό σύνθημα της Ελλάδας και από το 1838 η 25η Μαρτίου, επέτειος εορτασμού της έναρξής της επανάστασης, καθιερώθηκε ως ημέρα εθνικής εορτής και αργίας.
| Ελληνική Επανάσταση | |||
|---|---|---|---|
|
Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης'. Θεόδωρος Βρυζάκης, 1865.[1] Απεικόνιση του θρύλου της Αγίας Λαύρας.[2][3][4] | |||
| Χρονολογία | 21 Φεβρουαρίου 1821 – 22 Ιανουαρίου 1830[3] | ||
| Τόπος | Στον ελλαδικό χώρο και στη Μολδοβλαχία | ||
| Έκβαση | Δημιουργία του ελληνικού κράτους | ||
| Αντιμαχόμενοι | |||
| |||
| Ηγετικά πρόσωπα | |||
| Ιστορία της Ελλάδας |
|---|
Η αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων, ή κατ' άλλους η ανάδυση του ελληνικού εθνισμού εντοπίζεται κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, περί τον 13ο έως 15ο αιώνα,[7][8][9][10] αλλά οι απαρχές του ελληνικού εθνικού κινήματος που οδήγησε στην Επανάσταση εμφανίζονται πολλούς αιώνες αργότερα, στην ώριμη φάση του νεοελληνικού Διαφωτισμού το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.[11] Την περίοδο αυτή, η διάδοση της παιδείας συνοδεύτηκε με τη διάδοση -αρχικά μεταξύ των Ελλήνων που ζούσαν στις παροικίες της Δυτικής Ευρώπης και είχαν φιλοδυτικό προσανατολισμό[12]- της ιδέας της ύπαρξης ενός ελληνικού έθνους που συνδεόταν με την αρχαία Ελλάδα και δικαιούταν χωριστή πολιτική ύπαρξη. Μία από τις οργανώσεις που δημιουργήθηκαν μέσα σε αυτό το ιδεολογικό και πολιτικό κλίμα ήταν η Φιλική Εταιρεία, μια μυστική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό από τρεις Έλληνες εμπόρους με σκοπό την προετοιμασία μιας ελληνικής επανάστασης. Οι Φιλικοί είχαν αρχικά περιορισμένη επιτυχία, οικειοποιούμενοι, όμως, μια παράδοση ορθόδοξων προφητειών για την ανασύσταση της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και αφήνοντας να εννοηθεί ότι είχαν τη στήριξη της τσαρικής Ρωσίας, κατάφεραν εν μέσω μιας κρίσης της εμπορικής ναυτιλίας, από το 1815 και εξής, να προσεταιριστούν τα παραδοσιακά ελληνορθόδοξα στρώματα.[13]
Τον Φεβρουάριο του 1821 ο αρχηγός της Εταιρείας, Αλέξανδρος Υψηλάντης, εισέβαλε στη Μολδοβλαχία, ενώ τον επόμενο μήνα οι Φιλικοί δημιούργησαν επαναστατικές εστίες από τη Μακεδονία ως την Κρήτη. Οι επαναστάτες αφορίστηκαν από τη σύνοδο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, αλλά οι οθωμανικές αρχές προχώρησαν σε σφαγές αμάχων και εκτελέσεις προυχόντων, συμπεριλαμβανομένου του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε'. Η εκστρατεία του Υψηλάντη απέτυχε και σε σύντομο χρονικό διάστημα τα οθωμανικά στρατεύματα έσβησαν τις περισσότερες από τις επαναστατικές εστίες της ηπειρωτικής Ελλάδας, όμως οι επαναστάτες κατάφεραν να υπερισχύσουν στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και σε πολλά νησιά του Αιγαίου.
Τα επόμενα δύο χρόνια οι Έλληνες νίκησαν τις στρατιές που έστειλε εναντίον τους ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄, οργανώθηκαν πολιτικά και συνέστησαν προσωρινή κεντρική διοίκηση, η οποία επέβαλε την εξουσία της στους επαναστατημένους μετά από δύο εμφυλίους πολέμους. Οι οθωμανικές δυνάμεις με τη συνδρομή του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά την επανάσταση, αλλά η πτώση του Μεσολογγίου, το 1826, σε συνδυασμό με το κίνημα του Φιλελληνισμού, συνέβαλαν στη μεταβολή της διπλωματικής στάσης των ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων, που είχαν αντιμετωπίσει με δυσαρέσκεια το ξέσπασμα της επανάστασης. Η διπλωματική ανάμιξη της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας και η ένοπλη παρέμβασή τους με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, τη γαλλική εκστρατεία του Μοριά και το ρωσοτουρκικό πόλεμο συνέβαλαν στην επιτυχή έκβαση του αγώνα των Ελλήνων, αναγκάζοντας την Πύλη να αποσύρει τις δυνάμεις της αρχικά από την Πελοπόννησο και έπειτα από τη Στερεά Ελλάδα.
Το 1827 επιλέχτηκε ως πρώτος Κυβερνήτης της Ελληνικής Πολιτείας ο Ιωάννης Καποδίστριας, που ως τη δολοφονία του το 1831 ασχολήθηκε με την αναδιοργάνωση στο εσωτερικό και την προώθηση των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό. Από το 1827 και εξής συνομολογήθηκε μια σειρά συνθηκών και τελικά η ελληνική ανεξαρτησία αναγνωρίστηκε το 1830 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου. Τα σύνορα του νέου κράτους οριστικοποιήθηκαν το 1832 στη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού και αναγνωρίστηκαν τον ίδιο χρόνο με τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης.[14] Μετά από χίλιες μάχες[15] και μεγάλες ανθρώπινες απώλειες, το κράτος που προέκυψε ήταν περιορισμένο εδαφικά δίχως να περιλαμβάνει όλα τα εδάφη που κατοικούνταν από ελληνικούς πληθυσμούς. Ως πολίτευμα καθορίστηκε η μοναρχία, και μετά την άρνηση τού Σάξονα πρίγκιπα του Οίκου της Σαξονίας-Κόμπουρκ Λεοπόλδου, βασιλιάς διορίστηκε ο Βαυαρός πρίγκηπας Όθωνας, που έφτασε στην Ελλάδα το 1833. Το σύνθημα της επανάστασης, «Ελευθερία ή θάνατος», έγινε το εθνικό σύνθημα της Ελλάδας και από το 1838 η 25η Μαρτίου, επέτειος εορτασμού της έναρξής της επανάστασης, καθιερώθηκε ως ημέρα εθνικής εορτής και αργίας.
Πίνακας περιεχομένων
- 1 Το ελληνικό εθνικό κίνημα
- 2 Η έναρξη της Επανάστασης - 1821
- 3 Εδραίωση (1822-1824)
- 4 Κρίση (1824-1827)
- 5 Ανασύνταξη και ευρωπαϊκή επέμβαση (1827-1832)
- 6 Η συμμετοχή των γυναικών στην Ελληνική Επανάσταση
- 7 Αποτίμηση
- 8 Φιλελληνισμός
- 9 Δημόσια ιστορία
- 10 Ιστοριογραφία
- 11 Δείτε επίσης
- 12 Σημειώσεις
- 13 Παραπομπές
- 14 Βιβλιογραφία
- 15 Διαβάστε επίσης
- 16 Εξωτερικοί σύνδεσμοι
Το ελληνικό εθνικό κίνημα
| Ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις καὶ ὁ Ναπολέων ἔκαμε, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ἀνοίξῃ τὰ μάτια τοῦ κόσμου. Προτήτερα τὰ ἔθνη δὲν ἐγνωρήζοντο, τοὺς βασιλεῖς τοὺς ἐνόμιζαν ὡς θεοὺς τῆς γῆς, καὶ ὅτι καὶ ἄν ἔκαμναν, τὸ ἔλεγαν καλὰ καμωμένο. |
| Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα[16] |
Προσωποποίηση της Ελλάδας στο Σάλπισμα Πολεμιστήριον του Κοραή (1801).
Οι σύγχρονοι Έλληνες προβλήθηκαν, αρχικά από έναν περιορισμένο κύκλο διανοουμένων του Διαφωτισμού, ως απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων.[19] Σε αυτό συνέτεινε ο θαυμασμός των Δυτικών για την αρχαία Ελλάδα και η εμφάνιση τον καιρό εκείνο ανάμεσα σε λόγιους και περιηγητές της Δύσης του πολιτισμικού και λογοτεχνικού κινήματος του Φιλελληνισμού, οι κλασικιστές και ρομαντικοί εκπρόσωποι του οποίου προσδοκούσαν την αναγέννηση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού με την απελευθέρωση των συγχρόνων Ελλήνων.[20] Οι εκπρόσωποι του ελληνικού εθνικού κινήματος διαχώριζαν τους σύγχρονους Έλληνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από τους αλλόθρησκους και αλλόγλωσσους κυριάρχους τους, την εξουσία των οποίων κατήγγελαν ως αυθαίρετη και παράνομη, και ταυτίζονταν με τους ετερόδοξους Χριστιανούς της Ευρώπης.[21] Αυτή η ταύτιση συνάντησε τη σφοδρή αντίθεση της Εκκλησίας.[22] Η Εκκλησία μεριμνούσε για την προστασία της Ορθόδοξης κοινότητας από τις πολιτισμικές και ιδεολογικές αλλαγές που επέφερε ο Διαφωτισμός και την ενότητά της, που έθεταν σε κίνδυνο οι ριζοσπαστικές ιδέες περί αυτοδιάθεσης των λαών. Υπερασπιζόμενη οικουμενικά και θεοκρατικά ιδεώδη, είχε αντιταχθεί στην κοσμική και τοπικά περιορισμένη εθνική ιδεολογία και ακολουθούσε πολιτική νομιμοφροσύνης στην κοσμική εξουσία του Σουλτάνου, την οποία θεωρούσε μέρος του σχεδίου της θείας πρόνοιας για την προστασία των Ορθοδόξων από την αιρετική Δύση.[23]
Κατ' άλλη άποψη, η σύνδεση της Ελληνικής Επανάστασης με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό είναι μηχανιστική και λανθασμένη.[24] Τη σχέση της Γαλλικής με την Ελληνική Επανάσταση έχουν αμφισβητήσει ή υποβαθμίσει στο παρελθόν και άλλοι ιστορικοί ή μελετητές της Επανάστασης, όπως ο καθηγητής ιστορίας Νικόλαος Βλάχος (ο οποίος αμφισβητεί ότι η Γαλλική υπήρξε στην κυριολεξία "επανάσταση"[25]), οι Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Διονύσιος Κόκκινος, Ε. Πρωτοψάλτης, Κωνστ. Δεσποτόπουλος, Παναγιώτης Βοκοτόπουλος, Μενέλαος Τουρτόγλου, Σπ. Μελάς κ.ά.[26] Η συμπάθεια των Ελλήνων λογίων προς τη Γαλλική Επανάσταση δεν επιβεβαιώνεται από τις εκδόσεις της «Εφημερίδας» στη Βιέννη μέχρι το 1797. Αντίθετα, οι Έλληνες είχαν μείνει εχθρικοί προς τη Γαλλία λόγω της φιλοτουρκικής πολιτικής της, ακόμα και μετά την επανάσταση του 1789. [27] Από τους Έλληνες λογίους μόνο ο Ρήγας θα επιχειρήσει να συνδυάσει τον «φωτισμό του γένους» με την επανάσταση, συγκροτώντας μια «επανασταστική πρωτοπορία» από διανοούμενους και εμπόρους. Η λοιπή ελληνική διανόηση περέμεινε διαχωρισμένη από το λαό και δεν κατόρθωσε σχεδόν ποτέ να μεταβληθεί σε «οργανική διανόηση» και ακόμα περισσότερο σε «επαναστατική διανόηση», είτε με τα πρότυπα της Γαλλικής Επανάστασης είτε με αυτά των επαναστάσεων του 20ου αιώνα.[28]
| Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ' όσες γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήτο ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος, ... |
| Θεόδωρος Κολοκοτρώνης[29] |
Η Φιλική Εταιρεία
Κρυπτογραφημένο έγγραφο με το έμβλημα της Φιλικής Εταιρείας και τα αρχικά "Η Ε[λευθερί]Α Η [θάνατ]ΟΣ".
Το 1814 τρεις ριζοσπάστες έμποροι μεσαίας οικονομικής εμβέλειας, ο Νικόλαος Σκουφάς, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ και ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ίδρυσαν στην Οδησσό της Ρωσίας τη Φιλική Εταιρεία, μια μυστική και παράνομη οργάνωση στα πρότυπα των μασονικών στοών[32], που είχε ως στόχο τη συγκέντρωση πόρων και τη δημιουργία δομών για την κήρυξη επανάστασης για την ίδρυση ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Σε αντίθεση με τις πολλές εξεγέρσεις που είχαν λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας στον κατακτημένο ελληνικό χώρο, οι οποίες συνδέονταν με πολιτικά σχέδια μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, η επανάσταση που σχεδίαζαν οι Φιλικοί επρόκειτο να είναι αυτοδύναμη επανάσταση των Ελλήνων.[33] Το εθνικοαπελευθερωτικό εγχείρημα είχε να αντιμετωπίσει το ότι η Εκκλησία και οι τοπικές ηγετικές ομάδες του ελληνικού κόσμου, οι Φαναριώτες, οι αρματολοί και οι προεστοί, ήταν ενταγμένες στο οθωμανικό σύστημα εξουσίας, ενώ οι μη εγγράμματες μάζες δε συμμερίζονταν τις εθνικές ιδέες των διανοούμενων της διασποράς.[34] Τα πρώτα δύο χρόνια από την ίδρυσή της το έργο της Εταιρείας ήταν στάσιμο και λίγα μόνο μέλη προστέθηκαν στην οργάνωση, όπως ο λόγιος Άνθιμος Γαζής, που έγινε μέλος της Αόρατης Αρχής, δεκαμελούς οργάνου που διηύθυνε την οργάνωση.[35]
Ελληνική μαρτιγάνα (1807).
Ο όρκος, ελαιογραφία του Δ. Τσόκου (1849).
Το Σεπτέμβριο του 1818 η ηγεσία της Εταιρείας αποφάσισε να προτείνει στον Ιωάννη Καποδίστρια, υπουργό εξωτερικών του τσάρου της Ρωσίας Αλέξανδρου, να αναλάβει την αρχηγία της οργάνωσης και στάλθηκε γι' αυτό το λόγο στην Πετρούπολη ο Ξάνθος. Μετά την άρνηση του Καποδίστρια τον Ιανουάριο του 1820, ο Ξάνθος στράφηκε στο Φαναριώτη πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη, ανώτατο αξιωματικό του Ρωσικού στρατού, που τον Απρίλιο του 1820 δέχτηκε την πρόταση των Φιλικών και με τη συνθηματική ονομασία «Καλός» ανέλαβε «Γενικός Έφορος» (ή «Επίτροπος») της Αρχής.[44] Μέλος της Φιλικής Εταιρείας υπήρξε και ο επιφανής γιατρός του Αλέξανδρου Υψηλάντη Πέτρος Ηπίτης, άτομο με σημαντικές διασυνδέσεις στο εξωτερικό που κλήθηκε να περιοδεύσει σε σημαντικές ευρωπαϊκές πόλεις, προκειμένου να καλλιεργήσει τη συμπάθεια της των λογίων και των φιλελεύθερων Ευρωπαίων υπέρ του ελληνικού Αγώνα. Παρά την επιφυλακτικότητα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, ο Ηπίτης κατόρθωσε να τυπωθούν ενημερωτικά φυλλάδια υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης και να συναντηθεί με εξέχοντα πρόσωπα, όπως τον Γάλλο πρωθυπουργό Ρισελιέ.[45]
Η προετοιμασία της επανάστασης
Ο Αλή πασάς. Λεπτομέρεια πίνακα του Λουί Ντυπρέ (1825).
Στις 24 Δεκεμβρίου 1820 εκστράτευσε από την Τριπολιτσά εναντίον του Αλή πασά στα Ιωάννινα, ο Χουρσίτ Μεχμέτ Πασάς του Μοριά και μειώθηκαν σημαντικά οι αξιόμαχες τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή. Στις 6 Ιανουαρίου πέρασε στο Μοριά από την Ζάκυνθο, ειδοποιημένος από τους Φιλικούς ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Παπαφλέσσας όργωσε τον Μοριά μιλώντας για την επανάσταση σε πόλεις και χωριά. Ο Κολοκοτρώνης έκανε συγκεντρώσεις καπεταναίων από όλη την Πελοπόννησο και τους ενημέρωσε να πάρουν τα όπλα μόλις δοθεί το σύνθημα. Άλλοι Φιλικοί προετοίμαζαν την επανάσταση στην τότε Ρούμελη (Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία και Μακεδονία).
Στις 26 Ιανουαρίου έγινε στη Βοστίτσα (Αίγιο) η Συνέλευση της Βοστίτσας, στην οποία συμμετείχαν επίσημοι αντιπρόσωποι των προεστών της Πάτρας και των Καλαβρύτων, τρεις ιεράρχες (δεσπότες) μεταξύ των οποίων ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, διάφοροι προεστοί, αρχιερείς και καπεταναίοι από όλη την Πελοπόννησο και ο Παπαφλέσσας. Ο Παπαφλέσσας και οι καπεταναίοι δήλωσαν έτοιμοι για εξέγερση, οι προεστοί ήταν διστακτικοί και ζήτησαν εγγυήσεις για την υποστήριξη της Ρωσίας, τελικά συμφώνησαν όλοι να περιμένουν την άφιξη του Υψηλάντη για να ξεκινήσει η εξέγερση.
Ενώ στην Πελοπόννησο περίμεναν τον ερχομό του Υψηλάντη, είχαν εμφανιστεί διαφωνίες μεταξύ των ηγετικών στελεχών της Επανάστασης για το πότε αυτή θα έπρεπε να ξεκινήσει. Ο Υψηλάντης ήταν της άποψης ότι πρέπει να κηρυχθεί η Επανάσταση την άνοιξη του 1821. Υπέρ της επίσπευσης της έναρξης ήταν και οι Πατζιμάδης και Αντ. Κομιζόπουλος οι οποίοι από τη Μόσχα έγραφαν στον Ξάνθο την 14 Δεκ. 1820 ότι "... καιρός να αρχίση η θεώρησις του μπιλάντζου (Επανάστασης) καθ' όλα τα φαινόμενα ...". Ομοίως οι Γ. Ολύμπιος και Ι. Φαρμάκης με επιστολές τους της 9 Ιαν. 1821 από το Βουκουρέστι προς τον Υψηλάντη τόνιζαν την ανάγκη της γρήγορης έναρξης. Ο Δικαίος επίσης τόνιζε ότι "... ο καιρός δεν περιμένει την εδικήν σου και την εδικήν μου αργοπορίαν...". Αντίθετα, οι Αθ. Τσακάλωφ, Παν. Αναγνωστόπουλος, ο επίσκοπος Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος και ο Αλ. Μαυροκορδάτος που βρίσκονταν στην Πίζα ήταν της άποψης ότι οι προπαρασκευές δεν ήταν επαρκείς και δεν μπορούσε να αρχίσει σύντομα η Επανάσταση. Ο Αναγνωστόπουλος περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1821 πήγε στη Ρουμανία όπου πρότεινε πεντάμηνη αναβολή της εξέγερσης. Όμως ο Υψηλάντης, επωφελούμενος της κατάστασης που δημιουργήθηκε στα μέσα Φεβρουαρίου από τον θάνατο του ηγεμόνα Αλέξανδρου Ν. Σούτσου, άρχισε τις προκαταρκτικές επαναστατικές ενέργειες. Εν τω μεταξύ έφτασαν οι πληροφορίες για την προδοσία του μυστικού από τον φιλικό Ασημάκη Θεοδώρου και δημιουργήθηκαν φόβοι ότι θα ακολουθούσαν βαριά αντίποινα των Τούρκων κατά των Ελλήνων. Ταυτόχρονα, το μυστικό διέρρευσε και στο Ιάσιο όπου ακόμα και μικρά παιδιά το εγνώριζαν. Έτσι αποφασίστηκε η κήρυξη της Επανάστασης χωρίς αναβολή. Ο ιστορικός Αλ. Ι. Δεσποτόπουλος θεωρεί ότι η τελική απόφαση για την Επανάσταση ελήφθη στο Κισνόβιο, πρωτεύουσα της Βεσσαραβίας, την 16 Φεβρουαρίου 1821, όπως προκύπτει από συγκαλυμμένο μήνυμα που στάλθηκε στον Ξάνθο την ίδια ημέρα.[50] Το Φεβρουάριο του 1821, όμως, φόβοι ότι οι οθωμανικές αρχές είχαν έλθει σε γνώση των επαναστατικών σχεδίων, υποχρέωσαν τον Υψηλάντη να μη μεταβεί στη Μάνη, αλλά να αλλάξει το αρχικό σχέδιο και να ξεκινήσει ο ίδιος την επανάσταση στη Μολδοβλαχία.[51]
Η έναρξη της Επανάστασης - 1821
Η επανάσταση στη Μολδοβλαχία
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διέρχεται τον Προύθο. Έργο του Πέτερ φον Ες.
Στα πριγκιπάτα η επανάσταση εξαπλώθηκε με επιτυχία. Οι Ρουμάνοι σύμμαχοι ήταν συσπειρωμένοι γύρω από τον εθνικό τους ηγέτη, συνεργάτη των Φιλικών Τούντορ (Θεόδωρος) Βλαντιμιρέσκου, που είχε κηρύξει επανάσταση ένα μήνα πριν ο Υψηλάντης περάσει τον Προύθο. Στις 21 Μαρτίου ο Βλαντιμιρέσκου με 6.000 πεζούς και 2.500 ιππείς κατέλαβε το Βουκουρέστι μέσα σ' ένα κλίμα γενικού ενθουσιασμού του πληθυσμού και ακολούθησε ο Υψηλάντης που μπήκε στην πόλη με τον στρατό του στις 27 Μαρτίου. Όλα έδειχναν ότι τα δύο κινήματα, θα συνεργάζονταν για την επιτυχία της εξέγερσης όμως για ποικίλους λόγους αυτό δεν έγινε[εκκρεμεί παραπομπή].
Επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου Ε´ στην οποία αποκηρύσσεται η επανάσταση και αφορίζεται ο Αλέξανδρος Υψηλάντης
Στα πριγκιπάτα η επανάσταση δεν είχε καλή εξέλιξη. Πρώτα ήρθε η διάσπαση των επαναστατών και η σύλληψη και εκτέλεση του Βλαντιμιρέσκου από τους Έλληνες, την νύχτα της 27 Μαΐου με τη βοήθεια των αξιωματικών του, Πρόβαν και Δημήτριο Μακεντόνσκι.[54] Οι Οθωμανοί εισήλθαν με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στο Βουκουρέστι και ο Υψηλάντης, σε απελπιστική θέση υποχωρεί αμαχητί προς τα Καρπάθια. Στις 7 Ιουνίου δόθηκε από τους μαχητές του Ιερού Λόχου , η πολυαίμακτη μάχη στο Δραγατσάνι, όπου έπεσαν νεκροί διακόσιοι νέοι σπουδαστές και σαράντα πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τους Οθωμανούς. Ο Υψηλάντης υποχωρώντας έφτασε στα αυστριακά σύνορα, παραδόθηκε ύστερα από διαβεβαιώσεις ότι δε θα συλληφθεί αλλά θα του επιτραπεί να αποχωρήσει για την Ελλάδα, όμως τελικά φυλακίστηκε από τους αυστριακούς στο φρούριο του Μούνκατς. Λίγο μετά την αποφυλάκισή του επτά χρόνια αργότερα, πέθανε από καρδιά.
Στη Μολδαβία τα τμήματα του Γεωργάκη Ολύμπιου, του Φαρμάκη και του Καρπενησιώτη συνέχισαν τον άνισο αγώνα με τις οθωμανικές δυνάμεις. Ο Καρπενησιώτης συγκρούεται με τους Οθωμανούς στο Γαλάτσι και τον Προύθο με σοβαρές απώλειες. Ο Γεωργάκης Ολύμπιος, μετά από πολλές συγκρούσεις, καταφεύγει με έντεκα μαχητές στη Μονή Σέκου, αντιστέκεται ηρωικά και στις 23 Οκτωβρίου βάζουν φωτιά στη μπαρουταποθήκη του μοναστηριού και τινάζονται στον αέρα μαζί με τους εχθρούς. Ο Φαρμάκης προδόθηκε στους Οθωμανούς από Άγγλους και Αυστριακούς και θανατώθηκε με φρικτά βασανιστήρια. Στις αρχές του 1822 το κίνημα στα ρουμανικά πριγκιπάτα είχε κατασταλεί εντελώς. Η απασχόληση στα πριγκιπάτα σοβαρών στρατιωτικών οθωμανικών δυνάμεων βοήθησε να ανάψει και να διατηρηθεί η επαναστατική φλόγα στην Ελλάδα.
Το ξέσπασμα της επανάστασης στην Πελοπόννησο
| Αυτό το λήμμα τεκμηριώνεται κυρίως με πρωτογενείς πηγές. Παρακαλούμε βελτιώστε το προσθέτοντας δευτερογενείς ή τριτογενείς πηγές. |
Ο Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας.
Την 20η Μαρτίου 1821 στον Ι.Ν.Αγίου Γεωργίου στο Παλούμπα στη γενέτειρα του Δημητρίου Πλαπούτα, κηρύχτηκε επίσημα η Επανάσταση στη Γορτυνία υπό των Δημητρίου Πλαπούτα και Θ.Κολοκοτρώνη, όπως μαρτυρείται εκτός άλλων στο έργο του Τ.Κανδηλώρου "Η ΓΟΡΤΥΝΙΑ" 1898 [61].
Η Πύλη θεωρούσε πρωταρχικό θέμα την αντιμετώπιση της ανταρσίας του Αλή πασά, αλλά ανησυχούσε σοβαρά από τις φήμες και τις καταγγελίες των Άγγλων για εξέγερση στο Μοριά. Λίγο μετά την εξέγερση στις ρουμανικές ηγεμονίες, αλλά όχι εξαιτίας της, οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς κάλεσαν τους προεστούς του Μοριά με πρόσχημα την συνηθισμένη κοινή ετήσια σύσκεψη, με στόχο όμως να τους κρατήσουν ομήρους. Οι περισσότεροι προεστοί ήταν διστακτικοί και δεν πήγαν. Ὀσοι πήγαν εκτελέστηκαν αργότερα, άλλοι με το ξέσπασμα της επανάστασης, άλλοι λίγες μέρες πριν την Άλωση της Τριπολιτσάς και άλλοι πέθαναν από τις κακουχίες στις φυλακές.
Στα μέσα Μαρτίου 1821 ο Παπαφλέσσας είχε ολοκληρώσει τον κύκλο των περιοδειών του στην Πελοπόννησο και βρισκόταν μαζί με τον Αναγνωσταρά στη Μεσσηνία, περιοχή για την οποία είχε ταχθεί υπεύθυνος από την Φιλική Εταιρεία. Ο Κολοκοτρώνης ήταν επίσης στο χώρο ευθύνης του, τη Μάνη. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν κρυμμένος στην Πάτρα, έτοιμος να αναλάβει δράση. Άλλοι Φιλικοί ήταν σε διάφορους χώρους ευθύνης ο καθένας. Παρά τις αμφιβολίες των προεστών, το κλίμα στην Πελοπόννησο ήταν έντονα επαναστατικό και ένας σπινθήρας έλειπε για την μεγάλη έκρηξη.
Το 1820 είχε οριστεί ως ημέρα έναρξης της επανάστασης από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη η 25η Μαρτίου.[73][74][75] Είχε μάλιστα επιλεγεί ακριβώς επειδή είναι η ημέρα του Ευαγγελισμού.[76] Παρ' ότι για διάφορους λόγους η επανάσταση είχε ήδη αρχίσει στη Μολδοβλαχία και ξέσπασε νωρίτερα σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου, σε ορισμένες περιοχές άρχισε ακριβώς την προκαθορισμένη ημερομηνία με τις πολιορκίες των κάστρων, με εξέγερση ή τελετουργικά.[77][78] [79] [80] Την έναρξη της εκστρατείας από την Καλαμάτα προς την Τριπολιτσά την 25 Μαρτίου αναφέρει ο Νικηταράς στην πολύ περιληπτική διήγησή του.[81] και ο Φραντζής με περισσότερες λεπτομέρειες.[82]
Στην Πελοπόννησο ορισμένοι προεστοί και αρχηγοί μεγάλων οικογενειών πρότειναν να μετατεθεί η κήρυξη της Επανάστασης για μετά το Πάσχα (10 Απριλίου 1821) διότι έβλεπαν ότι ήταν ανέτοιμοι ενώ ταυτόχρονα οι Τούρκοι κρατούσαν δικούς τους ανθρώπους ομήρους στην Τριπολιτσά. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης έγραψε στους ευρισκόμενους στην Αγία Λαύρα "να μήν κάμουν κίνημα διότι απόλλυνται οι εισελθόντες εις Τριπολιτσάν. Και ούτος δε και άλλοι από τους συγγενείς και οικειους των δεν ήθελον να γενή επανάστασις, διότι εφοβούντο μη σφάξωσι οι Τούρκοι και εκείνους και όλους τους εκεί ευρισκομένους Χριστιανούς".[83] Ο Φραντζής προσθέτει ότι λόγος αναβολής ήταν και η παντελής έλλειψη πολεμοφοδίων.[84] Ο Δεληγιάννης αναφέρει ότι εν όψει αυτής της κατάστασης "οι συναχθέντες εις την Αγίαν Λαύραν, βλέποντες το μέγεθος του κινδύνου και των εκτάκτων εκείνων περιστατικών ... απεφάσισαν να διαλυθούν και να απέλθουν", ελπίζοντας ότι το Πάσχα οι Τούρκοι θα απελευθέρωναν τους ομήρους.[85]
Ενώ κάποιοι πρόκριτοι δίσταζαν αρχικά να εξεγερθούν, σε περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς διάφορες ένοπλες ομάδες, ενίοτε με τις οδηγίες άλλων προκρίτων, πραγματοποίησαν επιθέσεις εναντίον των Οθωμανών, συνήθως με ενέδρες. Κατά ορισμένες απόψεις αυτό έγινε για να εκβιάσουν την έναρξη της επανάστασης.[43] Κατ' άλλους αυτές ήταν κοινές ληστρικές ενέργειες επειδή κάποιοι ανέμεναν ότι σε λίγο θα γινόταν πόλεμος και δεν θα υπήρχε εξουσία να τους τιμωρήσει, και δεν θεωρούνται κήρυξη επανάστασης. Ο Τρικούπης χαρακτηρίζει αυτά τα περιστατικά "μη επαναστατικά" και ο Οικονόμου "μεμονωμένα και άσχετα". Ως τέτοια τα αντελήφθησαν και οι Τούρκοι.[86]
Επιθέσεις εναντίον Τούρκων έγιναν το δεκαήμερο μεταξύ 14-25 Μαρτίου σε διαφορετικά σημεία στο Μωριά. Πρώτος ο Νικόλαος Χριστοδούλου ή Σολιώτης, αγνοώντας τις ατέρμονες συνελεύσεις των προεστών στην Αγία Λαύρα, μαζί με τον Αναγνώστη Κορδή και άλλους κλέφτες, στις 14 Μαρτίου 1821 έστησαν ενέδρα και χτύπησαν στην τοποθεσία «Πόρτες» κοντά στο χωριό Αγρίδι τρεις "γυφτοχαρατσήδες" (εισπράκτορες του χαρατσιού) και τρεις ταχυδρόμους που μετέφεραν επιστολές του Καϊμακάμη της Τριπολιτσάς Μεχμέτ Σαλίχ στον Χουρσίτ πασά στα Ιωάννινα, κατόπιν παροτρύνσεως του Σωτήρη Χαραλάμπη. Στις 16 Μαρτίου 1821, με τις οδηγίες του Ασημάκη Ζαΐμη, προεστού των Καλαβρύτων, του Ασημάκη Φωτήλα και του επισκόπου Καλαβρύτων Προκοπίου[87], δύο κλέφτες τους οποίος ο πρώτος είχε κατηχήσει στην υπόθεση της Επανάστασης, ο Γιάννης Χοντρογιάννης και ο Πετιώτης, επιτέθηκαν στην τοποθεσία «Χελωνοσπηλιά» της Λυκούριας εναντίον του φοροεισπράκτορα Λαλαίου Τουρκαλβανού Σεϊδή, που μετέφερε μαζί με τον καταγόμενο από τη Βυτίνα «σαράφη» (τραπεζίτη) Νικόλαο Ταμπακόπουλο, χρεόγραφα από την Κερπινή Καλαβρύτων στην Τριπολιτσά.[88] Από ορισμένους αυτό θεωρείται τυπική περίπτωση ληστείας. Μετά την Επανάσταση οι Χονδρογιανναίοι που έκαναν την επίθεση καταδικάστηκαν για ληστεία. Ο Τρικούπης ισχυρίζεται ότι τα χρήματα της ληστείας προορίζονταν για τον Αγώνα, αλλά πιστεύεται ότι αν ίσχυε αυτό δεν θα καταδικάζονταν.[89] Ο Φραντζής πιστεύει ότι η επίθεση έγινε "διότι ο ανόητος ενθουσιασμός ήτον εξηπλωμένος και εκεί",[90] ενώ ο Σπηλιάδης αναφέρει ως εκδοχή ότι έγινε για να ωφεληθούν οι προεστοί οφειλέτες του Ταμπακόπουλου οι οποίοι είχαν πάρει δάνεια από αυτόν.[91]
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας σημειώθηκε επίθεση εναντίον ανθρώπων του Τούρκου διοικητή (Βοεβόδα) των Καλαβρύτων Ιμπραήμ πασά Αρναούτογλου, που ανήσυχος εξαιτίας των γεγονότων που προηγήθηκαν ξεκίνησε με ολόκληρη τη φρουρά του για την Τριπολιτσά. Αυτά τα μεμονωμένα περιστατικά θα θεωρούνταν απλώς ληστρικές και όχι επαναστατικές ενέργειες αν δεν είχαν συνέχεια.[92]
Την ίδια άποψη εκφράζει και ο Απ. Δασκαλάκης που αναφέρει ότι τέτοιες ενέργειες ήταν συνηθισμένες κατά την τουρκοκρατία. [93] Ο Αρναούτογλου, όταν πληροφορήθηκε όσα συνέβησαν, έντρομος έσπευσε να κλειστεί μαζί με τους υπόλοιπους Τούρκους στους τρεις οχυρούς πύργους των Καλαβρύτων. Στις 21 Μαρτίου 1821, 650 ένοπλοι αγωνιστές με αρχηγούς τον Σωτήρη Χαραλάμπη, τον Α. Φωτήλα, τον Σωτήρη Θεοχαρόπουλο, τον Ιωάννη Παπαδόπουλο, τον Νικόλαο Σολιώτη και τους Πετιμεζαίους επιτέθηκαν εναντίον των Τούρκων που είχαν καταφύγει στους πύργους και τους ανάγκασαν να παραδοθούν.[94] Παρά το γεγονός ότι η παράδοση έγινε με τον όρο της ασφάλειας των Τούρκων, οι περισσότεροι άνδρες σφαγιάστηκαν, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά δόθηκαν ως σκλάβοι ή έγιναν υπηρέτες σε σπίτια Ελλήνων.[95] Αυτή ήταν η πρώτη πολεμική επιτυχία της επανάστασης. Παράλληλα, ξεσηκώθηκε η Πάτρα από τους Φιλικούς Παναγιώτη Καρατζά, Βαγγέλη Λειβαδά και Ν. Γερακάρη αναγκάζοντας τους Μουσουλμάνους να κλειστούν στο φρούριό της. Οι εξεγερμένοι Πατρινοί ζήτησαν βοήθεια από τους προκρίτους που από την Αγία Λαύρα είχαν καταφύγει σε «ασφαλή μέρη» και αυτοί προέβησαν σε στρατολόγηση και κατέβηκαν να συμβάλλουν στην πολιορκία.[96]
Στην έναρξη του αγώνα το σύνολο των ένοπλων δυνάμεων προερχόταν από τους κλέφτες και τους αρματολούς της προεπαναστατικής περιόδου· αυτοί θα αποτελούσαν το κυριότερο τμήμα των επαναστατικών δυνάμεων σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης.[97]
Το πρώτο επαναστατικό στρατόπεδο συγκροτήθηκε στη Βέρβαινα στις 25 Μαρτίου, από τον Αναγνώστη Κοντάκη με πολεμιστές από τον Άγιο Πέτρο, τα Δολιανά, καμπίσιους Τριπολιτσιώτες, και από τους επ. Βρεσθένης Θεοδώρητο και τον Π. Βαρβιτσιώτη.[98] Εκεί σταδιακά συγκεντρώθηκαν οπλαρχηγοί και πολεμιστές από διάφορα μέρη και εκεί οργανώθηκε και η πρώτη μονάδα εφοδιασμού ("φροντιστήριο" κατά τον Φωτάκο).
Στη Μάνη[5] η επανάσταση κινητοποιήθηκε από τους Κολοκοτρώνη, Παπαφλέσσα, Νικηταρά και Κεφάλα. Ο Κολοκοτρώνης έφτασε εκεί τις 6 Ιανουαρίου και ετοίμαζε τον ξεσηκωμό της Μάνης, πρώτης απ' όλες τις περιοχές της Πελοποννήσου ώστε να δώσει το παράδειγμα, για την 25 Μαρτίου. Φιλοξενήθηκε από τον πατρικό του φίλο Παναγιώτη Μούρτζινο και μέχρι στις 22 Μαρτίου φρόντιζε για κατάπαυση των αντιζηλιών που υπήρχαν ανάμεσα στις οικογένειες τοπικών προυχόντων. Μετά έστειλε ανθρώπους σε διάφορες επαρχίες της Πελοποννήσου με την ειδοποίηση "την ημέρα του Ευαγγελισμού να είναι έτοιμοι, και κάθε επαρχία να κινηθεί εναντίον των Τούρκων των τοπικών, και να τους πολιορκήσουν εις τα διάφορα φρούρια".[99][100][101]. Εξοπλίστηκαν 2.000 Μανιάτες και Μεσσήνιοι με πολεμοφόδια που είχαν σταλεί από τους Φιλικούς της Σμύρνης και είχαν φτάσει εκεί με καράβια. Αυτές οι κινήσεις προκαλούσαν τις υποψίες των Τούρκων κάνοντας τους Μανιάτες να κινηθούν ενωρίτερα. Στις 23 Μαρτίου απελευθερώθηκε η Καλαμάτα.[102] Στις 24 Μαρτίου μαζεύτηκαν στα περίχωρα της Καλαμάτας γύρω στους 5.000 Έλληνες για να πάρουν την ευλογία της Εκκλησίας και την ίδια μέρα ξεσηκώθηκε η Φωκίδα στη Ρούμελη.
| Ὁ κόσμος μᾶς ἔλεγε τρελλούς. Ἡμεῖς, ἂν δὲν εἴμεθα τρελλοί, δὲν ἐκάναμεν τὴν ἐπανάστασιν [...]. |
| Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα[103] |
Η μελέτη των πρώτων γεγονότων της Επανάστασης δείχνει ότι οι προεστοί είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Μαζί με τους παλιούς κλέφτες και τους οπλαρχηγούς των περιοχών τους έκαναν τις πρώτες επιθέσεις κατά των Τούρκων και έδωσαν το έναυσμα για την Επανάσταση.[105]
Εξάπλωση της επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα
Η Φιλική Εταιρεία είχε μικρή παρουσία στους αρματολούς της κεντρικής Ελλάδας.[106] Η θέση, ωστόσο, των αρματολών στα εδάφη που ήλεγχε ο Αλή Πασάς ήταν αβέβαιη μετά την αναμενόμενη ήττα του από τις δυνάμεις του Σουλτάνου. Μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης στην Πελοπόννησο, η διάδοση της επαναστατικής δραστηριότητας κινδύνευε να τους στερήσει την εξουσία στις περιοχές τους, αλλά και να τους εκθέσει στις Οθωμανικές αρχές. Έτσι, οι αρματολοί της Στερεάς ξεπέρασαν τις επιφυλάξεις τους και τέθηκαν οι ίδιοι επικεφαλής των επαναστατικών δυνάμεων στα αρματολίκια τους.[107]Στην Στερεά Ελλάδα κηρύχθηκε επίσημα η έναρξη της επανάστασης στις 27 Μαρτίου, στη Μονή Οσίου Λουκά κοντά στη Λιβαδειά, με παρόντες τους οπλαρχηγούς Αθανάσιο Διάκο και Βασίλη Μπούσγο και προκρίτους της περιοχής.
Στο συμβούλιο των οπλαρχηγών στη Μεσσηνία ο Κολοκοτρώνης πρότεινε σαν βασικό στόχο την Τρίπολη, που ήταν το στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου και μετά από τη διαφωνία του Μαυρομιχάλη, που είχε οριστεί αρχιστράτηγος, άρχισε πορεία στρατολόγησης στην Αρκαδία. Ανάλογες πορείες έκαναν άλλοι οπλαρχηγοί σε διάφορες περιοχές. Στις 29 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης είχε μαζέψει 6.000 άνδρες και προσπάθησε να πολιορκήσει την Καρύταινα, όμως στην πρώτη έξοδο των Τούρκων, το στράτευμα διαλύθηκε. Δεν απογοητεύτηκε και μεθοδικά εγκατέστησε φρουρές σε επίκαιρα σημεία γύρω από την Τρίπολη (Λεβίδι, Πιάνα, Χρυσοβίτσι, Βέρβαινα, Βαλτέτσι, Τρίκορφα), για να μπορούν να ελεγχθούν οι δρόμοι που οδηγούσαν προς τα εκεί.
"Η κατάληψη του κάστρου των Σαλώνων 1821", Louis Dupré (1825)
Οι Οθωμανοί περιορίστηκαν στα κάστρα όπου είχαν αρχίσει πολιορκίες. Τα σπουδαιότερα από αυτά τα κάστρα ήταν τα κάστρα στο Ρίο και στο Αντίρριο, της Πάτρας, του Ακροκορίνθου πάνω από την Κόρινθο, τα δύο κάστρα του Ναυπλίου, το Παλαμήδι και το Μπούρτζι, της Μονεμβασιάς, της Μεθώνης, της Κορώνης, το Νεόκαστρο και το Παλαιόκαστρο του Ναυαρίνου (Πύλος) και το κάστρο της Τριπολιτσάς. Στο κάστρο του Άργους που ήταν παραμελημένο δεν κλείστηκαν Οθωμανοί. Τα κάστρα ήταν επί το πλείστον κτισμένα παράλια σε δύσβατα σημεία και είχαν το πλεονέκτημα της δυνατότητας τροφοδοσίας από τον οθωμανικό στόλο, εκτός από το κάστρο της Τρίπολης. Μέχρι το τέλος Μαρτίου οι μουσουλμάνοι της Πελοποννήσου, εκτός από τους Λαλαίους Αλβανούς, είχαν απωθηθεί ή εγκαταλείψει τα πεδινά της Πελοποννήσου και είχαν περιοριστεί στα κάστρα, μερικά από τα οποία (αν άντεχαν στην πολιορκία) θεωρούνταν ικανά για ανάκτηση ολόκληρης της Πελοποννήσου. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν συγκεντρωθεί στην Τρίπολη.
Τα κάστρα πολιορκούσαν ομάδες ατάκτων υπό τη διοίκηση ντόπιων καπεταναίων, προεστών ή ιεραρχών που είχαν ξεσηκωθεί. Ο αριθμός των πολιορκητών δεν ήταν σταθερός αλλά αυξομειώνονταν ανάλογα με τις περιστάσεις. Η πιο οργανωμένη πολιορκία ήταν της Τρίπολης από τον Κολοκοτρώνη και το Νικηταρά, η οποία δεν ήταν ασφυκτική αλλά επιτελική με κατοχή και οχύρωση καίριων υψωμάτων γύρω από την πόλη, που έλεγχαν της προσβάσεις προς αυτή. Το οθωμανικό ιππικό όμως έλεγχε το οροπέδιο της πόλης, επιτρέποντας τον ανεφοδιασμό της με τα απαραίτητα.
Αρχές Απριλίου άρχισαν να κινούνται και τα νησιά. Παρόλο που η Φιλική Εταιρεία είχε διείσδυση σε αυτά παρατηρείται σχετική καθυστέρηση στον ξεσηκωμό, που οφείλεται σε τοπικές οργανωτικές αλλά και κοινωνικές ιδιαιτερότητες, και σε κάποια από αυτά λαϊκές εξεγέρσεις προηγούνται και επισπεύδουν την κήρυξη της επανάστασης. Στις 27 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε κίνημα στην Ύδρα από τον πλοίαρχο Αντώνη Οικονόμου, με σκοπό να πιέσει τους πρόκριτους του νησιού, να στηρίξουν την επανάσταση. Οι νοικοκυραίοι (πλοιοκτήτες) ήταν διστακτικοί και ο Οικονόμου ίδρυσε στις 31 Μαρτίου τη Διοίκηση, σε αντιδιαστολή με την υπάρχουσα Καγκελαρία. Υπό την πίεση του κινήματος του Οικονόμου, άλλα και λόγω της απόφασης των γειτονικών Σπετσών να συμμετάσχουν στην επανάσταση οι Υδραίοι πρόκριτοι άλλαξαν στάση και τάχτηκαν υπέρ της επανάστασης, η οποία κηρύχθηκε επισήμως στο νησί στις 15 Απριλίου.[111][112] Ήδη από τις 3 Απριλίου είχαν ξεσηκωθεί από ντόπιους φιλικούς οι Σπέτσες[113] και ακολούθησαν ο Πόρος, η Σαλαμίνα και η Αίγινα και στις 10 Απριλίου τα Ψαρά.[114] Την ίδια μέρα ο αρματολός Γιάννης Δυοβουνιώτης μπήκε στην Μπουδουνίτσα (Μενδενίτσα) της Ρούμελης. Στην Αττική ο Φιλικός Μελέτης Βασιλείου και άλλοι ντόπιοι μικροκαπετάνιοι αφού στρατολόγησαν αγρότες και χωρικούς για αρκετές μέρες, μπήκαν αιφνιδιαστικά στην Αθήνα στις 15 Απριλίου, περιορίζοντας τους ντόπιους μουσουλμάνους στο κάστρο της Ακρόπολης και την ίδια μέρα η Ύδρα κήρυξε επισήμως την επανάσταση. Στις 18 Απριλίου οι Ρουμελιώτες αρματολοί Διάκος, Δυοβουνιώτης και Πανουργιάς μπήκαν στο Πατρατζίκι (Υπάτη) και την ίδια μέρα ξεσηκώθηκε η Σάμος με τον καπετάν Κωνσταντή Λαχανά, να σηκώνει τη σημαία της επανάστασης στο Βαθύ. Από τις 8 Μαΐου ανέλαβε την ηγεσία της επανάστασης στο νησί ο Φιλικός Λυκούργος Λογοθέτης.[115][116][117]
Ιδέες και ταυτότητα
Ενώ οι λόγιοι πρωτεργάτες του εθνικού κινήματος των Ελλήνων εμπνέονταν από την αρχαία Ελλάδα και χρησιμοποιούσαν μία αρχαΐζουσα μορφή της ελληνικής, την καθαρεύουσα, oι ίδιοι οι εξεγερμένοι ήταν ομιλητές της δημοτικής. O E. Hobsbawm ισχυρίζεται πως η αναδρομή στην αρχαιότητα δεν έπαιξε κανένα ρόλο στους απλούς αγωνιστές και ότι αυτοί πολεμούσαν περισσότερο για τη Ρώμη παρά για την Ελλάδα.[118] Κατά τον Παύλο Τζερμιά ο Hobsbawm έχει άγνοια των πηγών, υποβαθμίζει την ιστορική συνέχεια της ελληνικής γλώσσας και παρερμηνεύει την έννοια της Ρωμιοσύνης. Κατά τον ίδιο, η Επανάσταση ήταν ένα πολύπλοκο φαινόμενο όπου συνυπάρχουν τόσο το εθνικό όσο και το κοινωνικο-οικονομικό στοιχείο και δεν μπορεί να αναλυθεί με μονοδιάστατα σχήματα όπως του B. Anderson (φαντασιακή κοινότητα) ή του Hobsbawm.[119]Για τους πολεμιστές η επανάσταση είχε έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα: τα γεγονότα της επανάστασης αποδίδονταν στο Θεό, την κήρυξη της και τη διεξαγωγή των πολεμικών συγκρούσεων πλαισίωναν θρησκευτικές ακολουθίες και τελετουργίες (δοξολογίες, λειτουργίες, ορκωμοσίες και αγιασμοί) και τα επαναστατικά λάβαρα έφεραν θρησκευτικά σύμβολα, κυρίως το σταυρό.[120] Επικρατέστερος ως τότε όρος αυτοπροσδιορισμού ήταν το «Ρωμιοί» ή «Ρωμαίοι», ενώ περιορισμένη διάδοση είχε γνωρίσει τα χρόνια εκείνα ο προβαλλόμενος από δυτικού προσανατολισμού λογίους, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, όρος «Γραικοί»,[121] αλλά μέσα στους πρώτους μήνες της Επανάστασης γενικεύτηκε ακόμη και ανάμεσα στους μη εγγράμματους η χρήση της ονομασίας «Έλληνες» αποκλειστικά για τους επαναστατημένους.[122] Η ονομασία αυτή υποδήλωνε ανδρεία και μεγαλείο και εμψύχωνε τους πολεμιστές, καθώς τους ταύτιζε με τους Έλληνες της λαϊκής φαντασίας, θρυλικά όντα του απώτατου παρελθόντος με γιγαντιαίες διαστάσεις και υπερφυσική δύναμη.[123]
Από την αρχή της Επανάστασης έγινε αντιληπτό ότι πρόκειται για μια Ελληνο-Οθωμανική σύγκρουση με θρησκευτικό και εθνικό χαρακτήρα καθώς η κάθε πλευρά προέβαινε σε ακρότητες και αντίποινα. Κατά τον ιστορικό L. Stavrianos oι σφαγές ήταν απαραίτητο συνοδευτικό ενός αγώνα που ταυτόχρονα έφερνε αντιμέτωπους Έλληνες υπηκόους εναντίον Τούρκων αφεντάδων, Έλληνες χωρικούς εναντίον Τούρκων γεωκτημόνων και Έλληνες χριστιανούς εναντίον Τούρκων μουσουλμάνων. Οι αμοιβαίες επιθέσεις των πρώτων μηνών όχι μόνο ενέτειναν την θρησκευτική έχθρα αλλά έκαναν την επανάσταση έναν αγώνα για ιερή αντεκδίκηση, έναν αγώνα όπου η εθνική ταυτότητα βάθαινε τη θρησκευτική διαφορά.[124]
Αντίδραση των Οθωμανικών αρχών
«Ο Πατριάρχης Γρηγορίος Ε΄ συρόμενος στην αγχόνη», Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Νικηφόρου Λύτρα
Αντίποινα κατά αμάχων
Η είδηση για την Επανάσταση στη Βλαχία είχε φτάσει στην Κων/πολη την 1 Μαρτίου και τότε είχαν αρχίσει τα πρώτα αντίποινα κατά των Ελλήνων. Η είδηση για την Πελοπόννησο έφτασε στον Βρετανό διπλωμάτη Λόρδο Strangford στην Κωνσταντινούπολη το απόγευμα της 2ας Απριλίου, σταλμένη από τον Βρετανό πρόξενο στην Πάτρα. Αυτός με τη σειρά του ενημέρωσε την Πύλη. Τότε ο Μέγας Βεζίρης κάλεσε επειγόντως τον Πατριάρχη και τον Δραγουμάνο Κ. Μουρούζη, κατηγορώντας τους ότι γνώριζαν για την εξέγερση και συνεργάζονταν με τον Π. Μαυρομιχάλη. Ο Σουλτάνος ζήτησε "φετφά" από τον Σεΐχ-ουλ-Ισλάμ ανακοινώνοντας Ιερό Πόλεμο εναντίον των Ελλήνων απίστων. Αυτός αρνήθηκε την έκδοση φετφά, λόγος για τον οποίο εκτελέστηκε και αντικαταστάθηκε από περισσότερο συνεργάσιμο ιερωμένο. Ο Πατριάρχης αφού συνάντησε το Σουλτάνο κάλεσε τους ηγέτες και άλλους λαϊκούς εκ των Ελλήνων για να συζητήσουν για την κατάσταση. Ο Σουλτάνος Μαχμούντ είχε απαιτήσει τον αφορισμό όσων είχαν ξεσηκωθεί και είχαν σκοτώσει αθώους Τούρκους. Ο Πατριάρχης προέτρεψε τους Έλληνες να φύγουν από την Πόλη, λέγοντας ότι ο ίδιος θα παραμείνει: "Πιστεύω ότι το τέλος μου πλησιάζει αλλά πρέπει να παραμείνω στη θέση μου για να πεθάνω. Αν μείνω, οι Τούρκοι δεν θα βρουν πρόσχημα για να σφαγιάσουν τους Χριστιανούς της πρωτεύουσας". Η επιστολή αφορισμού εμφανίστηκε την Κυριακή των Βαΐων 4 Απριλίου σε όλες τις εκκλησίες της Πόλης, υπογεγραμμένη από τον Πατριάρχη, τον Πολύκαρπο Ιεροσολύμων και 21 άλλους επισκόπους. Αυτό όμως δεν έπεισε τον Σουλτάνο για την νομιμοφροσύνη των Ελλήνων ηγετών. Την ίδια Κυριακή διέταξε την εκτέλεση του Κων. Μουρούζη. Ανήμερα το Πάσχα (10 Απριλίου 1821), μετά τη θεία λειτουργία, καθαιρέθηκε και απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε' (πάνω από 70 ετών τότε) και άλλοι επίσκοποι. Το σώμα του Πατριάρχη, αφού έμεινε κρεμασμένο για τρεις μέρες, περιφέρθηκε στην πόλη από τον όχλο, μεταφέρθηκε με ακάτιο και ρίχτηκε στην μέση του Κεράτιου κόλπου[6]. Η εκτέλεση του Πατριάρχη έδωσε το έναυσμα για διωγμούς κατά των Χριστιανών κατά τις επόμενες εβδομάδες. Μουσουλμανικός όχλος περιφερόμενος στους δρόμους μπήκε στις εκκλησίες και τις λεηλάτησε. Περίπου 14 ναοί υπέστησαν βαριές καταστροφές, ενώ εισβολή και καταστροφές έγιναν και στο Πατριαρχείο. Έλληνες καταδιώκονταν και εκτελούνταν στους δρόμους, γεγονότα που περιγράφονται και από ξένους που βρίσκονταν στην Πόλη. Αρχικά φονεύονταν μεμονωμένα άτομα, κυρίως ηγέτες της κοινότητας. Κατά τον Μάιο έγιναν και ομαδικοί φόνοι. Εκατοντάδες άτομα αναγκάζονταν να επιβιβαστούν σε πλοία με τη δικαιολογία ότι δήθεν θα εξοριστούν, αλλά πνίγονταν στη θάλασσα. Παρά τους φοβερούς διωγμούς, δεν αναφέρεται καμιά περίπτωση αρνησιθρησκείας, αν και σχεδόν πάντοτε, πριν από τη θανάτωση, στα θύματα προτεινόταν η αλλαξοπιστία για να σώσουν τη ζωή τους.[129] Τα αντίποινα κατά των αμάχων περιγράφει ο Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων σε ομιλία του τον Οκτώβριο του 1821 στην Οδησσό. Μεταξύ άλλων εξηγεί ότι πολλοί χριστιανοί θανατώνονταν με πνιγμό στη θάλασσα γιατί ήταν εποχή ραμαζανίου όπου απαγορεύεται να χύνεται αίμα δημοσίως.[130]Διωγμοί έγιναν και σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας που το ελληνικό στοιχείο ήταν σημαντικό, όπως η Θεσσαλονίκη, η Σμύρνη, οι Κυδωνίες (Αϊβαλί), η Ρόδος και η Κύπρος. Δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί η έκταση και ο αριθμός των θυμάτων των σφαγών σε αυτές τις περιοχές. Εκτελέστηκαν Έλληνες που είχαν αξιώματα και συγγενείς τους, κληρικοί μεταξύ των οποίων ο μητροπολίτης Εφέσου Διονύσιος Καλλιάρχης, αλλά και ανώνυμοι που συλλαμβάνονταν σε επαρχίες ως ύποπτοι και αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη.[131]
Στρατιωτικές αντιδράσεις
Η πρώτη στρατιωτική αντίδραση από τους Οθωμανούς στις ειδήσεις για εξέγερση των Ελλήνων ήρθε από τον Γιουσούφ πασά Σέρεζλη (από τις Σέρρες). Βρισκόταν με στρατό στο Βραχώρι (Αγρίνιο) καθ' οδόν προς την Εύβοια όταν έμαθε για την πολιορκία της Πάτρας. Διεκπεραιώθηκε μέσω Ρίου στην Πελοπόννησο στις 3 Απριλίου, έκαψε την Πάτρα, αιφνιδίασε και διάλυσε τους πολιορκητές του φρουρίου της και εγκαταστάθηκε εκεί. Το φρούριο (ακρόπολη) της Πάτρας και τα γειτονικά φρούρια του Μοριά (Ρίο) και της Ρούμελης (Αντίρριο) θα μείνουν στα χέρια των Οθωμανών σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, δίνοντας στα τουρκικά στρατεύματα μια σημαντική δίοδο πρόσβασης προς τα ενδότερα της Πελοποννήσου.
Η μάχη της Αλαμάνας
Η στρατιωτική απάντηση του Χουρσίτ πασά της Πελοποννήσου, που βρισκόταν[7] στα Γιάννενα διευθύνοντας τις επιχειρήσεις εναντίον του Αλή πασά, προέβλεπε την προσβολή της εξέγερσης στην Πελοπόννησο με τακτικό στρατό, πεζικό και ιππικό, από δύο μεριές: Από τη μια απευθείας διεκπεραίωση στρατευμάτων μέσω Ρίου-Αντιρρίου και από την άλλη κάθοδο διαμέσου της ανατολικής Στερεάς με καταστολή της εξέγερσης που είχε ήδη αρχίσει εκεί. Το πρώτο σκέλος των στρατευμάτων υπό τη διοίκηση του Μουστάμπεη, πέρασε στην Πελοπόννησο πολύ νωρίς (6 Απριλίου) και επιδόθηκε σε συστηματικές καταστροφές πόλεων που είχαν περιέλθει στους εξεγερμένους. Το δεύτερο σκέλος των στρατευμάτων υπό τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ βρισκόταν στη Φθιώτιδα στις 19 Απριλίου με εντολή τη διενέργεια τακτικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων από βορά προς νότο.
Τα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα που (μια μέρα πριν) είχαν καταλάβει την Υπάτη, αποφάσισαν να την εγκαταλείψουν και να αντιμετωπίσουν την οθωμανική στρατιά στην Φθιώτιδα σε τρία σημεία: Ο Πανουργιάς στη Χαλκωμάτα, ο Δυοβουνιώτης στο Γοργοπόταμο και ο Διάκος στην Αλαμάνα. Στις 23 Απριλίου, ο Ομέρ Βρυώνης επιτέθηκε και στα τρία σημεία ταυτόχρονα. Ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης αναγκάστηκαν σε υποχώρηση, όμως το τμήμα του Διάκου (500 άντρες) που αντιστάθηκε πεισματικά στη γέφυρα της Αλαμάνας σφαγιάστηκε και ο ίδιος συνελήφθη επιτόπου[8] και πέθανε με φρικτά βασανιστήρια[133]. Λίγες μέρες αργότερα τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα ηττήθηκαν στο Ελευθεροχώρι της Λαμίας. Στις 8 Μαΐου ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κατάφερε πλήγμα στον Ομέρ Βρυώνη στο χάνι της Γραβιάς. Με 120 μαχητές αντιμετώπισε επιτυχημένα όλη την ημέρα τις οθωμανικές επιθέσεις προξενώντας τους σημαντικές απώλειες και αποσύρθηκε τη νύχτα προς τα βουνά, με ελάχιστες δικές του απώλειες. Λίγες μέρες αργότερα οθωμανικό στρατιωτικό σώμα απέτυχε να καταλάβει τα Βλαχοχώρια της Γκιώνας, που υπερασπίζονταν ο Γιάννης Γκούρας. Οι τελευταίες αυτές επιτυχίες αναπτέρωσαν το ηθικό των επαναστατημένων και προβλημάτισαν τους Τούρκους, που αποσύρθηκαν προσωρινά στην Μενδενίτσα.
Ναυτικό κανόνι του 1821
Οι πολιορκημένοι της Μονεμβασιάς και του Νεόκαστρου παραδόθηκαν στους επαναστάτες τον Ιούνιο και τον Αύγουστο αντίστοιχα, ενώ στις 23 Σεπτεμβρίου έπεσε η Τριπολιτσά. Την άλωση ακολούθησε γενική σφαγή ενόπλων και αμάχων,[134] Μουσουλμάνων και Εβραίων.
Στις πρώτες του εξόδους και περιπολίες τον Απρίλιο, ο ελληνικός στόλος κυρίευσε αρκετά πλοία και μαζεύτηκαν μεγάλες ποσότητες από λάφυρα. Η θέα του ελληνικού στόλου με την επαναστατική σημαία, βοηθούσε να ξεσηκωθούν νησιά ή παραθαλάσσιες περιοχές που δεν είχαν μέχρι τότε ξεσηκωθεί και τα πληρώματα του στόλου δεν δίσταζαν να βγουν οπλισμένα στη στεριά και να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις. Σημαντική ήταν η συμβολή του στόλου και στον από θαλάσσης αποκλεισμό και κανονιοβολισμό των φρουρίων που πολιορκούνταν (Ναύπλιο, Μονεμβασία).
Η επανάσταση στην υπόλοιπη Ελλάδα
Μακεδόνας ανάπηρος του Αγώνα κατά την έξοδο του Μεσολογγίου, Θεόδωρος Βρυζάκης
Την ίδια μέρα που γίνονταν η μάχη στη Γραβιά (8 Μαΐου) και μια μέρα μετά την έναρξη της επανάστασης στη Θεσσαλία, επαναστάτησε και το γειτονικό Ξεροχώρι (Ιστιαία) στην βόρεια Εύβοια. Από εκεί η επανάσταση διαδόθηκε στην Λίμνη και στην Κύμη της Εύβοιας, που ανήκε στο ισχυρό πασαλίκι του Εγρίπου (Ευρίπου) με πρωτεύουσα τη Χαλκίδα και είχε σημαντικές οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Τέλη Μαΐου οι επαναστάτες προσπάθησαν δύο φορές να πολιορκήσουν την Χαλκίδα χωρίς όμως επιτυχία και στη συνέχεια κυνηγήθηκαν από το οθωμανικό ιππικό, που τους προκάλεσε μεγάλες απώλειες.
Το λάβαρο της επανάστασης των Μακεδόνων υπό τον Εμμανουήλ Παππά.
Μετά από την αποτυχία των επίμονων προσπαθειών συντονισμού ταυτόχρονης έκρηξης της επανάστασης στον Όλυμπο και την Χαλκιδική ο Εμμανουήλ Παπάς στα τέλη Μαΐου κήρυξε στο Άγιο Όρος την επανάσταση στη Μακεδονία.[136] Οι επαναστάτες κατάφεραν σε σύντομο χρονικό διάστημα να απελευθερώσουν ολόκληρη τη Χαλκιδική, τα Βασιλικά Θεσσαλονίκης, καθώς και την περιοχή της Βόλβης. Η οθωμανική απάντηση ήταν εδώ άμεση με συλλήψεις ομήρων και καταλήψεις πόλεων. Ιδιαίτερα δεινοπάθησε η Θεσσαλονίκη, όπου εξοντώθηκαν τουλάχιστον είκοσι πέντε χιλιάδες Έλληνες και οι περιουσίες τους δημεύτηκαν ή καταστράφηκαν. Χρειάστηκε να περάσουν τουλάχιστον πενήντα χρόνια για να επανέλθει ο ελληνισμός της πόλης στα πριν του 1821 επίπεδα και να συνέλθει από αυτό το συντριπτικό χτύπημα. Εξεγέρσεις σημειώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα (χωρίς όμως συντονισμό), στη Στρώμνιτσα (με τους Διακόπουλο και Διαμαντή), στη Γευγελή, τις Τίκφες,[137] στη Βόρεια Πίνδο (περιοχή Γρεβενών), το Λαγκαδά, καθώς και στη Θάσο. Οι Θασίτες μάλιστα, με τη βοήθεια Ψαριανών επιχείρησαν ανεπιτυχώς να απελευθερώσουν την Καβάλα. Οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου και του Βερμίου ήταν διστακτικοί και περίμεναν ενισχύσεις σε μαχητές και πολεμοφόδια από την νότια Ελλάδα. Μόνο ο Διαμαντής Νικολάου προσφέρθηκε να εξεγερθεί άμεσα και πέρασε με το στρατιωτικό σώμα του στη Χαλκιδική τον Ιούνιο.
Στη Θράκη εξεγέρθηκε το Μάρτιο η Σωζόπολη, το Μάιο η Καλλίπολη και στη συνέχεια η περιοχή Διδυμοτείχου, καθώς και η Σαμοθράκη. Τοπικές εξεγέρσεις σημειώθηκαν και επεκτάθηκαν στις περιοχές Φιλιππουπόλεως, Βάρνας, Αγχιάλου, Μεσημβρίας, Μάκρης, Μαρώνειας και Κεσσάνης. Οι εξεγέρσεις στη Θράκη καταστάλθηκαν εντός του χρόνου με την ήττα των επαναστατών στη Μάχη του Σαλτικίου και το Ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης.[138]
Στις 21 Μαΐου προεστοί από όλες τις επαρχίες και ντόπιοι οπλαρχηγοί συγκεντρώθηκαν στο Λουτρό των Σφακιών, ίδρυσαν Καγκελαρία και κήρυξαν την επανάσταση και στην Κρήτη. Στο νησί υπήρχε ισχυρό και εμπειροπόλεμο τουρκικό στοιχείο και η επανάσταση καταπνίγηκε γρήγορα με κατάληψη και της κοιτίδας της στα Σφακιά.
Οι αρματολοί της περιοχής της Αιτωλοακαρνανίας αρχικά απέφυγαν να εμπλακούν στην εξέγερση.[139] Στις 20 Μαΐου επαναστάτησε το Μεσολόγγι με τον αρματολό του Ζυγού Δημήτρη Μακρή και την επόμενη ο Μακρής ξεσήκωσε και το Ανατολικό (Αιτωλικό). Στις 25 Μαΐου ο Γιώργος Βαρνακιώτης κήρυξε με προκήρυξη την επανάσταση στο Ξηρόμερο και στις 4 Ιουνίου επαναστάτησε και το Καρπενήσι με τους Γιολντάσηδες. Η καθυστέρηση στην κήρυξη της επανάστασης στη Δυτική Ελλάδα, φαίνεται ότι οφείλεται στην ύπαρξη ισχυρών οθωμανικών δυνάμεων στην Ήπειρο, λόγω της στρατιωτικής αναμέτρησης της Πύλης με τον Αλή Πασά, αλλά και στην απροθυμία ισχυρών αρματολών (Γεώργος Βαρνακιώτης, Ανδρέας Ίσκος) της περιοχής να εμπλακούν, ίσως λόγω φόβων για την απώλεια των προνομίων τους.
Ο θαλάσσιος αγώνας
Η πυρπόληση της τουρκικής φρεγάτας στον κόλπο της Ερεσού από το Δημήτριο Παπανικολή (έργο του Κωνσταντίνου Βολανάκη).
Τον Μάιο πλοία του ελληνικού στόλου υπό τη διοίκηση του Γιακουμάκη Τομπάζη προσέγγισαν στη Χίο, σε μια προσπάθεια να πεισθούν οι Χιώτες να προσχωρήσουν στην επανάσταση. Δεν υπήρξε ανταπόκριση ούτε από τους επώνυμους αλλά ούτε από τους χωρικούς και ο στόλος απέπλευσε. Οι Οθωμανοί συνέλαβαν ομήρους μεταξύ των επιφανών Ελλήνων και ένα σώμα ατάκτων πέρασε από τα τουρκικά παράλια στο νησί για τη "διατήρηση της τάξης". Στην πρώτη του έξοδο από τα Δαρδανέλλια ο οθωμανικός στόλος βρήκε μπροστά του τα ελληνικά πολεμικά. Στις 27 Μαΐου ο Τομπάζης κυνήγησε την οθωμανική μοίρα και κατάφερε να αποκλειστεί το μεγαλύτερο πλοίο (πλοίο της γραμμής με 76 πυροβόλα) στον κόλπο της Ερεσσού, το οποίο ανατινάχτηκε τελικά από τον Παπανικολή με πυρπολικό φτιαγμένο στα Ψαρά, με σημαντικές απώλειες των Οθωμανών.
Πολιτική οργάνωση
Το Μάιο με πρωτοβουλία της Μεσσηνιακής γερουσίας συγκλήθηκε παμπελοποννησιακή συνέλευση στην Μονή των Καλτεζών, υπό την προεδρία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Συμμετείχαν ισχυροί προύχοντες ή αντιπρόσωποί τους, ιεράρχες και λίγοι στρατιωτικοί και Φιλικοί. Προσκλήσεις στάλθηκαν και στα τρία ναυτικά νησιά τα οποία όμως δεν συμμετείχαν. Με ανακοίνωσή της στις 26 Μαΐου, συστάθηκε η Πελοποννησιακή Γερουσία, στην οποία περιήλθαν όλες οι εξουσίες και η ευθύνη της διεύθυνσης των επαναστατικών πραγμάτων για όλη την Πελοπόννησο. Μέλη της Γερουσίας αυτής ήταν αντιπρόσωποι από όλα τα μεγάλα προυχοντικά τζάκια της Πελοποννήσου, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και γραμματέας ο Ρήγας Παλαμήδης. Επρόκειτο για μια εσπευσμένη αλλά συντονισμένη ενέργεια των ισχυρών να αντιπαρατεθούν στην εξουσία του Δημήτριου Υψηλάντη, που αναμενόταν να φτάσει στην Πελοπόννησο. Μέχρι την άφιξή του η Γερουσία αυτή έκανε εκλογές επαρχιακών και κοινοτικών αντιπροσώπων και προκήρυξε γενική επιστράτευση.Τον Ιανουάριο του 1822 η πρώτη εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο ανακήρυξε την ανεξαρτησία της Ελλάδας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η ανακήρυξη αυτή επισφραγίστηκε μετά τις αξιοσημείωτες νίκες των μαχόμενων Ελλήνων, σε στεριά και θάλασσα.
Διεθνείς αντιδράσεις
Το συνέδριο της Βιέννης (Ζαν-Μπατίστ Ιζαμπέ, 1819).
Η Βρετανία είχε την πλέον αρνητική στάση έναντι της επανάστασης κατά το πρώτο έτος της. Ήλπιζε στη γρήγορη καταστολή της προτού η Ελλάδα τεθεί υπό την προστασία του Ρώσου αυτοκράτορα Αλεξάνδρου. Ο τότε υπουργός εξωτερικών Castleragh περίπου συμμεριζόταν τις απόψεις του Μέτερνιχ, αν και έδειχνε σημεία κατανόησης της υπόθεσης των Ελλήνων. Στις πρώτες επαναστατικές κινήσεις στην Πελοπόννησο, οι Βρετανικές αρχές των Ιονίων και οι προξενικές αρχές στην Πάτρα και αλλού τήρησαν σαφώς φιλοτουρκική στάση. Η ρωσική κυβέρνηση επίσης είδε αρνητικά την επανάσταση, διότι αφ' ενός μεν έθεσε εμπόδια στις ρωσικές εξαγωγές σιτηρών προς την Ευρώπη μέσω των Δαρδανελίων, αφ' ετέρου δε δεν ήθελε να αλλάξει το status quo στην Ευρώπη και να κινδυνεύσει η μοναρχία. Έτσι ο τσάρος τήρησε ουδέτερη στάση. Εν τούτοις, οι Έλληνες επαναστάτες είχαν αρχικά την ψευδαίσθηση ότι θα βοηθηθούν από τη Ρωσία.[141]
Η ηγεσία των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων, σχεδόν ταυτόχρονα με την κήρυξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, απευθύνθηκε εγγράφως στις χριστιανικές χώρες της δύσης, αναζητώντας τη διεθνή στήριξη. Έτσι, αμέσως μετά την κατάληψη της Καλαμάτας (23 Μαρτίου 1821) και τη συνακόλουθη σύσταση της Πελοποννησιακής Γερουσίας, οι ιθύνοντές της συνέταξαν σχετικό έγγραφο το οποίο αποτελεί την πρώτη διεθνούς δικαίου πράξη της επαναστατημένης χώρας[142]. Παράλληλα, επιφανείς έλληνες που διαβιούσαν στο Παρίσι (Αδαμάντιος Κοραής, Πίκκολος, Βογορίδης κ.α.), κοινοποίησαν έκκλησή τους προς την παγκόσμια πνευματική κοινότητα, δια της οποίας ζητούσαν βοήθεια και συμπαράσταση προς την επανάσταση. Το πρώτο κράτος το οποίο ανταποκρίθηκε στον ελληνικό αγώνα της ανεξαρτησίας ήταν η Δημοκρατία της Αϊτής (που είχε κατακτήσει την ελευθερία της την 1 Ιανουαρίου του 1804[143]), της οποίας ο τότε πρόεδρος, Ζαν-Πιερ Μπουαγιέ δι' επισήμου εγγράφου προς την προαναφερόμενη ελληνική επιτροπή του Παρισιού, αναγνώριζε την ελληνική προσωρινή διοίκηση και ευχόταν για την επικράτηση της επανάστασης[144]
Εδραίωση (1822-1824)
Τα γεγονότα του 1822
Ο Μαυροκορδάτος διευθύνει την άμυνα στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου (πίνακας του Πέτερ φον Ες).
Οι Έλληνες για να βοηθήσουν τους Σουλιώτες που βρίσκονταν σε δυσμενή θέση, επιχείρησαν αντιπερισπασμό στέλνοντας στρατό στα νότια της Ηπείρου με αρχηγό τον Μαυροκορδάτο. Παράλληλα ένα στρατιωτικό σώμα με αρχηγό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη αποβιβάστηκε στην περιοχή του Φαναρίου κοντά στις εκβολές του Αχέροντα άλλα απέτυχε. Το σώμα του Μαυροκορδάτου στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και ένας λόχος φιλελλήνων μετά από ορισμένες επιτυχίες στο Κομπότι, ηττήθηκε στη μάχη του Πέτα από τις δυνάμεις του Κιουταχή. Τα υπολείμματα του στρατού κατέφυγαν στο Μεσολόγγι. Λίγο μετά έπεσε και το Σούλι και οι δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη συναντήθηκαν με αυτές του Κιουταχή προελαύνοντας κατά του Μεσολογγίου. Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου κατέληξε σε αποτυχία για τις τουρκικές δυνάμεις οι οποίες αποσύρθηκαν τον Δεκέμβριο του 1822.
Η μάχη στα Δερβενάκια
Νικηφ. Λύτρας, Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη (π. 1866-1870). Λάδι σε μουσαμά, 143 εκ. x 109 εκ. Πινακοθήκη Αβέρωφ, Μέτσοβο.
Χαρτονόμισμα των 1000 γροσσίων της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος τυπωμένο στην Κόρινθο το 1822
Αντίθετα στην Κρήτη η επανάσταση σημείωνε επιτυχίες. Ο Πασάς του Ηρακλείου σε συνεργασία με τη στρατιά που έστειλε από την Αίγυπτο ο Μωχάμετ Άλη απέτυχαν να καταστείλουν την επανάσταση. Οι Έλληνες πέτυχαν σημαντική νίκη στην μάχη του Κρουσώνα. Τον Μάιο του 1822 δημιουργείται προσωρινή διοίκηση στο νησί με το όνομα προσωρινό πολίτευμα νήσου Κρήτης.
Διπλωματικές εξελίξεις
Σημαντικό από πολιτική άποψη ήταν το γεγονός ότι η Βρετανία το Μάρτιο του 1822 αναγνώρισε de facto στους Έλληνες επαναστάτες το δικαίωμα να κάνουν ναυτικό αποκλεισμό. Η προσωρινή κυβέρνηση των επαναστατών, επικαλούμενη "το Δίκαιο των Εθνών και της Ευρώπης", την 13/25 Μαρτίου 1822 ανακοίνωσε ότι θα εφαρμόσει ναυτικό αποκλεισμό των λιμανιών του εχθρού σε όλη σχεδόν την ηπειρωτική Ελλάδα μέχρι τη Θεσσαλονίκη, την Εύβοια, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη. Πλοία υπό διάφορες σημαίες που θα παραβίαζαν τον αποκλεισμό, θα συλλαμβάνονταν σύμφωνα με το διεθνές Δίκαιο. Σε σχέση με αυτή τη διακήρυξη, η Βρετανία δήλωσε ότι θα τηρήσει ουδέτερη στάση, κάτι που ισοδυναμούσε με αναγνώριση κατάστασης πολέμου μεταξύ των Ελληνικών αρχών και της Τουρκικής κυβέρνησης. Ακόμα και πλοία των υπό βρετανική διοίκηση Ιονίων Νήσων δεν προστατεύονταν πλέον από το Βρετανικό Ναυτικό. Η επίσημη αναγνώριση της ελληνικής πλευράς ως εμπολέμου έγινε το επόμενο έτος.[150][151]Στα τέλη του 1822 έγινε σύνοδος των μεγάλων δυνάμεων στη Βερόνα με κύριο θέμα την κατάσταση στην Ισπανία και την Ιταλία, αλλά το "Ανατολικό ζήτημα" δεν συζητήθηκε επίσημα. Ανεπίσημα όμως γίνονταν έντονες προσπάθειες αλληλοεπηρεασμού των δυτικών δυνάμεων. Ο Castlereagh πέθανε λίγο πριν από την σύνοδο της Βερόνας και τον διαδέχτηκε ο G. Canning ο οποίος θεωρείται και ο κύριος παράγων της μεταστροφής της Βρετανικής πολιτικής υπέρ της ελληνικής υπόθεσης. Εν τούτοις, στους πρώτους μήνες της υπουργίας του ο Κάνινγκ τήρησε ουδέτερη πολιτική φοβούμενος την επέμβαση των άλλων δυνάμεων στην Ελλάδα και την αποσταθεροποίηση της Ευρώπης. Η πρώτη κίνηση υπέρ της Ελλάδας από τη Βρετανία έγινε τον Μάρτιο του 1823 με την αναγνώριση των Ελλήνων ως εμπολέμων και του δικαιώματός τους να εφαρμόζουν ναυτικό αποκλεισμό.[152]
Σε διπλωματικό επίπεδο, οι Έλληνες έστειλαν αντιπροσώπους στο συνέδριο της Ιερής Συμμαχίας στη Βερόνα, οι οποίοι δεν έγιναν δεκτοί. Στο συνέδριο της Βερόνας επικράτησαν οι θέσεις του Μέττερνιχ και η ελληνική επανάσταση καταδικάστηκε. Αν και οι μεγάλες δυνάμεις εξακολουθούσαν να κρατούν αποστάσεις από την ελληνική επανάσταση, το μικρό νεοσύστατο κράτος της Καραϊβικής, η Αϊτή, έγινε η πρώτη χώρα που αναγνώρισε την Ελληνική Επανάσταση και την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος.[153]
Τα γεγονότα του 1823
Ο στρατηγός Αναστάσιος Καρατάσος
Πολιτικές και διπλωματικές εξελίξεις
Στις αρχές του 1823 σημειώθηκε μεταστροφή της Αγγλικής πολιτικής σε σχέση με τους επαναστατημένους Έλληνες. Οι Άγγλοι αναγνώρισαν τους Έλληνες ως εμπόλεμους και στη συνέχεια αναγνώρισαν τον ναυτικό αποκλεισμό που είχαν επιβάλλει οι Έλληνες στα τουρκικά λιμάνια. Η αλλαγή πολιτικής της Αγγλίας είχε ως συνέπεια την αποδέσμευσή της από την πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας. Στην συνδιάσκεψη της τελευταίας στο Τσέρνοβιτς, το φθινόπωρο του 1823, προκλήθηκε η πρώτη μεγάλη ρήξη μεταξύ των δυνάμεων που την αποτελούσαν.Από το 1823 αναμίχθηκε στην ελληνική υπόθεση μετά από επίσημη πρόταση της κυβέρνησης ο Άγγλος φιλόσοφος Ιερεμίας Μπένθαμ, μεταξύ άλλων συγγράφοντας παρατηρήσεις για τη θεσμική και διοικητική οργάνωση του νέου κράτους και αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες για τη μετάφραση έργων του στα ελληνικά, αλλά μετά από δύο χρόνια μάταιων προσπαθειών εγκατέλειψε απογοητευμένος.[154]
Τον Απρίλιο του 1823 πραγματοποιήθηκε η δεύτερη Εθνοσυνέλευση στο Άστρος. Η Εθνοσυνέλευση κατάργησε τις τοπικές διοικήσεις Ανατολικής Ελλάδας, Δυτικής Ελλάδας και Πελοποννήσου και τις αντικατέστησε από μία κεντρική διοίκηση που την αποτελούσαν δύο σώματα το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό. Παράλληλα κατάργησε το αξίωμα της αρχιστρατηγίας που το αντικατέστησε από μία τριμελή επιτροπή στρατιωτικών. Η απόφαση αυτή στόχευε να περιορίσει την εξουσία του Κολοκοτρώνη. Στα τέλη του χρόνου τα δύο σώματα εξουσίας κατέληξαν να εκφράζουν δύο αντίπαλες πτέρυγες επαναστατών, με αποτέλεσμα τη ρήξη μεταξύ τους που οδήγησε στο ξέσπασμα του εμφυλίου, στα τέλη του 1823.
Στις 21 Ιουνίου (Νέο Ημ.) η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θεωρεί νόμιμο πόλεμο (legitimate warfare) αυτόν μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Είχε προηγηθεί μια άτυπη αναγνώριση αυτής της κατάστασης από τις 25 Μαρτίου 1822 (Νέο Ημ.) όταν η προσωρινή Ελληνική Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι έχει το δικαίωμα να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό σε λιμάνια. Η Αυστριακή κυβέρνηση του Μέτερνιχ συνέχιζε να θεωρεί τους Έλληνες όχι εμπόλεμους αλλά "αντάρτες".[155]
Κρίση (1824-1827)
Τουρκοαιγυπτιακές ναυτικές επιχειρήσεις
«Μετά την καταστροφή των Ψαρών». Έργο του Νικόλαου Γύζη
Ο Σουλτάνος διαπιστώνοντας τη δυσκολία της κατάσβεσης της ελληνικής επανάστασης με τις δικές του δυνάμεις, κατέφυγε στη βοήθεια του σχεδόν αυτόνομου Πασά της Αιγύπτου, Μωχάμετ Άλη. Για να εξασφαλίσει την βοήθειά του του παραχώρησε το Πασαλίκι της Κρήτης και στον γιο του Ιμπραήμ παραχώρησε το πασαλίκι της Πελοποννήσου. Μετά τις παραχωρήσεις του Σουλτάνου ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος κατέπλευσε στο Αιγαίο για να συμπράξει στις επιχειρήσεις με τον Τουρκικό. Στόχος του τουρκοαιγυπτιακού στόλου που διοικούσε ο Χουσεΐν Μπέης έγινε η Κάσος που υπήρξε σημαντική ναυτική δύναμη με αξιόλογη προσφορά στην επανάσταση. Στα τέλη Μαΐου 1824 οι τουρκοαιγύπτιοι έκαναν απόβαση στο νησί και ακολούθησε μεγάλη καταστροφή. Ο Τουρκικός στόλος διοικητής του οποίου ήταν ο Κοτζά Μεχμέτ Χιουσρέφ Πασάς στράφηκε κατά των Ψαρών της μίας από τις τρεις μεγάλες ναυτικές δυνάμεις των Ελλήνων. Στα τέλη Ιουνίου αποβιβάστηκε στο νησί και παρά την σθεναρή αντίσταση των κατοίκων του ακολούθησε σφαγή αγωνιστών και αμάχων. Η ολοσχερής καταστροφή των Ψαρών αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για την επανάσταση. Ενωμένος πλέον ο Τουρκοαιγυπτιακός στόλος (με διοικητή πλέον των Αιγυπτιακών δυνάμεων τον Ιμπραήμ) κατέπλευσε προς τη Σάμο. Μπροστά στον κίνδυνο να επαναληφθεί η τραγωδία στην Κάσο και στα Ψαρά ο ελληνικός στόλος με ναύαρχο τον Ανδρέα Μιαούλη ανέλαβε δράση. Στα τέλη Αυγούστου 1824 συγκρούστηκε με τους ενωμένους εχθρικούς στόλους μεταξύ Λέρου και του κόλπου του Γέροντα. Στη ναυμαχία του Γέροντα όπως έγινε γνωστή, οι Έλληνες επικράτησαν και ο αγώνας στη θάλασσα επιβίωσε.[147] Στη συνέχεια ο ελληνικός στόλος κατάφερε επιτυχώς να εμποδίσει τον στόλο του Ιμπραήμ να αποβιβάσει στρατό στην Κρήτη. Ο Ιμπραήμ κατάφερε να αποβιβαστεί στη Σούδα μόλις το Φθινόπωρο του 1824, όπου προτίμησε να ξεχειμωνιάσει πριν εισβάλλει στην Πελοπόννησο. Η επανάσταση στο νησί είχε υποχωρήσει σημαντικά και παρέμενε ζωντανή σχεδόν μόνο στην περιοχή των Σφακίων.
Οι Τούρκοι δεν ανέλαβαν σημαντικές επιχειρήσεις στη στεριά κατά τη διάρκεια του 1824. Οργάνωσαν μία επιχείρηση στην ανατολική Στερεά, άλλα ηττήθηκαν στην μάχη της Άμπλιανης από δυνάμεις ρουμελιωτών και Σουλιωτών.
Εμφύλιος πόλεμος
Ο Γεώργιος Κουντουριώτης (του Καρλ Κράτσαϊζεν).
Η συγκρότηση νέου βουλευτικού σώματος στο οποίο δεν υπήρχε εκπροσώπηση Πελοποννησίων προκρίτων οδήγησε τους τελευταίους σε συμμαχία με τον Κολοκοτρώνη και σύγκρουση με την κυβέρνηση. Οι νέες παρατάξεις, οι κυβερνητικοί και οι αντικυβερνητικοί επιδόθηκαν σε νέο γύρο εχθροπραξιών. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη ανέθεσε στον Κωλέττη την αντιμετώπιση των αντιπάλων της. Αυτός κατασπαταλώντας το δάνειο της Ελλάδας συγκρότησε στρατό από την Στερεά Ελλάδα και κατάφερε να επικρατήσει. Ο Κολοκοτρώνης παραδόθηκε και φυλακίστηκε στην Ύδρα.
Στη Στερεά επήλθε πλήρης ρήξη του Οδυσσέα Ανδρούτσου με την κυβέρνηση. Τον Μάρτιο του 1825, έχοντας και τουρκική βοήθεια, συγκρούστηκε στις Λιβανάτες με στρατιωτικό σώμα διοικητής του οποίου ήταν ο Γκούρας. Ο Ανδρούτσος που ηττήθηκε, αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε στην Ακρόπολη της Αθήνας. Λίγο αργότερα δολοφονήθηκε.
Ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (1825)
Ο Ιμπραήμ Πασάς (Πορτραίτο του Τζοβάνι Μπότζι).
Στην Κρήτη η επανάσταση αναζωπυρώθηκε μετά την κατάληψη του φρουρίου της Γραμβούσας από Έλληνες, τον Αύγουστο του 1825.
Απόπειρα μετατροπής της Ελλάδας σε βρετανικό προτεκτοράτο
Σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο για την τύχη της ελληνικής επανάστασης, το καλοκαίρι του 1825 με τον Ιμπραήμ αφενός να έχει σχεδόν κατακαύσει όλη την Πελοπόννησο και τον Ρεσήντ Μεχμέτ (Κιουταχή) να έχει περισφίξει το Μεσολόγγι σε πολιορκητικό κλοιό, ο Μαυροκορδάτος, κατόπιν υπόδειξης του Τζορτζ Κάνινγκ, υποβάλει στο εκτελεστικό σώμα "σχέδιον αναφοράς" δια του οποίου η Ελλάδα ζητούσε να τεθεί υπό την προστασία της Μεγάλης Βρετανίας[157]. Το έγγραφο υπέγραψαν όλα σχεδόν τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου, οι βουλευτές του Ναυπλίου όπως και η εκκλησιαστική ιεραρχία, αλλά και ορισμένοι οπλαρχηγοί (πλην 2-3 διαφωνούντων), και το απέστειλαν στην Αγγλία. Κατόπιν τούτου, ο πρεσβευτής της Μ. Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη Στάγκφορντ ανακλήθηκε και στη θέση του τοποθετήθηκε ο ανιψιός του Άγγλου πρωθυπουργού, Στάτφορντ Κάνινγκ. Ο τελευταίος, ήρθε σε συνομιλίες με το Μαυροκορδάτο και το Ζωγράφο, ως εκπροσώπους της ελληνικής κυβέρνησης, οι οποίοι, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη βρετανική προστασία, δέχθηκαν να παραιτηθεί η Ελλάδα από το αίτημά της για πλήρη ανεξαρτησία και να δεχτεί την υποτέλεια στο Σουλτάνο, όπως επεδίωκαν οι Άγγλοι. Ωστόσο, το σχέδιο αυτό απορρίφθηκε από την Υψηλή Πύλη και δεν υλοποιήθηκε. Σφοδροί πολέμιοί του, στάθηκαν, αρχικά ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο οποίος κάμφθηκε εν-συνεχεία, μετά την ήττα που υπέστη στη Μάχη των Τρικόρφων και ο Δημ. Υψηλάντης, αταλάντευτα, καταγγέλοντάς το με ομιλία του κατά τη διάρκεια της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο (Απρίλιος 1826), συνεπεία της οποίας τιμωρήθηκε με στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για ένα χρόνο[158]. Αντίθετη στο "σχέδιον αναφοράς" ήταν και η πλειοψηφία του μαχόμενου λαού, υποστηρίζοντας ότι η επανάσταση θα έπρεπε να ζητήσει την προστασία όλων των χριστιανικών ευρωπαϊκών κρατών και όχι μονομερώς, ενώ, για δικούς τους λόγους, αρνήθηκαν να το υπογράψουν ο γαλλόφιλος Κώλέττης, ο Γκούρας κι ο Γ. Κουντουριώτης. Ριζικά διαφώνησε ο υπουργός του Δικαίου (Δικαιοσύνης) Ι. Θεοτόκης, ο οποίος μάλιστα τιμωρήθηκε με τρίμηνη φυλάκιση στο Μπούρτζι, ενώ από το Παρίσι ο Αδαμάντιος Κοραής εξέφρασε την αποδοκιμασία του[159]. Με ημερομηνία 24 Ιουλίου 1825 διαμαρτυρήθηκαν εγγράφως για το "σχέδιον αναφοράς" προς την κυβέρνηση του Ναυπλίου και δυο σημαντικοί φιλέλληλες, ο Γάλλος στρατηγός Ρος και ο Αμερικανός Γεώργιος Τάουσεντ Ουάσινγκτον. Ο τελευταίος μάλιστα, με νεώτερη αναφορά του αποκάλυψε ότι, συντάκτης του "σχεδίου αναφοράς" υπήρξε ο Άγγλος αρμοστής των Επτανήσων, Άνταμ[160]. Ο Κάνιγκ προσφέρθηκε να μεσολαβήσει μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων αλλά δεν πρόσφερε καμία βοήθεια στους πρώτους. Δεν έστειλε αντιπρόσωπο ούτε σε σύνοδο στην Αγία Πετρούπολη όπου ο τσάρος Αλέξανδρος έκανε μια τελευταία προσπάθεια να προκαλέσει επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων για να λήξει ο πόλεμος στην Ελλάδα. Μετά από αυτό, η Ρωσία ανακοίνωσε μέσω του υπουργού εξωτερικών Νέσελροντ, ότι θα κινηθεί μόνη της με κριτήριο τα δικά της συμφέροντα. Τον Δεκέμβριο του 1825 ο Αλέξανδρος πέθανε, και ο αδελφός του Νικόλαος έδειξε ότι ήταν αποφασισμένος να κινηθεί μόνος του προς υποστήριξη των Ελλήνων, αν καμία άλλη Δύναμη δεν είχε σκοπό να συνεργαστεί. Ο Νικόλαος δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια προς τους Έλληνες ή τους επαναστάτες γενικά, αλλά ήταν πρόθυμος να εκμεταλλευτεί την κατάσταση προς όφελος της Ρωσίας. Ο Κάνιγκ αποφάσισε να συνεργαστεί με τη Ρωσία, και υποστηρίχθηκε από το κοινό της Βρετανίας που είχε πληροφορηθεί τις φρικαλεότητες που διέπραττε ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Έτσι, η νέα πολιτική του Κάνιγκ να δράσει στο Ανατολικό Ζήτημα μαζί με τη Ρωσία, επιβλήθηκε από την εκστρατεία του Ιμπραήμ και από την απόφαση της Ρωσίας να κινηθεί μονομερώς. Ο Κάνιγκ θεώρησε πιθανό ότι ο Νικόλαος μπορούσε να κηρύξει πόλεμο κατά της Τουρκίας και έτσι να επεκτείνει τα σύνορα της Ρωσίας και την επιρροή της στα Βαλκάνια και τον Καύκασο. Αισθάνθηκε ότι αν η Ρωσία κήρυσσε πόλεμο, "μπορούσε να καταπιεί την Ελλάδα με μια μπουκιά και την Τουρκία στην επόμενη".[161]Επιχειρήσεις στη Στερεά
Πολιορκία του Μεσολογγίου
Ανατολική Στερεά
Ο Κιουταχής (σχέδιο του Τζοβάνι Μπότζι).
Σε διπλωματικό επίπεδο υπογράφηκε το πρωτόκολλο της Πετρούπολης, μεταξύ Άγγλων και Ρώσων με το οποίο τα δύο κράτη δέχονταν ως λύση την αυτονομία της Ελλάδας και δεσμεύτηκαν να μεσολαβήσουν ώστε να τερματιστούν οι συγκρούσεις.[162][163]
Το 1827 υπήρξε το πλέον κρίσιμο έτος για την εξέλιξη της υπόθεσης του ελληνικού αγώνα, κατά το οποίο σημαντικά γεγονότα έλαβαν χώρα, τα οποία επιτάχυναν τις εξελίξεις προς την τελική λύση του ελληνικού αιτήματος για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους[164]. Στις αρχές του 1827 οι Έλληνες αγωνίζονταν να διατηρήσουν την Ακρόπολη, την οποία πολιορκούσε στενά ο Κιουταχής. Για την σωτηρία της Ακρόπολης συγκεντρώθηκε ελληνικός στρατός στην Αττική υπό τις διαταγές του Γεώργιου Καραϊσκάκη και του Κάρολου Φαβιέρου. Ταυτόχρονα ο Φρανκ Άστιγξ με τον στόλο του εμπόδιζε τον ανεφοδιασμό του Κιουταχή από τη θάλασσα. Ο Καραϊσκάκης πέτυχε μεγάλη νίκη στην μάχη του Κερατσινίου άλλα στο Φάληρο τραυματίστηκε θανάσιμα και υπέκυψε. Μία μέρα μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη, οι Έλληνες ηττήθηκαν στη μάχη του Ανάλατου και λίγο αργότερα η φρουρά της Ακρόπολης αποφάσισε να διαπραγματευτεί τους όρους παράδοσής της.
Ανασύνταξη και ευρωπαϊκή επέμβαση (1827-1832)
Την ίδια περίοδο που βρίσκονταν σε εξέλιξη οι μάχες στην Αττική, ξεκίνησαν οι εργασίες της τρίτης εθνοσυνέλευσης. Η εθνοσυνέλευση δεν ξεκίνησε ομαλά αφού οι δύο αντίπαλες παρατάξεις εκείνης της περιόδου απεύθυναν κάλεσμα για συγκέντρωση σε διαφορετικό τόπο. Η μία πλευρά συγκεντρώθηκε στην Ερμιόνη της Αργολίδας και ξεκίνησε της εργασίες της εθνοσυνέλευσης ενώ η άλλη πλευρά επέλεξε ως τόπο συγκέντρωσης την Αίγινα. Τελικά επήλθε συμβιβασμός μεταξύ τους και η εθνοσυνέλευση μεταφέρθηκε στην Τροιζήνα. Η τρίτη εθνοσυνέλευση εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια κυβερνήτη της Ελλάδας και όρισε μία τριμελή αντικυβερνητική επιτροπή που θα τον αντικαθιστούσε μέχρι την άφιξή του. Την ηγεσία του στρατού την ανέθεσε στον Ρίτσαρντ Τσωρτς και την ηγεσία του στόλου στον Τόμας Κόχραν. Η εθνοσυνέλευση ψήφισε ένα νέο σύνταγμα που υπήρξε περισσότερο φιλελεύθερο από το προηγούμενο.
Η ναυμαχία του Ναυαρίνου
Τα γεγονότα του 1828
Ο Ιωάννης Καποδίστριας
Μετά από σύντομη παραμονή στο Ναύπλιο, ακολούθησε μετάβασή του στην Αίγινα όπου βρισκόταν εγκατεστημένη η Αντικυβερνητική Επιτροπή. Παράλληλα με το υπόλοιπο μεταρρυθμιστικό του έργο προχώρησε άμεσα στην αναδιοργάνωση του στρατού και του στόλου, με σκοπό την επιτυχή συνέχιση της επανάστασης. Για τον σκοπό αυτό συγκέντρωσε στην Τροιζηνία τα στρατεύματα των ατάκτων και έδωσε εντολή στον Δημήτριο Υψηλάντη να οργανώσει τακτικό στρατό. Βασική μονάδα του τακτικού στρατού ορίστηκε η χιλιαρχία. Επίσης προχώρησε στην αναδιοργάνωση του στόλου. Από τις πρώτες αποστολές που ανέλαβε ο στόλος υπό την ηγεσία του Μιαούλη και του Κανάρη ήταν να πατάξει την πειρατεία στο Αιγαίο. Κυριότερα κέντρα της πειρατείας στο Αιγαίο ήταν οι Βόρειες Σποράδες, η Θάσος, η Γραμβούσα, το Καστελόριζο κ.α.. Με τη δράση του ελληνικού στόλου και την παράλληλη υποστήριξη του αγγλικού και γαλλικού στόλου τα ορμητήρια των πειρατών καταστράφηκαν.
Κατά την περίοδο που ξεκίνησαν οι επιχειρήσεις για την πάταξη της πειρατείας βρισκόταν σε εξέλιξη η εκστρατεία στη Χίο, η οποία είχε ξεκινήσει λίγο μετά τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου με χρηματοδότηση Χίων εμπόρων. Παρά τις αρχικές επιτυχίες της, η εκστρατεία ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 1828, χωρίς να έχει τελικά αίσια κατάληξη.[166] Η εκστρατεία αυτή δεν στηρίχτηκε επαρκώς από την κυβέρνηση Καποδίστρια καθώς κρίθηκε ασύμφορο να δαπανηθούν σημαντικές δυνάμεις, τη στιγμή που τα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων δεν συμπεριλάμβαναν τη Χίο στο νέο ελληνικό κράτος.
Στο Ιόνιο και στον Κορινθιακό κόλπο η μοίρα του ελληνικού στόλου με διοικητή τον Φρανκ Άστιγξ, είχε έντονη δραστηριότητα. Τον Σεπτέμβρη του 1827 ο Άστιγξ είχε εμπλακεί σε ναυμαχία στον κόλπο της Ιτέας και με το πλεονέκτημα που του παρείχε το ατμόπλοιο Καρτερία, το πρώτο ατμόπλοιο που χρησιμοποιήθηκε ποτέ σε πολεμικές επιχειρήσεις, βύθισε τουρκική ναυαρχίδα και άλλα εχθρικά πλοία. Τον Νοέμβριο του 1827 άρχισε επιχειρήσεις στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού υποστηρίζοντας τις χερσαίες επιχειρήσεις που πραγματοποιούσε ο Ρίτσαρντ Τσωρτς. Αφού κατέλαβε τις νησίδες Βασιλάδι και Ντολμά προχώρησε σε αποκλεισμό του Αιτωλικού, άλλα σε μία απόπειρα προσέγγισης του οικισμού, τον Μάιο του 1828, τραυματίστηκε θανάσιμα.[167]
Ενώ στη θάλασσα υπήρξε έντονη δραστηριότητα στις αρχές του 1828, στη στεριά επικρατούσε στασιμότητα. Στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ εξακολουθούσε να ελέγχει το δυτικό τμήμα της χερσονήσου. Τον Φεβρουάριο του 1828 πραγματοποίησε εκστρατεία κατά της Τριπολιτσάς καταστρέφοντας ολοσχερώς την πόλη. Στη διάσκεψη του Λονδίνου τον Ιούλιο του 1828 αποφασίστηκε να αποσταλεί γαλλικό εκστρατευτικό σώμα στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα οι Άγγλοι ήρθαν σε συμφωνία με τον Μωχάμετ Άλη στην Αλεξάνδρεια για την αποχώρηση του αιγυπτιακού στρατού από την Πελοπόννησο. Η γαλλική εκστρατευτική αποστολή υπό την αρχηγία του Νικολάου Μαιζώνος αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο στα τέλη Αυγούστου και λίγες ημέρες αργότερα άρχισε η αποχώρηση των στρατευμάτων του Ιμπραήμ. Οι Γάλλοι στη συνέχεια κατέλαβαν αμαχητί τα κάστρα της Μεθώνης, της Κορώνης, του Νεοκάστρου και της Πάτρας και μόνο στο κάστρο του Ρίου συνάντησαν κάποια αντίσταση που τους στοίχισε 25 άντρες. Μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου δεν απέμενε κανένα κάστρο της Πελοποννήσου στην κυριαρχία των Οθωμανών.
Το 1828 ο Πατριάρχης συνέταξε ένα σχέδιο για την επιστροφή στην κατάσταση όπως είχε πριν την επανάσταση: οι επαναστάτες θα ζητούσαν συγχώρεση από το Σουλτάνο και σε αντάλλαγμα θα τους δινόταν χάρη για τις πράξεις τους και θα εξαιρούνταν από την καταβολή του οφειλόμενου φόρου για τα προηγούμενα χρόνια, ενώ αφηνόταν να εννοηθεί ότι θα διατηρούσαν τις περιουσίες τους. Οι επαναστάτες, ωστόσο, δεν επιθυμούσαν να υπαχθούν και πάλι στην οθωμανική εξουσία, ενώ οι Οθωμανοί δε δέχτηκαν εξωτερική διαμεσολάβηση.[168]
Ο Δημήτριος Υψηλάντης
Στην Κρήτη η επανάσταση αναζωπυρώθηκε την άνοιξη του 1828 με την άφιξη στο νησί του οπλαρχηγού Χατζημιχάλη Νταλιάνη. Ο Νταλιάνης οχυρώθηκε στο Φραγκοκάστελλο στην περιοχή των Σφακίων, άλλα στη μάχη που δόθηκε στην περιοχή τον Μάιο, το στρατιωτικό του σώμα ηττήθηκε και ο ίδιος σκοτώθηκε. Κατά την αποχώρησή του το τουρκικό σώμα αντιμετώπισε ενέδρες Σφακιανών που εκμεταλλεύονταν το δύσβατο έδαφος της περιοχής με τα συνεχή φαράγγια, ενώ κατά τη διέλευσή του από την κοιλάδα του Κόρακα δέχτηκε επίθεση που του προξένησε μεγάλες απώλειες. Τον Ιούνιο ο Καποδίστριας διόρισε αρμοστή της Κρήτης τον Βαρώνο Ράινεκ. [170] Η επανάσταση άρχισε να εξαπλώνεται. Κυριότερη επιχείρηση των επαναστατών ήταν η κατάληψη της Σητείας τον Δεκέμβριο του 1828.
Η αναζωπύρωση της επανάστασης και οι επιτυχίες στη Στερεά Ελλάδα προσέφεραν στον Ιωάννη Καποδίστρια τη διαπραγματευτική δυνατότητα να επιδιώξει στη συνδιάσκεψη του Πόρου, ευνοϊκότερη συνοριακή γραμμή για το νέο ελληνικό κράτος. Παρά τις ενέργειες του Καποδίστρια, το πρωτόκολλο του Λονδίνου του Νοεμβρίου 1828 περιόριζε το ελληνικό κράτος μόνο στην Πελοπόννησο και τα κοντινά της νησιά.[162][171]
Τα γεγονότα του 1829
Χάρτης
με τις διαδοχικές επεκτάσεις του ελληνικού κράτους. Με σκούρο μπλε το
αρχικό ελληνικό κράτος που όριζε το πρωτόκολλο του Λονδίνου του
Αυγούστου 1832
Στις 23 Ιανουαρίου 1829 ο Καποδίστριας όρισε πληρεξούσιο κυβερνήτη της επαρχίας Στερεάς Ελλάδας τον αδερφό του Αυγουστίνο Καποδίστρια. Στο επόμενο διάστημα εντάθηκαν οι επιχειρήσεις στη Δυτική Ελλάδα για την ανακατάληψη του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού. Αρχικά έπεσε το κάστρο του Αντιρρίου και ακολούθησε η πτώση της Ναυπάκτου. Οι επιτυχίες του ελληνικού στόλου που είχε εισέλθει στον Αμβρακικό με την κατάληψη του κάστρου της Βόνιτσας και του Καρβασαρά, απομόνωσαν το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό, οι φρουρές των οποίων παραδόθηκαν λίγες ημέρες αργότερα. Μέχρι τα τέλη Μαΐου το σύνολο σχεδόν της σημερινής Αιτωλοακαρνανίας βρισκόταν στον έλεγχο των Ελλήνων.
Οι μόνες περιοχές νότια της Λαμίας που παρέμεναν ακόμα στον έλεγχο των Οθωμανών ήταν η Εύβοια και η Αθήνα. Για τον ανεφοδιασμό τους ξεκίνησε από την Λάρισα τον Αύγουστο του 1829 εκστρατευτικό σώμα με αρχηγό τον Ασλάνμπεη. Το σώμα του Ασλάνμπεη είχε επιπλέον αποστολή να συγκεντρώσει 3.000 στρατιώτες και να τους μεταφέρει στα ανοικτά μέτωπα του Ρωσοτουρκικού πολέμου. Επιστρέφοντας η στρατιά του Ασλάνμεη από την Αττική βρέθηκε αντιμέτωπη στα στενά της Πέτρας με τον ελληνικό στρατό του Υψηλάντη που είχε οχυρώσει το πέρασμα. Στην μάχη που δόθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 οι Τούρκοι είχαν σημαντικές απώλειες. Επειδή κύρια αποστολή της εκστρατείας των Τούρκων ήταν η μεταφορά στρατιωτών στα μέτωπα του Ρωσοτουρκικού πολέμου και η διέλευση από το πέρασμα χωρίς μεγάλες απώλειες φαινόταν αδύνατη, ο Τούρκος διοικητής πρότεινε στον Υψηλάντη συνθηκολόγηση. Με την συνθήκη που υπογράφτηκε μεταξύ των δύο πλευρών οι Τούρκοι δέχτηκαν να εκκενώσουν ολόκληρη την Ανατολική Ελλάδα νότια της Λαμίας, εξαιρούμενης της Ακρόπολης των Αθηνών και του φρουρίου Καράμπαμπα.[172][173] Η μάχη της Πέτρας υπήρξε η τελευταία μάχη της επανάστασης, καθώς με αυτή ολοκληρώθηκαν οι επιχειρήσεις ανακατάληψης της Στερεάς Ελλάδας.
Στο διπλωματικό επίπεδο ένα νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου, που υπογράφηκε στις 10 Μαρτίου του 1829 (παλιό ημερολόγιο) ανέτρεπε το δυσμενές για την ελληνική πλευρά πρωτόκολλο του Νοεμβρίου του 1828. Με το νέο πρωτόκολλο τα σύνορα του νέου ελληνικού κράτους ορίζονταν στη γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού. Παράλληλα, η Ελλάδα αποκτούσε καθεστώς αυτονομίας υπό Οθωμανική επικυριαρχία, έχοντας την υποχρέωση να καταβάλλει σ’ αυτή ετήσιο φόρο 1.500.000 γρόσια. Η νέα συμφωνία εξακολουθούσε να αφήνει ανικανοποίητη την ελληνική πλευρά που στόχευε στην ανεξαρτησία. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία από την πλευρά της απέρριψε αρχικά το πρωτόκολλο, όμως μετά την ήττα της από τη Ρωσία στον μεταξύ τους πόλεμο, υποχρεώθηκε να το δεχτεί, καθώς συμπεριλαμβανόταν στους όρους της Συνθήκης της Αδριανούπολης.
Το Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας του 1830 και τα σύνορα του 1832
Οι Έλληνες - Τίτλος σελίδας της συλλογής προσωπογραφιών των ηγετών της ελληνικής επανάστασης του 1821, Άνταμ Φρίντελ
Τα πρώτα σύνορα του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, όπως τα καθόριζε το Πρωτόκολλο, το οποίο έγινε γνωστό ως «Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας», ήταν οι ποταμοί Ασπροπόταμος (Αχελώος) στα δυτικά και Σπερχειός στα βόρεια.[174][162][171]
Η επαναφορά των συνόρων στη γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού έγινε με μεταγενέστερο πρωτόκολλο, το οποίο υπογράφτηκε στο Λονδίνο τον Αύγουστο του 1832.[175]
Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του 1832, έξω από τα όρια της ελληνικής επικράτειας παρέμενε η Κρήτη στην οποία η επανάσταση βρισκόταν σε εξέλιξη σε όλη τη διάρκεια του 1829. Μετά την συμφωνία για ανεξαρτητοποίηση της Ελλάδας, στόλος των μεγάλων δυνάμεων επέβαλε την ειρήνευση στο νησί.[176] Πολλοί Κρήτες τότε από επαναστατημένες περιοχές του νησιού κατέφυγαν σε περιοχές του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, αποτελώντας ένα από τα πρώτα μεγάλα κύματα προσφύγων.[εκκρεμεί παραπομπή]
Έξω από τα όρια του ελληνικού κράτους παρέμενε και η Σάμος. Με το πρωτόκολλο όμως του Λονδίνου του 1832, το νησί αποτέλεσε αυτόνομη περιοχή, γνωστή ως Ηγεμονία της Σάμου. Η Σάμος διατήρησε αυτό το καθεστώς για ογδόντα χρόνια, μέχρι την ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα το 1912.[177]
Η συμμετοχή των γυναικών στην Ελληνική Επανάσταση
Λιθογραφία του Άνταμ Φρίντελ που δείχνει τη Μαντώ Μαυρογένους.
Οι γυναίκες συμμετείχαν ενεργά στην Ελληνική Επανάσταση, όχι μόνο υποστηρίζοντας ηθικά και υλικά τους αγωνιστές άντρες των οικογενειών τους, αλλά συμμετέχοντας και οι ίδιες συχνά στις μάχες, τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα. Αν και οι γυναίκες που ζούσαν στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας γνώριζαν να χειρίζονται όπλα, ήταν ιδιαίτερα στη Μάνη, το Σούλι και το Μεσολόγγι που πήραν τα όπλα και σμμετείχαν στον ένοπλο αγώνα.[180] Στο Σούλι τα κατορθώματα της Μόσχως Τζαβέλα, της Δέσπως Μπότση, της Ελένης Μπότσαρη, της Χρυσούλας Μπότσαρη, της Χάιδως Γιαννάκη Σέχου, αλλά και εκείνα που πραγματοποίησαν οι κόρες τους και οι εγγονές τους, αποτέλεσαν αντικείμενο πολλών δημοτικών τραγουδιών και έγιναν πηγή έμπνευσης για όλες τις επαναστατημένες γυναίκες κατά την διάρκεια του ελληνικού αγώνα για την ανεξαρτησία.[181] Στη Μάνη από τους 1.500 αμυνώμενους στη μάχη του 1826 ενάντια στις Τουρκικές και Αιγυπτιακές δυνάμεις, οι 1.000 ήταν γυναίκες.[180] Άλλες γυναίκες επίσης, λιγότερο γνωστές, όπως η Δόμνα Βισβίζη από τον Αίνο, η Κωνσταντίνα Ζαχαριά από τον Μωριά, η Σταυριάνα Σάββαινα και η Πανωραία Βοζίκη[182] από τη Μάνη ήταν μερικές από εκείνες που πολέμησαν ενεργά στο πεδίο της μάχης συχνά χρησιμοποιώντας αυτοσχέδια όπλα ή ρίχνοντας πέτρες και βράχια στον εχθρό.[183] Όμως και στις μη ορεινές περιοχές οι γυναίκες επέδειξαν έντονη αγωνιστικότητα και συνέβαλλαν έμπρακτα στον αγώνα όπως διαφαίνεται και από τα παραδείγματα των νησιώτισσων Μαντώ Μαυρογένους, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα και Άννα Λαούπη-Τριτζοπούλου[184]. Ειδικά η Μπουμπουλίνα, εκτός από την συμμετοχή της ως επαναστατική ηγέτιδα, υποστήριξε τον αγώνα και οικονομικά.[180] Στην Κρήτη η Χαρίκλεια Δασκαλάκη διακρίθηκε στη μάχη της Μονής Αρκαδίου[182] ενώ οι Λακκιώτισσες Κατερίνα Σταματάκη και η σημαιοφόρος της Ειρήνη Δρακουλέ έδωσαν τη δική τους μάχη[185].
Εκτός από τις γυναίκες τα ονόματα των οποίων γνωρίζουμε, υπήρξαν και χιλιάδες άλλες ανώνυμες που συμμετείχαν με διάφορους τρόπους στην Επανάσταση. Ως άμαχος πληθυσμός ήρθαν αντιμέτωπες με την πείνα, την αιχμαλωσία, την σκλαβιά, τον βιασμό και τον θάνατο[183]. Ο Μακρυγιάννης μεταφέρει τη μαρτυρία μίας γυναίκας από το χωριό Μεγάλο Σπήλαιο: «Όταν ήρθαν οι Τούρκοι εμείς είμαστε μέσα στο Βάλτο, στο νερό, τόσες ψυχές να γλιτώσωμεν˙ κι’ ήρθαν οι Τούρκοι και μας πιάσανε κι’ ήταν το σώμα μας καταματωμένο από τις αβδέλλες – μας φάγαν και τα παιδιά πεταμένα μέσα – γιομάτο το νερό, σαν μπακακάκια πλέγαν˙ κι’ άλλα ζωντανά κι άλλα τελείωναν. Και μ’ έπιασαν οι Τούρκοι και με κοιμήθηκαν τριάντα οκτώ και με αφάνισαν κι’ εμένα και τις άλλες. Διατί τα τραβήξαμε αυτά; Δι’ αυτήνη την Πατρίδα. Και τώρα δικαιοσύνη δεν βρίσκομεν από κανέναν˙ όλο δόλο και απάτη».[186]
Αλλά και κατά την διάρκεια των μαχών οι Ελληνίδες υποστήριξαν τον αγώνα των αντρών χτίζοντας οχυρώματα, μεταφέροντας όπλα, πολεμοφόδια, φαγητό και νερό, περιθάλπτοντας τους τραυματίες, συχνά ακόμα και παίρνοντας τα όπλα των νεκρών συζύγων, αδελφών ή γιων τους προκειμένου να εκδικηθούν τον θάνατό τους[180] όπως η Μανώλαινα Μπινιάρη, η «Λέκκαινα» η Μενιδιάτισσα (μητέρα του οπλαρχηγού Μητρομάρα), η Ακριβή Τσαρλαμπά και η Ελένη Καρέλη (μητέρα και σύζυγος αντίστοιχα του Οδυσσέα Ανδρούτσου), η Αδαμαντία Γρηγοριάδου (μητέρα του Αθανάσιου Γηγοριάδη)[184], η Μαρούλα Κλαδά, η Ζαμπέτα Κωλοκοτρώνη (μητέρα του Αθανάσιου Κωλοκοτρώνη), η Ραλλού Μαυρομιχάλη (σύζυγος του Πιέρρου Μαυρομιχάλη)[187]. Πολλές νεαρές κοπέλες φόρεσαν αντρικά ρούχα και πολέμησαν στο πεδίο της μάχης δίπλα στα αδέρφια τους ή τους αγαπημένους τους[183], όπως η ερωμένη του Γεώργιου Καραϊσκάκη που με το θάρρος της και τη λεβεντιά της κέρδισε το δικαίωμα να συμμετέχει στα πολεμικά συμβούλια.[180] Το ντύσιμο με αντρικά ρούχα ήταν κοινός τόπος για πολλές γυναίκες εκείνη την εποχή και όχι απλά δεν προκαλούσε αντιδράσεις αλλά ήταν και πηγή περηφάνειας για εκείνες.[183] Χαρακτηριστικό είναι ότι η Μαντώ Μαυρογένους θάφτηκε τιμητικά με τη στολή του αντιστράτηγου παρά το γεγονός πως στη ζωή της δε φορούσε αντρικά ρούχα, αλλά προτιμούσε τα γυναικεία ευρωπαϊκά.[183] Όμως, ανεξάρτητα από τη συμβολή τους στον απελευθερωτικό αγώνα, οι γυναίκες δεν γίνονταν πάντα αποδεκτές από τους άντρες χωρίς προβλήματα όπως έγινε και στην περίπτωση των οπλαρχηγών Μαυρομιχάλη, Γιατράκου και Νικηταρά που αρνήθηκαν να δεχτούν στο στράτευμα την Άννα Τριτζοπούλου-Λαούπη που παρουσιάστηκε με άλλους 23 εθελοντές για να πολεμήσει.[178] Ο Θεόδωρος Κωλοκοτρώνης επίσης αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη συμβολή της γυναίκας του Αικατερίνης στον αγώνα καθώς δεν αναφέρθηκε καθόλου στην αγωνιστική της δράση στο μνημόσυνό της και αργότερα στην συγκομιδή των οστών της.[178]
Γυναίκες εύπορων οικογενειών Φαναριωτών χρησιμοποίησαν την επιρροή τους και τον πλούτο τους για να προωθήσουν μυστικά και παρασκηνιακά τους σκοπούς των Ελλήνων και επηρέασαν την δράση αλλά και την τύχη του Οικουμενικού Πατριαρχείου.[183]Άλλες πλούσιες γυναίκες επηρέσαν παρασκηνιακά τις ιστορικές εξελίξεις χρησιμοποιώντας την επιρροή τους και την πρόσβαση που είχαν στους άντρες που βρίσκονταν σε θέσεις λήψης αποφάσεων, όπως για παράδειγμα η σύζυγος του στρατηγού Γκούρα και κόρη πλούσιου προύχοντα, Ασημίνα Λιδωρίκη «Γκούραινα»[184], που ανακηρύχθηκε σε «καπετάνισσα» μετά την ηρωική της συμβολή στη μάχη της Ακροπολης[42] και έπεισε τον σύζυγό της να ζητήσει τη βοήθεια των Βρετανών παρα το γεγονός ότι εκείνος άνηκε στο Γαλλικό Κόμμα.[183] Η σύζυγος του Νικηταρά, Νικήταινα Αγγελίνα, λειτούργησε ως διαμεσολαβήτρια ανάμεσα στις αντιμαχόμενες φατρίες κατά την διάρκεια του δεύτερου εμφυλίου πολέμου.[183][184][188] Υπάρχουν επίσης φήμες πως η σύζυγος του στρατηγού Βάσου, Ελένη, λειτούργησε ως έμπιστη σύμβουλός του και γραμματέας του και χειρίστηκε όλη την αλληλογραφία του με τον Κιουταχή Πασά.[183]
Η Μπουμπουλίνα σε πίνακα του Πέτερ φον Ες
Οι γυναίκες όμως βοήθησαν και με άλλους, λιγότερο ορατούς, αλλά εξίσου σημαντικούς τρόπους όπως για παράδειγμα με την σύναψη συμμαχιών μέσω στρατηγικών γάμων στους οποίους πάντα κατείχαν κεντρική θέση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του γάμου της κόρης της Μπουμπουλίνας, Ελένη, με τον γιο του Κωλοκοτρώνη, Πάνο, που χάρισε σημαντικούς πόρους μέσω προίκας στην οικογένεια Κωλοκοτρώνη και εξασφάλισε την υποστήριξη των επαναστατημένων Σπετσών στις οικογένειες του Μωριά ενώ επέτρεψε και στην Μπουμπούλινα να επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής της και στην Πελοπόννησο.[183] Ο Κωλοκοτρώνης επίσης κανόνισε τον γάμο του άλλου του γιου, του Γενναίου, με την κόρη του Κίτσου Τζαβέλα, Ειρήνη, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να τερματίσει ο Τζαβέλας τη συμμαχία του με τον Ζαΐμη και να συνταχθεί με τον Κωλοκοτρώνη.[183] Πολλές άλλες από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της Επανάστασης φρόντισαν να συνάψουν στρατηγικούς γάμους με ισχυρές οικογένειες, όπως ο Παπαφλέσσας που αρραβώνιασε την ανιψιά του με τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη ή ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος που πάντρεψε την αδελφή του, Αικατερίνη, με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.[183]
Πολλές γυναίκες επίσης ήταν μέλη ή υποστηρίκτριες της Φιλικής Εταιρείας όπως η Μαντώ Μαυρογένους[189]. η Ελισάβετ Υψηλάντη[184][187], η Φαίδρα Παππά[184], η Ασημίνα Γκούρα (το γένος Λιδωρίκη)[178][184], αλλά και η πριγκίπισσα, ηθοποιός, σκηνοθέτιδα και μεταφράστρια Ραλλού Καρατζά[189] αν και τα ονόματά τους δεν περιλαμβάνονται στις διασωθείσες λίστες μελών[183]. Πολλές γυναίκες δεν ήταν απαραίτητα μέλη της εταιρείας αλλά εργάστηκαν ως κατάσκοποι και αγγελιοφόροι για τους σκοπούς της, όπως για παράδειγμα η Μαριγώ Ζαραφοπούλου, ενώ την ενίσχυσαν και οικονομικά.[183][190] Όλες αυτές οι γυναίκες φρόντισαν να διαδώσουν και να προωθήσουν την ιδέα της ελληνικής ανεξαρτησίας στην Ευρώπη και να ενισχύσουν το περιρρέον φιλελληνικό κλίμα της εποχής που συνέβαλλε αποφασιστικά στην εξέλιξη της Επανάστασης. Όσες ήταν εγγράμματες, όπως η Ευανθία Καΐρη, έγραφαν επιστολές προς άλλες γυναίκες στην Ευρώπη και στις Η.Π.Α. ζητώντας τη βοήθειά τους ή έγραφαν ποιήματα υπέρ της Επανάστασης που δημοσιεύονταν σε φυλλάδια που κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα και το εξωτερικό.[183] Ειδικά η Ραλλού Καρατζά φρόντιζε να ανεβάζει προπαγανδιστικά θεατρικά έργα στο Βουκουρέστι κερδίζοντας έτσι συμπαραστάτες στον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία.[189]
«Η Σφαγή της Χίου». Έργο του Ευγένιου Ντελακρουά του 19ου αι.
Στην εικονογραφία της Ελληνικής Επανάστασης η ίδια η Ελλάδα εμφανίζεται ως μία γυναίκα που είτε ηγείται του αγώνα με θάρρος ντυμένη στα λευκά είτε θρηνεί τις απώλειες και τις αδικίες που έχει υποστεί ντυμένη στα μαύρα και πάντα μόνη.[192] Στον «Ύμνο για την Ελευθερία» ο Σολωμός ταυτίζει την Ελλάδα-γυναίκα, μία χώρα ιστορικά απομονωμένη ανάμεσα σε κράτη που συχνά αποδείχθηκαν εχθρικά, με γλώσσα, αλφάβητο και ιστορική προέλευση που διαφέρει σημαντικά από εκείνα των γειτόνων της, με την ίδια την Ελευθερία και την παρουσιάζει να ζητά ολομόναχη βοήθεια από τις Μεγάλες Δυνάμεις χωρίς ανταπόκριση.[192] Στην «Κόρη της Λίμνου» ο Κωστής Παλαμάς συνδέει την επαναστατική θηλυκή εικονογραφία της Ελλάδας με την ελληνική αρχαιότητα καθώς γράφει πως δεν είναι ντροπή να ηγείται της μάχης μία γυναίκα αφού και στους αρχαίους χρόνους υπήρχαν πολεμικές θηλυκές θεότητες όπως η Νίκη.[192] Στη «Σφαγή της Χίου» ο Ντελακρουά εμφανίζει τρεις γυναίκες ως σύμβολα των παθών των Ελλήνων: η μία είναι νεκρή, η άλλη, μία νεαρή γυναίκα, γέρνει στον ώμο ενός άντρα αποκαρδιωμένη και η τρίτη, μία ηλικιωμένη γυναίκα, δείχνει τρομαγμένη.[192] Σε άλλους πίνακες της εποχής εμφανίζονται ως σύμβολα και παραδείγματα των παθών του Ελληνικού έθνους γυναίκες που κρατούν στην αγκαλιά τους προστατευτικά τα παιδιά τους ενώ οι Τούρκοι τις κατασφάζουν.[192]
Μετά το πέρας της Επανάστασης η συμβολή των γυναικών σε αυτήν ξεχάστηκε και στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος οι γυναίκες αποκλείστηκαν από τα πολιτικά και νομικά δικαιώματα που αναγνωρίσθηκαν στους άνδρες ενώ δεν λάμβαναν ούτε την ίδια εκπαίδευση με αυτούς ούτε είχαν τις ίδιες δυνατότητες επαγγελματικής δραστηριοποίησης.[178] Ακόμα και η Μπουμπουλίνα δεν έλαβε τη σύνταξη που είχε αιτηθεί γιατί κρίθηκε πως μόνο ως «χήρα αγωνιστή» θα την δικαιούνταν.[179] Με τη λήξη του εθνικοαπελευρωτικού αγώνα οι γυναίκες στην Ελλάδα βρέθηκαν αναγκασμένες να συνεχίζουν να παλεύουν σε έναν δικό τους αγώνα για την αναγνώριση των πολιτικών, κοινωνικών και νομικών δικαιωμάτων τους.[178]
Αποτίμηση
Εορτασμός της 25ης Μαρτίου στην Πάτρα το 1930 για την συμπλήρωση 100 ετών του νέου ελληνικού κράτους
Τον επόμενο αιώνα, καθώς μικρό μόνο τμήμα των ιστορικών ελληνικών χωρών περιλαμβανόταν στο νέο κράτος, η προσπάθεια υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας, της διεύρυνσης δηλαδή των ελληνικών συνόρων ώστε να περιλάβουν το σύνολο των περιοχών αυτών, αποτέλεσε βασικό άξονα της ελληνικής πολιτικής.
Η κοινή επιδίωξη των υποστηρικτών τόσο της μοναρχίας όσο και αβασίλευτων πολιτευμάτων κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, η δημιουργία πολιτεύματος "παραστατικού", δηλαδή κοινοβουλευτικού και συνταγματικού,[193] επιτεύχθηκε με την Επανάσταση του 1843, ως αποτέλεσμα της συμμαχίας φιλελεύθερων επικριτών της απόλυτης οθωνικής μοναρχίας και των παραγκωνισμένων προεστών [194]
Η Ελληνική Επανάσταση ήταν η μόνη από τις φιλελεύθερες επαναστάσεις των ετών 1820-1822 που ευοδώθηκε. Έτσι, τη δεκαετία του 1820 η Ελλάδα έγινε η πηγή έμπνευσης του διεθνούς φιλελευθερισμού[195] και προκάλεσε το κίνημα του Φιλελληνισμού ενώ το ελληνικό ζήτημα απασχόλησε την ευρωπαϊκή διπλωματία επί δώδεκα χρόνια. Παρέσυρε τις κυβερνήσεις Μεγάλων Δυνάμεων να ενδιαφερθούν θετικά για την τύχη της, να συνεργαστούν και να υπογράψουν Πρωτόκολλα και Συνθήκες για την αίσια έκβασή της, σε αντίθεση με την τότε πολιτική τους. Απετέλεσε, έτσι, ισχυρό πλήγμα για το καθεστώς της Ιεράς Συμμαχίας και σήμανε το θρίαμβο της αρχής των εθνοτήτων.[196] Καθώς ο γλωσσικός εξελληνισμός των αλλόφωνων εγγράμματων ορθοδόξων άρχισε να ταυτίζεται με την πολιτική υποστήριξη του νέου κράτους, εντάθηκε η άνοδος των εθνικισμών των υπόλοιπων βαλκανικών λαών.[197]
Η 25η Μαρτίου είναι εθνική εορτή, όπως ορίστηκε με βασιλικό διάταγμα του Όθωνα στις 15 Μαρτίου του 1838 ως επέτειος της έναρξης της Επανάστασης.
Φιλελληνισμός
Δημόσια ιστορία
Διαπιστώνεται ότι στη σύγχρονη (αρχές 21ου αι.) εποχή υπάρχει μια αύξηση του ενδιαφέροντος για την ιστορία, ακαδημαϊκή και μη ("δημόσια"). Στη δημόσια σφαίρα το ενδιαφέρον για την ιστορία, περιλαμβανομένης της Επανάστασης του '21, παίρνει συχνά τη μορφή αντιπαραθέσεων με τη συμμετοχή συγγραφέων, αρθρογράφων και πολιτικών.[198]Κινηματογράφος
- Ζάλογγο, το κάστρο της Λευτεριάς 1959
- Η λίμνη των στεναγμών 1959
- Μπουμπουλίνα (ταινία) 1959
- Τα Σαράντα παλικάρια 1961
- Οι Σταυραετοί 1963
- Η έξοδος του Μεσολογγίου 1965
- Μαντώ Μαυρογένους 1971
- Παπαφλέσσας (ταινία) 1971
- Σουλιώτες (ταινία) 1972
- Η δίκη των Δικαστών 1974
- Μπάιρον, η μπαλάντα ενός δαιμονισμένου 1992
- Έξοδος 1826 (2017)
Μουσική
Το 1971 ο Δήμος Θεσσαλονίκης ανέθεσε στον Νίκο Αστρινίδη τη σύνθεση συμφωνικού έργου για τον εορτασμό της εκατονπεντακονταετίας από την Ελληνική Επανάσταση. Η χορωδιακή Συμφωνία "1821" εκτελέστηκε στις 27 Οκτωβρίου 1971 στα "ΣΤ' Δημήτρια".[199]Ιστοριογραφία
Τις εξελίξεις της ιστοριογραφίας της Επανάστασης (και της Τουρκοκρατίας) στον 19ο και 20ό αιώνα συνοψίζει ο Αντώνης Λιάκος, σημειώνοντας την πολιτική αντιπαράθεση που προέκυψε στον 20ό αι. από τα σχετικά έργα των μαρξιστών Γ. Σκληρού και Γ. Κορδάτου. Αργότερα ο Κ.Θ. Δημαράς εισήγαγε την έννοια του "νεοελληνικού διαφωτισμού" το 1945 και του Ν. Σβορώνου που έδωσε έμφαση στην άνοδο μιας κοινωνικής τάξης με σύγχρονη δραστηριότητα. Η περίοδος της αντίστασης κατά την Κατοχή αναβίωσε τις αναφορές στην Επανάσταση παράγοντας ιστορικές αναλογίες. Η λαϊκή ανάγνωση της ιστορίας είχε τη μορφή ενός σεναρίου όπου οι Έλληνες ήταν θύματα ξένης επέμβασης η οποία παρεμπόδισε την προσπάθεια του λαού για πρόοδο. Το μαρξιστικό και αντι-ιμπεριαλιστικό πνεύμα είναι εμφανές σ' αυτή την ανάγνωση. O Λιάκος παρατηρεί ότι πέρα από ό,τι συμβαίνει στο εσωτερικό της κοινότητας των ιστορικών, η λαϊκή χρήση της ιστορίας παραμένει στη δομή του εθνικού χρόνου όπως αυτή διαμορφώθηκε στους προηγούμενους δύο αιώνες.[200]Τη μεταπολεμική περίοδο, στο κλίμα που όριζε ο παραλληλισμός της δεκαετίας του ΄40 με την Επανάσταση και η θεώρηση της επανάστασης διαζευκτικά ως γεγονότος εθνικού ή κοινωνικού, προς την προεπαναστατική περίοδο και την Επανάσταση στράφηκαν τα ερευνητικά ενδιαφέροντα των ιστορικών Σπύρου Ασδραχά και Βασίλη Κρεμμυδά, που ασχολήθηκαν ο πρώτος με τον αρματολισμό και έπειτα την αγροτική οικονομία, εισηγούμενος το σχήμα «παράδοση»-«νεωτερικότητα», και ο δεύτερος με την εμπορική και ναυτιλιακή οικονομία, ερευνώντας την οικονομική κρίση που προηγήθηκε της επανάστασης.[201]
Δείτε επίσης
- Κατάλογος ελληνικών εξεγέρσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (1453-1830)
- Η Ελληνική Επανάσταση στη Θράκη
- Η Κύπρος και η Ελληνική Επανάσταση του 1821
- Εκκλησιαστική ιστορία της Ελλάδας (1821-1827)
Σημειώσεις
- ^ Όλες οι ημερομηνίες του άρθρου είναι σύμφωνες με το παλιό ημερολόγιο, το οποίο ίσχυε τότε στην Ελλάδα.
- ^ Η εταιρεία της Βιέννης ιδρύθηκε για οικονομική υποστήριξη εκείνης των Αθηνών.
- ^ Στην Αρεόπολη, πατρίδα των Μαυρομιχαλαίων, η τοπική παράδοση της Μάνης αναφέρει σαν ημέρα του ξεσηκωμού τις 17 Μαρτίου[202].
- ^ Το σώμα ανασύρθηκε από το νερό από τον καπετάνιο κεφαλλονίτικου πλοίου που ήταν στην περιοχή και μεταφέρθηκε στην Οδησσό της Ρωσίας, όπου προκλήθηκε οργή στην ελληνική παροικία, τους ορθόδοξους Ρώσους αλλά και τον τσάρο της Ρωσίας, που διέταξε να γίνει η νεκρώσιμη ακολουθία με όλες τις τιμές και τον σεβασμό.
- ^ Το χαρέμι (η οικογένεια) του Χουρσίτ πασά βρισκόταν αποκλεισμένο στην Τρίπολη.
- ^ Μεταφέρθηκε στο Ζητούνι (Λαμία) και μετά την άρνησή του να συνεργαστεί με αντάλλαγμα αξιώματα και αμοιβές, βασανίστηκε και ανασκολοπίστηκε. Με τη θυσία του, η ελληνική εθνική συλλογική μνήμη κέρδισε έναν ήρωα-μάρτυρα, όμως η επανάσταση έχασε πολύ νωρίς, ένα πολύ σημαντικό και εμπειροπόλεμο οπλαρχηγό.
- ^ Στα ελληνικά τμήματα που αντιστάθηκαν στον Ξεριά, μετείχε και σώμα από τις Σπέτσες. Στην μάχη εκεί σκοτώθηκε και ο γιος της Μπουμπουλίνας, Γιάννης Γιαννούζας.
Παραπομπές
|accessdate= (βοήθεια)
"Και ούτω την ημέραν ταύτην της 25 Μαρτίου 1821 ακριβώς ευρέθησαν άπαντες εις τας επαρχίας, εις τας οποίας έκαστος ανήκεν, η σημαία του σταυρού υψώθη συγχρόνως πανταχού, και η επανάστασις αρχήσασα, ελάμβανε διαστάσεις εν Πελοποννήσω κατά ταύτην την κλητήν και ευλογημένην ημέραν ..."
"... ο Κολοκοτρώνης και οι περί αυτόν, οι οποίοι δεν ήλθον εις την Πελοπόννησον ειμή δια να κινήσωσι την επανάστασιν την 25 μαρτίου, ως ημέραν προσδιωρισμένην να λάβωσι τα όπλα απανταχού οι Έλληνες, ..."
- "... με ήλθαν γράμματα από τον Υψηλάντη δια να ήμαι έτοιμος, καθώς και όλοι οι εδικοί μας. 25 Μαρτίου ήτον η ημέρα της γενικής επαναστάσεως. Οι Άγγλοι έμαθαν ότι έλαβα κάτι γράμματα ..."
Μεθώνης Γρηγόριος, Νικόλας Μπόταση, Πρωτοπαπατσώρης, Αναστάσης Ανδρούτσου ... ".
"Οι Σπετσιώται από όλας τας νήσους εφάνησαν πρόθυμοι και κατά την 25 Μαρτίου 1821 ύψωσαν την σημαίαν της επαναστάσεως. Την δε άλλην ημέραν οι οικοκυραίοι της νήσου διέταξαν να πολιορκηθούν η Μονεμβασία και το Ναύπλιο, και αμέσως έπλευσαν η Ναυέτα του Γκίκα Μπόταση και το βρίκιον του Θεοδώρου Βότση, ο Αθανάσιος Γουδής και η Μπουμπουλίνα με τα καράβια των ... Την δε 28 Μαρτίου φθάσαντες εις Μύλους ..."
- «Η Κήρυξη της Επανάστασης στη Μάνη». Ανακτήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
Βιβλιογραφία
- Βακαλόπουλος, Απόστολος Ε., (1980) Ιστορία του νέου ελληνισμού, , τ. Ε', Η μεγάλη ελληνική επανάσταση (1821-1829) Οι προϋποθέσεις και οι βάσεις της 1813 - 1822, εκδόσεις Α. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη ISBN 960-8353-31-9,
- Βαρβαρήγος, Ποθητός (2011). Θρησκεία και θρησκευτική ζωή κατά τον πόλεμο της ανεξαρτησίας (Μεταπτυχιακή εργασία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης). Θεσσαλονίκη.
- Βόγλη, Ελπίδα (1999). «"Πολίτευμα ευρωπαϊκόν": Απόψεις για το πολίτευμα των Ελλήνων κατά τον Αγώνα (1821-1828)». Ελληνικά (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών) 49 (2): 347-365.
- Βουρνάς, Τάσος (1999). Σύντομη ιστορία της ελληνικής επανάστασης. Αθήνα: Πατάκη. ISBN 960-600-951-3.
- Erdem, Hakan (2005). «'Do not think of the Greeks as agricultural labourers': Ottoman responses to the Greek War of Independence». Στο: Dragonas, Thalia. Birtek, Faruk, επιμ. Citizenship and the nation-state in Greece and Turkey. London: Routledge, σελ. 67-84.
- Κακριδής, Ιωάννης (1978). Οι αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση. Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ..
- Kakridis, John Th. (1963). «The Ancient Greeks and the Greeks of the War of Independence». Balkan Studies 4 (2): 251-264.
- Kitromilides, Paschalis M. (1989). «'Imagined Communities' and the Origins of the National Question in the Balkans». East European Quarterly 19 (2): 149-92.
- Clogg, Richard (2013). A Concise History of Greece. Cambridge Concise Histories (3η έκδοση). Cambridge: Cambridge University Press.
- Κολιόπουλος, Ιωάννης Σ. (2000). Ιστορία της Ελλάδος από το 1800. Τεύχος Α': Το έθνος, η πολιτεία και η κοινωνία των Ελλήνων. Βάνιας. ISBN 9602880724.
- Κολιόπουλος, Ιωάννης Σ. (2003). Η πέραν Ελλάς και οι άλλοι Έλληνες: Το σύγχρονο ελληνικό έθνος και οι ετερόγλωσσοι σύνοικοι χριστιανοί 1800-1912. Θεσσαλονίκη: Βάνιας. ISBN 9602881046.
- Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος Κ. (1846). Τερτσέτης, Γεώργιος, επιμ. Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836. Αθήνα: Χ. Νικολαΐδης Φιλαδελφεύς.
- Κρεμμυδάς, Βασίλης (1976-1977). «Η οικονομική κρίση στον ελλαδικό χώρο στις αρχές του 19ου αιώνα και οι επιπτώσεις της στην Επανάσταση του 1821». Μνήμων (6): 16-33.
- Κρεμμυδάς, Βασίλης (1996). «Μηχανισμοί παραγωγής ιστορικών μύθων.Σχετικά με μια ομιλία του Παλαιών Πατρών Γερμανού». Μνήμων 18: 9-21.
- Κρεμμυδάς, Βασίλης (2002). «Προεπαναστατικές πραγματικότητες. Η οικονομική κρίση και η πορεία προς το Εικοσιένα». Μνήμων (24): 71-84.
- Μπέλσης, Κωνσταντίνος (2014). Από την οθωμανική νομιμότητα στο εθνικό κράτος. Το "άτομο" στο επίκεντρο της Ιστορίας. Λυκούργος Λογοθέτης (1772-1850). Αθήνα: Παπαζήσης. ISBN 976-09-0987-76-8.
- Παναγιωτόπουλος, Βασίλης (2003). «Η Φιλική Εταιρεία: Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής Επανάστασης». Στο: Παναγιωτόπουλος, Βασίλης, επιμ. Η Ελληνική Επανάσταση, 1821-1832: Ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας και η ίδρυση του ελληνικού κράτους. Τόμος 3ος. Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000. Ελληνικά γράμματα, σελ. 9-32. ISBN 9604065408.
- Παπαγεωργίου, Στέφανος Π. (2005). Από το γένος στο έθνος: Η θεμελίωση του Ελληνικού κράτους 1821-1862 (2η έκδοση). Αθήνα: Παπαζήση. ISBN 960-02-1769-6.
- Πιζάνιας, Πέτρος (επιμ.) (2009). Η ελληνική επανάσταση του 1821. Ένα ευρωπαϊκό γεγονός. Αθήνα: Κέδρος.ISBN 978-960-04-3931-1.
- Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΒ, 1975
- Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος (2001). «Η σύσταση της Φιλικής Εταιρείας: μια επαναπροσέγγιση». Τα Ιστορικά 35: 283-298.
- Stathis, Panagiotis (2007). «From Klephts and Armatoloi to revolutionaries». Στο: Anastasopoulos, Antonis. Kolovos, Elias, επιμ. Ottoman Rule and the Balkans, 1760-1850: Conflict, Transformation, Adaptation. Proceedings of an international conference held in Rethymno, Greece, 13-14 December 2003. Rethymno: University of Crete – Department of History and Archaeology, σελ. 167-179.
- Σταματόπουλος, Τάκης (1958). Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός χωρίς θρύλο. Αθήνα.
- Hatzopoulos, Marios (2009). «From resurrection to insurrection: ‘sacred’ myths, motifs, and symbols in the Greek War of Independence». The making of Modern Greece: Nationalism, Romanticism, and the Uses of the Past (1797–1896). Ashgate, σελ. 81-93.
- Hobsbawm, Eric (1990). Nations and Nationalism since 1780: Programme, Myth, Reality. Cambridge: Cambridge University Press.
- Hobsbawm, Eric (1997). Η εποχή των Επαναστάσεων 1789-1848. ΜΙΕΤ.
- Hobsbawn, Eric (2008) Η εποχή των επαναστάσεων (1789-1848). Μετάφραση Μαριέτα Οικονομοπούλου, 6η ανατύπωση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζης, Αθήνα. ISBN: 978-960-250-006-4
- Grenet, Mathieu (2016). La fabrique communautaire. Les Grecs à Venise, Livourne et Marseille, 1770-1840. Αθήνα-Ρώμη: École française d'Athènes-École française de Rome (ISBN 978-2-7283-1210-8)
Διαβάστε επίσης
- Βακαλόπουλος, Απόστολος Ε., (1982) Ιστορία του νέου ελληνισμού, τ. Στ', Η μεγάλη ελληνική επανάσταση (1821-1829) Η εσωτερική κρίση (1822-1825), εκδόσεις Α. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 1982 ISBN 9789608353312
- Γιάνης Κορδάτος, Η επανάσταση της Θεσσαλομαγνησίας το 1821, σημείωμα Θ. Χ. Παπαδόπουλου, εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1983
- Ιωάννης Κουμουρλής, «Η Επανάσταση του 1821 και η δημιουργία του ελληνικού εθνικού κράτους στις πρώτες μεγάλες αφηγήσεις της νεότερης ελληνικής ιστορίας: από την πολυπαραγοντική ανάλυση στο σχήμα της εθνικής τελεολογίας», στο: Η ελληνική Επανάσταση του 1821. Ένα ευρωπαϊκό γεγονός, εισαγωγή-επιμέλεια Πέτρος Πιζάνιας, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2009, σελ. 351-374
- Ντέιβιντ Μπριούερ, Η φλόγα της ελευθερίας Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833, μετάφραση Τιτίνας Σπερελάκη, επιμέλεια Ελένης Κεκροπούλου, εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα 2004, ISBN 960-536-165-5
- Ντάγκλας Ντέικιν, Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία, 1821-1833, μετάφραση Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ., 3η ανατύπωση, Αθήνα 2010, ISBN 978-960-250-172-6
- Ντάγκλας Ντέικιν, Η ενοποίηση της Ελλάδας, 1770-1923, μετάφραση Α. Ξανθόπουλος, εκδόσεις Μ.Ι.Ε.Τ., 7η ανατύπωση, Αθήνα 2012, ISBN 978-960-250-150-4.
- Βασίλης Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000. Η ελληνική Επανάσταση 1821-1832. Ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας και η ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, τόμος 3, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2003, ISBN 960-406-542-4
- Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, Ο αγώνας για την ελληνική ανεξαρτησία. Πολιτική και στρατηγική των Ελλήνων και της οθωμανικής αυτοκρατορίας 1821-1832, εκδ.Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 1996
- Βάλτερ Πούχνερ, «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 στο ευρωπαϊκό θέατρο », στο: Ανιχνεύοντας τη θεατρική παράδοση-Δέκα μελετήματα, εκδ.Οδυσσέας, Αθήνα, 1995, σελ.256-301
- Σακελλαρίου, Μιχαήλ Β. (2012). Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης: 24 Φεβρουαρίου - 23 Μαΐου 1825. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
- Νίκος Γ. Σβορώνος, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, μετάφραση Αικατερίνη Ασδραχά, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1999, ISBN 960-7293-21-5
- Σάμουελ Γκρίντλεϋ Χάου, Ιστορική σκιαγραφία της ελληνικής επανάστασης, μετάφραση Ι. Χατζηεμανουήλ, επιμέλεια-πρόλογος-σχόλια Νίκος Κολόμβας, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1997, ISBN 960-7437-43-8
- Ροδοπούλου - Ρόζου, Σούλα (2012). Οι άσημες και οι ταπεινές του 21. Αθήνα. ISBN 978-960-289-125-4.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
Η μεγάλη ώρα. 1821 (Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο)
1821, η πορεία προς τη μεγάλη στιγμή (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)
Οι λαβωματιές του '21 (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)
ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ Κύκλος:Α Επεισόδιο:004- ΙΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ 1821-1827 (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)
ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 1750-1940 Κύκλος:Α Επεισόδιο:005 -ΙΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ 1821-1827 (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)
ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 1750-1940 Κύκλος:Α Επεισόδιο:006 -ΙΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ 1821-1827 (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)
ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 1750-1940 Κύκλος:Α Επεισόδιο:007 -ΙΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ 1821-1827 (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)- Αριστερές αναγνώσεις του Εικοσιένα, ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΤΑΘΗ, 27/03/2011 Η ΑΥΓΗ
- ΡΟΤΖΩΚΟΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ: ΟΙ ΠΡΟΥΧΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Τμήμα Κοινωνιολογίας, 1996 [10]
- Τσιάμαλος, Δημήτριος, Κοινωνική και επαναστατική συνείδηση των ενόπλων της Ρούμελης στην επανάσταση του 1821, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Τμήμα Κοινωνιολογίας, 2007 [11]
- Τομαή, Φωτεινή, Πώς οι Μεγάλες Δυνάμεις φοβήθηκαν την Επανάσταση του 1821. Το διεθνές διπλωματικό περιβάλλον τις παραμονές της εξέγερσης των υπόδουλων Ελλήνων κατά των Τούρκων [12]
- ΚΕΝΙ (Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας), Πάντειο Πανεπιστήμιο
| ||
| ||


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου